Ανδρέα Αντωνίου ν. Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος κ.α., Αρ. Έφεσης: 219/06, 30/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Έφεσης: 219/06 Μεταξύ: Ανδρέα Αντωνίου από τη Λευκωσία Εφεσείοντα Και Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος από τη Λευκωσία Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τη Λευκωσία Κυριάκου Ι. Κούσιου από τη Λευκωσία Naime Timur από τη Λευκωσία Οι αρ. 3 και 4 υπό την ιδιότητα των διαχειριστών της κληρονομιάς της Turhan Kiazim Shemsettin προηγούμενα από τα Μανδριά, αποβιωσάσας Εφεσιβλήτων ------------------------- Ημερομηνία: 30.4.2012 Για Εφεσείοντα κα Φ. Γεωργιάδου (για να ακούσει απόφαση κα Μ. Πατσαλίδου) Για Εφεσίβλητους 1 και 2 κα Φλωρέντζου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σ. Ερωτοκρίτου) Για Εφεσίβλητο 3 κ. Γ. Χ"Παρασκευάς (για να ακούσει απόφαση κα Α. Χριστοδούλου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα διαδικασία ο αιτητής εφεσιβάλλει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 3.8.2006 με την οποία αρνήθηκε την αποδοχή κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 καθώς και της δήλωσης μεταβίβασης των αγορασθέντων με πωλητήριο έγγραφο ακινήτων που ήταν ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης Turhan Kiazim Shemsettin. Οι λόγοι έφεσης είναι οι ακόλουθο (παρατίθενται αυτούσιοι): 1) Η αποδοχή κατάθεσης αντίγραφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν απόκειται στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή. 2) Η συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών δεν αποτελεί προϋπόθεση αποδοχής της κατάθεσης αντιγράφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. 3) Η συγκεκριμένη δήλωση μεταβίβασης των ακινήτων δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που η αποδοχή της απόκειται στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή. 4) Η συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών δεν αποτελεί προϋπόθεση αποδοχής δήλωσης μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας. 5) Χωρίς βλάβη των αμέσως παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, τα ακίνητα δεν αποτελούν «τουρκοκυπριακή περιουσία» με την έννοια του άρθρου 2 των Περί Τουρκοκυπριακών περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα (προσωρινές διατάξεις) Νόμων του 1991 έως
- 6) Ο Διευθυντής φαίνεται ότι τελούσε υπό τη πλάνη ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 24/02/03 είχε κηρυχθεί άκυρο ή ανίσχυρο με την δικαστική απόφαση ημερ. 29/07/
- 7) Ο Διευθυντής ενήργησε υπό την πλάνη ότι η παύση του διαχειριστή που αποφασίστηκε από το Δικαστήριο είχε αναδρομική ισχύ. 8) Ο Διευθυντής παράλειψε να λάβει υπόψη ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 24/02/03 δεν ακυρώθηκε ή τερματίστηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο ούτε έγινε συμφωνία ή απόπειρα από τα μέρη ή οποιοδήποτε άλλον να ακυρωθεί ή τερματισθεί. 9) Η απόφαση του Διευθυντή προσβάλλει το δικαίωμα του ελευθέρως συμβάλλεσθαι. 10) Η απόφαση του Διευθυντή προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. 11) Χωρίς βλάβη των προηγούμενων λόγων, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η απόφαση του Διευθυντή στηρίχθηκε σε διατάξεις των Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (προσωρινές Διατάξεις) Νόμων του 1991 έως 2006 οι οποίες είναι αντισυνταγματικές και άκυρες επειδή προσκρούουν και έρχονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 23, 26 & 28 του συντάγματος. 12) Οι αποφάσεις του Διευθυντή επάγονται οικειοποίηση από μέρους του δικαστικών εξουσιών. 13) Για τους παραπάνω λόγους η αιτιολογία των αποφάσεων του Διευθυντή είναι εσφαλμένη.» Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου, εφεσείοντα, τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Hussein Halil διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της Turhan Kiazim Shemsettin η οποία απεβίωσε στις 9.11.
- Ο Halil παύθηκε από διαχειριστής με απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 29.7.2004 (Τεκ. Β) και στη θέση του διορίστηκαν ως διαχειριστές οι εφεσίβλητοι 3 και
- Η αποβιώσασα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2975, αρ. τεμ. 19 (προηγούμενα 2/2) Φυλ./Σχ. LI/55, τοποθεσία «Άγιος Μηνάς», Μανδρία Πάφος και του ακινήτου 2973, αρ. τεμ. 20 Φυλ./Σχ. LI/47, Μανδριά Πάφος (πιστοποιητικά εγγραφής των ακινήτων Τεκ. Γ και Δ). Με δήλωση ημερ. 28.9.2002 (Τεκ. Ε) οι κληρονόμοι της αποβιωσάσης είχαν συγκατατεθεί στην πώληση από το Halil της ακίνητης ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης. Ο Halil με αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 24.2.2003 (Τεκ. Στ) συμφώνησε την πώληση του ακινήτου στον ενόρκως δηλούντα. Στις 5.3.2003 το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου όπως φαίνεται από το έντυπο Ν.34, την απόδειξη πληρωμής τελών και τη βεβαίωση του Χρίστου Γεωργιάδη (Τεκ. Ζ, Η και Θ). Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στο Τεκ. Στ και στο ότι αυτό δεν έγινε προσπάθεια να τερματιστεί κάτι για το οποίο καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με τη διόρθωση ότι το Τεκ. Στ δεν έχει ακυρωθεί ούτε τερματιστεί από Κυπριακό Δικαστήριο οι σημερινοί όμως διαχειριστές αποπειράθηκαν να το τερματίσουν με επιστολή τους προς τον ενόρκως δηλούντα ημερομηνίας 18.3.2006 (Τεκ. Μ) που συνοδευόταν από ανυπόγραφη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.3.734,47 (Τεκ. Ν) και πως ο εν λόγω τερματισμός δεν έγινε αποδεκτός. Στις 2.10.2003 προσήχθη δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου (Τεκ. Λ) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Ο εφεσίβλητος αρ. 1 με επιστολή του ημερ. 3.8.2006 πληροφόρησε τον εφεσείοντα ότι αρνήθηκε την κατάθεση του Τεκ. Στ και την αποδοχή της δήλωσης Τεκ. Λ. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου δεν μπορεί να προβεί σε αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου για κατάθεση καθώς και στην αποδοχή της δήλωσης μεταβίβασης. Αναφέρει ότι τα επίδικα ακίνητα δυνάμει των προνοιών του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, αρ. 139/91 έως 59
(1)του 2003 βρίσκονται υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ενώπιον του οποίου τέθηκε το όλο θέμα και αφού έλαβε υπόψη του όλα τα δεδομένα και περιστατικά που διέπουν το θέμα έκρινε ότι δεν μπορεί να παράσχει τη συγκατάθεση του για αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου και της δήλωσης μεταβίβασης ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κύπρο λόγω της Τουρκικής εισβολής και κατοχής επειδή: "(
- i)Η εν λόγω αγοραπωλησία, δεν πληρεί τις ειδικές κατάλληλες προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί για να επιτραπεί η κατ΄ εξαίρεση πώληση Τ/Κ περιουσίας της οποίας ο ιδιοκτήτης αποδεδειγμένα είχε μεταβεί για μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό πριν την Τουρκική Εισβολή, ή δεν έχει εγκαταλείψει τις ελεύθερες περιοχές, (
- ii)Ο πρώην διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσας κ. Hussein Halil, με τον οποίο συμφωνήσατε να αγοράσετε τη συγκεκριμένη Τ/Κ περιουσία, δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού εγγράφου για την πώληση της, αλλά είχε υποχρέωση να την διανείμει και εγγράψει στους νόμιμους κληρονόμους της ως άνω αποβιώσασας εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας, και, (iii) Το Δικαστήριο με διάταγμα του έχει παύσει τον κ. Hussein Halil από διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Turhan Kiazim Shemsettin." Οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2-εφεσίβλητοι υπέβαλαν κοινή ένσταση και ο καθ΄ ου 3-εφεσίβλητος ξεχωριστή ένσταση. Οι λόγοι ένστασης των εφεσιβλήτων 1 και 2 έχουν ως ακολούθως: «[α] Η απόφαση του εφεσίβλητου 1 δεν αποτελεί απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και δεν εφεσιβάλλεται με το άρθρο 80 του Κεφ.224 ούτε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65. Έτσι η παρούσα αίτηση/έφεση έχει εγερθεί αντικανονικά και δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση 1. [β] Ο Εφεσίβλητος 2 ενήργησε στα πλαίσια του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου και λανθασμένα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου εγείρεται η παρούσα αίτηση/έφεση. Εάν ο αιτητής θεωρεί λανθασμένη και/ή αδικαιολόγητη την άρνηση του κηδεμόνα αυτή θα έπρεπε να κριθεί στα πλαίσια της αναθεωρητικής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προσφυγή, και όχι με αίτηση έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. [γ] Η παρούσα Αίτηση/Έφεση είναι Νόμο αβάσιμη, εγείρεται αντικανονικά, το αίτημα του αιτητή εγείρεται με λανθασμένο ένδικο μέσο και το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης/έφεσης. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων η παρούσα ένσταση βασίζεται περαιτέρω στα πιο κάτω νομικά σημεία και/ή λόγους: Ο Διευθυντής έκανε αποδεκτό το πωλητήριο έγγραφο νοουμένου ότι θα εξασφαλιστεί έγκριση από το Υπουργείο Εσωτερικών, ενεργώντας επί τη βάσει προνοιών του Νόμου Αρ. 139/91, υπέβαλε αντίγραφο στο Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών για λήψη απόφασης κατά πόσο θα δώσει την απαιτούμενη συγκατάθεση, για τη σκοπούμενη αγοραπωλησία. Η απόφαση του Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών ήταν αρνητική, ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν μπορούσε να κάνει τελικά αποδεκτό το πωλητήριο έγγραφο. Ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με επιστολή του ενημέρωσε τον αγοραστή-εφεσείοντα τον πωλητή πρώην διαχειριστή ότι ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών δεν μπορεί να παράσχει τη συγκατάθεση για αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου και τη δήλωση μεταβίβασης και ότι κατόπιν τούτου ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου δεν μπορεί να προβεί στην αποδοχή τους. 3. Τόσο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου όσο και ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών ενήργησαν μέσα στα πλαίσια του νόμου και των καθηκόντων τους. 4. Τα ακίνητα τα οποία αφορά η παρούσα αίτηση έφεση αποτελούν «Τουρκοκυπριακή περιουσία» με την έννοια του άρθρου 2 των Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου 1991 έως 2006 και έτσι η διαδικασία έγινε με βάση του πιο πάνω νόμου. 5. Ο Διευθυντής δεν τελούσε υπό πλάνη αντίθετα ενήργησε ορθά και σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου. 6. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν έλαβε καμία απόφαση και δεν ενήργησε αυτόβουλα ούτε στα πλαίσια διακριτικής του ευχέρειας γιατί δεν έχει διακριτική ευχέρεια αλλά έλαβε το πωλητήριο έγγραφο και αυτό θα γινόταν αποδεκτό νοουμένου ότι θα εξασφαλίζετο η έγκριση του Υπουργείου Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. 7. Τόσο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου όσο και ο Κηδεμόνας Τ/Κ περιουσιών ενήργησαν στα πλαίσια του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου ο οποίος δεν έχει κριθεί αντισυνταγματικός, αντίθετα έχει κριθεί συνταγματικός. 8. Ο Διευθυντής σε καμία περίπτωση δεν οικειοποιήθηκε δικαστική εξουσία, δεν πήρε καν απόφαση αλλά ενήργησε στα πλαίσια νόμου, υποβάλλοντας το θέμα στον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών για λήψη απόφασης. 9. Η αίτηση/έφεση είναι ουσιαστικά αλλά και νομικά αβάσιμη, αστήρικτη και ατεκμηρίωτη. Λανθασμένα εγείρεται το θέμα με το παρόν ένδικο μέσο και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του αιτητή/εφεσείοντα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντρέα Καλλιδώνη Κτηματολογικού Λειτουργού στα κεντρικά γραφεία του Κτηματολογίου Λευκωσίας στην οποία γίνεται αναφορά στα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου σε συνάρτηση με αυτή την υπόθεση ήτοι του πωλητηρίου εγγράφου και της δήλωσης μεταβίβασης και αναφέρονται οι ενέργειες που έγιναν από πλευράς Κτηματολογίου ως ακολούθως: Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου διαβίβασε τα εν λόγω έγγραφα στο Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για να υποβληθούν στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για λήψη απόφασης κατά πόσο θα δώσει τη συγκατάθεση του για τη σκοπούμενη αγοραπωλησία. Επισημαίνεται ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα κ. Χρίστος Γεωργιάδης βεβαιώνει με γραπτή βεβαίωση του προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ότι έλαβε γνώση ότι το πωλητήριο έγγραφο γίνεται αποδεκτό από το Κτηματολόγιο νοουμένου ότι θα εξασφαλιστεί έγκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών. Προτού το όλο θέμα υποβληθεί στον Κηδεμόνα για λήψη απόφασης, για την ίδια υπόθεση είχε αποσταλεί επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Κούσιου και Κορφιώτη στην οποία επισυναπτόταν προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν ο διαχειριστής Halil από του να μεταβιβάσει ή επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της αποβιωσάσης. Τελικά στην υπόθεση εκείνη εκδόθηκε απόφαση στις 29.7.2004 με την οποία αντικατεστάθη ο διαχειριστής. Ακολούθησε αλληλογραφία και στις 2.11.2005 ο Διευθυντής Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με επιστολή του προς το Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών η οποία κοινοποιήθηκε προς το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας υπέβαλε το όλο θέμα με τις εισηγήσεις του προς τον Κηδεμόνα (φωτοαντίγραφο επισυνάπτεται παράρτημα 95-97). Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών με επιστολή του ημερ. 23.12.2005 προς το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τον πληροφόρησε ότι ο Κηδεμόνας αποφάσισε να μην παράσχει την αιτούμενη συγκατάθεση του για αποδοχή της δήλωσης μεταβίβασης ή για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή (φωτοαντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται παράρτημα 98-99). Η ένσταση που υποβλήθηκε από τον εφεσίβλητο 3 περιέχει 25 λόγους ένστασης οι οποίοι όμως θεωρώ ότι καλύπτονται από τους λόγους ένστασης που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Ένα στοιχείο που προστίθεται είναι ο ισχυρισμός ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 24.2.2003 έχει ακυρωθεί. Προς τούτο δε γίνεται και σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κούσιου, δικηγόρου, που συνοδεύει την ένσταση, όπου πέραν των θεμάτων που αναφέρονται και στην ένσταση των εφεσίβλητων 1 και 2 γίνεται αναφορά στις ενέργειες του προηγούμενου διαχειριστή κ. Halil. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα το ακίνητο πωλήθηκε σε χαμηλότερη από την τρέχουσα αξία του και προς τούτο επισυνάπτεται εκτίμηση (Τεκ. 5). Περαιτέρω ο εν λόγω διαχειριστής δεν προέβη σε διανομή του ποσού που είχε εισπράξει ως προκαταβολή και δεν έχει ετοιμάσει και καταχωρήσει λογαριασμούς της διαχείρισης. Σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση, αναφέρεται, και ακυρωθεί η απόφαση του Διευθυντή τότε η κατάθεση του πωλητηρίου θα θεωρηθεί ως έγκυρη και θα επενεργεί ως εμπράγματο βάρος. Αυτή όμως θα είναι λανθασμένη καθότι αντίκειται στις πρόνοιες του Περί Τ/Κ Περιουσιών Νόμου. Περαιτέρω η τιμή πώλησης είναι κατά πολύ χαμηλότερη από την τρέχουσα αξία και αυτό θα επιφέρει σημαντικές ζημιές στην περιουσία της αποβιωσάσης. Δεν υπήρξε αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι όλων των πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες εξέτασα. Τόσο στην ένσταση των εφεσιβλήτων 1 και 2 όσο και του εφεσίβλητου 3 περιλαμβάνονται προδικαστικές ενστάσεις ως προς την ορθότητα του ένδικου μέσου που επέλεξε ο αιτητής. Σύμφωνα με τις θέσεις των εφεσιβλήτων η απόφαση του εφεσίβλητου 1 δεν αποτελεί απόφαση που εφεσιβάλλεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224, ούτε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65. Η δε απόφαση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και συνακόλουθα το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν έχει εξουσία να αποφασίσει την παρούσα αίτηση έφεση. Κατά την αγόρευση της η κα Φλωρέντζου αναφέρει ρητά ότι οι προδικαστικές ενστάσεις δεν υποστηρίζονται παρά το ότι προχωρά σε μεταγενέστερο στάδιο της αγόρευσης και αναλύει τις θέσεις της ως προς το θέμα αυτό. Από την πλευρά του ο συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση 3 προωθεί τις προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται. Έχοντας υπόψη τις καταλυτικές επιπτώσεις που θα έχει στην πορεία της υπόθεσης τυχόν αποδοχή των προδικαστικών ενστάσεων που εγέρθηκαν από τους εφεσίβλητους κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με αυτό το θέμα. Η κα Γεωργιάδου στη γραπτή της αγόρευση σε συνάρτηση με το θέμα που εγείρεται στην προδικαστική ένσταση απλά αναφέρεται στο άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή και Εκτίμηση) Νόμου το οποίο προνοεί για το δικαίωμα έφεσης κατά διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή. Αντίθετα οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση στις δικές τους γραπτές αγορεύσεις αναφέρθηκαν τόσο στο άρθρο 80 όσο και στο άρθρο 51 του Νόμου 80/65 καθώς και σε νομολογία για να υποστηρίξουν την εισήγηση τους ότι με την επιστολή του ημερ. 3.8.06 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ασκούσε μόνο διαπιστωτικό έργο με την ευθύνη λήψης της απόφασης για παροχή συγκατάθεσης στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και στην αποδοχή της δήλωσης μεταβίβασης βάση του Νόμου 139/91 να ασκείται από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στον οποίο ανήκε η εφαρμογή του εν λόγω νόμου και όχι στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε πράξη του εφεσίβλητου 1 που να εμπίπτει στο πλαίσιο του άρθρου 51 του Νόμου 9/65 και του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έτσι ώστε να προσβληθεί με την παρούσα διαδικασία εισηγήθηκαν οι συνήγοροι. Περαιτέρω, στην γραπτή αγόρευση του εφεσίβλητου 3 αναφέρεται ότι η απόφαση του εφεσίβλητου 2 ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και εκφεύγει της ύλης και δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και συνεπώς ακόμα και αν θεωρηθεί ότι με την επιστολή ημερομηνίας 3.8.2006 υπήρχε απόφαση του εφεσίβλητου 1 με βάση την απόφαση του εφεσίβλητου 2, τότε αυτή η απόφαση του εφεσίβλητου 1 θα ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη ως ενσωματόνουσα την απόφαση του εφεσίβλητου 2 στα πλαίσια δέσμιας και όχι διακριτικής εξουσίας του Διευθυντή του Κτηματολογίου και ως τέτοια εμπίπτει στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, αναφέρεται στην αγόρευση, οι εφεσείοντες αμφισβητούν ότι η πωλούμενη περιουσία αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία εντός της εννοίας του άρθρου 2 του Ν.139/91 και συνεπώς το όλο θέμα εκφεύγει της ύλης και δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προσφυγή. «Το άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου 9/65 προνοεί τα ακόλουθα: «51
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω επί τούτο αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου: Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προνοεί τα ακόλουθα: «80. Παν πρόσωπον έχον παράπονον καθ΄ οιασδήποτε διαταγής, ειδοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού διενεργηθείσης, δοθείσης ή ληφθείσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δύναται, εντός τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως εις αυτόν της τοιαύτης διαταγής, ειδοποιήσεως, ή αποφάσεως να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον και το Δικαστήριον δύναται να εκδώσει επ΄ αυτής τοιούτο διάταγμα ως ήθελεν είναι δίκαιον αλλά, εκτός δι΄ εφέσεως ως προνοείται εν τω παρόντι άρθρω, ουδέν Δικαστήριον επιλαμβάνεται οιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος εν σχέσει προς ό ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» Στην υπόθεση Lombard Natwest Bank Ltd v. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990 που με παρέπεμψαν οι δικηγόροι των εφεσιβλήτων όπου στην έφεση εξετάστηκε το κατά πόσο η πώληση του κτήματος της εφεσίβλητης διά δημοσίου πλειστηριασμού ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα τις πρόνοιες των άρθρων 37-51 του Νόμου 9/65 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 1995: «Από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 80 του Κεφ. 224 όσο και του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή έφεσης/αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντή του κτηματολογίου είναι ότι αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί, δοθεί ή ληφθεί είτε δυνάμει των διατάξεων του κεφ. 224 είτε δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/65. Αυτό υποδηλοί η φράση «δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 80 του Κεφ. 224 και η φράση «δυνάμει του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65. (Βλ. Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1981)11 Α.Α.Δ. 275).» Στην υπόθεση Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1137 που επίσης με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των εφεσιβλήτων η έφεση στρεφόταν κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία έκρινε ότι η άρνηση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που περιεχόταν σε επιστολή του ημερομηνίας 27.1.2003 να προβεί σε ακύρωση εμπραγμάτων βαρών δεν αποτελούσε απόφαση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224, ούτε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Ν.9/65 και επομένως δεν υφίστατο σχετικό δικαίωμα άσκησης έφεσης εναντίον της. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 1141 και 1142: «Από πολύ παλιά (βλ. Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and others
(1970)1 C.L.R. 220) έχει αποφασιστεί ότι οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου και ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σχετική με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η υπόθεση Παναγιώτας Αλκιβιάδου κ.ά. ν. Κώστα Παντελή Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2133. Στη σελ. 2139 γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ευθυμίου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 906, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβηκε σε αναθεώρηση της νομολογίας σχετικά με το θέμα που εξετάζουμε, κατάληξε ότι «η διεκδίκηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου ιδιοκτησίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου της επαρχίας εντός της οποίας κείται το ακίνητο.» Το επίδικο θέμα στη δική μας περίπτωση αφορά «εμπράγματο βάρος» και επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν θέμα που θα έπρεπε να ζητηθεί από το Διευθυντή να αποφασίσει και που να υπόκειται σε έφεση βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224. Το ερώτημα κατά πόσον, ενόψει ισχυριζόμενης παράλειψης των αγοραστών που κατάθεσαν τα πωλητήρια έγγραφα να εγείρουν αγωγή στα χρονικά πλαίσια που θέτει το Κεφ. 232 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.51(Ι)/95, αυτό είναι κάτι που οδηγεί σε ακύρωση της κατάθεσης τους στο Κτηματολόγιο, δεν επαφίεται στην κρίση του Διευθυντή αλλά στην κρίση του δικαστηρίου.» Από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 και του άρθρου 80 του Κεφ. 224 καθώς και της νομολογίας που παρατίθεται πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι η καταχώριση αίτησης/έφεσης αποτελεί κατάλληλη διαδικασία όταν πρόκειται για απόφαση που εκδίδεται είτε στα πλαίσια των διατάξεων του Κεφ. 224 ή των διατάξεων του Ν.9/65. Στην παρούσα περίπτωση εφεσιβάλλεται τόσο η απόφαση του Διευθυντή να μην αποδεχθεί την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου όσο και της δήλωσης μεταβίβασης του ακινήτου. Η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου γίνεται με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 232 το οποίο πραγματεύεται τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ένα πωλητήριο έγγραφο γίνεται δεκτό στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Δεν περιλαμβάνεται όμως σ΄ αυτή τη νομοθεσία πρόνοια περί δικαιώματος οποιουδήποτε επηρεαζομένου προσώπου να εφεσιβάλει «απόφαση» του Διευθυντή που λαμβάνεται με βάση τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων με την προσκόμιση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.2.2003 στο Κτηματολόγιο προσκόμισε βεβαίωση του δικηγόρου του κ. Χρίστου Γεωργιάδη ότι έλαβε γνώση ότι το πωλητήριο έγγραφο γίνεται αποδεκτό από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου νοουμένου ότι θα εξασφαλιστεί έγκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών. Στις 3.6.2006 ο διευθυντής του Κτηματολογίου με επιστολή του δεν απεδέχθη το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.2.2003 για κατάθεση έτσι ώστε να επενεργήσει ως εμπράγματο βάρος έναντι της εγγραφής του ακινήτου για τους λόγους που επεξηγεί στην επιστολή του. Οι λόγοι αυτοί οι οποίοι παρατίθενται πιο πάνω συναρτώνται με την απόφαση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Συνεπώς δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση από το Διευθυντή ο οποίος, όπως ορθά αναφέρθηκε από τους συνηγόρους των εφεσιβλήτων, ασκούσε μόνο διαπιστωτικό έργο έτσι ώστε η απόφαση του να υπόκειται σε έφεση. Αναφορικά με τη δήλωση μεταβίβασης το άρθρο 14 του Ν.9/65 προνοεί ότι: «Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί να επιτρέψει την παρά του αρμοδίου λειτουργού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος αποδοχήν οιασδήποτε δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ή, οσάκις τοιαύτη δήλωσις εγένετο εις Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον επαρχίας ετέρας ή της επαρχίας εν η κείται το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις ή εις παράρτημα τι, ο Διευθυντής, δύναται να αρνηθεί να εγγράψη την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν εις οιανδήποτε των εφεξής περιστάσεων, ήτοι: (α) ... (β) .. (γ) οσάκις η σκοπούμενη μεταβίβασις ή υποθήκευσις θα αντέβαινεν ή αντέκειτο προς τας διατάξεις οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.» Στην υπόθεση αρ. 454/2002 Torgut Yashar v. Δημοκρατίας ημερ. 16.9.2004 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου, σε σχέση με την παράγραφο (γ) του άρθρου 14, προκύπτει ο,τιδήποτε το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη, το έργο του Διευθυντή δεν μπορεί παρά να είναι μόνο διαπιστωτικό. Δηλαδή, όπου προϋποτίθεται η λήψη απόφασης βάσει άλλου νόμου, η ευθύνη για τη λήψη της ανήκει στο όργανο στο οποίο ανήκει η εφαρμογή του άλλου νόμου, όχι στο Κτηματολόγιο κατά την άσκηση της εξουσίας για μεταβίβαση. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (Ν. 139/91). Εφόσον παρέχεται στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών λόγος, η απόφαση αναφορικά με την εξέλιξη είναι δική του, όχι του Διευθυντή.» (Βλ. επίσης υπόθεση αρ. 1125/2008 Terrain Construction Ltd v. Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 31.1.2011.)» Ενόψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι ο Διευθυντής με την επιστολή του ημερομηνίας 3.8.2006 ασκούσε μόνο διαπιστωτικό έργο αφού η ευθύνη λήψης της απόφασης για την παροχή συγκατάθεσης στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και στην αποδοχή της δήλωσης μεταβίβασης βάσει του Ν.139/91 ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στον οποίο ανήκει η εφαρμογή του Ν.139/91 και όχι στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πράξη του εφεσίβλητου 1 που να εμπίπτει στα πλαίσια είτε του άρθρου 51 του Ν.9/65 είτε του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έτσι ώστε αυτή να μπορεί να εφεσιβληθεί με την παρούσα διαδικασία. Ενόψει αυτής μου της κατάληξης απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν θα είχε οποιοδήποτε νόημα γι΄ αυτό δεν θα προβώ σε περαιτέρω εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η υπόθεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπόθεσης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον του εφεσείοντα. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο