← Κύπρος

Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού ν. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 21/2008, 31/12/2012

Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού ν. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 21/2008, 31/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 21/2008 Μεταξύ: Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, από την Πάφο Ενάγοντα -και-

  1. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD, από την Πάφο
  2. Ανθίτσας Ιωάννου, από την Πάφο Εναγομένων .......... Και ως έχει τροποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.9.11 Αρ. Αγωγής: 21/2008 Μεταξύ: Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, από την Πάφο Ενάγοντα -και-
  3. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD, από την Πάφο
  4. Ανθίτσας Ιωάννου, από την Πάφο
  5. Εργοληπτική Εταιρεία Μακρής & Υιοί Λτδ, από την Πάφο Εναγομένων .................................. Αιτήσεις ημερομηνίας 17.7.12 και 1.8.12 31.12.12 Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Σοφιανού για κ.κ. Χρίστο και Τηλέμαχο Γεωργιάδη ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ων η αίτηση: κα Ευαγγελία Πουλλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις πιο πάνω αιτήσεις, οι οποίες είναι ταυτόσημες και για τον λόγο αυτό η παρούσα απόφαση αφορά και τις δυο, ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο: (α) Να εκδικασθεί ως προκαταρκτικό το παρακάτω νομικό σημείο και/ή απορριφθεί η ανταπαίτηση της εναγόμενης αρ.2 και εναγόμενης αρ. 3 ή ανασταλεί η εκδίκαση της:
  6. Η βασική θεραπεία, που με την ανταπαίτηση η εναγόμενη αρ.2 και αρ. 3 ζητά, «ποσό χρημάτων για ζημιές και/ή απώλειες και/ή σαν αποζημιώσεις», στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι αυτές προκλήθηκαν από καταγγελίες, ενοχλήσεις, ενέργειες και συμπεριφορά του ενάγοντα, ισχυρισμό που και αν αποδειχθεί αληθής δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Οι αιτήσεις στηρίζονται στην Δ.27, κ.1 και 2 και/ή 3, στη Δ.30 κ.1-7 και στη Δ.48 κ.2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στις αιτήσεις καταχώρησαν ένσταση οι Καθ΄ων η αίτηση και οι λόγοι στους οποίους στηρίζουν την ένσταση τους είναι οι ακόλουθοι:
  7. Οι αιτήσεις του ενάγοντα πλήττουν τα κατοχυρωμένα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων 2 και 3/Καθ΄ων η αίτηση για δίκαιη δίκη και/ή το δικαίωμα των να ακουσθούν από το Δικαστήριο για διακρίβωση των δικαιωμάτων των και/ή πλήττει τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.
  8. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3/Καθ΄ων η αίτηση δεν αποτελεί νομικό σημείο και ούτε μπορεί να απορριφθεί ή ανασταλεί η εκδίκαση της καθ΄οιονδήποτε τρόπο αφού αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα η υπεράσπιση και η διεκδίκηση με ανταπαίτηση των ζημιών που έχουν υποστεί.
  9. Ο νόμος και οι κανονισμοί δεν παρέχουν στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια και/ή εξουσίες να προδικαστεί η ανταπαίτηση των εναγομένων που δεν αποτελεί νομικό σημείο και ούτε μπορεί να απορριφθεί ή ανασταλεί η εκδίκαση της καθ΄οιονδήποτε τρόπο καθότι δεν αποτελεί νομικό σημείο και/ή αμιγές νομικό σημείο το οποίο συμπεριλαμβάνει και πραγματικά σημεία και/ή σημεία για τα οποία απαιτείται και/ή για τα οποία πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία αφού περιέχουν προβαλλόμενους ισχυρισμούς που πρέπει να αποδειχθούν.
  10. Με την αίτηση ο ενάγοντας ζητεί την απόρριψη ή αναστολή της ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 χρησιμοποιώντας τις Δικονομικές Διατάξεις Δ.28 θ.1 και θ.2 χωρίς να συνοδεύει τις αιτήσεις ημερομηνίας 17.7.12 και 1.8.12 με ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει τα αιτήματα του πράγμα δικονομικά απαράδεκτο.
  11. Εάν το Δικαστήριο εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή θα δημιουργηθεί σύγχυση οποιωνδήποτε πραγματικών και νομικών σημείων.
  12. Ο νόμος και οι κανονισμοί δεν παρέχουν στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια και/ή εξουσίες να εκδικάσει την αίτηση καθότι η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3/Καθ΄ων η αίτηση δεν μπορούν να εξετασθούν σαν νομικά σημεία αφού για να αποδειχθούν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία.
  13. Ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να ζητεί από το Δικαστήριο ότι ζητεί αφού η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3/Καθ΄ων η αίτηση και οι ισχυρισμοί των είναι άρρηκτα συνυφασμένοι με την Υπεράσπιση που συνδέεται με την Ανταπαίτηση.
  14. Ο Ενάγοντας ζητεί την απόρριψη της Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και/ή ανασταλεί η εκδίκαση της πράγμα που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σύμφωνα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και/ή ακόμα το δίκαιο της επιείκειας πριν να εκδικασθεί η υπόθεση και έτσι να τεθεί εκτός συζήτησης και/ή απορριφθεί η ανταπαίτηση των.
  15. Ο Εναγόμενοι 2 και 3/Καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές προς αυτούς εάν εκδικασθούν προκαταρκτικά ως νομικά σημεία και/ή απορριφθεί η ανταπαίτηση των και/ή ανασταλεί η εκδίκαση της εάν εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα γιατί οποιαδήποτε νομικά πλεονεκτήματα των υποσκελίζονται και επιδιώκεται απόρριψη της ανταπαίτησης των χωρίς να έχουν το δικαίωμα να ακουσθούν. Θα δημιουργηθεί σύγχυση και αταξία λόγω των θεμάτων που εγείρονται.
  16. Το στάδιο στο οποίο οι Ενάγοντες 2 ήγειραν την παρούσα αίτηση δεν είναι το κατάλληλο στάδιο και/ή η αίτηση ηγέρθηκε καθυστερημένα μετά το στάδιο ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση.
  17. Υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους του Ενάγοντα. Ο αιτητής δεν προσέρχεται στην παρούσα διαδικασία με καθαρά χέρια. Η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3, ως βασική θεραπεία της ανταπαίτησης των ζητούν «ποσό χρημάτων για ζημιές και/ή απώλειες και/ή σαν αποζημιώσεις» στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι αυτές προκλήθηκαν από καταγγελίες, ενοχλήσεις, ενέργειες και συμπεριφορά του ενάγοντα που αν αποδειχθεί αληθής δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει αγώγιμο δικαίωμα» είναι αντινομική και απαράδεκτη.
  18. Ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να ζητεί την απόρριψη και/ή αναστολή της ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 γιατί μόνο οι Εναγόμενοι εδικαιούντο να ζητήσουν να προδικαστεί τυχόν εγειρόμενο με τα δικόγραφα των νομικό σημείο για διαγραφή του αγώγιμου δικαιώματος και όχι ο Ενάγοντας να αιτείται την απόρριψη και/ή αναστολή εκδίκασης των Ανταπαιτήσεων των διότι δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του εάν αποδειχθούν αληθινοί οι ισχυρισμοί των που τίθενται με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των.
  19. Η αίτηση στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης, πράγμα νομικά απαράδεκτο και/ή οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να ζητούν από το Δικαστήριο την απόρριψη της ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και/ή η αίτηση δεν στηρίζεται σε όλα τα άρθρα του Νόμου και/ή των Κανονισμών και δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση.
  20. Το Δικαστήριο κωλύεται στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος και/ή θεραπείας όπως τα ζητούμενα. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Δ.27 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και είναι νομικά κατοχυρωμένη αρχή ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να ακουστεί προδικαστικά θα πρέπει: α) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και β) Το σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, υπεράσπισης ή ανταπαίτησης ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνοψίζονται σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Χ΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 στην οποία αναφέρθηκε ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις, κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Όπως ισχυρίζεται ο αιτητής τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι αιτήσεις περιλαμβάνονται στην παράγραφο 9
(2)και
(3)της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 και στην παράγραφο 9
(2),
(3)και
(4)της Εναγόμενης 3. Στην παράγραφο 9
(2)της Έκθεσης Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 2 αναφέρει «ότι με την συμπεριφορά του και τις καταγγελίες του από την Εναγόμενη 3 ο κατασκευασθείς τοίχος αντιστήριξης κατεδαφίστηκε με τεράστιες ζημιές, για την ανέγερση του οποίου θα απαιτηθούν τεράστια ποσά». Οφείλω να πω ότι δεν είναι κατανοητό το νόημα της παραγράφου αυτής όμως συνεχίζει στη παράγραφο 9
(3)αναφέροντας ότι «ο Ενάγοντας με τις καταγγελίες του και τις ενοχλήσεις του στα διάφορα κυβερνητικά τμήματα και πρόσωπα, δημιούργησε καθυστέρηση στις εργασίες της Εναγόμενης 3 με αποτέλεσμα να μην προωθηθούν και πωληθούν άλλες κατοικίες, οι οποίες θα ανεγείροντο όταν θα υπήρχε ζήτηση και έτσι δεν ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη των υπολοίπων μεριδίων των τεμαχίων της Εναγόμενης 2, σύμφωνα με τις μεταξύ τους συμφωνίες, η οποία από την καθυστέρηση αυτή ζημιώθηκε τεράστια ποσά, τα οποία ανέρχονται σε ποσό £48,500 ισάξιο σε €92,227, πλέον τόκους 9% από 28.2.10» ποσό το οποίο η Εναγόμενη 2 ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα. Τους ίδιους ισχυρισμούς προβάλλει και η Εναγόμενη 3 στην υπεράσπιση της, η οποία ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε ποσό το οποίο ανέρχεται στις €130,000 πλέον τόκους, το οποίο ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα και ισχυρίζεται επίσης ότι «αναγκάσθηκε να εκπονήσει νέα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια, συμφώνως νέων υποδείξεων της Πολεοδομικής Αρχής με αποτέλεσμα την μείωση κατά ένα μέτρο της αυλής των κατοικιών με μείωση της αξίας των και/ή ζημιά τουλάχιστον €10.000». Τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Εναγομένων όχι μόνο αμφισβητεί ο Ενάγων αλλά με την αίτηση του ζητά περαιτέρω όπως απορριφθεί η ανταπαίτηση των Εναγομένων και/ή ανασταλεί η εκδίκαση της αφού και αν ακόμη αποδειχθούν όλα αληθές δεν θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα. Από τα πιο πάνω, είναι σαφές κατά την κρίση μου, ότι όχι μόνο δεν υπάρχει κοινή θέση για την πραγματική βάση της ανταπαίτησης αλλά ούτε τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, ώστε το θέμα να καθορίζεται ως αμιγώς νομικό. Η εξέταση του θέματος στο στάδιο αυτό, ξεφεύγει ενός προδικαστικού σημείου, αφού το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε πλευρά στηρίζει τη δική της θέση για τους ισχυρισμούς αυτούς. Ως εκ τούτου το αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Οι αιτητές ζητούν διαζευκτικά την απόρριψη της ανταπαίτησης ή την αναστολή της εκδίκασης της στη βάση της Δ.27 θ.3 η οποία σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρει τα εξής: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απαίτηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.» Η Δ.27 θ.3 συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος και αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του ανεξαρτητα από τη μαρτυρία που το στηρίζει. Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση (βλ. In Re Pelmako Development Ltd 1 A.A.Δ.246). Όπως ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει στις αιτήσεις του οι ισχυρισμοί των εναγομένων «αν αποδειχθούν αληθείς δεν είναι δυνατό να θεμελιώσουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα». Χρειάζεται δηλαδή αξιολόγηση των ισχυρισμών ώστε να κριθούν αληθείς ή όχι. Οι Εναγόμενοι καταλογίζουν ουσιαστικά στον Ενάγοντα ενέργειες οι οποίες, πάντα, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, είχαν ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στις εργασίες της Εναγόμενης 3 και στην ανάπτυξη των υπολοίπων μεριδίων της Εναγόμενης 2. Είναι φανερό, κατά την κρίση μου, ότι οι Εναγόμενοι παρουσιάζουν σε μία αντικειμενική βάση την ανταπαίτηση τους και οι ισχυρισμοί στην οποία την στηρίζουν θα πρέπει να αξιολογηθούν και να κριθούν από το Δικαστήριο και είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο να απορρίψει την ανταπαίτηση χωρίς καν να δοθεί η δυνατότητα στους Εναγόμενους να ακουστούν. Δεν θεωρώ ότι η ανταπαίτηση συνιστά κατάχρηση, αφού αυτή ουσιαστικά θα ακουστεί μέσα στα πλαίσια της αγωγής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ανταπαίτηση στερείται νομικού ή πραγματικού υπόβαθρου για να επιτύχει η αίτηση βάση της Δ.27 θ.3. Κατά συνέπεια και το αίτημα του Ενάγοντα-αιτητή για απόρριψη της ανταπαίτησης των Εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτό και οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση-Εναγομένων και εναντίον του Αιτητή-Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα αποτελούν ένα σετ εξόδων. (Υπ.) Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Απόρριψη Ανταπαίτησης ή αναστολή εκδίκασης της cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.