Άγγελος Σαββίδης ν. Νέαρχου Χατζηζαχαρία, Αρ. Γενικής Αίτησης: 74/09, 23/11/2012 ακύρωση και ή τον παραμερισμό της τελικής απόφασης του Δικα ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 74/09 Μεταξύ: Άγγελος Σαββίδης Αιτητή και
- Νέαρχου Χατζηζαχαρία
- Ελευθερίας Χατζηζαχαρία
- Μαρία Παναγίδη Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 23.11.
- Για Αιτητή: κα Μ. Κάρμιου Κόκκινου. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής η αίτηση) ο Αιτητής αξιώνει άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 12.11.03 με τον ίδιο τρόπο που εκτελείται δικαστική απόφαση. Η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής αίτηση στις 19.6.
- Στις 29.6.09 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά δόθηκε ημερομηνία για να επιδοθεί όπως και έγινε στη συνέχεια. Βασίζεται δε στα άρθρα 21 και 22 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Δ.47 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις εγγενείς εξουσίες, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή όπου αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι αρχιτέκτονας και διατηρεί το δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο στην Λεμεσό. Στις 12.11.03 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ του και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για το ποσό των Λ.Κ.5,716 (ήτοι €9,766.37) και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 3 για το ποσό των Λ.Κ.5,716 (ήτοι €9,766.37) και εναντίον όλων των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ.500 (ήτοι €854.30) που αντιστοιχεί στα 2/3 των εξόδων της διαιτησίας (αντίγραφο της εν λόγω διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Όπως έχει πληροφορηθεί από τον διευθυντή του Ε.Τ.Ε.Κ. από την Λευκωσία, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καταβάλει όλα τα έξοδα της διαιτησίας που επιδικάστηκαν εναντίον τους και έλαβαν αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης κατά ή περί την 5.4.
- Το ίδιο έπραξε και ο ίδιος την 7.4.04 αφού, σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ., μόνο στη περίπτωση που καταβληθούν όλα τα έξοδα της διαιτησίας, παραδίδεται στα ενδιαφερόμενα μέρη αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Οι Καθ' ων η αίτηση μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν κατέβαλαν έναντι ή προς εξόφληση του χρέους τους δυνάμει της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης και έτσι παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό εναντίον τους όλο το πιο πάνω συνολικό ποσό των €19,532.
- Ενόψει των ανωτέρω είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα που να του επιτρέπει να καταχωρήσει και εκτελέσει την διαιτητική απόφαση όπως εκτελείται απόφαση του Δικαστηρίου, αφού διαφορετικά είναι αδύνατον να ικανοποιηθεί η εν λόγω απόφαση και να εισπράξει το οφειλόμενο προς αυτόν ποσό. Στις 6.11.09 η Καθ' ης η αίτηση 3 καταχώρησε ένσταση, η οποία βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, στη Δ.40 Κ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη. (β) Η αίτηση δεν αφορά διαιτητική απόφαση αλλά πόρισμα. (γ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και στερείται καλής πίστης. (δ) Δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. (ε) Η αίτηση στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση 3 όπου αναφέρει τα ακόλουθα: Η ίδια ουδέποτε είχε συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με τον Αιτητή. Ο Καθ' ου η αίτηση 1, πατέρας της και η Καθ' ης η αίτηση 2 μητέρα της, ήταν τα πρόσωπα που συμφώνησαν με τον Αιτητή για την ετοιμασία κάποιων αρχιτεκτονικών σχεδίων. Από τα όσα της ανέφεραν οι γονείς της, οι εντολές τους προς τον Αιτητή ήταν η ετοιμασία σχεδίων για 2 κατοικίες, μια για τους γονείς της και μια για την ίδια, των οποίων το κόστος κατασκευής θα ήταν περίπου Λ.Κ.120,000 η κάθε μια. Η προκαταβολή δε που πληρώθηκε υπολογίστηκε στη βάση των Λ.Κ120,
- Ο πατέρας της πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ1,200 για κάθε κατοικία ως προκαταβολή και αργότερα το ποσό των Λ.Κ.2,000 για κάθε κατοικία. Μετά την ετοιμασία των σχεδίων και την ζήτηση προσφορών, η χαμηλότερη προσφορά που δόθηκε για την μια κατοικία ήταν Λ.Κ.283,000 και για την άλλη Λ.Κ.240,000 με αποτέλεσμα η ανέγερση τους να είναι ανέφικτη και οι γονείς της να εγκαταλείψουν την πρόθεση ανέγερσης των κατοικιών με βάση τα σχέδια του Αιτητή. Οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο Αιτητής ήταν κατά παράβαση των εντολών των γονέων της και ήταν χωρίς οποιοδήποτε όφελος για αυτούς διότι δεν μπορούσαν να ανεγείρουν τις κατοικίες σύμφωνα με τα σχέδια του Αιτητή. Ο Αιτητής αργότερα, αξίωσε αμοιβή υπολογίζοντας την με βάση το ποσό των Λ.Κ.210,000 ως το κόστος κατασκευής κάθε κατοικίας. Όταν ο πατέρας της αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του ενάγοντα, αυτός αποτάθηκε στο Ε.Τ.Ε.Κ. Σε καμία περίπτωση δεν έγινε διορισμός διαιτητή σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο ούτε και ακολουθήθηκε διαδικασία διαιτησίας σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο. Το έγγραφο το οποίο επικαλείται ο Αιτητής δεν αποτελεί διαιτητική απόφαση σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο αλλά κάποιο πόρισμα. Όπως πληροφορήθηκε από τον πατέρα της, μετά την έκδοση του πιο πάνω πορίσματος ο πατέρας της είχε μιλήσει με τον Αιτητή και επειδή ο πατέρας της ήταν διατεθειμένος να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του Αιτητή για παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους, οι δύο τους κατέληξαν να μη διεκδικήσει κανένας από τον άλλο. Πιστεύει ότι για αυτό το λόγο ο Αιτητής δεν προχώρησε στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων σε σχέση με την αμοιβή που αξίωνε. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη. Στην αίτηση δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους καθυστέρησε ο Αιτητής να διεκδικήσει την αμοιβή που αξιώνει και τον λόγο για τον οποίο απευθύνθηκε για εγγραφή μετά από 6 χρόνια. Ελλείψει δικαιολογίας για την καθυστέρηση αυτής η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Τέλος η αίτηση είναι καταχρηστική και στερείται κακής πίστης. Στις 7.5.10 οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση, η οποία έχει την ίδια ακριβώς νομική βάση και τους ίδιους λόγους ένστασης με την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση
- Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση 3, η οποία αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για να προβεί σε αυτήν καθώς και ότι γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτός για εκείνα που αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Το περιεχόμενο δε της ένορκης αυτής δήλωσης είναι το ίδιο με αυτό της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση 3, η οποία συνοδεύει την δική της ένσταση. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, προς υποστήριξη της υπόθεσης του Αιτητή κατέθεσε ο ίδιος (M.Αιτ.1), o Γιάννης Ζωδιάτης (Μ.Αιτ.2), ο οποίος ήταν ο διαιτητής που εξέδωσε την αιτούμενη να εγγραφεί απόφαση και ο Γιάννης Παρμάτζιας (Μ.Αιτ.3), Ανώτερος Γραμματειακός Λειτουργός στο ΕΤΕΚ Κύπρου. Από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση δεν κλήθηκαν μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε κατά την ακροαματική διαδικασία συνολικά 9 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά αναφορά σε αυτήν θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς της υπόθεσης. Όσον αφορά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου αρκεί στο σημείο αυτών να λεχθεί ότι αυτοί απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα, ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους και γενικά μου έδωσαν την εικόνα ότι ήταν ειλικρινείς. Όσον δε αφορά τα όσα περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις θα πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει του η παρούσα αίτηση αποτελεί πρωτογενή αίτηση και δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά και να ληφθούν υπόψην. Μετά το πέρας της μαρτυρίας οι συνήγοροι προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του αναφέρει ότι με βάση το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4, δεν υπάρχει δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης όταν δεν υπάρχει συνυποσχετικό. Εισηγείται δε ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά έγκυρη γραπτή συμφωνία (συνυποσχετικό) δεν υπάρχει μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και συνεπώς η αίτηση για αυτές θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω με βάση και πάλι το λεκτικό του άρθρου 21 ο κ. Κορακίδης υποστήριξε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να χορηγήσει άδεια δυνάμει του εν λόγω άρθρου καταχωρείται δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Σε περίπτωση δε ασάφειας της απόφασης δεν χορηγείται η προαναφερθείσα άδεια. Στην προκειμένη, πάντα σύμφωνα με την ίδια θέση, στην απόφαση που εκδόθηκε δεν καθορίζεται ποιος θα πρέπει να πληρώσει τα ποσά που αναφέρονται εκεί και συγκεκριμένα δεν καθορίζεται αν θα τα πληρώσουν οι τρεις Καθ' ων η αίτηση αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ή οποιοσδήποτε από αυτούς ή οι ιδιοκτήτες των κατοικιών ή κάποιος άλλος. Το Δικαστήριο δε δεν έχει δικαίωμα να προσθέσει οτιδήποτε στην διαιτητική απόφαση. Ισχυρίζεται επίσης ο συνήγορος ότι η αναφορά στην εν λόγω απόφαση σε επιβάρυνση των δικηγορικών από τους 2 ιδιοκτήτες και τον αρχιτέκτονα ενισχύει το επιχείρημα ότι ο κατ' ισχυρισμό διαιτητής είχε κατά νου τις 2 ιδιοκτήτριες δηλ., τις Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και ότι δεν έκδωσε απόφαση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1, κάτι που ενισχύεται και από το τεκμήριο 2, το οποίο καταδεικνύει ότι αρχικά ο Αιτητής στράφηκε εναντίον των ιδιοκτητριών - Καθ' ων η αίτηση 2 και
- Ως εκ των άνω ο κ. Κορακίδης καταλήγει ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η απόφαση είναι ασαφής και δεν μπορεί να καταχωρηθεί ως δικαστική απόφαση. Τέλος ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση υποστήριξε ότι στην προκειμένη δεν έγινε διαιτησία όπως καθορίζεται στο Κεφ. 4 εφόσον καμία μαρτυρία δόθηκε και κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ή αντεξετάσθηκε αλλά η διαδικασία είχε τη μορφή εκ του σύνεγγυς συνομιλιών και όχι τη μορφή διαιτησίας και άρα το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν μπορεί να είναι διαιτητική απόφαση αλλά κάποιου είδους πόρισμα. Από την άλλη πλευρά η κα Κάρμιου στη δική της αγόρευση υποστήριξε ουσιαστικά ότι υπήρξαν συνυποσχετικά για παραπομπή σε διαιτησία και για τους τρεις Καθ' ων η αίτηση καθώς σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία, δύο τέτοια υπογράφτηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση 1, το ένα για λογαριασμό αυτού και της συζύγου του και το άλλο για λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση 3 κόρης του. Όσον δε αφορά το θέμα της ασάφειας της διαιτητικής απόφασης που ήγειρε ο κ. Κορακίδης, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς το ποιος έχει υποχρέωση να πληρώσει τον Αιτητή αφού η εν λόγω απόφαση μοιράζει το οφειλόμενο ποσό στα δύο και αναφέρει ξεκάθαρα ότι Λ.Κ.5,716 είναι το πληρωτέο ποσό για την οικοδομή της Καθ' ης η αίτηση 2 και Λ.Κ.5,716 για την οικοδομή της Καθ' ης η αίτηση
- Ο Διαιτητής κατένειμε κατά αυτόν τον τρόπο το μερίδιo μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση βασιζόμενος στο γεγονός ότι η μία κατοικία θα ανεγειρόταν για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και η δεύτερη για λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση 3, παρόλο που όπως φαίνεται το κόστος της κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση 3 θα αναλάμβανε ο πατέρας της, Καθ' ου η αίτηση
- Η δε Καθ' ης η αίτηση 3 όχι μόνο γνώριζε ότι ο πατέρας της υπέγραψε δύο συμφωνίες, η μία εκ μέρους και για λογαριασμό της αλλά και ότι δεσμεύεται από την διαιτητική απόφαση κάτι που φαίνεται από το ότι θεώρησε δική της υποχρέωση να καταβάλει στο Ε.Τ.Ε.Κ. την αμοιβή της διαιτησίας για το ποσό που αναλογούσε στην ίδια αλλά και για το ποσό που αναλογούσε στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ώστε να παραληφθεί από τους Καθ' ων η αίτηση η διαιτητική απόφαση. Σε σχέση με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν διεξήχθη διαιτησία η κα Κάρμιου υποστήριξε ουσιαστικά ότι εναπόκειται στον διαιτητή η διαδικασία που θα ακολουθήσει και αυτός δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία. Στην προκειμένη ο διαιτητής ακολούθησε την ενδεδειγμένη, υπό τις περιστάσεις, διαδικασία και σε κανένα στάδιο αυτής κανένας από τα μέρη δεν του ανέφερε ότι είχε οποιαδήποτε σχετική ένσταση. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση εδράζεται στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης». Στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716 αναφέρθηκε ότι αιτήσεις όπως η παρούσα, σύμφωνα με πάγια πρακτική, γινόντουσαν άνευ κλήσεως. Μετά όμως από αποφάσεις επί αιτήσεων για την έκδοση εντάλματος certiorari κρίθηκε ότι επιβάλλεται η επίδοση της αίτησης και στα ενδιαφερόμενα μέρη καθότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με μονομερή αίτηση παραβίαζε το φυσικό δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουστούν σε θέμα στο οποίο είχαν συμφέρον (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Βασούλας Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372 και Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932 και Αναφορικά με την αίτηση των Γιάννου Αλεξάνδρου και Αλέξιου Αλεξάνδρου
(2007)1Α Α.Α.Δ 158). Στην Κυριακίδη ανωτέρω λέχθηκε περαιτέρω σχετικά ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί», δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Στην πολύ πρόσφατη Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/08, ημερ. 11.4.12 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Στην Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1895 αναφέρθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, από το οποίο λήφθηκε το Κεφ. 4, και έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713: «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». Τέλος στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, παραγρ. 111 σελ. 50-51, σε σχέση με τους λόγους ένστασης που μπορεί να εγερθούν σε μια αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, αναφέρεται ότι σε περίπτωση που η ένσταση είναι ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή ότι η διαιτητική απόφαση λήφθηκε λανθασμένα («improrerly procured» - ως παράδειγμα για αυτό στη σελ. 57 αναφέρεται η εξαπάτηση του διαιτητή ή η δόλια απόκρυψη ουσιώδους μαρτυρίας) τότε η ορθή πορεία είναι να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό-ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Αναφορικά με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα ότι δεν έγινε διαιτησία όπως καθορίζεται στο Κεφ. 4 εφόσον καμία μαρτυρία δόθηκε και κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ή αντεξετάσθηκε και άρα το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν μπορεί να είναι διαιτητική απόφαση αλλά κάποιου είδους πόρισμα, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η εν λόγω θέση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι η απόφαση δεν είναι διαιτητική απόφαση καθότι ο διαιτητής δεν ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπει το Κεφ.
- Με άλλα λόγια οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά, έννοια που περιλαμβάνει και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (βλ. Σολωμού ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Πολ. Έφεση 193/08, ημερ. 19.5.10). Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι τέτοιος λόγος ένσταση δεν εγείρεται στις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, ως φαίνεται από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να τεθεί στα πλαίσια αίτησης των Καθ' ων η αίτηση για παραμερισμό-ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και όχι στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, όπου μπορεί να προβληθεί ό,τι ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης και όπου βασική προϋπόθεση για την εγγραφή είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Αναφορικά με τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στους Καθ' ων η αίτηση, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Αιτ.3, η διαιτητική απόφαση είχε παραληφθεί από τα μέρη εφόσον είχε πληρωθεί η αμοιβή του διαιτητή και εκδόθηκαν και σχετικές αποδείξεις από το λογιστήριο του Ε.Τ.Ε.Κ. για κάθε μέρος. Αυτές οι αποδείξεις ήταν τρεις. Οι δύο φέρουν ημερομηνία 5.4.04 και είναι η μια προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και η άλλη προς την Καθ' ης η αίτηση 3 (θυγατέρα των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2) ενώ η τρίτη φέρει ημερομηνία 7.4.04 και είναι προς τον Αιτητή. Οι δύο πρώτες αποδείξεις εκδόθηκαν μετά την λήψη επιστολής της Καθ' ης η αίτηση 3 ημερ. 30.3.04 προς το Ε.Τ.Ε.Κ. (τεκμήριο 9), η οποία φέρει ως τίτλο «Πληρωμή για την Tελική Aπόφαση» και στην οποία αναφέρεται ότι εσωκλείεται επιταγή για Λ.Κ.575 «για κάλυψη των εξόδων μεταξύ των δύο μερών - το ένα μέρος όν ο Νέαρχος και Ελευθερία Χατζηζαχαρία και το άλλο η Μαρία Χατζηζαχαρία» και ζητείται να αποσταλεί στην Καθ' ης η αίτηση 3, σε συγκεκριμένη διεύθυνση, το συντομότερο, η απόφαση και απόδειξη. Τέλος ως ανέφερε ο Μ.Αιτ.3, σε τηλεφωνική συνομιλία που ο ίδιος είχε, μερικές μέρες μετά την αποστολή της απόφασης, με την Καθ' ης η αίτηση 3 εκείνη του επιβεβαίωσε ότι παρέλαβε τα όσα της στάληκαν. Συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση αν και είχαν όλο το χρόνο να προβούν σε αίτηση παραμερισμού-ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ποτέ δεν έπραξαν κάτι τέτοιο αν και έλαβαν γνώση της απόφασης περί τον Απρίλιο του
- Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση περί των διαδικασιών που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. Ερχόμενος τώρα στο θέμα της ύπαρξης συνυποσχετικού για την παραπομπή σε διαιτησία, πράγματι από το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 προκύπτει ότι για να δοθεί άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί βάση συνυποσχετικού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου «συνυποσχετικό» σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ' αυτή είτε όχι». Είναι σχετικά η θέση του Αιτητή στην παρούσα ότι τέτοιο συνυποσχετικό υπάρχει στο Τεκμήριο
- Ο ίδιος παρέπεμψε σχετικά στο εν λόγω τεκμήριο και συγκεκριμένα στις παραγράφους (Δ) των φύλλων αυτού με αρ. 4439 και
- Το Τεκμήριο 1 είναι ένα βιβλιάριο που εξωτερικά φέρει τίτλο «Κανονισμός 4
(2)του περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμών του 1996-1997 - Εξουσιοδότηση Εντολέα σε Εγγεγραμμένους Μηχανικούς για Παροχή Υπηρεσιών». Στο φύλλο αυτού με αρ. 4439 αναφέρεται ότι ο Νέαρχος Χατζηζαχαρία δηλ. ο Καθ' ου η αίτηση 1, εξουσιοδοτεί με το παρόν τον Άγγελο Σαββίδη δηλ. τον Αιτητή να προβεί στη γενική μελέτη/επίβλεψη του έργου που περιγράφεται στη συνέχεια έναντι αμοιβής και ειδικών όρων που επίσης αναφέρονται στη συνέχεια. Στην παρ. (Δ) του εν λόγω εγγράφου υπό τον τίτλο «Διαιτησία» αναφέρονται τα εξής: «Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού, συμφωνώ όπως η διαφορά ή αμφισβήτηση παραπέμπεται για επίλυση σε διαδικασία Διαιτησίας ενώπιον Επιτροπής (μονομελούς ή τριμελούς) που θα οριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου. Η διαδικασία της Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη». Το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 21.11.01 και υπογραφή στη θέση «Εντολέα» και «Εντολοδόχου Μηχανικού». Το ίδιο περιεχόμενο, ημερομηνία και υπογραφές έχει και το φύλλο με αρ. 4440 του Τεκμηρίου 1, με μόνη διαφορά ότι αναφέρεται η Μαρία Παναγίδη δηλ. η Καθ' ης η αίτηση 3 ως να εξουσιοδοτεί τον Αιτητή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (Δ) των φύλλων με αρ. 4439 και 4440 στο Τεκμήριο 1 κρίνω ότι αυτά αποτελούν συνυποσχετικά δηλ. γραπτές συμφωνίες για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, εν τη εννοία του όρου στο άρθρο 2 του Κεφ.
- Αυτό που θα πρέπει όμως στη συνέχεια να εξετασθεί είναι το ποια είναι τα «συμβαλλόμενα μέρη» σε αυτά τα συνυποσχετικά ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτές οι συμφωνίες ήταν μεταξύ του Αιτητή από τη μια και εκάστου των Καθ' ων η αίτηση από την άλλη, ώστε να μπορεί να δοθεί άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εναντίον όλων των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής κατά τη μαρτυρία του ανέφερε σχετικά ότι η αρχική πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση 1 ήταν να ανεγείρει μία οικοδομή για εκείνο και τη σύζυγο του ενώ ανέθεσε στον Αιτητή εκπόνηση μελέτης και για την κόρη του δηλαδή την Καθ' ης η αίτηση 3 σε σχέση με συνορεύον με το δικό του τεμάχιο. Σε σχέση με τα φύλλα με αριθμό 4439 και 4440 του Τεκμηρίου 1, ανέφερε ότι οι υπογραφές στη θέση «Εντολέα» τέθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση 1 και οι υπογραφές στην θέση «Εντολοδόχου Μηχανικού» τέθηκαν από τον ίδιο το μάρτυρα. Περαιτέρω σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του όταν ρωτήθηκε πού λέει στην διαιτητική απόφαση από ποιον πρέπει να πληρωθεί είπε ότι αντιλαμβάνεται όπως είναι και λογικό ότι θα πληρωθεί από αυτούς ή από τον Καθ' ου η αίτηση 1 που είχε κάμει τις μέχρι τότε πληρωμές για λογαριασμό τους και ότι εξάλλου δεν το βρίσκει και σημαντικό από ποιον συγκεκριμένα θα πληρωνόταν. Υπενθύμισε δε ότι η εξουσιοδότηση εντολέα και για τις δύο οικίες, δηλ. τα φύλλα με αριθμό 4439 και 4440 στο Τεκμήριο 1, είναι υπογραμμένη από τον Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος πλήρωνε και για τις δύο περιπτώσεις. Είναι λοιπόν σαφές από τα ανωτέρω ότι τα συνυποσχετικά δεν υπογράφτηκαν από τις Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 αλλά από τον Καθ' ου η αίτηση
- Στο φύλλο με αρ. 4439 του Τεκμηρίου 1 αναγράφεται ουσιαστικά ως «Εντολέας» μόνο ο Καθ' ου η αίτηση 1 και συνεπώς η υπογραφή του εγγράφου δεν μπορεί να γίνεται και να ισχύει παρά μόνο για λογαριασμό αυτού. Αυτό άλλωστε προκύπτει σαφώς και από το ίδιο το λεκτικό της παραγράφου (Δ) όπου αναφέρεται ότι «Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου (δηλ. του Εντολέα - η επεξήγηση και η υπογράμμιση δική μου) και του Μηχανικού». Ως εκ τούτου κρίνω ότι το πιο πάνω μπορεί να θεωρηθεί συνυποσχετικό για παραπομπή σε διαιτησία μόνο μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση 1 και όχι και της Καθ' ης η αίτηση
- Όσον δε αφορά τώρα το φύλλο με αρ. 4440 του Τεκμηρίου 1 σε αυτό αναγράφεται ως «Εντολέας» το όνομα της Καθ' ης αίτηση
- Αυτή όμως δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου από τον Καθ' ου η αίτηση 1 και ούτε και φαίνεται από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος έθεσε την υπογραφή του ως αντιπρόσωπος ή εξουσιοδοτημένος για τον σκοπό αυτό από την Καθ' ης η αίτηση 3 ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι με αυτόν τον τρόπο αυτή συμβλήθηκε με τον Αιτητή. Το ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 ανέθεσε στον Αιτήτη εκπόνηση μελέτης για ανέγερση οικοδομής και για την κόρη του - Καθ' ης η αίτηση 3, το ότι η Καθ' ης αίτηση 3 συναντήθηκε με τον διαιτητή και πλήρωσε αργότερα και έλαβε τη διαιτητική απόφαση δεν μεταβάλλει αυτό καθαυτό το ουσιώδες γεγονός ότι η ίδια ουδέποτε «συμβλήθηκε» με τον Αιτητή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον Αιτητή, ο οποίος φέρει και το βάρος της απόδειξης, ότι η παρ. (Δ) στο φύλλο με αρ. 4440 του Τεκμηρίου 1 αποτελεί συνυποσχετικό για παραπομπή σε διαιτησία μεταξύ αυτού και της Καθ' ης η αίτηση
- Συνεπώς αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο μπορεί να δοθεί άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
- Από το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 προκύπτει περαιτέρω ότι η δικαστική απόφαση, η οποία δύναται να καταχωρηθεί σε περίπτωση που δοθεί άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να έχει περιεχόμενο άλλο από εκείνο της διαιτητικής. Πράγματι το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων τέτοιου είδους δεν έχει εξουσία τροποποίησης ή διόρθωσης της διαιτητικής απόφασης αλλά μπορεί να δώσει άδεια για εκτέλεση της με το περιεχόμενο που αυτή έχει. Στο σύγγραμμα Halsbury's ανωτέρω, Τόμος 2, παραγρ. 96 σελ. 42-43 αναφέρεται ότι για να είναι μια διαιτητική απόφαση έγκυρη δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένο λεκτικό αλλά μπορεί να είναι διατυπωμένη σε τέτοια γλώσσα που ο διαιτητής θεωρεί ορθή νοουμένου όμως ότι το νόημα της είναι σαφές. Μια ασαφής ή αβέβαιη διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στη σελ. 269-270, στα πλαίσια του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, του οποίου το λεκτικό, ως προαναφέρθηκε, είναι ακριβώς το ίδιο με του άρθρου 21 του δικού μα Κεφ. 4, αναφέρεται ότι δεν δίδεται άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση που η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασίσεις διαδικασίες σε αυτή είναι αμφίβολο. Δίδεται δε σαν παράδειγμα η υπόθεση Grech v. Board of Trade
(1923)130 L.T. 15 όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί αν και αυτή εκδόθηκε εναντίον του «The Board of Trade» ήταν αμφίβολο το κατά πόσο το ποσό που επιδικάσθηκε ήταν πληρωτέο από το «Crown» ή από τα πρόσωπα που συνιστούσαν το «Board of Trade». Στην παρούσα η απόφαση του διαιτητή ημερ. 12.11.03 καταλήγει ως ακολούθως: «ΑΠΟΦΑΣΗ: Ο Αρχιτέκτονας Άγγελος Σαββίδης, θα πληρωθεί για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του: μελέτη - σχέδια - προδιαγραφές: 1) Δια την οικοδομή της κας Ελευθερίας Χατζηζαχαρία πληρωτέο ποσό συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 5,716ΛΚ. 2) Δια την οικοδομή της κας Μαρίας Παναγίδη πληρωτέο ποσό συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 5,716ΛΚ. Το ανωτέρω ποσό υπολογίζεται με βάση κόστου ανέγερσης της κάθε κατοικίας με το ποσό 210,000ΛΚ. Τα δικηγορικά έξοδα ο κάθε ένας θα επιβαρυνθεί τα δικά του. Η αμοιβή της διαιτησίας και για τες δύο οικοδομές μαζί είναι 750ΛΚ και θα τες επιβαρυνθούν εξ' ίσου οι τρεις ενδιαφερόμενοι, οι δύο ιδιοκτήτες και ο Αρχιτέκτονας». Είναι λοιπόν σαφές από το πιο πάνω καταληκτικό της απόφασης, το οποίο είναι και το μέρος αυτής που ουσιαστικά ζητείται να δοθεί άδεια για να εκτελεσθεί, ότι όχι μόνο δεν αναφέρει εάν το καθένα από αυτά τα ποσά ή και τα δύο θα πληρωθούν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά αλλά ούτε καν ποιο ή ποια πρόσωπα πρέπει να τα πληρώσουν. Αντίθετα εκείνο που φαίνεται είναι ότι το κάθε ποσό «επιδικάσθηκε» ως οφειλόμενο για δύο ξεχωριστές οικοδομές, μια για την Καθ' ης αίτηση 2 και μια για την Καθ' ης η αίτηση 3 δηλ. για κάθε μια από τις εργασίες που τέλεσε ο Αιτητής αλλά όχι ως οφειλόμενο από κάποιον συγκεκριμένα από τους Καθ' ων η αίτηση. Ακόμη και ο ίδιος ο Αιτητής, ως λέχθηκε ανωτέρω, όταν του ζητήθηκε να πει από ποιον πρέπει να πληρωθεί σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση είπε ότι αντιλαμβάνεται όπως είναι και λογικό ότι θα πληρωθεί από αυτούς ή από τον Καθ' ου η αίτηση 1 και ότι εξάλλου δεν το βρίσκει και σημαντικό από ποιον συγκεκριμένα θα πληρωνόταν. Στη συνέχεια μάλιστα ανέφερε ότι εφόσον η αμοιβή του πληρωθεί δεν καταλαβαίνει πως θα μπορούσε να τον αφορά ποιος από τους τρεις θα πλήρωνε ή τι συμφωνία είχαν μεταξύ τους. Αυτό, είπε, αφορά τους ίδιους και ο ίδιος πληρώνεται όχι από συγκεκριμένο άτομο αλλά για συγκεκριμένη εργασία. Η εν λόγω ασάφεια φαίνεται άλλωστε και από το Τεκμήριο 2, που είναι επιστολή του τότε δικηγόρου του Αιτητή προς αυτόν ημερ. 8.6.07, από όπου προκύπτει ότι αρχικά καταχωρήθηκαν προς σκοπό εξασφάλισης άδειας εκτέλεσης της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, αιτήσεις εναντίον μόνο των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίες στη συνέχεια αποσύρθηκαν «λόγω αδυναμίας επίδοσης τους στις καθ' ων η αίτηση». Ούτε όμως και ο ίδιος ο διαιτητής φάνηκε κατά τη μαρτυρία του να είναι σίγουρος ως προς το ποια ήταν τα μέρη στη διαιτησία. Συγκεκριμένα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «Ήταν τρία τα μέρη δηλαδή δύο οικοδομές και ο αρχιτέκτονας» ενώ σε άλλο ανέφερε ότι τα εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο αρχιτέκτονας και οι ιδιοκτήτες των δύο οικοδομών. Όταν δε του ζητήθηκε να διευκρινίσει ποιοι δηλαδή ήταν αυτοί απάντησε ότι από τις επαφές του κατάλαβε ότι το κύριο πρόσωπο ήταν ο Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος είχε σκοπό να κάνει τις κατοικίες για τη γυναίκα και την κόρη του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι είναι ασαφές και αμφίβολο, με βάση την υπό εξέταση διαιτητική απόφαση, το από ποιόν ή ποια πρόσωπα είναι πληρωτέα τα εκεί επιδικασθέντα ποσά αλλά και το αν αυτά θα πληρωθούν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά. Εδώ να σημειωθεί ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι τα στη διαιτητική απόφαση αναφερόμενα ποσά οφείλονται από τις Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, εφόσον αναφέρονται ουσιαστικά ως ιδιοκτήτριες των δύο κατοικιών, ενόψει του ότι ως έχει προαναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε το απαιτούμενο συνυποσχετικό για αυτές, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να δοθεί άδεια για εκτέλεση εναντίον τους. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τις λοιπές θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίες περιέχονται στην ένσταση τους. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως φαίνεται από την αγόρευση του κ. Κορακίδη, αυτές οι θέσεις δεν έχουν προωθηθεί και συνεπώς κρίνω ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν κατακλείδι, για όλους τους λόγους που εξήγησαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί άδεια εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 12.11.03 και συναφώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αίτηση για άδεια καταχώρησης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο