ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΓΟΥ ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ, Αρ. Γεν. Αίτησης: 160/11, 12/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 160/11 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΓΟΥ Αιτητών - και -
- ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ
- ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Για Α. Δημητριάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε (κα Ελ. Μιχαήλ) Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Για Α. Χρ. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε (κα Δημητριάδη) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση «Αδείας και/ή Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 28.6.2010 που εκδόθηκε εναντίον των καθ' ων η Αίτηση όπως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου». Η αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Π"Βασιλείου, υπαλλήλου των αιτητών και γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης αυτής. Αναφέρεται σε αυτή, η έκδοση στις 28.6.2010 διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 1) υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €737.940,65 με τόκο 11,50% από 13.11.2009 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι εξοφλήσεως και του διατάγματος εκποίησης της υποθήκης Υ1263/
- Η ρηθείσα διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς σε αμφότερους τους καθ' ων η αίτηση στις 13.9.2010 (τεκμήριο 2 γνωστοποίηση της απόφασης). Η προθεσμία των είκοσι και μιας ημερών από τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης παρήλθε χωρίς οι καθ' ων η αίτηση να υποβάλουν έφεση στο Δικαστήριο και συνεπώς η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Για τούτο και οι αιτητές προσέφυγαν στο Δικαστήριο με σκοπό να εγγράψουν τη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης της. Αναφέρεται περαιτέρω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν πληρώσει κανένα ποσό έναντι της διαιτητικής απόφασης και πιστεύουν πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα στερηθούν του δικαιώματος τους, να εισπράξουν το λαβείν τους. Η εν λόγω αίτηση συνάντησε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι προβάλλουν 16 συνολικά λόγους, οι οποίοι άπτονται πολλών και ποικίλων θεμάτων, για τούτο κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί: «
- Ο Διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση στερείτο δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί της διαφοράς γιατί οι επίδικες δοσοληψίες ήταν εικονικές και παράνομες και έγιναν κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
- Έχει επηρεαστεί το δικαίωμα πρόσβασης των Καθ' ων η αίτηση σε δικαστήριο καθώς και το δικαίωμα τους για δικαστική προστασία που διασφαλίζεται από το πρώτο μέρος της παραγράφου 1 του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Η Απόφαση του Διαιτητή έγινε καθ υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπεπιστευμένης στον Διαιτητή και καταστρατηγεί το δημόσιον συμφέρον καθώς και το συμφέρον των Καθ' ων η αίτηση.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η συμπεριφορά του διαιτητού δεν ήταν η πρέπουσα και/ή κακώς διεξήγαγε την διαιτησία ο Διαιτητής.
- Έγινε κακή διαχείριση της υπόθεσης εκ μέρους των Αιτητών.
- Η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή ανίκανη εκτέλεσης.
- Η απόφαση του Διαιτητή περιλαμβάνει παράνομο τοκισμό και/ή χρεώσεις τόκων και εξόδων οι οποίες αντιβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή αποτελούν αθέμιτο πλουτισμό.
- Έχει παραβιαστεί η Αρχή της ακριβοδίκαιης δίκης γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία στους Καθ΄ ων η αίτηση να αποδείξουν την υπόθεση τους.
- Η απόφαση του Διαιτητή δεν είναι πλήρως και/ή επαρκώς δικαιολογημένη, είναι γενική και αόριστη, και δεν αναφέρει πως και γιατί κατέληξε στην απόφαση του.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, με βάση την οποία οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 52 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή αν η έφεση εναντίον της εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, παραβιάζει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, παραβιάζει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθ ότι ο Διαιτητής δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει επί διαφορών στις οποίες εγείρεται ζήτημα δόλου.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, συγκρούεται με το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και στερεί από τους Καθ' ων η αίτηση θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την μορφή νομοθετήματος.
- Η προθεσμία των 21 ημερών, που δίνεται ως χρονικό όριο για να εφεσιβληθεί η απόφαση του Διαιτητή, είναι περιοριστική των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και παραβιάζει τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα τους και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν. 171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, στερεί από τους Καθ' ων η αίτηση δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, που απαιτεί από εθνικό δικαστήριο που εγείρονται ενώπιον του ισχυρισμοί για καταχρηστική ρήτρα, να εκτιμά την ακυρότητα της συμβάσεως περί διαιτησίας και να την ακυρώνει με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω σύμβαση εμπεριέχει καταχρηστική ρήτρα, έστω και αν ο καταναλωτής επικαλέστηκε την ακυρότητα, όχι στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά αποκλειστικώς με την δικαστική διαδικασία.
- Η επίδικη διαιτητική απόφαση παραβιάζει την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και/ή αντιβαίνει την νομοθεσία και/ή εμπεριέχει αποζημίωση και/ή θεραπεία που συνιστά ποινική ρήτρα και/ή ενέχει στο στοιχείο της ποινικής ρήτρας ή/και παραβαίνει τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν.93
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.69
(1)/99». Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκος δήλωση του εκ των καθ' ων η αίτηση Κάρολου Πενταρά, ο οποίος υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους ένστασης και περαιτέρω αναφέρεται σε γεγονότα και ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και της διαδικασίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Αναφέρει συγκεκριμένα πως παρά το ότι είχαν λάβει επιστολή από τον Διαιτητή με την οποία εκαλούντο να προσέλθουν στο γραφείο των αιτητών στις 28.6.2010 για να παραστούν στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς, εντούτοις δεν παρευρέθηκαν διότι τους είχε λεχθεί από τους αιτητές ότι η διαδικασία ήταν καθαρά τυπική και ότι θα τους παραχωρείτο πίστωση χρόνου για να διευθετήσουν την αποπληρωμή του επίδικου δανείου. Ισχυρίζονται περαιτέρω πως η συμφωνία δανείου καθώς και η σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης του ακινήτου είναι παράνομες και άκυρες καθόσον ήσαν το προϊόν και το αποτέλεσμα δόλου, απάτης και εικονικότητας και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και αθέμιτης επιρροής εκ μέρους των αιτητών προς τους καθ' ων η αίτηση. Για τούτο αρνούνται ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ αυτών και των αιτητών, συνήφθη με την ελεύθερη βούληση τους. Συνεπώς προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές τους έπρεπε να είχαν επιλυθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον Διαιτητή ο οποίος στερείται δικαιοδοσίας να επιδικάσει τέτοια σοβαρά ζητήματα. Ισχυρίζονται περαιτέρω πως αμφότεροι ασχολούνταν μέσω της εταιρείας V.K. Tours & Financial Services Ltd με την ενοικίαση επαύλων και την ανάπτυξη ακινήτων στην περιοχή της Πέγειας καθώς και με ταξιδιωτικές υπηρεσίες. Κατά το έτος 2007 - 2008 οι αιτητές προσέγγισαν την εταιρεία με σκοπό να γίνει πελάτης της. Επίσης οι αιτητές προσφέρθηκαν και παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες προς την εταιρεία και τους καθ' ων η αίτηση προσωπικά και στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης και συνεργασίας η εταιρεία συνεργάστηκε με τους αιτητές για τη λήψη δανείων. Δάνεια τα οποία συνήφθηκαν στο όνομα των καθ' ων η αίτηση μετά από παραστάσεις των αιτητών. Για να καταστεί δυνατή η συνομολόγηση των εν λόγω δανείων και του επίδικου, οι καθ' ων η αίτηση και πάλι με πρόταση των αιτητών ενεγράφησαν ως μέλη των τελευταίων, συνήψαν το δάνειο και ενεργούσαν πάντοτε με βάση τις συμβουλές, παραστάσεις και παροτρύνσεις των αιτητών. Ισχυρίζονται περαιτέρω, πως υπέστησαν ζημιά από τη συνεργασία τους με τους αιτητές ύψους €1.432,46 τα οποία και αξιώνουν από τους αιτητές. Οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αγορεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέδωσαν και γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά τούτων, γίνεται κατωτέρω όπου χρειάζεται. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85, άρθρο 52
(1)και 52
(2), 3 και 4, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4 άρθρο 21, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Το Κεφ. 4 ο Περί Διαιτησίας Νόμος, προβλέπει γενικά για την παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία. Στην περίπτωση συνεργατικών εγγεγραμμένων εταιρειών όπως οι αιτητές εφαρμογή έχει ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, το άρθρο 52 του οποίου ρυθμίζει την παραπομπή, εκδίκαση και αποτελέσματα εκδίκασης μιας διαφοράς σε διαιτησία. Το άρθρο 52
(1)προνοεί πως: «Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών κατατεθών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον:.». Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου προνοεί πως ο Έφορος δύναται να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί Διαιτησίας. Ο κανονισμός 78 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 ρυθμίζει ουσιαστικά τη διαδικασία παραπομπής της διαφοράς στον Έφορο. Μετά την εκδίκαση της υπόθεσης το ίδιο άρθρο 52 προβλέπει τα δικαιώματα τα οποία έχει οποιοδήποτε μέρος επηρεάζεται από την απόφαση, αναφέροντας συγκεκριμένα πως «οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένο από την απόφαση οιουδήποτε Διαιτητού ή Διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση εις το Δικαστήριο εντός 20 και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως». Με το εδάφιο 5 του ιδίου Νόμου καταγράφονται οι συνέπειες της μη λήψης μέτρων ή της μη καταχώρησης έφεσης εντός της τασσόμενης προθεσμίας καταγράφοντας πως «αν οποιαδήποτε απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών με βάση το εδάφιο 2 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο 4 ή αν η έφεση κατά αυτής εγκαταληφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου». Όπως συνάγεται από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια και (όπως ορθά υποδεικνύεται από τον συνήγορο των αιτητών) τα πιο κάτω θεωρούνται αποδεκτά και αποδεδειγμένα. (α) Οι καθ' ων η αίτηση είναι μέλη των αιτητών οι οποίοι τυγχάνουν εγγεγραμμένη συνεργατική εταιρεία. (β) Οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται τη σύναψη του δανείου και τη γενόμενη υποθήκη. (γ) Οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται με την ένορκο δήλωση που συνόδευε την ένσταση τους ότι έλαβαν γνώση της έναρξης της διαδικασίας ειδοποιούμενοι προς τούτο από τον Διαιτητή Ιωάννη Χαραλαμπίδη να προσέλθουν στις 28.6.2010 στα γραφεία των αιτητών για να παραστούν στη διαδικασία της Διαιτησίας. (δ) Η έκδοση της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 1) είναι αδιαμφισβήτητη. (ε) Αδιαμφισβήτητο επίσης γεγονός αποτελεί η γραπτή γνωστοποίηση προς τους καθ' ων η αίτηση στις 13.9.2010 της απόφασης του Διαιτητή. Σχετικό είναι το τεκμήριο 2, επί του οποίου οι καθ' ων η αίτηση υπέγραψαν και επιβεβαίωσαν τη λήψη της απόφασης. (στ) Η απόφαση του Διαιτητή δεν εφεσιβλήθηκε από τους καθ' ων εντός της τασσόμενης προθεσμίας των 21 ημερών. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οι καθ΄ ων η αίτηση εγείρουν θέματα ουσίας της διαφοράς με τους αιτητές όπως ακυρότητα σύμβασης, υπερχρέωση, αθέμιτο επηρεασμό κλπ. Έχουν εγείρει επίσης θέματα και ισχυρισμούς που άπτονται του εγκύρου της διαιτητικής διαδικασίας, της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Διαιτητή να αποφανθεί επί της διαφοράς, ισχυρισμούς που άπτονται της συμπεριφοράς και/ή του τρόπου που ο Διαιτητής διεξήγαγε τη διαιτησία, προβάλλοντας επίσης τη θέση ότι κατά την διαδικασία της διαιτησίας παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Παρόμοια θέματα έχουν εξεταστεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αντρέας Χ"Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλατζιάς, Πολ. Έφεση 357/08 ημερ. 11.4.2012, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του Διαιτητή και παραβίασης αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από τον διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Εξετάζοντας περαιτέρω το άρθρο 52 λέχθηκαν τα εξής σημαντικά στην εν λόγω απόφαση. «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές». Της ανωτέρω απόφασης προηγήθηκε η έκδοση άλλων αποφάσεων οι οποίες επίσης είχαν ως αντικείμενο την εξέταση του άρθρου 52. (Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716. Στην τελευταία απόφαση λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Συνάγεται επομένως από την ανωτέρω τεθείσα νομολογία ότι το θέμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και οποιαδήποτε ένσταση προβληθεί θα πρέπει αυτή να έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Η ανωτέρω νομολογία έχει ξεκαθαρίσει πως δεν παρέχεται κανένα περιθώριο εξέτασης της ουσίας της διαφοράς η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και αναθεώρηση της απόφασης του Διαιτητή. Τούτα τα θέματα μπορούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της διαφοράς ή και ενδεχομένως σε έφεση που καταχωρείται εναντίον της απόφασης. Όπως έχω ανωτέρω παραθέσει στις σελ. 7-8 της απόφασης, τα οποία θεωρώ αχρείαστο να τα επαναλάβω και τα οποία αποτελούν και ευρήματα, κρίνεται πως πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Οι καθ' ων η αίτηση, πέραν των ανωτέρω ζητημάτων ουσίας που εγείρουν, προβάλλουν και θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επίσης τη σύγκρουση του εν λόγω άρθρου με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Όπως καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, το εδάφιο 5 του άρθρου 52 στερεί τους καθ' ων η αίτηση από το να προσφύγουν στο Δικαστήριο και ότι επίσης τους στερεί το δικαίωμα να ζητήσουν αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης και γενικά να προβάλλουν ενστάσεις σε ότι αφορά καταχρηστικές ρήτρες που περιέχονται στη συμφωνία μεταξύ της αιτήτριας και των καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίζονται πως «Στερεί από τους καθ' ων η αίτηση δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ που απαιτεί από εθνικό Δικαστήριο που εγείρονται ενώπιον του ισχυρισμοί για καταχρηστική ρήτρα να εκτιμά την ακυρότητα της συμβάσεως περί Διαιτησίας και να την ακυρώνει με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω σύμβαση εμπεριέχει καταχρηστική ρήτρα, έστω και αν ο καταναλωτής δεν επικαλέστηκε την ακυρότητα στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά αποκλειστικώς με την δικαστική διαδικασία». Η κλασσική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απόφαση η οποία εξετάζει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας Νόμου είναι η Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 η οποία έχει τύχει υιοθέτησης σε αρκετές μεταγενέστερες (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45). Σύμφωνα με αυτές, το θέμα της συνταγματικότητας κάποιου νόμου θα πρέπει να εγείρεται από τον διάδικο και τα Δικαστήρια δεν προχωρούν στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, δηλαδή δεν αποφασίζουν επί ζητήματος συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Το τελευταίο δίνει πιστεύω και την απάντηση στο αν θα πρέπει ή όχι να εξεταστεί το εγειρόμενο θέμα συνταγματικότητας. Με βάση την ανωτέρω τεθείσα νομολογία το θέμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και τα επίδικα ζητήματα που εξετάζονται περιορισμένα. Τα εγερθέντα θέματα της συνταγματικότητας είναι εκτός των πλαισίων και ορίων που έχει καθορίσει η νομολογία. Παρόλα αυτά όμως μια εξέταση του θέματος αποκαλύπτει το αβάσιμο της εισήγησης αυτής. Το εδάφιο 5 του άρθρου 52 δεν αποκλείει ούτε εμποδίζει διάδικο από το να προσφύγει στο Δικαστήριο. Το συγκεκριμένο άρθρο δεν στερεί δικαιώματα από τον καταναλωτή - καθ' ων η αίτηση. Απλά τάσσει προθεσμία για άσκηση τους. Κατά απόλυτα θεμιτό και συνταγματικό τρόπο, αν αναλογισθούμε ότι το ίδιο το Σύνταγμα προνοεί και τάσσει αποκλειστική προθεσμία για άσκηση προσφυγής εναντίον απόφασης, πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης. Οι καθ' ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα και την ευκαιρία να παραστούν και λάβουν μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Δεν το έπραξαν. Τους δόθηκε δεύτερη ευκαιρία προσφυγής στο Δικαστήριο για προστασία των δικαιωμάτων και έκφρασης των απόψεων και υποστήριξης των θέσεων τους, όταν τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση. Και πάλι αμέλησαν να πράξουν ότι έπρεπε. Συνεπώς κρίνεται πως κανένα συνταγματικό τους δικαίωμα δεν τους στερήθηκε. Θα πρέπει περαιτέρω να υπομνηστεί πως η διαδικασία διαιτησίας έχει αναγνωριστεί ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft A.G.
(1999)1 Α.Α.Δ. 585. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση για δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των αιτητών, άσκηση αθέμιτης επιρροής και ψυχικής πίεσης και γενικά συμπεριφορά η οποία κατέστησε την κατάρτιση της σύμβασης μη ηθελημένη και συνεπώς άκυρη και/ή ακυρώσιμη, τούτα είναι θέματα που θα έπρεπε να εγερθούν είτε κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας είτε ακόμα και με καταχώρηση αγωγής εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι να επιζητούν ακύρωση τέτοιας σύμβασης ή ακόμα σε έφεση που θα καταχωρείτο εναντίον της διαιτητικής απόφασης εντός της προθεσμίας. Πράξεις και ενέργειες τις οποίες οι καθ' ων η αίτηση αμέλησαν και/ή απέτυχαν να λάβουν στον πρέποντα χρόνο. Τονίζεται και πάλιν πως στην παρούσα διαδικασία αυτά που οφείλει καθηκόντως να εξετάσει το Δικαστήριο είναι η έκδοση της διαιτητικής απόφασης, η οποία να εκδόθηκε κατόπιν κλήσεως των καθ' ων η αίτηση, η γνωστοποίηση της προς τους καθ' ων η αίτηση τα οποία αμφότερα έχουν εκτελεστεί. Συνεπώς στην παρούσα διαδικασία δεν παρέχεται οποιαδήποτε δυνατότητα αναθεώρησης της απόφασης του Διαιτητή. Συνακόλουθα, κρίνεται πως οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε λόγο ο οποίος να επενεργεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος των αιτητών. Ενόψει όλων των λόγων οι οποίοι έχουν ανωτέρω εκτεθεί, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται σχετική άδεια και διάταγμα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Final Αναφορά: Εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης. /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο