← Κύπρος

Σταύρου Σπύρου Πασπαρή ν. Αντρέα Αϊβαζίδη, Αρ. Αγ.:723/08, 8 Μαρτίου 2012

Σταύρου Σπύρου Πασπαρή ν. Αντρέα Αϊβαζίδη, Αρ. Αγ.:723/08, 8 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγ.:723/08 Μεταξύ: Σταύρου Σπύρου Πασπαρή Ενάγοντα -και- Αντρέα Αϊβαζίδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 8 Μαρτίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Η κα Μ. Χατζηκωνσταντή. Για τον εναγόμενο: Ο κ. Πουτζιουρής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρίστηκε στις 19/6/2008 ο ενάγοντας απαιτεί από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές που υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα που έγινε και που οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια ή και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του εναγομένου ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΕΝ
  2. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 12/1/2008 ο ενάγων οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής KRQ 313 στη λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι με κατεύθυνση προς το Παραλίμνι. Ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΕΝ 256 στον ίδιο δρόμο αλλά με κατεύθυνση προς τον Πρωταρά. Ο εναγόμενος παρεξέκλινε της πορείας του με αποτέλεσμα να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων, ο οποίος μόλις πρόσεξε τον εναγόμενο να παρεκκλίνει της πορείας του και να κατευθύνεται με μεγάλη ταχύτητα προς το μέρος του, προσπάθησε να αποφύγει τον εναγόμενο από τη δεξιά πλευρά του δρόμου χωρίς όμως να το επιτύχει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του αρνούμενος τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έγινε το δυστύχημα, αναφέρει ότι ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά στο πρατήριο καυσίμων της εταιρείας ΕΚΟ ανέκοψε την πορεία του οχήματος του εναγόμενου και προκάλεσε τη σύγκρουση. Ο εναγόμενος προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση ελαττώνοντας ταχύτητα και έστριψε το τιμόνι του προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του για να προσπαθήσει να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα το οποίο δεν κατόρθωσε λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων και λόγω της ξαφνικής και αμελούς αντίδρασης του ενάγοντα να σταματήσει εντελώς το αυτοκίνητό του στη μέση της λωρίδας που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος και να του αποκόψει έτσι εξ ολοκλήρου την πορεία του. Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσαν δύο μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του ενάγοντα και για την πλευρά της υπεράσπισης τρεις συνολικά μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου. Κατατέθηκαν και δέκα τεκμήρια. Δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι: Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου δυστυχήματος έχει διαπράξει τα αδικήματα (α) οδηγούσε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, (β) χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (γ) με ταχύτητα 80 χ.α.ω αντί 50 χ.α.ω. και (δ) χωρίς να φέρει ζώνη ασφαλείας, για τα οποία καταχωρήθηκε ποινική δίωξη και έχει παραδεχθεί ενοχή και του έχει επιβληθεί χρηματική ποινή. Το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων του ενάγοντα επί πλήρους ευθύνης είναι €3.
  3. Οι γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγων επί πλήρους ευθύνης ανέρχονται στο ποσό των €
  4. Ενόψει των πιο πάνω δηλωθέντων παραδεκτών γεγονότων το μοναδικό ζήτημα το οποίο παραμένει προς εξέταση είναι αυτό της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος επί του οποίου και επικεντρώθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Η Γ/Αστ. 3259 Μαρία Παφίτη Μ.Ε.1 ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Η εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και κατάθεσε τα όσα γνώριζε αλλά και τα όσα αντιλήφθηκε και προέκυψαν κατά την εξέταση της υπόθεσής. Παρά την προσπάθεια της πλευράς της υπεράσπισης να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος αλλά και το ορθό των ενεργειών στις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση του συμβάντος, εντούτοις θεωρώ ότι η αξιοπιστία της μάρτυρος παρέμεινε ακλόνητη. Το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 παρέλειψε να λάβει μετρήσεις των διαστάσεων των οχημάτων δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάσταση ως προς την αξιοπιστία της αν και το ορθό θα ήταν να προέβαινε και να λάμβανε τις εν λόγω μετρήσεις. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε την κατάθεσή της τεκμήριο 1, το πρόχειρο και τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα, τα οποία και επεξήγησε, ως επίσης και την κατάθεση του Μ.Υ.1 τεκμήριο 4, την κατάθεση του ενάγοντα τεκμήριο 5, την κατάθεση του αστυφύλακα Α. Γιαννακού τεκμήριο 6, δέσμη φωτογραφιών τεκμήριο 7 που απεικόνιζαν τις ζημιές στα δύο εμπλεκόμενα οχήματα και τέλος αντίγραφο μηνύματος της αστυνομίας τεκμήριο
  5. Η Μ.Ε.1 κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία της ανάφερε ότι η ίδια ετοίμασε το τεκμήριο 2 και βάση αυτού ετοίμασε και το τεκμήριο 3 και είναι οι ίδιες πληροφορίες και στα δύο τεκμήρια. Είπε επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης Χ1 βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, δηλαδή στην πορεία Α και είναι 10 εκατοστά από το κέντρο του δρόμου. Ανάφερε επίσης ότι δεν έλαβε διαστάσεις των οχημάτων αν και θα έπρεπε σύμφωνα με την εκπαίδευσή της στη διερεύνηση δυστυχημάτων. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης Χ1 είπε ότι το καθόρισε εκεί αφού ήταν ακριβώς στο μέσο των δύο τροχών του οχήματος του εναγομένου που βρέθηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης, γδαρσίματα και σπασμένα γυαλιά. Στο σημείο αυτό και σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης δεν μπορώ να αντιληφθώ την αμφισβήτηση που υπήρξε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 από τον συνήγορο υπεράσπισης τη στιγμή που ο ίδιος ο εναγόμενος στην κατάθεσή του τεκμήριο 9, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, δήλωσε ότι συμφωνεί απόλυτα με το σχέδιο που ετοίμασε η αστυνομία. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία τόσο του ενάγοντα Σταύρου Πασπαρή Μ.Ε.2, του εναγόμενου ΜΥ2 όσο και των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ενάγοντας Μ.Ε.2 θέλοντας να πάει στο πρατήριο βενζίνης που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, εισήλθε μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του εναγόμενου Μ.Υ.2 ο οποίος βλέποντας το όχημα του ενάγοντα να του ανακόπτει την πορεία του, πάτησε φρένα αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης από τον μεν δεξιό τροχό 36 μέτρα και από τον αριστερό 28 μέτρα. Η θέση του ενάγοντα, ως φαίνεται από την κατάθεση του τεκ. 5 ήταν ότι δεν ήθελε να πάει στο πρατήριο βενζίνης και η σύγκρουση επήλθε λόγω του ότι ο εναγόμενος ο οποίος οδηγούσε το όχημά του με ιλιγγιώδη ταχύτητα από την αντίθετη κατεύθυνση εισήλθε στην πορεία του και ο ίδιος για να αποφύγει τη σύγκρουση έστριψε το τιμόνι του οχήματός του δεξιά σύμφωνα με την πορεία του με πρόθεση να μπει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αντίθετη είναι η θέση τόσο του εναγόμενου Μ.Υ.2 όσο και των Μ.Υ.1 και 3 οι οποίοι ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά η θέση τους καταγράφεται και στις καταθέσεις τους τεκ.4, 9 και 10, ότι ο ενάγων εισήλθε μερικώς στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγόμενου για να μπει στο βενζινάδικο και σταμάτησε με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του τελευταίου και τα δύο ενεχόμενα οχήματα να συγκρουστούν μετωπικά. Θεωρώ ότι την αλήθεια σε σχέση με το πώς επήλθε η σύγκρουση την έχουν περιγράψει τόσο ο εναγόμενος όσο και οι Μ.Υ.1 και
  6. Στο συμπέρασμά μου αυτό, πέραν της μαρτυρίας των Μ.Υ., καταλήγω λαμβανομένης υπόψη και της πραγματικής μαρτυρίας. Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του ενάγοντα ότι δεν εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Καταρχάς το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης Χ1 είναι μόλις 10 εκατοστά στη λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα σε συνδυασμό με τις ζημιές που εντοπίζονται σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος και των δύο οχημάτων όπως φαίνονται στις φωτογραφίες τεκ. 7 αλλά και με τη μαρτυρία των Μ.Υ. ότι ο ενάγοντας έγινε αντιληπτός να εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας προκύπτει ότι ο ενάγοντας εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Επίσης αν όντως ο ενάγοντας ήταν μόνο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας σε συνάρτηση με το σημείο σύγκρουσης Χ1 με το οποίο και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν τότε, χωρίς να καθιστώ και πάλι τον εαυτό μου εμπειρογνώμονα, οι ζημιές τουλάχιστον στο όχημα του ενάγοντα θα έπρεπε να ήταν στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος και όχι να εντοπίζονται οι ζημιές μετωπικά. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας, καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Στις 12.01.2008 και περί ώρα 20:40 ο ενάγοντας οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής KRQ313 με κατεύθυνση από Πρωταρά προς Παραλίμνι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και παρά το πρατήριο καυσίμων ΕΚΟ το οποίο βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και θέλοντας να πάει στο εν λόγω πρατήριο εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και αντιλαμβανόμενος τον εναγόμενο να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση σταμάτησε το όχημά του. Ο εναγόμενος για να αποφύγει τη σύγκρουση πάτησε τα φρένα του οχήματός του αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης 36 μέτρων και 28 μέτρων στον δεξιό και αριστερό τροχό αντίστοιχα και είχε σαν αποτέλεσμα μέρος του οχήματός του να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα και επήλθε η σύγκρουση με σημείο σύγκρουσης να είναι 10 εκατοστά από το μέσο του δρόμου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν ελαφρά τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος με τον συνοδηγό του ΜΥ1 οι οποίοι αφού έτυχαν των πρώτων βοηθειών στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου απολύθηκαν. Ζημιές υπέστησαν και τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Το σημείο του δρόμου όπου επεσυνέβηκε το ατύχημα βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. και ο εναγόμενος έτρεχε με ταχύτητα 80 χ.α.ω. αντί 50 χ.α.ω. Έχει προαναφερθεί ότι ενόψει και της συμφωνίας των διαδίκων σε σχέση τόσο με τις γενικές όσο και με τις ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες και έχουν δηλωθεί, το μόνο ζήτημα που παραμένει προς εξέταση είναι αυτό της ευθύνης. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou

(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από τον δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Ερχόμενος στην παρούσα περίπτωση και εξετάζοντας το θέμα της ευθύνης και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας όπου οδηγούσε το όχημά του ο ενάγοντας με αποτέλεσμα να συγκρουστούν, με το σημείο σύγκρουσης, το οποίο και δέχθηκαν να βρίσκεται 10 εκατοστά από το κέντρο του δρόμου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα. Κρίνω ότι η αμέλεια του εναγόμενου έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. αυτός έτρεχε με ταχύτητα 80 χ.α.ω., δεδομένο που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Φυσικά η ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου δεν αποτελεί στοιχείο αμέλειας. Αλλά έχοντας υπόψη μου και το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος μέχρι το σημείο σύγκρουσης και χωρίς να καθιστώ τον εαυτό μου εμπειρογνώμονα, καταδεικνύει ότι θα πρέπει να αντιλήφθηκε το όχημα του ενάγοντα από προηγουμένως έχοντας υπόψη και την απόσταση σκέψης (thinking distance) (βλ. Θεόδουλος Σιαλαμπή ν. Θεμούλας Παναγή
(2008)1Α Α.Α.Δ. 75). Ως εκ τούτου θεωρώ ότι αν ο εναγόμενος εκινείτο με την κανονική ταχύτητα των 50 χ.α.ω. θα μπορούσε να ελέγξει το όχημά του με τρόπο κατά πολύ καλύτερο ή και ακόμα να αποφύγει τη σύγκρουση. Έχει τεθεί από πλευράς εναγομένου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο ενάγοντας φέρει ευθύνη για το δυστύχημα τότε θα πρέπει να αποδοθεί και μερίδιο ευθύνης στον ενάγοντα. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του ζητήματος αυτού θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο θέμα της παραδοχής του ενάγοντα σε ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του με την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Είναι νομολογημένο ότι παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που την περιβάλλουν έτσι ώστε να αξιολογηθεί η αποδεικτική της αξία στην πολιτική υπόθεση (βλ. Χ"Ιωάννου ν. Μπουκάριος
(1995)1 Α.Α.Δ. 131). Στην υπό κρίση υπόθεση τόσο η Μ.Ε.1 όσο και ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφεραν ότι υπήρχε ποινική υπόθεση στην οποία ο τελευταίος παραδέχθηκε ενοχή. Δεν έχουν όμως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα τα οποία ακούστηκαν στην ποινική διαδικασία έτσι ώστε να αποτιμηθούν και να τους δοθεί η οιαδήποτε αποδεικτική αξία. ΄Ετσι το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οιαδήποτε σημασία στο γεγονός αυτό. Επανερχόμενος στο θέμα της ευθύνης, έχει λεχθεί στην υπόθεση Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, ο καταμερισμός της ευθύνης είναι έργο του Δικαστηρίου. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 και 57 του Κεφ. 148. ΄Οσον αφορά την εξέταση και διακρίβωσή του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄ αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Μακρίδης ν. Dharahgji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, σελ. 1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzerald v. Lord
(1988)2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672, 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το ΄Αρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και ενάγοντα από την άλλη και μένει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα.» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (δέστε Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284). Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, 885).»΄ Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας κατά το στάδιο της αντεξέτασής του από τον συνήγορο υπεράσπισης ανέφερε ότι φέρει και ο ίδιος κάποιο ποσοστό ευθύνης. Φυσικά η δήλωση αυτή του ενάγοντα δεν αποτελεί κριτήριο για την οιαδήποτε απόδοση ευθύνης σε βάρος του. Από τη μαρτυρία όμως που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τα ευρήματα στα οποία προέβηκε το Δικαστήριο θεωρώ ότι το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης για το δυστύχημα το φέρει ο ενάγοντας ο οποίος εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας χωρίς να είναι απόλυτα ασφαλές με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος του εναγόμενου ο οποίος στην αγωνία της στιγμής πάτησε τα φρένα του για να αποφύγει τη σύγκρουση χωρίς όμως να το κατορθώσει αφού και ο ίδιος εισήλθε στην πορεία κυκλοφορίας του ενάγοντα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του τελευταίου. Κρίνω όμως ότι η παρεμβολή του οχήματος του ενάγοντα στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγόμενου ήταν ο βασικός λόγος του δυστυχήματος. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι την ευθύνη για το δυστύχημα σε ποσοστό 60% το φέρει ο ενάγοντας και σε ποσοστό 40% ο εναγόμενος. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω οι γενικές αποζημιώσεις του ενάγοντα καθορίστηκαν επί ποσοστού πλήρους ευθύνης στο ποσό των €1000 και οι ειδικές στο ποσό των €3000. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το ποσοστό αμέλειας τα πιο πάνω ποσά μειώνονται ανάλογα. Εκδίδεται κατά συνέπεια απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου (α) για το ποσό των €400 ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο 8% ετησίως από 12/1/08 μέχρι 14/10/08 και 5.5% ετησίως από 15/10/08 μέχρι εξοφλήσεως και (β) για το ποσό των €1200 ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο 4% ετησίως από 12/1/08 μέχρι 14/10/08 και 2,75% από 15/10/08 μέχρι σήμερα. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. (Υπ.)................... Λ.Μουγής Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.