Θωμά Καούλα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας., Αρ. Αγωγής 743/2007, 05.01.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 743/2007 Μεταξύ:
- Θωμά Καούλα, από Λεμεσό.
- Ελένη Καούλα, από Λεμεσό. Εναγόντων -και- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Εναγομένου Ημερομηνία: 05.01.2012 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Π. Αγγελίδης. Για εναγόμενο: κ. Ρ. Μαππουρίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η τουρκική εισβολή το 1974 και η παράνομη κατοχή από τότε και μέχρι σήμερα του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία επισώρευσε πολλά δεινά στον τόπο. Ενώ χιλιάδες στρατιωτών και μη έχασαν τη ζωή τους κατά την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, γύρω στις 200.000 άνθρωποι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και όλη την υπόλοιπη περιουσία τους για να σωθούν. Κατέφυγαν έτσι στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και έχουν καταστεί, και παραμένουν έκτοτε, πρόσφυγες στην ίδια την πατρίδα τους. Συνεπεία των πιο πάνω τραγικών γεγονότων πλήγηκε συγχρόνως πολύ σοβαρά και για μεγάλο χρονικό διάστημα η οικονομία γενικά της χώρας. Ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του προσφυγοποιηθέντα πληθυσμού περιήλθε, ειδικά κατά τα πρώτα χρόνια της τραγωδίας, σε οικονομική δυσπραγία. Στον πληθυσμό αυτό συγκαταλέγεται και το ζεύγος Θωμάς και Ελένη Καούλλα, ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Με την προσφυγοποίηση τους απώλεσαν όλη την ακίνητη περιουσία τους η οποία βρίσκεται στην κατεχόμενη περιοχή της Αμμοχώστου. Επίσης, απώλεσαν μια καθ' όλα υποσχόμενη επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας σακούλων διαφόρων τύπων την οποία ο κ. Θωμάς Καούλλα είχε δημιουργήσει από το
- Εγκαταστάθηκαν από νωρίς στην πόλη της Λεμεσού και επαναδραστηριοποιήθηκαν οικονομικά. Δημιούργησαν ένα μικρό τυπογραφείο και με πολλές προσπάθειες και σκληρή δουλειά μπόρεσαν να ορθοποδήσουν και να προχωρήσουν ακόμα παραπέρα. Έτσι σταδιακά η επιχείρηση τους μεγάλωσε. Το ίδιο και η οικογένεια τους. Τώρα έχουν τρία παιδιά ενώ όταν έφυγαν από την Αμμόχωστο είχαν μόνο ένα. Εκτός από την καθημερινή τους φροντίδα σε κάποιο στάδιο ήλθε η ώρα που θα έπρεπε να λάβουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Φρόντισαν και γι' αυτό οι ενάγοντες έναντι σημαντικής δαπάνης. Συγχρόνως, έπρεπε να λαμβάνουν μέτρα εκσυγχρονισμού της επιχείρησης τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέρχεται στον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, αγόρασαν μηχανήματα νέας γενιάς και επίσης εργοδότησαν περί τα είκοσι άτομα προσωπικό. Όμως, η έλλειψη γενικά κεφαλαίων και η αδυναμία που είχαν για υποθήκευση της κατεχόμενης ακίνητης περιουσίας τους για εξασφάλιση δανείων ήταν ένα μεγάλο και συνεχές πρόβλημα. Ορθώνετο μπροστά τους κάθε φορά που έπρεπε να προβούν σε μια κεφαλαιουχική ή άλλης φύσεως σοβαρή δαπάνη. Αν και με μεγάλη δυσκολία εντούτοις ανταπεξέρχοντο στις πλείστες των περιπτώσεων. Μπόρεσαν έτσι και κάλυψαν, μεταξύ άλλων, τη δαπάνη των ΛΚ250.000, περίπου, που χρειάστηκε για τις σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό. Επίσης, σε όλη τη χρονική περίοδο της προσφυγοποίησης τους κατέβαλαν ως ενοίκιο για την κατοικία όπου διαμένουν και για το υποστατικό στέγασης της επιχείρησης τους ανάλογο με το προαναφερθέν ποσό. Επιπλέον είχαν τα τρέχοντα έξοδα, ειδικά της επιχείρησης, με σοβαρότερο τους μισθούς του προσωπικού καθώς επίσης τα έξοδα συντήρησης της οικογένειας τους. Δυσκολεύτηκαν, όμως, μπόρεσαν και κάλυψαν και αυτά. Κατάφεραν έτσι να ευημερήσουν μέσα από μια επιτυχημένη επιχείρηση, τελικά. Πέτυχαν σε όλα αυτά από μόνοι τους χωρίς να λάβουν οικονομική βοήθεια από οποιοδήποτε και ειδικά από το κράτος. Αντιθέτως, το κράτος ενεργώντας μέσω των διαφόρων αξιωματούχων και λειτουργών του απέρριψε κάθε έκκληση τους για οικονομική βοήθεια και συνδρομή στις προσπάθειες τους για αντιμετώπιση των κατά καιρούς συσσωρευθέντων οικονομικών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζαν. Γι΄ αυτό και αναγκάζονταν να δανειστούν από τράπεζες με μόνη εξασφάλιση τις προσωπικές τους εγγυήσεις - θα πρέπει και την επιχείρηση τους - αφού η ακίνητη περιουσία τους στα κατεχόμενα θεωρείτο μηδενικής αξίας, για σκοπούς δανειοδότησης τους. Μη έχοντας άλλη επιλογή πώλησαν και κάποια οικογενειακή ακίνητη περιουσία που είχαν στη Δερύνεια έναντι ποσού €323.
- Και στην περίπτωση αυτή ζήτησαν, ως πρόσφυγες που ήσαν και αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, να εξαιρεθούν από την καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Η απάντηση που έλαβαν ήταν και πάλι αρνητική ενώ εγνώριζαν οι διάφοροι αξιωματούχοι του κράτους και κρατικοί λειτουργοί ότι ο κ. Θωμάς Κάουλλας αντιμετώπιζε, ειδικά την περίοδο εκείνη, το ενδεχόμενο φυλάκισης του λόγω οφειλών που είχε προς το κράτος για φόρους και εισφορές στα διάφορα ταμεία. Όμως, για τα εισοδήματα που είχαν από την επιχείρηση τους τόσον οι ίδιοι οι ενάγοντες προσωπικά όσο και η εταιρεία τους μέσω της οποίας διεξήγαγε την εν λόγω επιχείρηση φορολογήθηκαν κανονικά, όπως κάθε μη πρόσφυγας και κάθε μη προσφυγοποιηθείσα επιχείρηση. Ενώ ως μέλη που είναι του αγοραστικού κοινού πληρώνουν φόρο προστιθέμενης αξίας από την πρώτη στιγμή που εισήχθη η φορολογία αυτή. Τυγχάνουν και στον τομέα αυτό της ίδιας ακριβώς μεταχείρισης που τυγχάνουν και οι μη πρόσφυγες. Με το κράτος, όπως διατείνονται, να μην έχει λάβει ποτέ και να μη λαμβάνει μέχρι και σήμερα υπόψη κατά τη φορολόγηση τους την απώλεια εισοδήματος που αυτοί υφίστανται συνεχώς, από το 1974, εξαιτίας του ότι έχουν αποστερηθεί της κατοχής και χρήσης των κατεχομένων περιουσιών τους. Η παράλειψη αυτή του κράτους συνιστά, σύμφωνα με τη θέση των εναγόντων, άνιση μεταχείριση τους σε θέματα συνεισφοράς στα δημόσια βάρη δεδομένης της κατάστασης, ανωτέρω, η οποία έχει δημιουργηθεί μετά και συνεπεία της τουρκικής εισβολής. Επικαλούνται δε συναφώς παράβαση σε βάρος τους από τη Δημοκρατία των Άρθρων 24 και 28 του Συντάγματος. Γίνεται αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως και στο Άρθρο 23 το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα της περιουσίας. Όμως, δεν αναπτύχθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία όσον αφορά την εφαρμογή του ειδικά στην περίπτωση των εναγόντων. Ενώ παρατηρείται συγχρόνως ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν ευθύνεται η Δημοκρατία για την παραβίαση του. Επομένως, δε θα γίνει οποιαδήποτε άλλη αναφορά σ' αυτό. Συγκεκριμένα, η δικογραφημένη θέση των εναγόντων επί του προκείμενου εμφανίζεται, βασικά, στις παραγράφους 8, 9, 11 και 12 της έκθεσης απαιτήσεως όπου αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: «
- Η συνεχιζόμενη κατοχή του 37% κατά τους Ενάγοντες και κάθε αντικειμενικά σκεπτόμενο Κύπριο πολίτη απετέλεσε ένα δημόσιο βάρος και μια πρωτοφανή συμφορά που εκλήθησαν να υποστούν μόνο οι εκτοπισμένοι είτε αυτοί ήταν ιδιοκτήτες ακινήτων είτε όχι.
- Η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέποτε προσπάθησε να διαμοιράσει το δημόσιο αυτό βάρος και/ή συμφορά επί του συνόλου των Κυπρίων πολιτών εκτοπισθέντων ή μη. Ως εκ των πιο πάνω προκύπτει ότι οι Ενάγοντες που αποτελούν πρόσφυγες με απωλεσθείσες και/ή μη προσβάσιμες περιουσίες εισφέρουν στα δημόσια βάρη με μόνο κριτήριο κυρίως το εισόδημα (Φόρος Εισοδήματος) και την κατανάλωση (Φ.Π.Α.) χωρίς να λογίζεται η απωλεσθείσα περιουσία και απωλεσθέντα εισοδήματα των. Τοιουτοτρόπως παραβιάζονται τα άρθρα 23 και 24 του Συντάγματος που προνοούν σε βάρος του ιδιοκτήτη εισφορά ανάλογα με τις δυνάμεις εκάστου πολίτη. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ουσιώδης εισφορά στα δημόσια βάρη από τους μη πρόσφυγες για μη απωλεσθείσες περιουσίες ή/και περιουσίες που έχουν πολλαπλασιάσει την αξία τους μετά την τουρκική εισβολή.
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες και οι υπόλοιποι εκτοπισμένοι ουδέποτε έγιναν αντικείμενο ιδιαίτερης μεταχείρισης ούτως ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να ελάμβανε υπόψη των απωλεσθέντων περιουσιών και εισοδημάτων τους. Έτσι παρουσιάζεται φαινόμενο άνισης μεταχείρισης διότι επιβάλλεται η ίδια φορολογία σε πρόσφυγες και μη πρόσφυγες χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες των εισοδημάτων των προσφύγων που είχαν εισοδήματα από ακίνητα και τα απώλεσαν μετά την τουρκική εισβολή. Κανένας φορολογικός νόμος κατά παράλειψη της Συνταγματικής Αρχής Περί Ισότητας, δεν λαμβάνει υπόψη τις ζημιές και/ή την απώλεια εισοδημάτων που υφίστανται οι Ενάγοντες λόγω απώλειας της χρήσης και των εισοδημάτων που αναφέρονται πιο πάνω. (Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κερδών και ζημιών όπως επιτρέπεται σε όλους τους επαγγελματίες μη πρόσφυγες κατά τη διεξαγωγή των εμπορικών τους δραστηριοτήτων).
- Με την εξαίρεση την πιο πάνω μικρή βοήθεια η Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς φορολογιών, Επιδοτήσεων, κρατικών βοηθειών κλπ. ουδέποτε διέκρινε τους Ενάγοντες και τους όμοιους τους από τους μη εκτοπισθέντες. Όλοι οι φορολογικοί νόμοι εταύτισαν και ταυτίζουν μέχρι σήμερα πλήρως τους εκτοπισμένους και τους μη εκτοπισμένους.» Ας σημειωθεί ότι στην παράγραφο 10 αναφέρεται συναφώς ότι οι ενάγοντες έλαβαν μικρή μόνο βοήθεια από το κράτος για σκοπούς στέγασης τους. Ενώ με γραπτή μαρτυρία, τεκμήριο 5, επιβεβαιώνεται ότι κατά το 1992 έλαβαν για τον πιο πάνω σκοπό το ποσό των ΛΚ6.
- Πρόσθετα, έχει προσκομισθεί αναντίλεκτη μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι για αρκετά χρόνια οι πρόσφυγες φορολογούμενοι, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες, δικαιούντο φορολογικής πίστωσης ύψους ΛΚ250 κατ' έτος. Για την ακρίβεια υπήρχε νομοθετική ρύθμιση σχετικά με το θέμα αυτό. Στη συνέχεια στις παραγράφους 13 και 14 της έκθεσης απαιτήσεως αναφέρονται και τα εξής: «
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποχρέωση αποζημίωσης τουλάχιστον για τα απολεσθέντα εισοδήματα έναντι των Εναγόντων.
- Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε τη δύναμη και την εξουσία μέσω ειδικών φορολογιών και επιδοτήσεων και παροχής κρατικής γης να εξασφαλίσει τα απολεσθέντα εισοδήματα των εκτοπισθέντων που προέκυπταν από τις ακίνητες περιουσίες των. Η Κυπριακή Δημοκρατία απέτυχε πλήρως.» Τέλος, στην παράγραφο 15 παρατίθεται κατά τρόπο συνοπτικό η απώλεια εισοδημάτων την οποία οι ενάγοντες έχουν, κατ' ισχυρισμό, υποστεί σε σχέση με το κάθε ένα από τα ακίνητα τους που αναφέρονται εκεί και τα οποία βρίσκονται στην κατεχόμενη επαρχία Αμμοχώστου. Ανέρχεται συνολικά στο ποσό των ΛΚ109.192.000.- το οποίο οι ενάγοντες αξιώνουν ως ειδική ζημιά από το κράτος. Περαιτέρω, αξιώνουν την επιδίκαση προς όφελος τους παραδειγματικών, τιμωρητικών και γενικών αποζημιώσεων, αξιώσεις τις οποίες, όμως, δεν προώθησαν. Όπως ο κ. Καούλλας εξήγησε στη μαρτυρία του, η απώλεια εισοδήματος η οποία δικογραφείται στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαιτήσεως αντανακλά τις δικές του εκτιμήσεις με βάση τη δυνατότητα ανάπτυξης και εκμετάλλευσης κάθε ακινήτου ξεχωριστά, όπως τη γνώριζε ο ίδιος όντας γνώστης κάποιων γεγονότων, αλλά και εκ πείρας. Προφανώς η εκτίμηση, ανωτέρω, του κ. Καούλλα δεν αποτελεί ορθό υπολογισμό της απώλειας του και της συζύγου του για τη στέρηση που έχουν υποστεί, και συνεχίζουν να υφίστανται, της χρήσης της κατεχόμενης ακίνητης περιουσίας τους. Αναγνωρίζοντας το γεγονός αυτό οι ενάγοντες πρόσφεραν σχετικά τη μαρτυρία ειδικού εκτιμητή ο οποίος χρησιμοποιώντας επιστημονική μέθοδο, την οποία παραθέτει λεπτομερώς στην έκθεση του, έγγραφο 2, διαπιστώνει ότι η απώλεια των εναγόντων σε ενοίκια για την περίοδο από 16.8.1974 μέχρι την 16.6.2010 υπολογίζεται στο ποσό των €9.964.
- Χρησιμοποιώντας την ίδια βασικά μέθοδο η εκτιμήτρια του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η οποία κατάθεσε για το θέμα αυτό εκ μέρους της Δημοκρατίας, βρήκε ότι η απώλεια των εναγόντων υπολογίζεται για την ίδια περίοδο σε €6.482.
- Δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκτιμήσεις θα μπορούσε, αντικειμενικά, να θεωρηθεί ότι είναι πιο δίκαιη για αποζημίωση των εναγόντων σε σχέση με την εν λόγω απώλειά τους. Όμως, προχωρώντας περαιτέρω, είναι πρόδηλο ότι η παρούσα αποτελεί πρόκληση κατά της Δημοκρατίας να προβεί στην αποζημίωση του ζεύγους Καούλλα και όλων βασικά των προσφύγων της Κυπριακής τραγωδίας για την απώλεια χρήσης της ακίνητης περιουσίας τους η οποία από το 1974 και μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό την τουρκική κατοχή. Δεν έχει αποτελέσει ζήτημα το ύψος της δαπάνης η οποία θα χρειαστεί για την αποζημίωση όλων των προσφύγων ιδιοκτητών κατεχόμενης ακίνητης περιουσίας, αν τελικώς επιτύχει μέχρι τέλους η αγωγή. Αν και με κάποιες εκτιμήσεις ομάδας επιστημόνων του Πανεπιστημίου Κύπρου μπορεί να ανέρχεται σε 15,78 δισεκατομμύρια ευρώ σε τιμές του
- Η έκθεση τεκμήριο 14 είναι σχετική. Όμως, αποτελεί ζήτημα ο τρόπος προσφυγής των εναγόντων στη δικαιοσύνη για διεκδίκηση της οποιασδήποτε αποζημίωσης την οποία αυτοί τυχόν να δικαιούνται για την εν λόγω απώλεια την οποία, προφανώς, έχουν υποστεί. Και είτε είναι με τη μια είτε με την άλλη εκτίμηση, από τις δύο που έχουν ετοιμαστεί για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, που αυτή έχει υπολογιστεί. Επομένως, θα πρέπει κατ΄ αρχάς να αποφασιστεί, και αυτό αποτελεί θέμα νομικό που άπτεται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατά πόσο ορθώς οι ενάγοντες προσέφυγαν εναντίον της Δημοκρατίας ασκώντας αστική αγωγή την οποία καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ζήτημα αυτό επιτάσσει να εξεταστεί πότε και πώς ένα πρόσωπο δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς εναντίον της Δημοκρατίας αποδίδοντας της υπαιτιότητα για ζημιά την οποία έχει υποστεί από παραβίαση, μεταξύ άλλων, και συνταγματικών δικαιωμάτων του, και αξιώνοντας εναντίον της κάποια θεραπεία. Και εν προκειμένω την πληρέστερη εξέταση της φύσης της προβαλλόμενης με την παρούσα αγωγή αιτίας. Είναι μάλλον προφανές ότι με αυτήν οι ενάγοντες επιρρίπτουν ευθύνη στη Δημοκρατία για παράλειψη της να λάβει οποιαδήποτε ή και επαρκή μέτρα, βασικά φορολογικής φύσεως, τα οποία θα είχαν ως αποτέλεσμα την ισότιμη κατανομή μεταξύ προσφύγων και μη προσφύγων των οικονομικών βαρών τα οποία προέκυψαν συνεπεία της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής του 37% του εδάφους της. Έστω και αν η Δημοκρατία δε φέρει οποιαδήποτε ευθύνη γι΄ αυτά τα τελευταία προαναφερθέντα γεγονότα. Ειδικά σε σχέση με τους ενάγοντες τα μέτρα αυτά θα έπρεπε να ελάμβαναν υπόψη την απώλεια εισοδήματος, υπό μορφή απολεσθέντων ενοικίων, την οποία αυτοί έχουν υποστεί λόγω της αποστέρησης της χρήσης της κατεχόμενης ακίνητης περιουσίας τους. Αν λαμβάνονταν δε τα μέτρα αυτά υπόψη, όπως θα έπρεπε, ενδεχόμενα οι ενάγοντες να ήσαν σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση. Ή και θα είχαν τη δυνατότητα για καλύτερες ευκαιρίες τόσο στον τομέα αυτό όσο και σε άλλους τομείς γενικά της ανθρώπινης δραστηριότητας. Βέβαια, είναι γεγονός ότι η αξίωση των εναγόντων με την παρούσα αγωγή είναι συγκεκριμένη, και προσδιορίζεται πιο πάνω. Δεν προβάλλουν αξίωση για χαμένες ευκαιρίες, αν και είναι κατανοητό ότι κάποιες σκέψεις και για το θέμα αυτό θα πρέπει να είχαν κατά καιρούς βασανίσει το μυαλό, προπαντός, όσων βίωσαν άμεσα τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Όμως, αυτό είναι ένα κεφάλαιο το οποίο εκφεύγει εντελώς της υπό εξέταση υπόθεσης. Η εν λόγω αξίωση των εναγόντων εδράζεται στα Άρθρα 24 και 28 του Συντάγματος. Εκλαμβάνει δε ως δεδομένο ότι η Δημοκρατία με την προαναφερθείσα παράλειψη της έχει παραβεί τις βασικές πρόνοιες που αναφέρονται στα θεμελιώδη δικαιώματα κάθε ανθρώπου για ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη και για ισονομία και ισοπολιτεία, αντίστοιχα. Οι πρόνοιες αυτές στα Άρθρα 24 και 28 προβλέπουν τα εξής: «24.
- Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού.
- Ουδεμία τοιοαύτη συνεισφορά διά καταβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται, ειμή διά νόμου ή κατ΄ εξουσιοδότησιν νόμου». 28.
- Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.» Οι πιο πάνω συνταγματικές πρόνοιες δεν είναι άσχετες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Re Hji Kyriacos and Sons Ltd 5 R.S.C.C. 22, κρίθηκε κατά το 1963 από το τότε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στη σελίδα 29, ότι «....paragraph 1 of Article 24 is an aspect, in the sphere of taxation, of the principle of equality enshrined in Article 28 of the Constitution». Βασικά, επανέλαβε προηγούμενη διαπίστωση του σχετικά, στην υπόθεση Mikrommatis v. The Republic 2 R.S.C.C. 125, στη σελίδα
- Είναι λοιπόν υπό το φως της πιο πάνω πρόνοιας του Άρθρου 24.1 που ζητούν οι ενάγοντες να εξεταστεί το παράπονο τους για μη ισότιμη με τους μη πρόσφυγες μεταχείρισης τους από το κράτος στον τομέα της συνεισφοράς στα δημόσια βάρη. Και ειδικά χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη η εν λόγω συνεχιζόμενη απώλεια εισοδημάτων την οποία υφίστανται και τους καθιστά οικονομικά πιο αδύναμους σε σύγκριση με την άλλη «κατηγορία» των φορολογουμένων. Η αντίληψη αυτή ως προς τη φύση του εν λόγω παραπόνου φέρνει στην επιφάνεια τις διάφορες φορολογίες οι οποίες επιβλήθησαν κατά καιρούς στους ενάγοντες από τα αρμόδια τμήματα του κράτους. Περιλαμβάνουν, βεβαίως, και την επιβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών σε σχέση με την πώληση του οικογενειακού κτήματος στη Δερύνεια καθώς επίσης τα διάφορα αιτήματα τους για απαλλαγή ή εξαίρεση τους από αυτές. Η φορολογία οποιουδήποτε είδους επιβάλλεται διά νόμου, Άρθρο 24.
- Θα πρέπει δε αυτός να συνάδει με τη θεμελιακή πρόνοια του Άρθρου 24.1, ανωτέρω, ώστε να διασφαλίζεται η κατοχύρωση του δικαιώματος για ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, το οποίο προβλέπεται σ' αυτήν, για το κάθε φορολογούμενο πρόσωπο ξεχωριστά. Η φύση του εν λόγω δικαιώματος έχει επεξηγηθεί από τη σχετική νομολογία. Η Re Hji Kyriacos and Sons Ltd, ανωτέρω, υπήρξε πρωτοπόρος στο θέμα αυτό. Δε χρειάζεται, όμως, να γίνει περαιτέρω αναφορά στην πτυχή αυτή. Αυτό που είναι σημαντικό για σκοπούς της παρούσας συζήτησης είναι η διαπίστωση στην υπόθεση Pouros v. The Attorney - General
(1980)1 C.L.R. 411, στις σελίδες 415 ως 416, ότι «... the imposition of taxation by virtue of law whether correctly or wrongly applied, is a matter that falls within the domain of public law and any person aggrieved from such a decision when executory in its character has ultimately and after going through the procedures that may possibly exist for administrative review a remedy under Article 146 of the Constitution and the proper Court which has exclusive competence in such matters is now the Supreme Court in its revisional jurisdiction.» Η πιο πάνω υπόθεση αποτελεί συγχρόνως σαφές παράδειγμα δικαστικής κρίσης αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο ένα πρόσωπο μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη σε σχέση με απόφαση, πράξη ή παράλειψη οργάνου του κράτους ασκών εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, την οποία θεωρεί ότι πλήττει κατά κάποιο τρόπο τα δικαιώματα του. Ενώ τα γεγονότα της είναι επίσης σημαντικά αν και όχι ιδιαίτερα σχετικά με αυτά στην παρούσα υπόθεση. Αφορούσαν περίπτωση στην οποία η αρμόδια φορολογική αρχή είχε για αρκετά χρόνια φορολογήσει το εισόδημα από σύνταξη την οποία ελάμβανε ο ενάγοντας δυνάμει συγκεκριμένου νόμου. Στο μεταξύ το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε μια άλλη υπόθεση, την Papaneophytou (No2) v. The Republic
(1973)3 C.L.R. 527, ότι η εν λόγω σύνταξη δεν υπόκειτο σε φορολόγηση. Βασιζόμενος στη νομολογία αυτή ο ενάγοντας κίνησε αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας αξιώνοντας επιστροφή του φόρου που του είχε επιβληθεί τα προηγούμενα χρόνια, και τον είχε πληρώσει, as money had and received. Η αγωγή απορρίφθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση. Με δεδομένες τις συνταγματικές πρόνοιες στα Άρθρα 172 και 146.6 οι οποίες καθορίζουν πότε και πώς προσφεύγει κάποιος δικαστικώς εναντίον της Δημοκρατίας, κρίθηκε ότι δεν ενέπιπτε η περίπτωση εκείνη στο Άρθρο
- Η προηγηθείσα νομολογία η οποία είχε αποφασίσει το παράνομο της επιβληθείσας φορολογίας σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύνταξη, δε δημιουργούσε την αιτία αγωγής την οποία ο ενάγοντας είχε επικαλεσθεί εναντίον της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου
- Θα έπρεπε η παράνομα επιβληθείσα φορολογία να είχε προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146.1 και ο ενάγοντας να είχε δικαιωθεί κατά την αναθεωρητική διαδικασία για να δικαιούτο ακολούθως να εγείρει αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 146.6, αξιώνοντας αποζημιώσεις ή κάποια άλλη θεραπεία. Αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας των προαναφερθέντων ΄Αρθρων παρατέθηκε επιδοκιμαστικά το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Kyriakides v. The Republic 1 R.S.C.C. 66, από τη σελίδα
- Είχαν λεχθεί σχετικά τα ακόλουθα: «The Court is of the opinion that no question of parallel legal remedies can arise though the correlation of Articles 146 and
- Article 172 lays down the general principle that the Republic is made liable "for any wrongful act or omission causing damage committed in the exercise or purported exercise of the duties of officers or authorities of the Republic". It is clearly aimed at remedying the situation existing before the coming into force of the Constitution whereby the former Government of the Colony of Cyprus could not be sued in tort. The principle embodied in Article 172 has been given effect, inter alia, in the Constitution by means of paragraph 6 of Article 146 in respect of all matters coming within the scope of such Article
- Therefore, in the opinion of this Court, in respect of all wrongful acts or omissions referred to in Article 172 and which acts or omissions come within the scope of Article 146 an action for damages lies in a civil Court only under paragraph 6 of such Article, consequent upon a judgment of this Court under paragraph 4 of the same Article, and in such cases an action does not lie direct in a civil Court by virtue of the provisions of Article 172.» Η ίδια ερμηνεία που αναφέρεται πιο πάνω όσον αφορά τη λειτουργία των Άρθρων 172 και 146.6 υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη της αρχικής υπόθεσης, ανωτέρω, νομολογία. Αναφέρονται ενδεικτικά οι υποθέσεις Vrahimi v. The Republic 4 R.S.C.C. 121, The Attorney General v. Markoullides [1966] 1 C.L.R. 242 και Georghiou v. Attorney General
(1982)1 C.L.R. 938. Ειδικά στην τελευταία υπόθεση είχε διασαφηνιστεί περαιτέρω ο συσχετισμός αυτός με την παρατήρηση, στη σελίδα 945, ότι: «The liability of the state under Article 172 extends to wrongful acts or omissions committed or suffered in the domain of both public as well as private law, subject to this qualification. Where the wrongful act is committed in the field of public law, its annulment under Article 146 is a prerequisite to a civil action under Article 146.6 of the Constitution.» Και παραπέμποντας για υποστήριξη στην προηγηθείσα νομολογία, ανωτέρω. Οι οποιεσδήποτε αποφάσεις εκτελεστικού χαρακτήρα είχαν ληφθεί κατά καιρούς εκ μέρους του κράτους οι οποίες αφορούσαν τους ενάγοντες επηρεάζοντας δυσμενώς, κατά την άποψη τους, οποιοδήποτε δικαίωμα τους σαφώς ενέπιπταν στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα και θα μπορούσαν να προσφύγουν για τη κάθε μια από αυτές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το ΄Αρθρο 146, επιδιώκοντας μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης την ακύρωση της. Μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι παραβιάζετο το δικαίωμα τους δυνάμει του ΄Αρθρου 24.1 για τους λόγους οι οποίοι έχουν προαναφερθεί. Σε περίπτωση δικαίωσης τους θα μπορούσαν να εγείρουν αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας δυνάμει της παραγράφου 6 του εν λόγω ΄Αρθρου για αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Και τότε ενδεχόμενα να δικαιούνται δίκαιη ή εύλογη αποζημίωση η οποία δε θα είναι κατ΄ ανάγκη η ίδια με αυτή που προσπάθησαν να αποδείξουν στην παρούσα υπόθεση, (βλ. The Attorney General v. Markoullides, ανωτέρω). Ας σημειωθεί δε συναφώς ότι δεν έχει γίνει παραπομπή σε οποιοδήποτε υπέρτερο νόμο ο οποίος να καταργεί τις ρυθμίσεις του ΄Αρθρου 146, και ειδικά σε υπόθεση όπως είναι η παρούσα. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες μπορούν και τώρα να προσφύγουν σε σχέση με φορολογία η οποία τυχόν να τους επιβληθεί για οποιοδήποτε φορολογικό έτος. Και στα πλαίσια αυτά να προβάλουν την ισχυριζόμενη παραβίαση σε βάρος τους, από το κράτος, του δικαιώματος της ισότιμης συνεισφοράς σε σχέση με τα δημόσια βάρη που προβλέπεται στο ΄Αρθρο 24.1, ανωτέρω. Στα πλαίσια αυτά θα μπορεί να αναπτυχθεί και όλη η επιχειρηματολογία η οποία αναπτύχθηκε σχετικά στην παρούσα υπόθεση και δεν κρίνεται βοηθητική δεδομένης της πορείας και της κατάληξης στην απόφαση αυτή. Εκ του περισσού, βέβαια, παρατηρείται επίσης ότι μια τέτοια προσφυγή ενδεχόμενα να εκληφθεί ως αναφερόμενη σε παράλειψη του κράτους για προώθηση και θέσπιση νομοθετικών μέτρων με τα οποία να ρυθμίζονται τα της φορολόγησης των προσφύγων οι οποίοι βρίσκονται στη θέση των εναγόντων, λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη και την κατ΄ έτος απώλεια εισοδημάτων από την κατεχόμενη ακίνητη περιουσία τους. ΄Οπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Papaphilippou v. The Republic of Cyprus, 1 R.S.C.C. 62, τέτοια παράλειψη εκφεύγει των προνοιών του ΄Αρθρου 146.1, αφού αναφέρεται σε μη άσκηση νομοθετικής εξουσίας. ΄Ομως, ακόμα και να δικαιωθούν οι ενάγοντες στη συγκεκριμένη περίπτωση και να τους αποδοθεί σχετικά αποζημίωση, δε δημιουργεί το γεγονός αυτό βάση αγωγής προς όφελος τους ώστε να δικαιούνται να αξιώσουν την επιστροφή οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών που είχαν καταβάλει με βάση φορολογίες οι οποίες τους είχαν επιβληθεί στο παρελθόν, όπως προκύπτει από την υπόθεση Pouros v. The Attorney-General, ανωτέρω. Βέβαια, δεν προβάλλεται τέτοια αξίωση με την παρούσα αγωγή η οποία, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Για την ακρίβεια το δικόγραφο των εναγόντων δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, όπως είναι και η αρχική θέση εκ μέρους του εναγομένου. Επομένως, για το λόγο που αναφέρεται πιο πάνω η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεδομένου ότι πρόκειται για πρωτότυπη υπόθεση δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα και κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδά της. (Υπ.).................................. Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο