Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Σόνιας Ναζλίδου, Αρ. Αγωγής: 378/11, 27/11/2012 ακύρωση και ή τον παραμερισμό της τελικής απόφασης του Δικα ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 378/11 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Εναγόντων και
- Σόνιας Ναζλίδου
- Α/φοι Παπίρης Εστέιτς Λίμιτεδ
- Ποπώφ Αλέξι
- Θωμά Δολεσίδη Εναγομένων Αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων ημερομηνίας 14.9.12 Ημερομηνία: 27.11.
- Για Εναγόμενους 2 - Αιτητές: κα Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Φιλίππου για κ. Γ. Ομήρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 2 (στο εξής οι Αιτητές) ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) όπως μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος ετοιμάσουν και επιδώσουν στους Αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων που έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία τους αναφορικά με παραστατικά κάθε δοσοληψίας χωριστά. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.9.12 και βασίζεται στις Δ.28 Κ.2 και 11 και Δ.48 Κ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Παπίρη, διευθυντή των Αιτητών, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση αποδέχθηκαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο διατάσσονταν να προβούν σε ένορκο αποκάλυψη εγγράφων. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση ημερ. 19.4.12 με την οποία, κατ' ισχυρισμό, αποκάλυπταν τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή τους. Παρέλειψαν όμως να αποκαλύψουν λεπτομερή κατάλογο των παραστατικών κάθε δοσοληψίας. Είναι απαραίτητο όπως αποκαλύψουν τα παραστατικά όλων των δοσοληψιών και πράξεων τους με τους Εναγόμενους ώστε να μπορέσουν οι Αιτητές να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων μεταξύ της πρωτοφειλέτριας και των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καθήκον και υποχρέωση που προκύπτει από το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου να αποκαλύψουν τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα τα οποία αφορούν ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση τους και τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση έντονα αμφισβητούν. Η μη αποκάλυψη των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων συνιστά περιφρόνηση του Διατάγματος του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων. Το αιτούμενο διάταγμα είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί με έξοδα σε βάρος των Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση στις 19.10.
- Αυτή βασίζεται στις Δ.28 και Δ.48 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικών Κανονισµών και της νοµολογίας για έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος.
- Η αίτηση είναι ανεπαρκής, αβάσιµη και παράτυπη και στηρίζεται σε λανθασµένη νοµική βάση.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη προβεί σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους ή τον έλεγχο τους και αφορούσαν τους εναγόµενους και τα οποία σχετίζονται µε τα επίδικα θέµατα της αγωγής, µε ένορκη δήλωση ηµερ. 19.4.12, προς συμμόρφωση με το διάταγμα ημερ. 5.4.
- Η αίτηση είναι γενική καθώς οι Αιτητές παραλείπουν, τόσο στο σώµα της όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, να εξειδικεύσουν τις συγκεκριµένες δοσοληψίες τις οποίες αµφισβητούν και των οποίων τα παραστατικά επιζητούν.
- Η αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθώς αποσκοπεί σε αλίευση µαρτυρίας και στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθώς στερείται νοµικού και πραγµατικού υπόβαθρου. Οι Αιτητές αποσκοπούν ουσιαστικά στην επιθεώρηση των εγγράφων που αναφέρουν στην Αίτηση τους και όχι στην αποκάλυψη τους. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χλόης Βλοτομά, υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: Διαφωνεί πλήρως µε το περιεχόµενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση καθώς και με τους ισχυρισµούς σε αυτήν. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη προβεί σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους ή τον έλεγχο τους και αφορούσαν τους Εναγόµενους και τα οποία σxετίζoνται µε τα επίδικα θέµατα της αγωγής, µε ένορκη δήλωση της ίδιας ηµερ. 19.4.12, προς συµµόρφωση τους µε το διάταγµα ηµερ. 5.4.
- Με την ένορκη εκείνη δήλωση καθορίζονται όλα τα έγγραφα στα οποία οι Καθ' ων η αίτηση προτίθενται να βασιστούν για την απόδειξη της αξίωσής τους εναντίον των Εναγοµένων. Συγκεκριµένα, όπως διαφαίνεται από την παραγ. Β
(23)της ένορκης δήλωσης, έχει ήδη αποκαλυφθεί ότι υπάρχει στην κατοχή των Καθ' ων η αίτηση κατάσταση του επίδικου λογαριασµού. Παράλληλα έχουν παραδώσει στους δικηγόρους των Αιτητών αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία προτίθενται να χρησιµοποιήσουν στην ακρόαση της παρούσας αγωγής και τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαµβάνεται αναλυτική κατάσταση λογαριασµού (στην παραγ. Β
(23)στην οποία εκτίθενται αναλυτικά όλες οι µεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες. Οι Καθ' ων η αίτηση, επί του παρόντος, δεν έχουν στην κατοχή τους οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετικά µε τα επίδικα θέµατα για τα οποία δεν έχουν προβεί σε αποκάλυψη. Οι Αιτητές χρησιµοποιούν λανθασµένη νοµική βάση καθώς η Δ.28 Κ.11 χρησιµοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριµένων εγγράφων. Εν πάση περιπτώσει η αίτηση είναι γενική και πρέπει να απορριφθεί καθώς οι Αιτητές παραλείπουν, τόσο στο σώµα της αίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, να εξειδικεύσουν τις συγκεκριµένες δοσοληψίες τις οποίες αµφισβητούν και των οποίων τα παραστατικά επιζητούν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι σκοπός του αιτούµενου διατάγµατος είναι ο έλεγχος της νοµιµότητας και εγκυρότητας των δοσοληψιών και πράξεων τα οποία αµφισβητούνται. Αν πράγµατι σκοπός είναι η επιθεώρηση εγγράφων που αναφέρονται στην αίτηση και όχι η αποκάλυψη τους, οι Αιτητές έχουν στηριχτεί σε λανθασµένο νοµικό και πραγµατικό υπόβαθρο και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς αποσκοπεί στην καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας και ανεπίτρεπτη καθώς η αποκάλυψη των παραστατικών της κάθε δοσοληψίας ξεχωριστά υπεισέρχεται στην έννοια της αλίευσης µαρτυρίας. Νοείται πώς όλα τα παραστατικά και έγγραφα της κάθε συναλλαγής δίδονται σε όλους τους πελάτες των Καθ' ων η αίτηση. Ως εκ των άνω η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νοµικά και ουσιαστικά αβάσιµη, ανεπαρκής, γενική και παράτυπη. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις στις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και συγγράμματα. Αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο στη συνέχεια. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το θέμα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, ως μπορούν να συνοψισθούν με βάση τη σχετική νομολογία, είναι οι ακόλουθες:
- Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και στην αποτροπή αιφνιδιασμού του αντιδίκου σε σχέση με έγγραφη απόδειξη. Περαιτέρω στοχεύει στην δυνατότητα ορθής αντιμετώπισης της υπόθεσης κατά την ημέρα της δίκης και την αποφυγή ή μείωση των εξόδων.
- Η αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους.
- Σχετικά με τα επίδικα θέματα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και που σχετίζονται φυσικά με τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα ενός εγγράφου ελέγχεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τις λεπτομέρειες που τυχόν έχουν δοθεί. Επισημαίνεται ότι η αποκάλυψη δεν περιορίζεται σε έγγραφα τα οποία θα ήταν αποδεκτά ως μαρτυρία νοουμένου ότι αυτά είναι δυνατόν να προωθήσουν την υπόθεση του αιτούντος ή να βλάψουν εκείνη του αντιπάλου του. Το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για τους σκοπούς ένορκης αποκάλυψης κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι από το διάδικο. Η κρίση για τη σχετικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται.
- Δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη εγγράφων για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας.
- Τα έγγραφα τα οποία ζητείται να αποκαλυφθούν πρέπει να ήταν ή να βρίσκονται στην κατοχή ή εξουσία ή έλεγχο του διαδίκου που θα προβεί στην αποκάλυψη.
- Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα.
- Η αποκάλυψη εγγράφων εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
- Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Με άλλα λόγια αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. (Βλ. National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40 Τυλληρή ν. Λαικής Τράπεζας
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2271, G.A.P. Navigation v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1624, Transmarine Shipping Ltd v. Ονουφρίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 151, Vector Onega v. Του πλοίου M/V girvas κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 823 Kipagrotiki Ltd ν. Σάββα
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1610 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13 σελ. 34 επ.). Ως προκύπτει δε από τη Δ.28 η ένορκη αποκάλυψη μπορεί να διακριθεί σε γενική αποκάλυψη (με βάση τη Δ.28 Κ.1) και σε ειδική αποκάλυψη δηλ. σε αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που καθορίζονται είτε ονομαστικά, είτε με αναφορά σε κατηγορία στην οποία ανήκουν (με βάση τη Δ.28 Κ.11). Αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.11 πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενώ αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.1 μπορεί να γίνει μονομερώς και να μην υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (βλ. Δ.28 Κ.1 και Δ.48 Κ.8
(1)(z). Στην TBF (CYPRUS) LTD κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153 επικροτήθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή ότι η Δ.28 Κ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον την πιο πάνω διάταξη μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Όσον δε αφορά το σκοπό της εν λόγω διάταξης αφού το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτή ταυτίζεται με την αγγλική Δ.31 Κ.19Α
(3)παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ...................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Όταν λοιπόν ζητείται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου δυνάμει της Δ.28 Κ.11 απαιτείται να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ήταν ανεπαρκής καθώς και η σχετικότητα αλλά και η κατοχή του εγγράφου (βλ. και The Annual Practice 1958, σελ. 725). Για σκοπούς της παρούσας αίτησης κρίνω ότι ενδείκνυται να γίνει αναφορά στις έγγραφες προτάσεις των διάδικων μερών. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης (στο εξής Ε/Α) οι αξιώσεις των Εναγόντων πηγάζουν από έγγραφη συμφωνία ημερ. 13.12.06 μεταξύ αυτών και της Εναγόμενης 1, με βάση την οποία παραχώρησαν στην τελευταία τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις και/ή στεγαστικό δάνειο και/ή δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €92.264,48 πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο και κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου (παρ. 2 Ε/Α). Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αυτήν με γραπτές συμφωνίες εγγύησης (ημερ. 15.12.06 και 13.12.06 αντίστοιχα) μέχρι του ποσού των €110.717,37 πλέον τόκους και έξοδα (παρ. 4(Α)(Β) Ε/Α). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των Εναγόντων η Εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 12.12.06 εκχώρησε στους Ενάγοντες τα δικαιώματα της εκ πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 29.11.06 με το οποίο αγόρασε από τους Εναγόμενους 2 ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων για το ποσό των €109.350,49. Οι Εναγόμενοι 2 συμφώνησαν στο περιεχόμενο της συμφωνίας εκχώρησης και την προσυπέγραψαν (παρ. 5 Ε/Α). Στη συνέχεια κατόπιν παράκλησης της Εναγόμενης 1 οι Ενάγοντες μετέβαλαν το χρόνο αποπληρωμής και μετέβαλαν το ποσό και την ημερομηνία έναρξης καταβολής των δόσεων του επίδικου δανείου και ενημέρωσαν σχετικά για τις εν λόγω παραχωρήσεις τους Εναγόμενους 2 και 3 (παρ. 7 Ε/Α). Ακολούθως μετά από αίτηση της Εναγόμενης 1 οι Ενάγοντες ενέκριναν την απάλειψη καθυστερήσεων και την τροποποίηση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου και επίσης ενημέρωσαν σχετικά τους Εναγόμενους 2 και 3 (παρ. 8 Ε/Α). Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις πιο πάνω παραχωρήσεις, ο Εναγόμενος 4 εγγυήθηκε αυτήν κατά ή περί τις 25.2.09 μέχρι του ποσού των €106.000 πλέον τόκους και έξοδα (παρ. 9 Ε/Α). Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγόντων οι τελευταίοι με ξεχωριστές επιστολές τους ημερ. 19.10.10 προς όλους τους Εναγόμενους τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ζήτησαν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου (παρ. 11 Ε/Α) το οποίο στις 24.1.11 ανερχόταν στο ποσό των €91.836,22 περιλαμβανομένων των μέχρι τότε εισπρακτέων τόκων, πλέον τόκους προς 11,25% επί ποσού €91.351,09 από 24.1.11 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν τα πιο πάνω. Με την Έκθεση Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 προτάσσουν αδυναμία τους να αξιολογήσουν τους κινδύνους που ενείχαν οι επίδικες δοσοληψίες και η παροχή εγγυήσεων χωρίς επαγγελματική συμβουλή ή γνώμη ή ανεξάρτητη και πλήρη νομική συμβουλή και ισχυρίζονται ότι στηρίζονταν και/ή ήταν εξαρτώμενοι από τις συμβουλές και/ή εισηγήσεις των Εναγόντων και εκτελούσαν όλες τις εισηγήσεις και/ή αποφάσεις και/ή υποδείξεις των τελευταίων. Περαιτέρω αρνούνται την παραχώρηση στην Εναγόμενη 1 του ισχυριζόμενου από τους Ενάγοντες ποσού αλλά και την ύπαρξη των ισχυριζομένων συμφωνιών, περιλαμβανομένων των συμφωνιών εγγύησης και ισχυρίζονται (αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στις παρ. 2, 4Α και 5 Ε/Α) ότι εάν αποδειχθούν αυτές οι συμφωνίες και/ή δοσοληψίες, αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των εναγομένων και ήταν προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος των εναγομένων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εάν αποδειχθούν συγκεκριμένοι όροι των συμφωνιών αυτοί αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγομένων 2 ότι οι συμφωνίες και/ή δοσοληψίες που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι έγιναν (παρ. 7, 8 και 9 Ε/Α) αποτελούν νέες συμφωνίες μεταξύ των μερών που δημιούργησαν νέες οφειλές και δικαιώματα και συνεπώς οι υποχρεώσεις των Εναγομένων 2 από τις αρχικές συμφωνίες έχουν εκλείψει. Αρνούνται επίσης οι Εναγόμενοι 2 ότι οι Ενάγοντες έχουν νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο ποσό και/ή ότι νομότυπα ζήτησαν την εξόφληση του, τερματίζοντας τις αντίστοιχες συμφωνίες. Τέλος οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αξιούμενα ποσά έστω και αν αποδειχθούν ότι είναι οφειλόμενα γιατί μεταξύ άλλων σε αυτά περιλαμβάνονται τόκοι και/ή χρεώσεις, οι οποίες αντιβαίνουν στη νομοθεσία. Με την Ανταπαίτηση τους εν ολίγοις οι Εναγόμενοι 2 αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ανύπαρκτες καθώς και την επιδίκαση σε αυτούς του ποσού που αξιώνεται εναντίον τους από τους Ενάγοντες καθότι ως ισχυρίζονται είναι εκτεθειμένοι στην αξίωση στην παρούσα αγωγή λόγω των συμβουλών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων και/ή καθοδήγησης των Εναγόντων να συνομολογήσουν τις επίδικες συμφωνίες και να παράσχουν στους Ενάγοντες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις καθώς και ότι οι Ενάγοντες είχαν καθήκον επιμέλειας και παροχής συμβουλής στους Εναγόμενους 2, το οποίο παρέβηκαν αφού είχαν αναλάβει το ρόλο επαγγελματικού συμβούλου αυτών. Συναρτούν δε την ανταπαίτηση τους και με άλλες πέντε αγωγές μεταξύ αυτών και των Εναγόντων. Στην αγόρευση τους στα πλαίσια της παρούσας οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι από μελέτη της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης των Εναγόντων ημερ. 19.4.12 διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου ημερ. 5.4.12 για αποκάλυψη εγγράφων καθότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν τα παραστατικά των δοσοληψιών (vouchers) με την Εναγόμενη 1 πρωτοφειλέτρια. Ως εκ τούτου καταχώρησαν την παρούσα αίτηση εφόσον τα εν λόγω έγγραφα ουδέποτε ήλθαν σε γνώση των Αιτητών και είναι αναγκαία για προώθηση της υπεράσπισης τους εφόσον στην Έκθεση Υπεράσπιση τους μεταξύ άλλων αμφισβητούν τις ισχυριζόμενες δοσοληψίες και υποστηρίζουν ότι μέσα στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι και/ή χρεώσεις. Η αιτούμενη αποκάλυψη είναι αναγκαία για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης αλλά και θα εξοικονομήσει χρόνο και έξοδα γιατί θα δοθεί η δυνατότητα στους Αιτητές και στους δικηγόρους τους να αξιολογήσουν το έγγραφο υλικό και να αποφασίσουν με ποιό τρόπο θα προωθηθεί για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης και/ή για συμβιβασμό. Η δε αποκάλυψη θα καταστήσει δυνατή την χρησιμοποίηση από τους Αιτητές του εγγράφου αυτού υλικού για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους και να αντικρούσουν τα επιχειρήματα των Καθ' ων η αίτηση και θα αποκλεισθεί ο αιφνιδιασμός των πρώτων. Οι Καθ' ων η αίτηση στη δική τους αγόρευση αναφέρουν ότι με την ένορκη δήλωση της Χλόης Βλοτομά ημερ. 19.4.12 έχουν προβεί σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Πιο συγκεκριμένα υποδεικνύουν ότι στην παράγραφο (Β) 23 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως αποκαλύπτεται κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Ενόψει δε του ότι η Δ.28 Κ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγούμενη διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε σε αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων η παρούσα αίτηση δεν δικαιολογείται. Αναφέρουν δε επιπρόσθετα ότι οι Αιτητές υποβάλλουν το συγκεκριμένο αίτημα χωρίς να εξειδικεύουν σε παραστατικά συγκεκριμένης τραπεζικής πράξης ή να παραθέτουν τις συγκεκριμένες δοσοληψίες που αμφισβητούν. Η γενικότητα λοιπόν του αιτήματος σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η αιτούμενη αποκάλυψη είναι απαραίτητη για να μπορέσουν οι Αιτητές να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων μεταξύ Εναγόντων και πρωτοφειλέτριας καταδεικνύει ότι πρόθεση των Αιτητών είναι η αλίευση μαρτυρίας και καθυστέρηση της διαδικασίας. Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αυτό που θα πρέπει να διαπιστωθεί είναι το κατά πόσο είναι δικαιολογημένο το αίτημα για ειδική αποκάλυψη λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη φύση των εγγράφων που έχουν ήδη αποκαλυφθεί ενόρκως και αυτών των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, πάντα σε συνάρτηση με τη φύση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερ. 19.4.12 έχουν αποκαλύψει όλα τα έγγραφα στα οποία προτίθενται να βασισθούν για απόδειξη της αξίωσης τους, περιλαμβανομένης κατάστασης του επίδικου λογαριασμού όπου εκτίθενται αναλυτικά όλες οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες. Μάλιστα αναφέρουν ότι έχουν παραδώσει στους δικηγόρους των Αιτητών αντίγραφα όλων αυτών των εγγράφων. Ο ισχυρισμός δε των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχουν στην κατοχή τους οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετικά με τα επίδικα θέματα για τα οποία δεν έχουν προβεί σε αποκάλυψη παρέμεινε αναντίλεκτος από την πλευρά των Αιτητών. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως κατοχή από τους Καθ' ων η αίτηση, των αιτούμενων να αποκαλυφθούν εγγράφων. Σε σχέση δε με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν οι Αιτητές παραπονούνται ότι τα έγγραφα που έχουν αποκαλυφθεί είναι ελλιπή τότε εκείνοι που κινδυνεύουν και ενδεχομένως θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα απόδειξης της υπόθεσης τους είναι οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες που φέρουν και το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Οι Αιτητές με την παρούσα ζητούν την αποκάλυψη των παραστατικών κάθε δοσοληψίας χωρίς να εξειδικεύουν ποιες από αυτές τις δοσοληψίες αμφισβητούν. Θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψην ότι ως προκύπτει από την Έκθεση Υπεράσπισης τους δεν αμφισβητούν όλες τις δοσοληψίες αλλά μόνο αυτές που αναφέρονται στις παρ. 2, 4Α, 5, 7, 8 και 9 της Ε/Α. Πέραν όμως του ότι, ως ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση, έχουν αποκαλύψει ενόρκως όλα τα έγγραφα στα οποία θα στηρίξουν την απαίτηση τους, θα πρέπει να λεχθεί ότι για τις πιο πάνω αμφισβητούμενες από τους Αιτητές δοσοληψίες, οι Καθ' ων η αίτηση κάνουν σαφή αναφορά στα σχετικά έγγραφα και στην ίδια την Ε/Α τους. Όσον αφορά το θέμα των παράνομου τοκισμού αυτό ασφαλώς μπορεί να διαπιστωθεί από κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποκαλύψει. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το ότι, ως αναφέρει ο Χαράλαμπος Παπίρης στην ένορκη δήλωση του, είναι απαραίτητο όπως αποκαλυφθούν τα παραστατικά όλων των δοσοληψιών και πράξεων των Καθ' ων η αίτηση με τους Εναγόμενους, ώστε να μπορέσουν οι Αιτητές να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών μεταξύ της πρωτοφειλέτριας και των Καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι η αιτούμενη στην παρούσα αποκάλυψη κάθε παραστατικού δοσοληψίας ξεχωριστά όχι μόνο δεν θα συντείνει στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων - το αντίθετο μάλιστα - αλλά και ότι στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο με βάση τη σχετική νομολογία. Ως εκ τούτου δεν έχω ικανοποιηθεί ούτε ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για την ορθή και δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Ενόψει όλων των ανωτέρω θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τις λοιπές θέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Εν κατακλείδι η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο