Vesta Holidays Limited κ.α. ν. Χρύσανθος Κάιζερ κ.α., Αρ. Αγωγής: 638/11, 20/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 638/11 Μεταξύ:
- Vesta Holidays Limited
- Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού Συγκροτήματος Limnaria Westpark Εναγόντων και
- Χρύσανθος Κάιζερ
- Kathryn Rustkowska Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 8.5.12 Ημερομηνία: 20.12.2012 Για Αιτητές: κα Καρακώστα για Λ. Λουκαίδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Πουλλά-Μακαρούνα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι για το ποσό των €2,947, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Το εν λόγω ποσό αξιώνεται ως κοινόχρηστα έξοδα για την περίοδο 6.9.07 - 31.12.10 για το διαμέρισμα με αρ. 103, το οποίο βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα Limnaria Westpark στην Κ. Πάφο και του οποίου οι Εναγόμενοι, κατ' ισχυρισμό, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.3.11 και στις 25.10.11, στη βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 6.7.11, οι Ενάγοντες 2 (στο εξής οι Αιτητές) πέτυχαν, υπέρ τους και εναντίον της Εναγόμενης 2, έκδοση απόφασης, λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση σε αυτή του κλητηρίου εντάλματος. Η εν λόγω απόφαση είναι για το ποσό των €2,947 πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 2.3.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον €544 έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης, πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 2.3.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον €11 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Στις 8.5.12 οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτούνται διατάγματος τροποποίησης του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος και της πιο πάνω απόφασης δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης 2 «Kathryn Rustkowska» και την αντικατάσταση του με το όνομα «Katherine Maria Ruszowska». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.9 Κ.10, Δ.25 Κ.1-6 και Δ.48 Κ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Χρύσως Καδή, υπαλλήλου των Αιτητών, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 2.3.11 και επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 21.9.
- Κατά ή περί την 25.10.11 εκδόθηκε απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €2,947, πλέον τόκο 5.5% ετησίως από την 2.3.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον €544 έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης, πλέον τόκο 5.5% ετησίως από την 2.3.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον €11 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Λόγω του ότι η Εναγόμενη 2 μετά την έκδοση της απόφασης παρέλειψε να καταβάλει οιοδήποτε ποσό στις 31.1.12 καταχωρήθηκε εναντίον της αίτηση έρευνας, η οποία της επιδόθηκε στις 9.2.
- Η Εναγόμενη 2 στις 9.4.12 καταχώρησε ένσταση στην οποία ανέφερε ότι ονομάζεται Katherine Maria Ruszowska και όχι Kathryn Rustkowska ως αναγράφεται στον τίτλο της παρούσας αγωγής. Επισύναψε προς τούτο αντίγραφο του διαβατηρίου της και τίτλο ιδιοκτησίας. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους αναγράφηκε στον τίτλο κατά την δακτυλογράφηση και/ή λόγω γραφικού και/ή τυπογραφικού λάθους το όνομα της Καθ' ης η αίτηση η οποία από τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι εμφανές ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αρ.103, ως περιγράφεται στην Έκθεση Aπαιτήσεως. Είναι ορθό και δίκαιο να τροποποιηθεί και να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα ώστε να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι ορθοί διάδικοι και η Katherine Maria Ruszowska είναι ορθός διάδικος. Είναι αναγκαίο όπως επιτραπoύν οι αιτούμενες τροποποιήσεις και αλλαγές διότι αφορά στοιχεία αναγκαία και/ή απαραίτητα για να προχωρήσει η εκτέλεση της απόφασης και να απονεμηθεί δικαιοσύνη και αποφυγή αδικίας. Οι τροποποιήσεις δε αυτές δεν θα επιφέρουν βλάβη στην Καθ' ης η αίτηση και δεν θα προξενήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ζημιά. Την 1.11.12 η Katherine Maria Ruszowska (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία βασίζεται στις Δ.9 Κ.10, Δ.63 Κ.1, 2, Δ.25 Κ.1-5, Δ.12 Κ.1-5 και Δ.48 Κ.4, 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση πάσχει καθότι ο τίτλος είναι λανθασµένος αφού Ενάγoυσα/Aιτήτρια σε αυτήν εµφαίvεται µόνο η Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος Limnaria Westpark και συνεπώς δεν είναι οι ορθοί Ενάγοντες.
- Η αίτηση έπρεπε να επιδοθεί στο πρόσωπο το οποίο ζητείται να προστεθεί σαν διάδικος στην παρούσα διαδικασία.
- Η Καθ' ης η αίτηση είναι διαφορετικό πρόσωπο από την Kathryn Rustkowska στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλµα.
- Οι ζητούµενες τροποποιήσεις έχουν γίνει σε πολύ καθυστερηµένο στάδιο και/ή προχωρηµένο στάδιο και οι Ενάγοντες όφειλαν να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε να εξασφαλίσουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούντο για να καταχωρήσουν την πιο πάνω αγωγή και όχι µετά την έκδοση απόφασης, τυχόν δε αποδοχή τους είναι αντίθετη µε την υφιστάµενη νοµοθεσία και νοµολογία.
- Οι ζητούµενες τροποποιήσεις ή και µέρος αυτών επηρεάζoυν δυσµενώς τα κεκτηµένα δικαιώµατα (vested rights) και/ή προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζηµιά στην Καθ' ης η αίτηση σε βαθµό που είναι αvτίθετες µε την υφιστάµενη νoµoθεσία και νοµολογία. Τυχόν αποδοχή τροποποίησης της απόφασης δεν θα δίδει σε καµιά περίπτωση την ευκαιρία στην Καθ' ης η αίτηση να υπερασπιστεί και να ακουσθεί από το Δικαστήριο.
- Οι ζητούµενες τροποποιήσεις ή και µέρος αυτών είναι αποτέλεσµα κακή τη πίστει ενεργειών από τους Αιτητές και κατά συνέπεια κατά παράβαση της υφιστάµενης νοµολογίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση στην αγγλική γλώσσα, η οποία έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Ειρήνη Πουλλά. Στην ένορκη αυτή δήλωση η Καθ΄ης η αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: Το όνομα της ομοιάζει μπορεί να πει κάποιος μετά της Εναγόμενης
- Η αίτηση τροποποίησης πάσχει καθότι ο τίτλος είναι λανθασμένος εφόσον αναγράφεται σαν αιτητής μόνο η Ενάγουσα 2 και συνεπώς δεν είναι οι ορθοί Ενάγοντες. Στις ή γύρω στις 21.9.11 της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή με όνομα σε αυτό κάποιας Kathryn Rustkowska. Δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εμφάνιση γιατί το όνομα της Εναγομένης 2 μοιάζει με το δικό της όμως δεν είναι αυτό το όνομα της. Στις ή γύρω στις 22.11.11 έμαθε από τη δικηγόρο της, η οποία είναι και δικηγόρος του Εναγομένου 1, ότι εξεδόθη απόφαση εναντίον της Εναγομένης
- Η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να της επιδοθεί και όχι να σταλεί με φαξ στη δικηγόρο Ευαγγελία Πουλλά αφού ζητείται η τροποποίηση όχι μόνο του τίτλου αλλά και της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή και τα συμφέροντα της θα επηρεαστούν. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις έχουν γίνει σε πολύ καθυστερημένο και/ή προχωρημένο στάδιο και οι Ενάγοντες όφειλαν να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε να εξασφαλίσουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούντο για να καταχωρήσουν την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και όχι μετά την έκδοση απόφασης και η τυχόν αποδοχή τους είναι αντίθετη με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα της και/ή θα προκληθεί αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτήν και/ή οι επιτρεπόμενες αλλαγές δεν μπορούν να δοθούν σύμφωνα με την νομοθεσία και υφιστάμενη νομολογία. Οι Ενάγοντες δεν μπορούν να προχωρήσουν εναντίον της με την διόρθωση του τίτλου της αγωγής και της απόφασης αφού εάν γίνει κάτι τέτοιο δεν της δίδεται η ευκαιρία να υπερασπιστεί και να ακουστεί από το Δικαστήριο. Η ασαφής διατύπωση αλλά και γενικότερα η στάση των Αιτητών όπως παρατηρείται μέσα από την ένορκη δήλωση της Χρύσως Καδή ουσιαστικά ισοδυναμεί με απόκρυψη των πραγματικών τους θέσεων και αφήνει αρκετές υπόνοιες κακοπιστίας με αποτέλεσμα οι σκοπούμενες τροποποιήσεις να γίνονται κακή τη πίστει αφού δεν θα της δοθεί καμία ευκαιρία να υπερασπιστεί και να ακουσθεί από το Δικαστήριο, κατά συνέπεια κατά παράβαση της υφιστάμενης νομοθεσίας και νομολογίας. Εάν εγκριθούν οι ζητούμενες τροποποιήσεις θα έχουν σαν αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά σε βαθμό που να μην θεραπεύεται με την επιδίκαση σε αυτήν των εξόδων της αίτησης. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση και στην ένσταση αντίστοιχα, επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 ΑΑΔ 1805 με αναφορά και σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία λέχθηκε ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer) δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου, δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας. Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Σε τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση. Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αναφέρεται σε ολόκληρη την αγωγή και ως εκ τούτου οποιοδήποτε διάβημα υπάρχει καταχωρημένο στο φάκελο αυτόματα τροποποιείται όταν η αίτηση εγκριθεί. Καταλήγει δε ότι δεν απαιτείται αίτηση για τροποποίηση όλων των διαβημάτων και εγγράφων που βρίσκονται καταχωρημένα, γιατί έτσι θα καταλήγαμε σε παράλογα αποτελέσματα. Εκείνο που απαιτείται από τη νομολογία είναι η καταχώρηση του τροποποιηθέντος δικογράφου, ούτως ώστε ο φάκελος της δικογραφίας να τηρείται ορθά. Αναφορικά με την δυνατότητα διόρθωσης-τροποποίησης του ονόματος του εναγόμενου μετά την έκδοση απόφασης σχετική είναι η E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ 443, όπου εξετάσθηκε και το κατά πόσο μπορούσε να γίνει τέτοια δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του δικαστηρίου βάσει της Δ.25 Κ.5. Στα πλαίσια αυτά έγινε αναφορά στην υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels [1954] All ER 659, η οποία αφορούσε αφορούσε αίτημα για διόρθωση του ονόματος του εναγομένου μετά από την απόφαση, ανάγκη η οποία προέκυψε από το ότι, όπως απεκαλύφθη όταν επεδιώχθηκε εκτέλεση της απόφασης, το πραγματικό όνομα του εναγομένου ήταν Josef Battels και όχι Bernhard Bartels όπως αναφερόταν στην αγωγή και στην απόφαση και όπως είχε διεξάγει τις εμπορικές δραστηριότητες του με τους ενάγοντες. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ο Denning, L J., χαρακτήρισε την αίτηση ως επιδιώκουσα «να ξεπεράσει αυτό το πολύ τεχνικό σημείο» και κατέληξε βασιζόμενος ευρύτερα στην Ο.28 r.12 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου ότι όταν δεν επιδιώκεται αλλαγή του ουσιαστικού και λειτουργικού μέρους της ίδιας της απόφασης αλλά απλά η αλλαγή του τίτλου της αγωγής, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διορθώσει οποιαδήποτε σφάλμα περί το όνομα ή κακή περιγραφή σε οποιοδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά την έκδοση απόφασης. Με βάση και το ότι η αγγλική Ο.28 r. 12 είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.25 Κ.5, η οποία προνοεί "at any time" και καλύπτει "any proceedings", το Ανώτατο μας Δικαστήριο κατέληξε ότι η πιο πάνω αγγλική απόφαση εκφράζει τη νομική θέση και στην Κύπρο όπου αφορά την άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 Κ.5 καθώς και της συμφυούς εξουσίας του να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) και μετά την έκδοση της απόφασης. Προς επίρρωση δε αυτής της κρίσης έγινε παραπομπή και στην υπόθεση Επί της αφορώσι την Αίτηση της Cyprus Transport (Taxi) Co Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 294. Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται λοιπόν ότι όταν για παραδείγμα, είναι καθαρό ότι το όνομα του εναγομένου στον τίτλο της αγωγής έχει γραφτεί με λάθος ορθογραφία ή έχει γραφτεί λάθος αλλά δεν είναι τόσο αλλοιωμένο που να μην αντιληφθεί κάποιος ότι πρόκειται για το σωστό πρόσωπο, και αυτό το λάθος αποκαλυφθεί όταν ο ενάγοντας επιχειρήσει να εκτελέσει την απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διόρθωση του λάθους ακόμη και μετά την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου είναι πράγμα που θα αλλάξει το ουσιαστικό και λειτουργικό μέρος της απόφασης. Στην υπόθεση Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ 1092 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων στην αγγλική και στην κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 όπως συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigagion Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α. Δ.33, αποφάνθηκε ότι η αναφορά σε λανθασμένο όνομα (misnomer) μπορούσε να διορθωθεί σύμφωνα και με τις πρόνοιες της Δ.25 Κ.1. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1608 και πάλι με αναφορά σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία (βλ. Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672) λέχθηκε ότι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις σφάλματος περί το όνομα (misnomer) δηλ. για να αποφασισθεί το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα ή κακής περιγραφής, είναι όχι το τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που θα λάβει το κλητήριο και θα το διαβάσει θα αντιλαμβανόταν το νόημα του. Ως δε το έθεσε ο Devlin, L.J. στην πιο πάνω αγγλική απόφαση: «Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)"». Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θεωρώ ότι το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης στην παρούσα είναι κατά πόσο αυτή αποτελεί περίπτωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος διαδίκου (misnomer). Πριν προχωρήσω όμως στην εξέταση του πιο πάνω θέματος που αφορά την ουσία της αίτησης θα ασχοληθώ με κάποιους από τους λοιπούς λόγους ένστασης. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 1, η Δ.48 Κ.2
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι μια αίτηση δια κλήσεως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 46 που περιλαμβάνεται στο Παράρτηµα Α (Appendix Α). Στον εν λόγω Τύπο φαίνεται ότι στο σώμα (τίτλο) της αίτησης πρέπει να αναγράφονται οι διάδικοι. Σε περίπτωση λοιπόν που δεν έχει επέλθει, μετά την καταχώρηση της αγωγής, οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου της τότε θα πρέπει λογικά να αναφέρονται οι αρχικώς αναγραφόμενοι διάδικοι. Στην παρούσα περίπτωση πράγματι στον τίτλο της αίτησης αναγράφονται μόνο οι Ενάγοντες 2 - Αιτητές και όχι και οι Ενάγοντες 1, ως στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η αίτηση, όσον αφορά το εν λόγω θέμα, δεν συμμορφώνεται με τον προβλεπόμενο για αυτές τις περιπτώσεις Τύπο 46 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο ενόψει αυτού η υπό κρίση αίτηση διασώζεται από τις διατάξεις της Δ.64. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι ο σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση, η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη. Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα. Τονίστηκε δε ότι η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς και δεν παρέχεται εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις. Αναφέρθηκε επίσης ότι η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό, για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Στην ίδια υπόθεση εξετάσθηκε πως επιτυγχάνεται η θεραπεία της παρατυπίας με βάση τη Δ.64 και τέθηκαν οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τον προβλεπόμενο από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Τύπο της αίτησης. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Πρόκειται λοιπόν περί παρατυπίας, η οποία είναι θεραπεύσιμη. Σίγουρα η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας. Περαιτέρω οι Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα για θεραπεία αυτής. Από την άλλη όμως είναι εμφανές από το σώμα της αίτησης ότι αυτή καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες 2 - Αιτητές (εφόσον αναγράφεται ότι αυτοί καταχωρούν την αίτηση), υπέρ των οποίων και μόνο εκδόθηκε η απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2, αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση έρευνας ημερ. 31.1.12 που επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Το μέγεθος δε της παρατυπίας αυτής δεν είναι, ενόψει και των όσων έχουν προαναφερθεί, μεγάλο. Ως έχει προλεχθεί η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Ενόψει των ανωτέρω ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την υπό αναφορά παρατυπία. Κατά συνέπεια ο λόγος της ένστασης αρ. 1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση έπρεπε να επιδοθεί σε αυτήν ως το πρόσωπο το οποίο ζητείται να προστεθεί σαν διάδικος και όχι στη συνήγορο αυτής θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει προαναφερθεί με την παρούσα το θέμα που τίθεται είναι το κατά πόσο υπάρχει λανθασμένη περιγραφή ονόματος και όχι προσθήκη διαδίκου. Εφόσον λοιπόν πρόκειται ουσιαστικά για αίτηση τροποποίησης δεν φαίνεται να δημιουργείται οποιοδήποτε θέμα εκ της επίδοσης αυτής στην δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση, η οποία ήταν γνωστό ότι εκπροσούπε αυτήν εφόσον την εκπροσώπησε και στην αίτηση έρευνας που καταχώρησαν οι Αιτητές, καταχωρώντας σχετική ένσταση. Ακόμη όμως και αν το πιο πάνω δεν ήταν ορθό θεωρώ ότι η επίδοση της αίτησης στην δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση δεν προκάλεσε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην τελευταία, εφόσον αυτή παρά ταύτα έλαβε γνώση της αίτησης καθώς και μέρος στη διαδικασία, εκπροσωπούμενη από δικηγόρο και χωρίς να θέσει καθόλου θέμα επιδόσης εκ των προτέρων, καταχώρησε ένσταση και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις θέσεις που επιθυμούσε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, ως έχει προαναφερθεί, οι Ενάγοντες στην παρούσα αξιώνουν με την αγωγή τους ποσό, ως κοινόχρηστα έξοδα για συγκεκριμένη περίοδο, για συγκεκριμένο υποστατικό και δη για το διαμέρισμα με αρ. 103, το οποίο βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα Limnaria Westpark στην Κ. Πάφο και του οποίου οι Εναγόμενοι, κατ' ισχυρισμό, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι. Η Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια ένστασης της ημερ. 9.4.12, στην αίτηση έρευνας που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές στις 31.1.12 και της επιδόθηκε, ανέφερε ότι ονομάζεται Katherine Maria Ruszowska και όχι Kathryn Rustkowska και επισύναψε προς τούτο αντίγραφο του διαβατηρίου της και τίτλο ιδιοκτησίας. Ως αναφέρουν όμως και οι Αιτητές και δεν έχει καν αμφισβητηθεί ούτε διαψευσθεί από την Καθ' ης η αίτηση, από τον εν λόγω τίτλο ιδιοκτησίας είναι εμφανές ότι η Καθ' ης είναι η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αρ.103 για το οποίο εγέρθηκε η παρούσα αγωγή. Το κλητήριο ένταλμα της εν λόγω αγωγής, ως και η ίδια η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται, επιδόθηκε σε αυτήν στις 21.9.
- Ο λόγος που δίδει η Καθ' ης αίτηση για το ότι δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εμφάνιση είναι ότι το όνομα της Εναγομένης 2 μοιάζει με το δικό της όμως δεν είναι αυτό το όνομα της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην ότι το κριτήριο ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο μια περίπτωση αποτελεί απλά λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer), είναι πώς ένας λογικός άνθρωπος στη θέση της Καθ' ης η αίτηση, που θα λάμβανε την αγωγή θα αντιλαμβανόταν το νόημα της και ότι αυτή απευθύνεται στην ίδια, καθώς και το ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται ότι το ονοματεπώνυμο της Εναγόμενης 2 στο κλητήριο ένταλμα ήταν Kathryn Rustkowska, που ομοιάζει παρά πολύ με το όνομα της Καθ' ης η αίτηση ήτοι Katherine Maria Ruszowska, σε συνδυασμό με το ότι το αντικείμενο της αγωγής αφορούσε το διαμέρισμα το οποίο ανήκει στην Καθ' ης αίτηση, καταλήγω ότι δεν μπορούσε να υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό αυτής, όταν έλαβε το κλητήριο ένταλμα, ότι ήταν εκείνη την οποία οι Ενάγοντες είχαν πρόθεση να ενάγουν και όχι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ότι απλώς είχαν γράψει λάθος το ονοματεπώνυμο της. Η απόφαση λοιπόν δεν λήφθηκε εναντίον ανύπαρκτου νομικού προσώπου, ούτε και επιδιώκεται με την παρούσα η προσθήκη νέου διαδίκου. Όπως δε έχει προαναφερθεί, η μη εμφάνιση του Εναγόμενου στη διαδικασία, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα αδυναμίας διακρίβωση από το κλητήριο ένταλμα κατά πόσο ο Ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει, κάτι που κατά την κρίση μου δεν ισχύει στην παρούσα. Επίσης θεωρώ ότι το λάθος στην υπό κρίση περίπτωση είναι τεχνικής φύσεως και ότι η διόρθωση του ονόματος, όπως αυτό προέκυψε από την λανθασμένη αναγραφή του στο κλητήριο ένταλμα, δεν θα επηρεάσει το ουσιαστικό μέρος της απόφασης. Περαιτέρω με βάση το ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση και ενώ αυτή λογικά αντιλήφθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν αναγράψει το ονοματεπώνυμο της λανθασμένα, επέλεξε να μην εμφανισθεί στη διαδικασία, ενώ μπορούσε να το πράξει - ακόμη και υπό διαμαρτυρία -, να εγείρει το θέμα της λανθασμένης διατύπωσης του ονόματος της και να προβάλει την υπεράσπιση της, δεν αποδέχομαι τη θέση της ότι η έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει αδικία σε βάρος της καθότι, ως ισχυρίζεται, δεν είχε την ευχέρεια να εμφανισθεί και ακουσθεί από το Δικαστήριο. Αναφορικά δε με τη θέση της Καθ' ης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις έγιναν σε πολύ προχωρημένο στάδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτό ευσταθεί καθότι, ως προκύπτει από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της παρούσας, δεν φαίνεται να παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς των Αιτητών. Αυτό γιατί, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι χωρίς ιδιαίτερη καθυστέρηση μόλις οι Αιτητές αντιλήφθηκαν το λάθος, μετά δηλ. την καταχώρηση της ένσταση της Καθ' ης στην αίτηση έρευνας, όπου η τελευταία επισύναψε και αντίγραφο του διαβατηρίου της με τα στοιχεία του ονοματεπώνυμου της και αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας, προχώρησαν με την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Καθ' ης αίτηση οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ύπαρξη κακής πίστης εκ μέρους των Αιτητών, ως ισχυρίζεται η Καθ' ης και το όλο ιστορικό της υπόθεσης και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν αποδυκνείουν από μόνα τους κάτι τέτοιο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει την απόκτηση πλεονεκτήματος από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα, καθώς και ότι στην παρούσα δεν θα μεταβληθεί το ουσιαστικό και λειτουργικό μέρος της απόφασης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται όπως ο τίτλος της αγωγής, όπως εμφαίνεται στο κλητήριο ένταλμα, στα δικόγραφα και στην απόφαση ημερ. 25.10.11, τροποποιηθεί ώστε το όνομα της Εναγόμενης 2 να διαβάζεται Katherine Maria Ruszowska. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτηση, λαμβάνοντας υπόψην ότι, παρά την επιτυχία της αίτησης, η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος της Εναγόμενης 2 οφείλεται σε λάθος των Αιτητών, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Αγωγή - Αίτηση τροποποίησης του τίτλου μετά την έκδοση απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο