Ευριπίδη Ρουμπά, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 107/12, 23/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A141 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 107/12 Σε Πτώχευση: Ευριπίδη Ρουμπά, Αντώνη Δημοσθένους, Waterside Home 1, Μανδριά, Πάφος Χρεώστη Αίτηση παραμερισμού Αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 23.5.12 Ημερομηνία: 23.11.2012 Για Αιτητή - Χρεώστη: κ. Τελώνης για Μ. Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση - Πιστωτή: κα Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.3.12 μετά από μονομερή αίτηση εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία απευθύνεται προς το φερόμενο χρεώστη Ευριπίδη Ρούμπα (στο εξής ο Aιτητής) και του ζητά όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πληρώσει συγκεκριμένο εξ αποφάσεως χρέος, λεπτομέρειες του οποίου αναφέρονται στην ειδοποίηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 2.4.12, η οποία υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης μαζί με την ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκαν στον χρεώστη προσωπικά στις 29.3.12. Η παρούσα αίτηση (στο εξής η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 23.5.12. Με αυτήν ζητείται διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η Αίτηση για την έκδοση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η αίτηση, ως αναφέρει, στηρίζεται στα άρθρα 3
(1)(ζ), 87, 88 και 108 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους Κ.16, 17, 38, 39 και 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών, στη Δ.48 Κ.1-9 και Δ.64 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 16 του Bankruptcy Act 1914, στη νομολογία, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο Aιτητής υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη, αβάσιµη, καταχρηστική, δεν µπορεί να προχωρήσει και δεν µπορεί να παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Συγκεκριµένα η ειδοποίηση αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται από τον Χαράλαµπο Χριστοφόρου, εκ Πάφου (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση). Την ειδοποίηση όµως και την οπισθογράφηση την υπογράφει κάποιος δικηγόρος, ο κ. Ανδρέας Χρ. Δηµητριάδης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι αντιπρόσωπος του αιτητή χωρίς να το τεκµηριώνει και χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο γιατί η ειδοποίηση και/ή η αίτηση δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον αιτητή, δηλαδή τον Χαράλαµπο Χριστοφόρου. Σύµφωνα µε τη νοµολογία όπου υπογράφει δικηγόρος ένορκες δηλώσεις πρέπει να δίδονται ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί και/ή υπογράψει ο ίδιος. Στην παρούσα πουθενά δεν δίδονται τέτοιες εξηγήσεις. Επιπρόσθετα η ειδοποίηση δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον πιστωτή αλλά από τους δικηγόρους του και συνεπώς είναι άκυρη. Επίσης η ειδοποίηση πουθενά δεν αναγράφει και/ή αναφέρει την νοµική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται. Πέραν των ανωτέρω η ειδοποίηση γίνεται καταχρηστικά και/ή εκβιαστικά εναντίον του, αφού το ποσό που αναφέρεται σε αυτή έχει ολόκληρο ή µέρος του εξοφληθεί, ενώ ταυτόχρονα έχει προβεί και σε συµφωνία µε τον αιτητή και/ή µε τον αντιπρόσωπο του τον κ. Σάββα Φασουλιώτη, ο οποίος τον εκπροσωπούσε στην πολιτική έφεση υπ' αριθµό 30/07 και τον δέσµευε µε την οποιαδήποτε συµφωνία προέβαινε με τον αιτητή. Συγκεκριμένα ο κ. Φασουλιώτης διαβεβαίωσε γραπτώς τον Aιτητή και/ή του υποσχέθηκε και/ή συµφώνησε ότι δεν θα προχωρήσει µε οποιαδήποτε διαδικασία και/ή διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του καθότι µε την καταβολή του ποσού των €56,700 πλέον του ποσού των €4,000 περίπου το οποίο ποσό ήταν το µερίδιο του Aιτητή από τον κοινό λογαριασµό που διατηρούσε με τον Καθ' ου η αίτηση, η απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση και τα δικηγορικά έξοδα διευθετούνται πλήρως (επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 έγγραφο με τίτλο Απόδειξη). Με την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης ο Καθ' ου η αίτηση παραβιάζει τη συµφωνία και/ή δήλωση του και/ή δήλωση του αντιπροσώπου του και προσπαθεί να εκβιάσει τον Aιτητή για να αποσπάσει χρηµατικό όφελος. Περαιτέρω επειδή ο Aιτητής έχει προβεί σε εξόφληση των οφειλών του προς τον Καθ' ου η αίτηση ο δικηγόρος που αντιπροσώπευε τον τελευταίο στην αγωγή υπ' αριθµό 38/03 και στην πολιτική έφεση υπ' αριθµό 30/07, κατά ή περί τις 23.1.12 ακύρωσε την εγγραφή δικαστικής απόφασης (memo) και δήλωσε ενώπιον του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου Πάφου, ότι δεν έχει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση πάνω στην ακίνητη ιδιοκτησία του Aιτητή που περιλάµβανε το (memo), πράξη η οποία αποδεικνύει και εµπράκτως ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαµέσου του αντιπροσώπου του αποδέχεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον του Αιτητή (επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 έγγραφο με τίτλο Ακύρωση Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης). Εφόσον ο Καθ' ου η αίτηση θεωρούσε ότι ο Αιήτης του οφείλει χρήµατα θα µπορούσε να µην αποσύρει και/ή ακυρώσει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης εναντίον του και να προβεί σε αίτηση εκποίησης του memo. Αντ' αυτού το απέσυρε µέσω του αντιπροσώπου του και μετά επισκέφτηκε άλλο δικηγόρο - καθότι ο προηγούµενος δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε αρνήθηκε και διαφώνησε έντονα µε την πρόθεση του να καταχωρηθεί ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Αιτητή - και µε τον δικηγόρο αυτό, ο οποίος τον εκπροσωπεί σήμερα προχώρησε καταχρηστικά και κακόβουλα στην πτωχευτική διαδικασία µε απώτερο σκοπό να εξαναγκάσει τον Αιτητή να του καταβάλει χρήµατα, ενώ δεν του οφείλει κανένα ποσό. Η ειδοποίηση πτώχευση είναι καταπιεστική για τον Αιτητή και αντίκειται στο σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας που είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του προς ικανοποίηση των πιστωτών του ενώ δεν έχει τέτοιους. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε στις 24.10.12 και στηρίζεται, ως αναφέρει, στα άρθρα 2, 3, 5-7, 87, 88, 90, 93, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους Κ.1-3, 6-8, 16-18 και 38-43 των Πτωχευτικών Κανονισμών, στη Δ.39 Κ.1-3, 4, 7, 11 και 12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και στη σχετική νομολογία. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. 2. Η σχετική διάταξη του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5, με την οποία τίθεται συγκεκριμένη προθεσμία επτά ημερών είναι επιτακτική.
- Ο χρόνος των 7 ημερών που τίθεται εκ του Νόμου, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την αίτηση.
- Με την παρέλευση των επτά ημερών που ο νόμος θέτει, έχει επέλθει εκ του νόμου, στη βάση της επιδοθείσας ειδοποίησης, πράξη πτώχευσης.
- Μετά που έχει επέλθει εκ του νόμου πράξης πτώχευσης, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να παρατείνει την περίοδο εκτέλεσης πράξης πτώχευσης.
- Έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος, τη χρησιμότητα και την αξιοπιστία της πτωχευτικής διαδικασίας.
- Το Δικαστήριο στερείται του δικαιώματος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθότι σε τέτοια περίπτωση θα ενεργεί ως Εφετείο.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
- Καταχρηστικά και καθυστερημένα υποβλήθηκε η αίτηση με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Η αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να απορριφθεί, αφού καταχωρήθηκε καθυστερημένα, μετά την τέλεση της πράξης πτώχευσης και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει την θεραπεία που ζητείται με αυτή.
- Η αίτηση είναι αντίθετη με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, ενώ δεν αποκαλύπτει ουσιαστικούς ή βάσιμους λόγους για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, θεραπεία που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση Χαράλαμπου Χριστοφόρου όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης και αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 3.6.10 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ του και εναντίον του Αιτητή για €39.308,08 πλέον τα πρωτόδικα έξοδα και ΦΠΑ, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και €2.500 πλέον ΦΠΑ έξοδα της έφεσης. Στις 7.10.10 ο Πρωτοκολλητής υπολόγισε τα έξοδα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €4.882,33 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 07.01.2003 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 14.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €4.784,
- Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση κατέβαλε στις 19.4.07 στους δικηγόρους του Αιτητή ποσό €4,482,12 (Λ.Κ.2.623,27) για τα δικηγορικά τους έξοδα στην πρωτόδικη διαδικασία, οι οποίοι δεσμεύτηκαν να τα επιστρέψουν σε περίπτωση επιτυχίας του στο Ανώτατο Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 7.1.2003 μέχρι 14.10.08, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 14.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Ο Αιτητής πλήρωσε στις 1.2.11 ποσό €56.700 στο δικηγόρο Σάββα Φασουλιώτη για το δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στο Ανώτατο η εξουδιότηση του Καθ' ου η αίτηση στο δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ έπαυσε να υφίσταται και ο δικηγόρος Σάββας Φασουλιώτης ή το δικηγορικό γραφείο Χρήστος Ποuργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ δεν είχαν εξουσιοδότηση να εκδώσουν απόδειξη εξοφλήσεως ή να χαρίσουν τα έξοδα ή το εξ αποφάσεως χρέος ή μέρος αυτών. Καμιά ενέργεια ή πράξη του Σάββα Φασουλιώτη που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση δεσμεύει αυτόν και είναι έγκυρη. Περαιτέρω η χαριστική ενέργεια στην οποία προέβησαν οι πρώην δικηγόροι του χωρίς την εξουσιοδότηση του στερείται αντιπαροχής και είναι άκυρη ή μη εκτελεστή. Συνεπώς το χρέος συνεχίζει να υφίσταται και να είναι οφειλόμενο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι εισέπραξε ποσό €56.700 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους καθώς και των εξόδων αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχει υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν στις 26.3.12 στο ποσό των €23.483,
- Στις 26.3.12 καταχώρησε αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Κ.40 των Πτωχευτικών κανονισμών, εναντίον του Αιτητή, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν και επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 29.3.
- Ο Αιτητής μετά την παρέλευση 5 ημερών και αφού είχε λήξει η περίοδος καταχώρησης ένορκης δήλωσης με βάση τις πρόνοιες του Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, που επενεργεί ουσιαστικά ως αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας πτωχευτικής ειδοποίησης, καταχώρησε στις 3.4.12 ένσταση αντί ένορκης δήλωσης, την οποία απέσυρε στις 23.5.12 αφού καταχώρησε την παρούσα αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Το Δικαστήριο στις 5.6.12, μετά την παρέλευση 55 ημερών από την επίδοση στον Αιτητή της αίτησης για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και αφού είχε συντελεστεί η πράξη πτώχευσης στις 6.4.12 δυνάμει του Νόμου, μετά την παρέλευση 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, χωρίς αίτημα από τον Αιτητή, χωρίς να ακούσει τους διάδικους και χωρίς την συγκατάθεση του Καθ' ου η αίτηση, παρέτεινε τον χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης μέχρις ότου ακουστεί και αποφασιστεί η παρούσα αίτηση. Η απόφαση του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου διάπραξης της πράξης πτώχευσης είναι άκυρη ή άνευ σημασίας καθότι κατά την λήψη της η πράξης πτώχευσης είχε συντελεστεί δυνάμει του Νόμου. Η σχετική διάταξη του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 105, με την οποία τίθεται συγκεκριμένη προθεσμία επτά ημερών είναι επιτακτική. Ο χρόνος που εκ του Νόμου τίθεται, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την υπό συζήτηση αίτηση. Με την παρέλευση των επτά ημερών που ο νόμος θέτει, έχει εκ του Νόμου επέλθει, στη βάση της επιδοθείσας ειδοποίησης, πράξη πτώχευσης. Μετά που έχει επέλθει εκ του Νόμου πράξη πτώχευσης, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να παρατείνει την περίοδο εκτέλεσης πράξης πτώχευσης. Με επιφύλαξη των πιο πάνω ισχυρισμών του ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι ο Αιτητής επέλεξε να επιδιώξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης που του επεδόθη, όχι μέσω ένορκης δήλωσης όπως προβλέπεται στον Κ.40
(3)των Πτωχευτικών κανονισμών, ο οποίος Κανονισμός προβλέπει ως προθεσμία για τέτοια ένορκη δήλωση αυτή των τριών ημερών, αλλά μέσω της προώθησης Αίτησης Παραμερισμού (application by motion) προβάλλοντας λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται και περιοριστικά προσδιορίζονται στον Κ.40
(2). Καταχώρησε δε την παρούσα αίτηση στις 23.5.12, 55 ημέρες μετά την επίδοση σε αυτόν της σχετικής παράκλησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, της ειδοποίησης και της οπισθογράφησης της και σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της επταήμερης προθεσμίας που ο σχετικός νόμος τάσσει. Η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε καθυστερημένα, μετά την τέλεση της πράξης πτώχευσης και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει την θεραπεία που ζητείται με αυτή. Επίσης η αίτηση είναι αντίθετη με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, ενώ δεν αποκαλύπτει ουσιαστικούς ή βάσιμους λόγους για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, θεραπεία που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προχωρήσει. Πέραν των ανωτέρω ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι παράτυπη γιατί υπογράφεται από τον δικηγόρο του πιστωτή, είναι ανυπόστατη καθώς τίποτε δεν υπάρχει στους σχετικούς Κανονισμούς, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τύπο της αίτησης προς έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, που να υπαγορεύει στον αιτητή-πιστωτή να υπογράφει ο ίδιος την αίτηση του. Πέραν τούτου το έντυπο-φόρμα 3 στο Παράρτημα Α των Πτωχευτικών Κανονισμών προβλέπει ρητά για υπογραφή της αίτησης είτε από το δικηγόρο του πιστωτή είτε από τον ίδιο τον πιστωτή, όπως έγινε στην παρούσα όπου η αίτηση υπογράφεται από το δικηγόρο του εξ αποφάσεως πιστωτή. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και να διαπιστωνόταν παρατυπία αυτή θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει του Κανονισμού 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών και του άρθρου 102
(1)του Κεφ. 5. Τέλος ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι η αίτηση του για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι καταχρηστική ή κακόβουλη ή καταπιεστική, ενώ ισχυρίζεται ότι αντίθετα αποσκοπεί στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του Αιτητή για ικανοποίηση των πιστωτών του. Η δε διαγραφή του ΜΕΜΟ έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του Καθ' ου η αίτηση και τώρα δεν είναι ασφαλισμένος πιστωτής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Καθ' ου η αίτηση ζητά όπως η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του Αιτητή Κατά την ακροαματική διαδικασία οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών, από την επίδοση σε αυτόν, δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά χρέος, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση για οποιοδήποτε ποσό, της οποίας απόφασης η εκτέλεση δεν έχει ανασταλεί ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Το άρθρο 3
(3)του Κεφ. 5 προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο καθώς και το τι πρέπει να αναφέρει. Περαιτέρω η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης και το περιεχόμενο αυτής ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ 425, όπου γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όσο και στις πρόνοιες των Κ.40
(2)και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά και στη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, προκύπτει ότι άλλοι λόγοι ακύρωσης πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κ.40
(2)δηλ. ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν να προβληθούν με καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40
(2). Επομένως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση λόγων, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κ.40
(2), αλλά μόνον εφόσον υποβληθεί προς το σκοπό αυτό η απαιτούμενη αίτηση. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40
(2)(βλ. και Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ 475). Σύμφωνα δε με την υπόθεση In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428, η οποία αναφέρεται στην Δημητρίου ανωτέρω, μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται σύμφωνα με τον Κ.16 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Βάσει του εν λόγω Κανονισμού κάθε αίτηση θα εκθέτει το Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Το βάρος απόδειξης στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης είναι το ίδιο και βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη, όπως στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης του Κ.40
(2)(βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93 και Αλωνεύτης ανωτέρω). Ως προκύπτει από τον Κ.39 η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν απευθύνεται στον χρεώστη αλλά στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου από τον οποίο και εξαιτείται την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα δε με τον Κ.38 η έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης γίνεται από τον Πρωτοκολλητή. Συνεπώς αυτό που απευθύνεται προς το χρεώστη δεν είναι η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης αλλά η ίδια η ειδοποίηση. Συνάγεται λοιπόν σαφώς από τα πιο πάνω ότι μια αίτηση παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης δεν μπορεί παρά να στρέφεται εναντίον της ίδιας της ειδοποίησης και όχι εναντίον της αίτησης με βάση την οποία αυτή εκδόθηκε. Ως φαίνεται όμως από το αιτητικό της παρούσας αυτό που ζητείται δεν είναι ο παραμερισμός της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά της αίτησης για έκδοση αυτής. Συνεπώς κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει ανύπαρκτη και άρα νόμω αβάσιμη θεραπεία. Πρέπει δε να λεχθεί περαιτέρω ότι αυτό δεν συνιστά κάποια παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει του Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών και του άρθρου 102
(1)του Κεφ. 5 (βλ. Σιάτης ν. Λοίζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 226). Άλλωστε ο ίδιος ο αιτητής δεν επιδίωξε ποτέ κάτι τέτοιο. Ενόψει της πιο πάνω κρίση μου, η οποία σφραγίζει μοιραία την τύχη της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων που εγείρονται. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Πιστωτή και εναντίον του Αιτητή - Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον δε αφορά την προθεσμία της ειδοποίησης πτώχευσης και τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι έχει ήδη συντελεσθεί πράξη πτώχευσης, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως φαίνεται από το ιστορικό της παρούσας, ως αυτό προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε στις 26.3.12 και επιδόθηκε στον Χρεώστη-Αιτητή στις 29.3.
- Αυτός στις 3.4.12 δηλ. 5 ημέρες αργότερα και πριν την παρέλευση του χρόνου των 7 ημερών οπόταν θα συντελείτο η πράξη πτώχευσης, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση ειδοποίησης πτώχευσης. Την ίδια μέρα το Δικαστήριο όρισε την ειδοποίηση πτώχευσης για ακρόαση στις 2.5.12 και διέταξε όπως ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης παραταθεί μέχρις ότου ακουστεί και αποφασισθεί η ένσταση. Στις 2.5.12 εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων και το Δικαστήριο όρισε την ειδοποίηση πτώχευσης και πάλι για ακρόαση στις 5.6.
- Στις 23.5.12 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση, η οποία ορίσθηκε για πρώτη φορά επίσης στις 5.6.
- Στις 5.6.12 ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την προαναφερόμενη ένσταση ημερ. 3.4.12 και όπως ορισθεί η παρούσα αίτηση. Ο δε συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση συμφώνησε και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο την ίδια μέρα έδωσε άδεια για απόσυρση της ένστασης ημερ. 3.4.12 και όρισε για οδηγίες την παρούσα αίτηση στις 3.7.12 με οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση σε αυτήν μέχρι τότε. Περαιτέρω το Δικαστήριο την ίδια μέρα παρέτεινε το χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης μέχρι ότου ακουστεί η παρούσα αίτηση. Οι εν λόγω διαταγές του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου διάπραξης της πράξης πτώχευσης δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο προσβληθεί και ακυρωθεί και σίγουρα το παρόν Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν έχει εξουσία να αποτελέσει Εφετείο του εαυτού του και δίχως άλλο να ανατρέψει αυτές. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κατά πόσο έχει συντελεσθεί πράξη πτώχευσης δεν αποτελεί αντικείμενο στην εξέταση αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά στην εξέταση αίτησης πτώχευσης (βλ. άρθρα 3-6 του Κεφ. 5) όχι μόνο ως προς την ουσία της αλλά και την προθεσμία άσκησης της. Με την διαπίστωση δε διάπραξης πράξης πτώχευσης δεν εκδίδεται αυτόματα διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη αλλά ο πιστωτής θα πρέπει να αποδείξει και την ύπαρξη του χρέους που υπερβαίνει τα €854 κατά το χρόνο έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το ιστορικό της παρούσας αίτησης και το ότι η προθεσμία εντός της οποίας θεωρείται ότι συντελείται η πράξη πτώχευσης παρατάθηκε μέχρι και την εξέταση της αίτησης αλλά και το ότι αυτή έχει σήμερα απορριφθεί, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο και ως εκ τούτου διατάσσεται όπως η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από σήμερα. (Υπ.).............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Bankruptcy Notice/Final (Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης - Αίτηση παραμερισμού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο