Γεώργιου Μιχαηλίδη ν. Λοΐζου Τσιολάκκη, Αρ. Αγωγής: 106/08, 20 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 106/08 Μεταξύ: Γεώργιου Μιχαηλίδη Ενάγοντα -και- Λοΐζου Τσιολάκκη Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Σ. Σάββα (για να ακούσει απόφαση κ. Μ. Σάββα) Για Εναγόμενο: κ. Λάντος (για να ακούσει απόφαση κα Β. Λάντου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 31/05/
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, είναι προσοντούχος και εγγεγραμμένος στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, ως διευθυντής κέντρων αναψυχής και εστιατορίων. Με τον Εναγόμενο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας «STONE HENGE», στον Πρωταρά, σύνηψαν γραπτή συμφωνία, στις 31/05/2006, με την οποία θα αναλάμβανε ο ίδιος τη διεύθυνση της μπυραρίας «STONE HENGE». Η συγκεκριμένη συμφωνία προνοούσε ότι ο Ενάγοντας θα εργοδοτείτο για την περίοδο 01/06/2006 μέχρι 31/10/2006 και θα λάμβανε μισθό Λ.Κ.1.000- μηνιαίως. Επιπρόσθετα από το μισθό του θα λάμβανε ποσοστό 1% για εισπράξεις μέχρι Λ.Κ.80.000-, ποσοστό 2% για εισπράξεις μέχρι Λ.Κ.90.000- και ποσοστό 3% για εισπράξεις πέραν των Λ.Κ.110.000-. Είχε συμφωνηθεί ότι στην περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας για οποιοδήποτε λόγο από τον Εναγόμενο θα καταβάλλονταν οι μισθοί του Ενάγοντα μέχρι τον Οκτώβριο του
- Επίσης, είχε παραχωρηθεί στον Ενάγοντα δικαίωμα αγοράς του 50% της μπυραρίας στην τιμή των Λ.Κ.28.000- και με την καταβολή του 50% των χρεών της επιχείρησης. Το δικαίωμα αγοράς μπορούσε να ασκηθεί μέχρι τις 31/10/
- Ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση να παραδώσει στον Ενάγοντα, μέχρι τις 30/09/2006, τις οικονομικές καταστάσεις για τα χρέη της μπυραρίας. Ήταν περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα ότι, από την αρχή της συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό της, ο ίδιος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αύξηση της πελατείας και των εισπράξεων. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 2006 οι εισπράξεις ανήλθαν σε Λ.Κ.16.000-, τον Ιούλιο του 2006 σε Λ.Κ.27.000-, ενώ τον Αύγουστο του 2006 σε Λ.Κ.40.000-. Όμως στις 05/08/2006 ο Εναγόμενος παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς λόγο, τερμάτισε τη συμφωνία και εκδίωξε τον Ενάγοντα από τη μπυραρία. Ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 24/08/2006 στο δικηγόρο του Εναγομένου, αξιώνοντας τα δικαιώματα που προέκυπταν από τη σύμβαση, καθώς και την παροχή, προς αυτόν, των οικονομικών καταστάσεων αναφορικά με τα χρέη της επιχείρησης για να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς της επιχείρησης. Η συγκεκριμένη επιστολή συνιστούσε επίσης απάντηση του Ενάγοντα σε επιστολή του δικηγόρου του Εναγομένου, στην οποία γινόταν ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας είχε εγκαταλείψει αδικαιολόγητα την εργασία του. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος, μέσω του δικηγόρου του, είχε στείλει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1.000- που αντιπροσώπευε το μισθό του για την περίοδο 05/07/2007-05/08/
- Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Ενάγοντα, ότι λόγω της συμπεριφοράς του Εναγομένου, ο ίδιος υπέστη ζημιά ύψους Λ.Κ.3.000- ως απώλεια των μηνιαίων απολαβών του για την περίοδο 01/08/2006-30/10/2006, ενώ ζητά και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του παραδέχεται την ύπαρξη της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 31/05/
- Πλην όμως, είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια για την αύξηση της πελατείας της μπυραρίας και γι' αυτό το λόγο υπήρχαν συνεχείς προστριβές μεταξύ τους. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη μπυραρία «STONE HENGE» βρίσκεται σε κεντρικό σημείο στον Πρωταρά και η αύξηση των πελατών της εξαρτάται από την αύξηση του τουρισμού και όχι από την ικανότητα του Ενάγοντα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι τα ποσά που καταγράφει ο Ενάγοντας ως εισπράξεις για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2006 είναι λανθασμένα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία του και παρέβηκε τους όρους της γραπτής συμφωνίας, με αποτέλεσμα το κατάστημα του Εναγομένου να βρεθεί χωρίς διευθυντή και να κινδυνεύει με καταγγελία από τον Κ.Ο.Τ.. Στάλθηκε επιστολή προς τον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο, στις 08/11/2006, με την οποία γινόταν αποδεκτή η έμμεση παραίτησή του από την εργασία του. Του καταβλήθηκε ο μισθός της περιόδου 05/07/2006-05/08/
- Ακολούθησε η επιστολή του Ενάγοντα με την οποία ισχυριζόταν ότι εκδιώχθηκε από την εργασία του. Καταλήγει ο Εναγόμενος, ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται κανένα ποσό, ούτε ως γενικές αλλά ούτε και ως ειδικές αποζημιώσεις, λόγω της συμπεριφοράς του δηλαδή της εγκατάλειψης της εργασίας του. Για τον Ενάγοντα μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο, καθώς και από τον κ. Χαράλαμπο Χαραλάμπους. Ο Ενάγοντας, κ. Γεώργιος Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1), ανέφερε ενόρκως ότι ασκεί ως επάγγελμα τα τουριστικά. Όσον αφορά τη σχέση του με τον Εναγόμενο, ισχυρίστηκε ότι είχαν γνωριστεί λόγω του ότι είχε εργαστεί στη μπυραρία του αδελφού του Εναγομένου. Το Μάιο του 2006, ο ίδιος ο κ. Τσιολάκκης, ο Εναγόμενος, τον είχε σταματήσει στο δρόμο και του είχε αναφέρει ότι ήθελε να συνεργαστούν. Ο ίδιος έθεσε ως βάση για τη συνεργασία το γεγονός ότι ήθελε να είναι συνέταιρος και όχι υπάλληλος. Θα συνεργάζονταν στη βάση του 50% με 50% στη μπυραρία «STONE HENGE». Ο ίδιος είχε επισκεφθεί τη μπυραρία αρχικά ως πελάτης, για να διαπιστώσει τον τρόπο λειτουργίας της. Όταν κατέληξαν σε συμφωνία, καταρτίστηκε από το δικό του δικηγόρο ένα συμβόλαιο, το οποίο υπογράφτηκε και από τους δύο. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αρχικά, όταν ξεκίνησε να εργάζεται στη μπυραρία, η δουλειά ήταν μειωμένη, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να ανεβαίνει. Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος προσωπικού και στεκόταν στην πόρτα, προσπαθώντας να προσελκύσει πελάτες, παράλληλα είχε τη διεύθυνση του μπαρ. Έλεγχε επίσης και το ταμείο του μπαρ μαζί με τον μπάρμαν και κατέγραφε σε ένα βιβλίο τι εισπράξεις γίνονταν κάθε βράδυ, αλλά ταυτόχρονα τύπωνε και το λεγόμενο «X» από την ταμειακή μηχανή. Το «Χ» έδινε την τελική είσπραξη της κάθε βραδιάς. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, τα «Χ». Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, τις δικές του σημειώσεις, στις οποίες κατέγραφε τις εισπράξεις που έκανε η μπυραρία κάθε βράδυ. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι κρατούσε τις συγκεκριμένες σημειώσεις για να γνωρίζει ο ίδιος κάθε τέλος του μήνα το ποσό των εισπράξεων της μπυραρίας. Εξήγησε ότι σε κάθε ημερομηνία που κατέγραφε, σημείωνε και το ποσό είσπραξης της ημέρας. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι τον Ιούνιο έγιναν εισπράξεις Λ.Κ.16.290-, τον Ιούλιο Λ.Κ.26.844- και τον Αύγουστο, τις πέντε μέρες που εργάστηκε, Λ.Κ.4.000-. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι μέχρι τις 15/07/2006 όλα κυλούσαν ομαλά και έχοντας διαπιστώσει ο ίδιος ότι υπήρχαν προοπτικές εξέλιξης της δουλειάς, ζήτησε από τον Εναγόμενο να του προσκομίσει τις οικονομικές καταστάσεις των χρεών της επιχείρησης, για να μπορέσει να αγοράσει το μισό μερίδιο. Έκτοτε, ο Εναγόμενος ισχυριζόταν ότι έπαιρνε το λογιστή του τηλέφωνο και δεν μπορούσε να διευθετήσει ραντεβού. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες από τον ίδιο για να διευθετηθεί η προσκόμιση των οικονομικών καταστάσεων, ο Εναγόμενος αρνείτο και στις 17/07/2006 ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας προσπαθούσε «να φάει το ψωμί των παιδιών του». Στις 05/08/2006, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, όταν θα έκλεινε η μπυραρία, ο Εναγόμενος του ζήτησε να φύγει από το κατάστημα γιατί δεν χρειαζόταν ούτε συνέταιρο αλλά ούτε και διευθυντή. Αποχώρησε από την επιχείρηση, παραδίδοντας στον Εναγόμενο το κλειδί της πίσω πόρτας και αναφέροντάς του ότι υπήρχε ένα συμβόλαιο το οποίο όφειλε να τιμήσει. Η συγκεκριμένη συζήτηση, ήταν η θέση του, έγινε σε ψηλούς τόνους εντός του καταστήματος. Δύο ζευγάρια άγγλων και ένας κύπριος, που κάθονταν στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος, είχαν παρακολουθήσει τη συζήτηση. Ο κύπριος ονομαζόταν Πάμπος Χαραλάμπους. Ο Εναγόμενος του ζήτησε να υπογράψει ένα χαρτί ότι παραιτήθηκε μόνος του για να του πληρώσει το μισθό του Αυγούστου, το οποίο δεν υπογράφτηκε. Στη συνέχεια ο κ. Λάντος του έστειλε ένα γράμμα, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Απαντήθηκε η συγκεκριμένη επιστολή από το δικηγόρο του. Αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατέληξε ότι θα ήταν εκτός λογικής να εγκατέλειπε από μόνος του τη δουλειά του στα μέσα του καλοκαιριού. Απλά, έχοντας δει την εξέλιξη της δουλειάς, θεώρησε ότι είχε προοπτικές, γι' αυτό και προσφέρθηκε να αγοράσει το μερίδιο που προβλεπόταν από το συμβόλαιο. Κατά τον ισχυρισμό του, είχε πάθει οικονομική ζημιά γιατί στο σπίτι είχε προβλήματα οικονομικού χαρακτήρα. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι εργοδότης του ήταν η εταιρεία «STONE HENGE» και ο κ. Τσιολάκκης ο διευθυντής της. Πληρωνόταν με επιταγή της εταιρείας. Ήταν η δική του θέση ότι ο ίδιος είχε συγκατατεθεί στο να εργοδοτηθεί στη συγκεκριμένη μπυραρία γιατί υπήρχε η προοπτική να αγοράσει το 50%. Ξεκίνησε εργασία την 01/06/2006 με καθήκοντα την οργάνωση του προσωπικού, τις παραγγελίες των ποτών και έχοντας την υποχρέωση να προσελκύσει κόσμο στο μαγαζί. Όταν του υποβλήθηκε ότι απαγορεύεται η άγρα πελατών, ήταν η θέση του ότι δουλεύει στις τουριστικές επιχειρήσεις από 20 χρονών και γνωρίζει πώς να προσεγγίζει τους πελάτες, όπως γνωρίζει ότι να παίρνεις τον κόσμο από το δρόμο με το ζόρι είναι παράνομο. Ερωτηθείς για το πώς λειτουργούσε το κατάστημα, ήταν η θέση του ότι υπήρχε ένας μπάρμαν και δύο γκαρσόνια τα οποία δεν έμεναν για πολύ καιρό, γιατί ο κ. Τσιολάκκης υποψιαζόταν ότι όλοι τον έκλεβαν και τους έδιωχνε πριν καν πληρωθούν. Στη θέση τους είχαν εργοδοτηθεί δύο αλλοδαπές από τη Σλοβακία. Επίσης, υπήρχε και ένα άτομο υπεύθυνο για τη μουσική (disc jokey). Ισχυρίστηκε ότι ενώ όλοι οι υπάλληλοι πήγαιναν το απόγευμα στη μπυραρία, δηλαδή οι κοπέλες η ώρα 5:00 το απόγευμα και ο μπάρμαν η ώρα 6:00, ο ίδιος βρισκόταν συνέχεια στο μαγαζί, γιατί ένας διευθυντής δεν έχει ωράριο. Εξήγησε ότι πήγαινε το μεσημέρι γύρω στις 12:00 και έφευγε γύρω στις 3:00 το πρωί. Παραδέχθηκε ότι μερικές φορές είχε φάει μεσημέρι στη μπυραρία, γιατί όλοι όσοι εργάζονται σε τέτοιου είδους καταστήματα δικαιούνται και ένα φαγητό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κυκλοφορούσε ημίγυμνος στο κατάστημα και ισχυρίστηκε ότι πάντοτε φορούσε βερμούδα και φανέλα στο κατάστημα. Κατά τη δική του άποψη, οι προστριβές ξεκίνησαν μετά τις 15/07/2006, όταν ο ίδιος πήρε την απόφαση να προχωρήσει στην αγορά του 50% της επιχείρησης. Ο κ. Τσιολάκκης, όταν του ζήτησε να του προσκομίσει τις καταστάσεις όπως είχαν συμφωνήσει, ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να φάει το ψωμί των παιδιών του. Στις 19/07/2006, όταν τελείωσε η δουλειά, ο κ. Τσιολάκκης τον απέλυσε στην παρουσία του γιου του, ο οποίος ήταν 15-16 χρονών, αναφέροντάς του ότι δεν ήθελε συνεργασία μαζί του. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε πάρει δύο σακούλες πατάτες χωρίς άδεια, το αρνήθηκε. Ενώ όταν του υποβλήθηκε ότι είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τις αλλοδαπές υπαλλήλους της μπυραρίας, ήταν η δική του θέση ότι δεν είχε φιλικές σχέσεις με το προσωπικό γιατί η δουλειά είναι δουλειά. Υποστήριξε ότι ο ίδιος διαφήμιζε το μαγαζί όπου πήγαινε και είχε καταφέρει να προσελκύσει πολύ κόσμο, παρά το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο δρόμο που βρισκόταν η μπυραρία, ο οποίος ήταν πλακόστρωτος, οι τουρίστες περπατούσαν μέχρι ενός συγκεκριμένου σημείου και επέστρεφαν και ποτέ μέχρι το μαγαζί το δικό τους. Ο ίδιος είχε καταβάλει προσπάθειες να προσελκύσει κόσμο και για το δικό του συμφέρον. Παραδέχθηκε όμως ότι ο δρόμος που βρίσκεται η μπυραρία είναι πολύ τουριστικός και είναι η πιο τουριστική περιοχή του Πρωταρά. Ερωτηθείς για τα «Χ», ισχυρίστηκε ότι τα έλεγχε γιατί έπρεπε να κρατά λογαριασμούς, αφού είχε εργοδοτηθεί και με ποσοστά. Εξήγησε ότι τα «Χ» καθόριζαν τις πωλήσεις μέχρι τη δεδομένη στιγμή, ενώ τα «Ζ» έδειχναν το συνολικό ποσό εισπράξεων. Υποστήριξε ότι ο κ. Τσιολάκκης γνώριζε ότι ο ίδιος έπαιρνε τα «Χ». Από τα «Χ» είχε καταλήξει ο ίδιος ότι είχαν εισπράξει περίπου Λ.Κ.47.000-. Εξήγησε ότι το ποσό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3 το αποκόμισε από τα «Ζ» και συμπεριλαμβάνεται σε αυτό και το Φ.Π.Α.. Ισχυρίστηκε ότι η τελευταία βραδιά που δούλεψε ήταν στις 05/08/
- Μετά το κλείσιμο του μαγαζιού, το συγκεκριμένο βράδυ, έγινε η συζήτηση στην παρουσία του Μιχάλη, ο οποίος ήταν συγγενής του κ. Τσιολάκκη. Το ίδιο βράδυ του παρέδωσε και το κλειδί, καθώς και ένα φάκελο με τις εισπράξεις, όπως έκανε κάθε βράδυ. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος έκλεινε τη μπυραρία κάθε βράδυ γιατί ο κ. Τσιολάκκης δεν ήταν σε θέση να το πράξει, λόγω της κατανάλωσης ποτού. Παραδέχθηκε ότι στις 11/08/2006 είχε λάβει επιστολή από το δικηγόρο του κ. Τσιολάκκη, όμως δεν υπέγραψε την επιστολή εκείνη γιατί δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενό της. Ήταν η δική του θέση ότι ο κ. Τσιολάκης τον έδιωξε από την εργασία του δύο φορές, στις 19/07/2006 και 05/08/2006, τον Αύγουστο χωρίς να τον πληρώσει. Στάλθηκε το Φεβρουάριο 2007, από το δικηγόρο του Εναγομένου, μία επιταγή που αφορούσε την πληρωμή του Ιουλίου. Παραδέχθηκε ότι μετά την απόλυσή του πήγαινε περιστασιακά στη μπυραρία ενός φίλου του στον Πρωταρά και πληρωνόταν Λ.Κ.10- ή Λ.Κ.20-, ανάλογα με τις μέρες ή ώρες που δούλευε. Εργάστηκε στο φίλο του αυτό από τις 05/08/2006 μέχρι 31/10/2006, αλλά δεν πήγαινε κάθε μέρα. Για την εργασία του αυτή δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.2). Ήταν η θέση του ότι γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντα καθώς και τον Εναγόμενο από το 2006, αφού είχαν γνωριστεί στη μπυραρία «STONE HENGE», λόγω του ότι ήταν θαμώνας της μπυραρίας. Όμως, από τον Αύγουστο του 2006 και συγκεκριμένα στις 05/08/2006, δεν ξαναπήγε. Ισχυρίστηκε, ότι στις 05/08/2006, περασμένες 3:00 η ώρα το πρωί, είχε ακούσει φασαρία και είχε δει τον Ενάγοντα πίσω από το μπαρ και τον Εναγόμενο έξω από το μπαρ. Ο Εναγόμενος κουνούσε επιθετικά το χέρι του προς τον Ενάγοντα και του έλεγε «να φύγεις από εδώ, δεν σε θέλω». Ο ίδιος τους χαιρέτησε και έφυγε. Ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε απόσταση 500-600 μέτρων, μπορεί και πιο μακριά από τους εμπλεκόμενους στη συζήτηση. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας κατάγεται από τις Πλάτρες και διαμένει στο Παραλίμνι. Ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι κατάγεται από το Ξυλοφάγου, κατοικεί στο Παραλίμνι τα τελευταία εφτά χρόνια. Αρχικά ανέφερε ότι είχε γνωρίσει τον Ενάγοντα τον Ιούνιο 2005, για να διορθώσει στη συνέχεια ότι ήταν τον Ιούνιο 2006 που τον γνώρισε. Τη μπυραρία «STONE HENGE», ήταν η θέση του ότι την επισκεπτόταν δύο με τρεις φορές τη βδομάδα. Πήγαινε γύρω στις 11:00 με 12:00 το βράδυ και έφευγε όταν έκλεινε η μπυραρία. Το συγκεκριμένο βράδυ ήταν το μόνο βράδυ που είχε ακούσει τον κ. Μιχαηλίδη και τον κ. Τσιολάκκη να συζητούν. Βρισκόταν εκεί μόνος του όμως υπήρχαν ακόμη πέντε με έξι τουρίστες και λόγω του ότι οι πόρτες πίσω του ήταν ανοιχτές, μπορούσε να δει στο μπαρ. Όμως, καθόταν έχοντας γυρισμένη την πλάτη του στη μπυραρία και έβλεπε το δρόμο. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι η φασαρία είχε γίνει γύρω στις 3:00 το πρωί. Ο ίδιος είχε δει τον κόσμο να φεύγει χωρίς να τελειώσει τα ποτά του και υπολόγισε ότι κάτι συνέβαινε. Για να αναφέρει στη συνέχεια ότι μετά από την αποχώρηση των ξένων είχε ακούσει φασαρία και είχε γυρίσει προς το μπαρ. Τους είδε να συζητούν μεταξύ τους, αλλά δεν είχε ακούσει τι έλεγαν, γιατί βρισκόταν γύρω στα 500 μέτρα από εκεί που ήταν ο Ενάγοντας με τον Εναγόμενο. Κατέληξε ότι ο Ενάγοντας ήταν εξυπηρετικός και η συμπεριφορά του ήταν άψογη με τους πελάτες. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα έγιναν από κοινού παραδεκτά και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια η άδεια λειτουργίας της μπυραρίας από τον ΚΟΤ καθώς και το πιστοποιητικό καταβολής Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Ενάγοντα και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 6 και
- Η πλευρά της Υπεράσπισης προώθησε την υπόθεσή της με τη μαρτυρία του Εναγομένου καθώς και του κ. Γεώργιου Κυριακίδη. Ο Εναγόμενος, Λοΐζος Τσιολάκκης (Μ.Υ.1), κατέθεσε γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της εταιρείας STONE HENGE TRADING LTD, η οποία διαχειρίζεται τη μπυραρία «STONE HENGE», στον Πρωταρά. Το Μάιο του 2006 ο ίδιος έψαχνε για προσωπικό για τη μπυραρία του και συγκεκριμένα για υπάλληλο ο οποίος θα εκτελούσε καθήκοντα διευθυντή. Τον κ. Μιχαηλίδη τον είχε γνωρίσει στη μπυραρία του αδελφού του και γνώριζε επίσης ότι είχε εργαστεί σε διάφορες δουλειές στον Πρωταρά. Είχαν μιλήσει και είχαν συμφωνήσει όπως ο κ. Μιχαηλίδης δουλέψει στη μπυραρία του και όπως του πωλήσει το 50% της εκμετάλλευσης της μπυραρίας. Στις 31/05/2006 ο ίδιος ο κ. Μιχαηλίδης του προσκόμισε μια γραπτή συμφωνία, την οποία και υπέγραψαν. Με τη συμφωνία είχαν συμφωνήσει να εργοδοτηθεί ως διευθυντής ο κ. Μιχαηλίδης και να είναι υπεύθυνος για τη γενική διαχείριση της λειτουργίας της μπυραρίας, για την πρόσληψη προσωπικού και για την πληρωμή των πιστωτών. Στη συγκεκριμένη συμφωνία δεν είχε καθορισθεί ωράριο εργασίας, όμως η μπυραρία άνοιγε στις 10:00 το πρωί και έκλεινε στις 1:00 με 2:00 το βράδυ. Επιπρόσθετα, είχε συμφωνηθεί όπως καταβάλλονται οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις, καθώς και ποσοστά επί των εισπράξεων στον κ. Μιχαηλίδη. Από την αρχή της εργοδότησης είχαν διαφανεί προβλήματα σε σχέση με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα. Πολλές φορές επισκεπτόταν το μεσημέρι τη μπυραρία με κοντό παντελόνι ή μαγιό και γυμνός από πάνω, με μία πετσέτα, παράγγελλε φαγητό και αφού έτρωγε έφευγε για να γυρίσει το βράδυ. Αυτό επαναλαμβανόταν και σε δύο περιπτώσεις είχε φέρει μαζί του και το γιο του. Το βράδυ προσερχόταν στην εργασία του, γύρω στις 8:00, αλλά κάποτε πήγαινε και γύρω στις 5:00 το απόγευμα. Είχε το πουκάμισό του εκτός του παντελονιού του και παρόλο που ο ίδιος του είχε ζητήσει να αλλάξει τον τρόπο ντυσίματός του, αυτός είχε αρνηθεί. Επιπρόσθετα, αντί να εκτελεί τα καθήκοντά του, στεκόταν έξω από τη μπυραρία και συνομιλούσε με τον κόσμο, σε μια προσπάθειά του να φέρει κόσμο εντός του καταστήματος, γιατί με αυτό τον τρόπο θα αυξάνοντας οι πωλήσεις και θα έπαιρνε ποσοστά. Ήταν η καταγραφείσα θέση του Εναγομένου ότι δεν έκανε ποτέ πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού ο Εναγόμενος, αλλά ούτε και έκανε οποιεσδήποτε αγορές ή πληρωμές. Πράγματι, έπαιρνε αντίγραφα των πωλήσεων από την ταμειακή μηχανή γιατί τον ενδιέφεραν τα ποσοστά και φοβόταν μήπως δεν του καταβληθούν. Σε μια άλλη περίπτωση στην οποία ήταν παρούσα η σύζυγος του Εναγομένου, ο κ. Μιχαηλίδης προσήλθε στη μπυραρία το μεσημέρι και όταν έφευγε τον είδε, η σύζυγος του Εναγομένου, να κρατά μια σακούλα και να τη βάζει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Τον προσέγγισε, του πήρε τη τσάντα με τις πατάτες και τον ρώτησε γιατί έκανε τη συγκεκριμένη πράξη. Δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση τη δεδομένη στιγμή αλλά ούτε και το βράδυ, που το συζήτησε ο ίδιος μαζί του, έδωσε κάποια εξήγηση. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε καλές σχέσεις με το υπόλοιπο προσωπικό. Οι δύο Σλοβάκες που εργάζονταν την περίοδο εκείνη στη μπυραρία είχαν παραπονεθεί στον κ. Κυριακίδη ότι ο Ενάγοντας τους έκλεβε από τα φιλοδωρήματα και επιπλέον τις ενοχλούσε. Όταν το έμαθε ο ίδιος του επέστησε την προσοχή του. Είχε επίσης την εντύπωση, ο κ. Μιχαηλίδης, ότι είχε δικαίωμα να κερνά ποτά σε φίλους και γνωστούς του, πράγμα που του είχε ο ίδιος απαγορεύσει, πλην όμως ο ίδιος συνέχιζε να το πράττει γιατί πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα αυξανόταν η δουλειά της μπυραρίας. Στις 06/08/2006 ο Ενάγοντας είχε κεράσει κάποια ποτά και η ώρα 1:00-2:00 που θα έκλεινε η μπυραρία τον κάλεσε και του έκανε παρατήρηση, ενώ παράλληλα του ζήτησε να συμμορφωθεί με όσα του είχε αναφέρει. Την επόμενη μέρα ο κ. Μιχαηλίδης δεν προσήλθε στην εργασία του και δεν έδωσε οποιαδήποτε ειδοποίηση. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα. Γι' αυτό και επισκέφθηκε το δικηγόρο του και του έστειλε το γράμμα που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Μιχαηλίδης από τη μέρα που προσελήφθηκε στη μπυραρία και μέχρι τη μέρα που έφυγε, ουδέποτε είχε ζητήσει τους οικονομικούς λογαριασμούς της εταιρείας. Τους ζήτησε για πρώτη φορά με το απαντητικό γράμμα του δικηγόρου του. Όσον αφορά τον κ. Χαραλάμπους, τον είχε δει για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, δεν τον γνώριζε, ούτε τον είχε δει στη μπυραρία. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη μπυραρία του ανήκει από το
- Με την ονομασία «STONE HENGE» λειτουργεί από το
- Τον Ενάγοντα τον είχε γνωρίσει για πρώτη φορά το 2003 ή το 2004, στη μπυραρία του αδελφού του. Το 2006 έψαχνε ο ίδιος για διευθυντή της μπυραρίας, γιατί είχε αγοράσει τα ποσοστά από τους άλλους μετόχους και θα ξεκινούσε τη λειτουργία της μόνος του. Γι' αυτό και ζήτησε από τον Ενάγοντα να τον εργοδοτήσει, ως διευθυντή της μπυραρίας. Παραδέχθηκε ότι πράγματι είχε συμφωνήσει με τον Ενάγοντα στην πώληση του 50% και ότι είχε υπογραφτεί η συμφωνία, Τεκμήριο
- Υποστήριξε όμως ότι δεν είχε διαβάσει τη συγκεκριμένη συμφωνία γιατί είχε εμπιστοσύνη στον Ενάγοντα. Ο ίδιος ο Ενάγοντας του είχε συστηθεί, αναφέροντάς του ότι γνώριζε όλο το φάσμα της δουλειάς. Του είπε ότι μπορούσε να βγάλει προγράμματα εργασίας του προσωπικού, να προβαίνει σε αγορές προϊόντων, να προσελκύει πελάτες στο κατάστημα και να ενεργεί ως διευθυντής. Ο ίδιος όμως δεν γνώριζε την ποιότητα της δουλειάς του Ενάγοντα. Από τις πρώτες δέκα μέρες που είχε αναλάβει καθήκοντα, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται προβλήματα, όμως ο ίδιος δεν του είχε δώσει γραπτή προειδοποίηση γιατί ανέμενε ότι θα συμμορφωνόταν. Επισκεπτόταν τη μπυραρία το μεσημέρι, γυμνός από τη μέση και πάνω, με την πετσέτα στον ώμο φορώντας βερμούδα και διέταζε φαγητό. Σε δύο-τρεις περιπτώσεις είχε φέρει και τον υιό του. Το βράδυ ερχόταν με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του και παρά το γεγονός ότι του έγινε πολλές φορές παρατήρηση σχετικά με το ντύσιμό του, αυτός δεν συμμορφωνόταν. Όσον αφορά την προσέγγισή του στο θέμα της προσέλκυσης πελατών, στεκόταν στην είσοδο της μπυραρίας και μιλούσε με τους περαστικούς. Αυτό όμως το έκανε για να αυξηθούν τα ποσοστά του. Κατά τον ισχυρισμό του, ο ίδιος δεν τον είχε προσλάβει, τον Ενάγοντα, για να κάνει δημόσιες σχέσεις αλλά για να ενεργεί ως διευθυντής της μπυραρίας και όχι για να στέκεται στην πόρτα. Του είχε παραπονεθεί και γι' αυτό το θέμα επανειλημμένα. Είχε την εντύπωση ότι με τις προσωπικές παρατηρήσεις που του γινόντουσαν, θα διορθωνόταν. Όμως η συμπεριφορά του δεν άλλαξε. Υποστήριξε, ότι ουδέποτε τον είχε διώξει από τη δουλειά. Απλά, το συγκεκριμένο βράδυ είχε εγκαταλείψει την εργασία του, μετά από προφορική παρατήρηση που του είχε γίνει. Ερωτηθείς, υποστήριξε εμφαντικά ότι ο Ενάγοντας δεν κρατούσε κλειδί της μπυραρίας και ότι ουδέποτε του είχε δοθεί κλειδί της πίσω πόρτας της κουζίνας. Όσον αφορά το περιστατικό με τις Σλοβάκες, είχε γίνει 3-4 μέρες πριν εγκαταλείψει ο Ενάγοντας την εργασία του. Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι δεν του είχαν παραπονεθεί προσωπικά, αλλά είχαν παραπονεθεί στον κ. Κυριακίδη, ο οποίος εργοδοτούσε μια άλλη Σλοβάκα, στον οποίο είχαν αναφέρει ότι τους έκλεβε το φιλοδώρημα. Όμως, φοβόντουσαν να το αναφέρουν στον ίδιο γιατί ο Ενάγοντας ήταν διευθυντής και θα μπορούσε να τις διώξει από την εργασία τους. Τα φιλοδωρήματα, ήταν ο ισχυρισμός του, τα μοιράζεται το προσωπικό δηλαδή ο μπάρμαν και τα γκαρσόνια, όμως ο Ενάγοντας κάθε βράδυ έπαιρνε μέρος από τα φιλοδωρήματα. Ο ίδιος δεν είχε αναμιχθεί με το θέμα των φιλοδωρημάτων, αλλά έβλεπε κάθε βράδυ τον Ενάγοντα να μοιράζεται τα λεφτά των φιλοδωρημάτων με τους υπόλοιπους. Ένα άλλο πρόβλημα, κατά την άποψή του, ήταν το γεγονός ότι κερνούσε ποτά σε φίλους και γνωστούς του σε βάρος του μαγαζιού. Πολλοί από τους φίλους του επισκέπτονταν το κατάστημα γιατί γνώριζαν τον Ενάγοντα, έπιναν κάποια ποτά δωρεάν και έφευγαν. Όταν του έκανε ο ίδιος παρατήρηση, ισχυρίστηκε ότι θα πλήρωνε το κόστος των ποτών. Παραδέχθηκε, ερωτηθείς, ότι αυτό το πράγμα δεν γινόταν κάθε βράδυ, αλλά όταν επισκέπτονταν το κατάστημα οι παρέες του, τους κερνούσε ποτά αξίας €10- με €15-. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν η τελευταία μέρα που εργάστηκε ο Ενάγοντας ήταν η 5η ή η 6η Αυγούστου. Επέμενε στη θέση του ότι ουδέποτε τον είχε διώξει ο ίδιος από την εργασία του και ότι ουδέποτε του είχε ζητήσει, ο Ενάγοντας, να τηρηθεί η συμφωνία που είχε υπογραφτεί. Μόνο όταν του επιδόθηκε η επιστολή του δικηγόρου, τότε ζήτησε την εφαρμογή της συμφωνίας. Παραδέχθηκε ότι πράγματι οφείλεται στον Ενάγοντα μισθός ενός μηνός για τον οποίο υπάρχει επιταγή στην κατοχή του δικηγόρου του. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Γεώργιος Κυριακίδης, (Μ.Υ.2), ο οποίος γνωρίζει τον κ. Τσιολάκκη, τον Εναγόμενο, από το
- Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση, από το 1992 μέχρι το Νοέμβριο του 2008 κατοικούσε στο Παραλίμνι. Κατά την περίοδο του 2006 διατηρούσε πιτσαρία σε παράλληλο δρόμο προς τη Λεωφόρο Πρωταρά. Τον Εναγόμενο τον γνωρίζει για πολλά χρόνια λόγω του ότι η απόσταση μεταξύ της πιτσαρίας που εργαζόταν και της μπυραρίας «STONE HENGE» ήταν περίπου 100 μέτρα. Επισκεπτόταν ο ίδιος τη συγκεκριμένη μπυραρία τρεις φορές τη βδομάδα, μεταξύ των ωρών 11:30 μέχρι 1:
- Τον Ιούνιο του 2006 είχε δει τον Ενάγοντα να εργάζεται στη συγκεκριμένη μπυραρία. Την ίδια περίοδο εργοδοτούνταν στη μπυραρία και δύο Σλοβάκες. Οι συγκεκριμένες Σλοβάκες έτρωγαν στη πιτσαρία του, στην οποία επίσης εργοδοτείτο Σλοβάκα υπάλληλος. Μια μέρα του Ιούλη του 2006 πήγαν στην πιτσαρία του, οι δύο Σλοβάκες, πολύ στενοχωρημένες και του ανάφεραν ότι είχαν παράπονο από τον κ. Μιχαηλίδη γιατί τους έπαιρνε τα φιλοδωρήματα, τις ενοχλούσε και ζητούσε από αυτές να βγουν έξω. Σε ερώτησή του, κατά πόσο είχαν αναφέρει το γεγονός αυτό στον εργοδότη τους, οι Σλοβάκες του απάντησαν αρνητικά. Τις συμβούλευσε να αναφέρουν το πρόβλημα στον κ. Τσιολάκκη για να το λύσει. Το συγκεκριμένο βράδυ ο ίδιος επισκέφθηκε τη μπυραρία και ανέφερε στο Λοΐζο το συγκεκριμένο παράπονο. Στη συνέχεια είδε το Λοΐζο να φωνάζει τον Ενάγοντα να πηγαίνουν στο βάθος της μπυραρίας και να συνομιλούν. Ο ίδιος δεν είχε ακούσει τη συνομιλία του Λοΐζου με τον Ενάγοντα, όμως από τις κινήσεις των χεριών του είχε καταλάβει ότι συζητούσαν για τον ίδιο και τις δύο κοπέλες. Αργότερα πληροφορήθηκε από το Λοΐζο ότι ο Ενάγοντας είχε φύγει από την εργασία του. Αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου τον Ενάγοντα και επέμενε ότι το συγκεκριμένο άτομο εργαζόταν στη μπυραρία. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε γνωριστεί για πρώτη φορά με τον κ. Μιχαηλίδη. Όσον αφορά την πιτσαρία που διατηρούσε, απαντώντας σε ερώτηση, ανέφερε ότι είχε σταματήσει η λειτουργία της γιατί η άδεια λειτουργίας της κάλυπτε μόνο την παράδοση φαγητού. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε μιλήσει με τον κ. Μιχαηλίδη για την πώληση της πιτσαρίας του. Αυτός που είχε ενδιαφερθεί για να αγοράσει την πιτσαρία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν ο κ. Αντρέας Φλουρής. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε να περιγράψει τη Σλοβάκα που του είχε κάνει το παράπονο, ισχυρίστηκε ότι ήταν ωραία κοπέλα με μακριά μαλλιά, ηλικίας περίπου 19 χρονών, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της. Όσον αφορά τις επισκέψεις του στη μπυραρία, ήταν η θέση του ότι μετά το κλείσιμο της πιτσαρίας πολύ τακτικά πήγαινε στη μπυραρία και έπινε 2-3 ποτά, κάποτε μόνος του, κάποτε μαζί με τον Ενάγοντα. Όμως, δεν έπινε περισσότερα γιατί έπρεπε να ανοίξει νωρίς το δικό του κατάστημα το επόμενο πρωί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έπινε με τον Εναγόμενο μέχρι το πρωί και ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος κάποτε έπινε 1-2 ποτήρια, κάποτε όχι, αλλά δεν έπιναν μέχρι το πρωί, γιατί ο ίδιος πήγαινε πρωί δουλειά. Εξήγησε ότι ο λόγος της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν γιατί δεν δέχεται την κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο, δηλαδή, να έρχεται μια αλλοδαπή κοπέλα για δουλειά τριών μηνών, στην Κύπρο, για να εξοικονομήσει τα δίδακτρά της και να της κλέβει τα φιλοδωρήματα ο διευθυντής και να την πιέζει να βγει έξω μαζί του. Αυτό, ήταν η θέση του, δεν μπορούσε να το ανεχθεί. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Ο κ. Σάββα αναφέρθηκε στα γεγονότα και στην αξιοπιστία του Ενάγοντα, η οποία διαφάνηκε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, από τα ίδια τα γεγονότα. Ο κ. Λάντος εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας υπέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ ο Εναγόμενος δεν είχε αντεξεταστεί επί ουσιωδών ζητημάτων. Έκανε επίσης αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία των συμβάσεων, καθώς και του καθήκοντος για μείωση της ζημιάς. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον Ενάγοντα και τον κ. Χαραλάμπους, καθώς και τον Εναγόμενο και το μάρτυρα Υπεράσπισης, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Εξαιρουμένης της μαρτυρίας των ίδιων των άμεσα εμπλεκομένων, δηλαδή του Ενάγοντα και του Εναγομένου, η μαρτυρία των άλλων δύο μαρτύρων δεν έχυσε ιδιαίτερο φως ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας φάνηκε στο Δικαστήριο άνθρωπος που στόχο είχε να προωθήσει τη θέση του. Ήταν εμπαθής και η μαρτυρία του διακατεχόταν από υπερβολή. Έδωσε την εικόνα του ανυπόμονου ατόμου που γνωρίζει τα πάντα, ο οποίος δεν θα ανεχόταν οποιαδήποτε παρατήρηση για τη δουλειά του. Ανέφερε ότι ζήτησε από τον Εναγόμενο, από τις 15/07/2006, επανειλημμένα να του προσκομίσει καταστάσεις με τα χρέη της επιχείρησης, αλλά δεν του τις προσκόμισε και γι' αυτό υπήρξε σύγκρουση στις 19/07/
- Ακόμη και εάν ο ισχυρισμός του ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, σίγουρα δύο μέρες δεν είναι μεγάλο χρονικό διάστημα που να μπορεί να θεωρηθεί αδράνεια ή αποφυγή. Κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 3, μια σελίδα με σημειώσεις, ενώ στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατέγραφε τις εισπράξεις σε βιβλίο, το οποίο βιβλίο δεν παρουσιάστηκε. Το Τεκμήριο 3 δεν το επεξήγησε. Ούτε εξήγησε πως συνδέεται με το Τεκμήριο 2, τα «Χ» της μηχανής, τα οποία σημειωτέον παράνομα κρατούσε, αφού δεν του ανήκε το κατάστημα. Μια απλή εξέταση του «Χ» της 27/07/2006 και της 30/07/2006, καταδεικνύει ότι το καταγραφέν από τον Ενάγοντα ως εισπραχθέν ποσό για τα δύο συγκεκριμένα βράδια είναι λανθασμένο. Ενώ είπε ότι είχε εκδιωχθεί από τη μπυραρία στις 05/08/2006, κατέθεσε στο Δικαστήριο το «Χ» της μηχανής για το βράδυ της 06/08/
- Πώς το είχε στην κατοχή του; Οπόταν, δεν είπε ούτε γι' αυτό το θέμα την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επίσης εγείρεται το εύλογο ερώτημα, γιατί έπαιρνε τα «Χ» και τα φύλαγε κάθε βράδυ; Αυτό δείχνει την υστεροβουλία του και την καχυποψία του προς τον Εναγόμενο. Το άλλο ερώτημα που έμεινε αναπάντητο ήταν γιατί δεν άσκησε το δικαίωμα αγοράς του μεριδίου με ειδοποίηση τον Ιούλιο 2006, όπως προβλεπόταν στο συμβόλαιο, Τεκμήριο 1, που ο ίδιος είχε ετοιμάσει αφού γνώριζε τις εισπράξεις του καταστήματος. Είπε ψέματα επίσης για το γεγονός ότι ο φίλος του στον οποίο εργάστηκε μετά τις 05/08/2006, περιστασιακά, του έβαζε Κοινωνικές Ασφαλίσεις, αφού το Πιστοποιητικό Κοινωνικών Ασφαλίσεων που κατατέθηκε από κοινού, τον κατέγραφε ως άνεργο. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος τον είχε απολύσει στις 19/07/
- Πώς τον απέλυσε, αφού συνέχισε να εργάζεται εκεί μέχρι τις 05/08/2006, όπως ήταν ο ισχυρισμός του; Και γιατί στις 05/08/2006 που του είχαν λεχθεί τα ίδια πράγματα που του είχαν αναφερθεί στις 19/07/2006, δεν επέστρεψε στην εργασία του; Αυτά τα ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα και άφησαν σκιές, τόσο στη συμπεριφορά του Ενάγοντα καθώς και στη μαρτυρία του. Δεν μπορώ να τον πιστέψω. Ο κ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, (Μ.Ε.2), είπε ψέματα στο Δικαστήριο και μοναδικός λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει το φίλο του, τον Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι είχε δει τον Εναγόμενο να κουνά επιθετικά το χέρι του προς τον Ενάγοντα ενώ βρισκόταν 500-600 μέτρα μακριά. Σίγουρα αυτός ο ισχυρισμός αντιβαίνει της λογικής. Επίσης, ανάφερε ότι είχε γυρισμένη την πλάτη του στο μπαρ, αλλά άκουσε φασαρία και γύρισε, όμως προηγουμένως είχε πει ότι είχε δει τον κόσμο να φεύγει χωρίς να τελειώσει τα ποτά του, γι' αυτό και υπολόγισε ότι κάτι συνέβαινε. Ο Εναγόμενος από την άλλη ήταν πιο ειλικρινής, παραδέχθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας, καθώς και το γεγονός ότι όφειλε το μισθό ενός μηνός στον Ενάγοντα, τον οποίο μισθό του είχε αποστείλει με δικηγόρο αλλά δεν είχε γίνει αποδεκτός από τον Ενάγοντα. Δεν αρνήθηκε επίσης ότι είχε συμφωνήσει να πωλήσει στον Ενάγοντα το 50% της επιχείρησης. Ούτε και αρνήθηκε ότι υπήρχαν προστριβές μεταξύ του και του Ενάγοντα. Όσον αφορά το θέμα των Σλοβάκων, δεν αντεξετάστηκε καθόλου από το συνήγορο του Ενάγοντα επί του θέματος της παρενόχλησης των Σλοβάκων. Ούτε ο κ. Κυριακίδης αντεξετάστηκε επί του θέματος αυτού, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η θέση του Εναγομένου ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν ήταν η πρέπουσα. Έχει νομολογηθεί ότι στόχος της αντεξέτασης είναι η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους. Παράλειψη αντεξέτασης αφήνει ανοικτή την πόρτα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεκτοί. Σχετική είναι η απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1057, όπου στη σελ.1060-1061 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή.» (Βλ. επίσης Ντέρεκ Ντάγκλας v. Νότας Ντάγκλας, Έφ.6/2008 και 8/2008, ημερ.11/02/2010.) Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, η θέση του Εναγομένου είναι αποδεκτή, ενώ η θέση του Ενάγοντα δεν γίνεται δεκτή. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν πιο κοντά στην αλήθεια. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Κυριακίδη, (Μ.Υ.2), η μαρτυρία προσεγγίζεται με επιφύλαξη, αφού με τον Εναγόμενο σχετίζονται φιλικά και πίνουν κάποτε και κανένα ποτό μαζί. Θεωρώ ότι στόχευε η μαρτυρία στο να βοηθήσει την πλευρά του Εναγομένου. Με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, θεωρώ ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας είχε εργοδοτηθεί από τον Εναγόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργοδότησης, ημερομηνίας 31/05/2006, ως διευθυντής για την περίοδο 01/06/2006 μέχρι 31/10/
- Η συμφωνία εργοδότησης πρόσφερε στον Ενάγοντα την επιλογή αγοράς του 50% του μεριδίου της επιχείρησης υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα ασκείτο με ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο. Οι σχέσεις του Εναγομένου με τον Ενάγοντα από την αρχή ήταν προβληματικές, αφού ο Ενάγοντας έδειχνε έλλειψη εμπιστοσύνης στον Εναγόμενο. Κάθε βράδυ έπερνε τα «Χ» της μηχανής, αλλά επεδείκνυε και συμπεριφορά την οποία ο Εναγόμενος θεωρούσε ανεπίτρεπτη, δηλαδή δεν ντυνόταν ευπρεπώς, δεν μεταχειριζόταν τα γκαρσόνια σωστά και μεταξύ άλλων, καθυστερούσε να προσέλθει στην εργασία του. Του έγινε από τον Εναγόμενο σφοδρή παρατήρηση για τη συμπεριφορά του στις 19/07/2006, χωρίς να συμμορφωθεί και στις 06/08/2006 του έγινε δεύτερη σφοδρή παρατήρηση. Στις 06/08/2006 ο ίδιος ο Ενάγοντας αποχώρησε από την εργασία του και με δική του πρωτοβουλία δεν επέστρεψε στις 07/08/2006 στην εργασία του. Στις 08/08/2006 στάλθηκε επιστολή από το δικηγόρο του Εναγομένου προς τον Ενάγοντα, θέτοντας τον προ των ευθυνών του και καταβάλλοντάς του το μισθό του για τον μήνα Ιούλιο. Ο Ενάγοντας δεν αποδέχθηκε το μισθό, ούτε και επέστρεψε στην εργασία του, αλλά αντίθετα απάντησε μέσω δικηγόρου, ζητώντας την εφαρμογή της συμφωνίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η σχέση των μερών βασίστηκε στις πρόνοιες του συμφωνητικού εγγράφου, Τεκμήριο 1, το οποίο υπογράφτηκε και από τους δύο. Οπόταν, η αξίωση του Ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Τεκμηρίου
- Ο όρος 6 της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ Α και ο ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ Β συμφωνούν και αποδέχονται και δηλώνουν με το παρόν έγγραφο ότι στη περίπτωση τερματισμού εργοδότησης του ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ Β, για οποιοδήποτε λόγο από μέρους του ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ Α, ο ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ Α υποχρεούται και δεσμεύεται όπως καταβάλει στον ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ Β τους μισθούς του, μέχρι και το Οκτώβρη του 2006.» Το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο η εργοδότηση του Ενάγοντα είχε τερματιστεί από τον Εναγόμενο. Ο όρος «τερματίζω» ερμηνεύεται από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ως «θέτω τέλος (σε κάτι)». Έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο τρόπος προσέγγισης και ερμηνείας των όρων μιας σύμβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία και τις αρχές που αφορούν την ερμηνεία των συμβάσεων, τα μέρη σε μια σύμβαση θεωρούνται ότι είχαν την πρόθεση την οποία κατέγραψαν. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του «Chitty on Contracts», 13η έκδ., τόμο Ι, παράγρ.12-043, σελ.839: «The cardinal presumption is that the parties are presumed to have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Γιολάντα Χατζησωτηρίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ.257/08, ημερομηνίας 14/07/2011, καταγράφηκαν τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την ερμηνεία εγγράφων: «Η ερμηνεία των εγγράφων, όπως είναι νομολογημένο, είναι έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό τους, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε σ' αυτά είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Εθνική Τράπεζα v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Γεωργ. Ετ. Φούτας v. Εταιρεία Βάσος Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λάμπρου v. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. v. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ.413) «., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.»» Η ερμηνεία, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale, είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions." Στην υπόθεση Hilbers ν. Parkinson
(1883)25 Ch. D. 200, ο Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- "I conceive that all deeds are to be construed not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties." Με βάση τις πρόνοιες του όρου 6 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι πρώτον, κατά πόσο τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του Ενάγοντα και δεύτερον, κατά πόσο δικαιούται ο Ενάγοντας το ποσό των Λ.Κ.3.000-, το οποίο αξιώνει. Ερμηνεύοντας τον όρο 6, θα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρξε τερματισμός της εργοδότησης του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία και των δύο πλευρών και αξιολογώντας την, θεωρώ ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα ήταν αυτή που ανάγκασε τον Εναγόμενο να του κάμει παρατηρήσεις. Όμως, αυτός που δεν επέστρεψε στην εργασία του ήταν ο Ενάγοντας, ακριβώς γιατί του είχε γίνει παρατήρηση για τη συμπεριφορά του στις 06/08/
- Οπόταν, θεωρώ ότι δεν τερματίστηκε η εργοδότηση του Ενάγοντα, αλλά ο ίδιος επέλεξε να αποχωρήσει από την εργασία του και να μην προσέλθει στις 07/08/2006 στην εργασία του, λόγω του ότι του είχε γίνει παρατήρηση από τον Εναγόμενο. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης, είναι ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο όρος 6 της συμφωνίας, γιατί ο Ενάγοντας εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία του. Σίγουρα δικαιούται το ποσό για το μήνα που εργάστηκε, δηλαδή τις Λ.Κ.1.000- για τον Ιούλιο, αλλά όχι για τους υπόλοιπους μήνες που δεν εργάστηκε (βλ. Chitty on Contracts (ανωτέρω), παράγρ.24-054, σελ.1576). Όμως, αυτό το ποσό δεν το απαίτησε στην Έκθεση Απαίτησής του, αφού αξίωσε μόνο του μισθούς του από 01/08/2006 μέχρι 30/10/
- Το σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω), στην παράγρ.24-032, σελ.1563, καταγράφει τα ακόλουθα: «If one party is in breach of his duty to co-operate, so that performance of the contract cannot be effected the other party will be entitled to treat himself as discharged.» Οπόταν, από τη στιγμή που ο Ενάγοντας δεν επέστρεψε στην εργασία του στις 07/08/2006, ο Εναγόμενος μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του απαλλαγμένο από οποιαδήποτε υποχρέωση προέκυψε από τη συμφωνία, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Chitty on Contracts (ανωτέρω), παράγρ.20-050, σελ.1574: «Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the others breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract.» Συνεπακόλουθα, ο Εναγόμενος έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να προχωρήσει με την περαιτέρω εκτέλεση της σύμβασης, λόγω ακριβώς της παραβίασής της από τον Ενάγοντα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συγκεκριμένης συμφωνίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός τέθηκε γενικά και αόριστα και δεν μπορούν να εξετάζονται από το Δικαστήριο γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί. Εν πάση περιπτώσει, αυτός που παραβίασε τη συμφωνία ήταν ο Ενάγοντας που δεν εμφανίστηκε την επόμενη μέρα στην εργασία του, οπόταν δεν προκύπτει θέμα ζημιών, αφού ο ίδιος με τη συμπεριφορά του παραβίασε τη συμφωνία. Σημειώνω εδώ ότι εργοδοτήθηκε από φίλο του σε άλλη μπυραρία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οπόταν ποια ήταν η απώλειά του, δεν καθορίστηκε. Καταλήγω λοιπόν ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την αξίωσή του, η οποία αφορά την απώλεια απολαβών για την περίοδο 01/08/2006 μέχρι 30/10/2006, οπόταν η αγωγή του θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του και υπέρ του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο