← Κύπρος

TIBERIUS VASILE TANASE ν. ΙΩΑΝΝΑΣ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 891/2007, 16 Μαρτίου, 2012

TIBERIUS VASILE TANASE ν. ΙΩΑΝΝΑΣ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 891/2007, 16 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 891/2007 Μεταξύ: TIBERIUS VASILE TANASE Ενάγοντα -και-

  1. ΙΩΑΝΝΑΣ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ
  2. ΠΑΝΙΚΟΥ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενων ------------------- Ημερομηνία: 16 Μαρτίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Λειβαδιώτου Για Εναγόμενους: κ. Κουκούνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και για σωματικές βλάβες οι οποίες προκλήθηκαν από το δυστύχημα που επισυνέβη κατά ή περί τις 10/11/2007, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας, παρά το χωριό Κόσιη, λόγω αμέλειας της Εναγομένης
  3. Η Εναγομένη 1 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877, ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2, το οποίο οδηγούσε με τη συγκατάθεσή του και/ή ως αντιπρόσωπός του και/ή ως υπάλληλός του. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του αναφέρει ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης και οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΒΡ576, μάρκας Nissan τύπου Skyline. Η Εναγομένη 1 ήταν η οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής XC877, το οποίο ανήκε στον Εναγόμενο 2 και κατά τον επίδικο χρόνο το οδηγούσε η Εναγομένη 1 με την έγκριση ή/και τη συγκατάθεσή του και υπό συνθήκες που τον καθιστούν συνυπεύθυνο. Είναι η δική του θέση ότι οδηγούσε το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας με κατεύθυνση τη Λάρνακα και βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όταν η Εναγομένη 1, η οποία οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877, άλλαξε ξαφνικά τη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε και/ή εξέκλεινε της πορείας της και εισήλθε απότομα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματός του. Καταγράφει, στην Έκθεση Απαίτησής του, ως λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης 1, ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις, ότι οδηγούσε επικίνδυνα και δεν είχε στραμμένη την προσοχή της στην κίνηση του δρόμου, ότι δεν έδωσε σημασία ή/και την απαιτούμενη ή/και καθόλου σημασία στις καιρικές συνθήκες ή/και στα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο δρόμο, ότι παραγνώρισε πλήρως ότι ο Ενάγοντας ακολουθούσε και κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι η αλλαγή της πορείας της χωρίς προειδοποίηση ή/και αιφνίδια, θα συνιστούσε κίνδυνο στο δρόμο. Επίσης, είναι η θέση του ότι δεν κατέδειξε την πρόθεσή της να αλλάξει την πορεία της, ότι οδηγούσε αφηρημένα ή/και έστριψε απότομα δεξιά ως προς την πορείας της, αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία του οχήματος του Ενάγοντα, ότι δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός της, ότι δεν σταμάτησε ή/και ελάττωσε ταχύτητα, ότι έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και ότι οδηγούσε επικίνδυνα υπό τις περιστάσεις και χωρίς να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο Ενάγοντας, καταγράφει ως επακόλουθα του ατυχήματος, μώλωπες στο στήθος, τους ώμους και τα χέρια, στομαχικές διαταραχές, πονοκεφάλους, έντονους πόνους στον αυχένα και στην πλάτη, έντονο ταρακούνημα ή/και σοκ και γενικό πόνο και ταλαιπωρία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξειδικεύει τις ειδικές του ζημιές στο ποσό των €10.171,80 το οποίο επεξηγεί ως ακολούθως: €9.397,31 για την αξία του οχήματός του, €115- ως ιατρικά έξοδα, €350- απώλεια εισοδήματος, €87- έξοδα Αστυνομικής Έκθεσης, €196,49 για την ετοιμασία έκθεσης από εκτιμητή αναφορικά με το όχημα και €26- έξοδα ρυμούλκησης του οχήματος. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται ή/και εμποδίζεται στην αγωγή του για το λόγο ότι η ασφαλιστική του εταιρεία, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του, είχε διευθετήσει τις απαιτήσεις των Εναγομένων, αναγνωρίζοντας ότι αυτός που ευθυνόταν πλήρως για το συγκεκριμένο δυστύχημα ήταν ο Ενάγοντας. Επιπρόσθετα από την προδικαστική ένσταση, παραδέχονται ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΡ576 καθώς επίσης και ότι η Εναγομένη 1 οδηγούσε το όχημα ΧC877, ιδιοκτησίας του συζύγου της, του Εναγομένου 2, με τη συγκατάθεσή του. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη και αδίκως συμπεριλήφθηκε στην αγωγή, αφού είναι σύζυγος της Εναγομένης 1 και απλά είχε δώσει τη συγκατάθεσή του στην Εναγομένη 1 να οδηγεί το όχημά του. Κατά την άποψη των Εναγομένων 1 και 2 το συγκεκριμένο δυστύχημα επισυνέβη λόγω του ότι ο Ενάγοντας, ο οποίος ακολουθούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877, που οδηγούσε η Εναγομένη 1, χωρίς να έχει τη δέουσα προσοχή ή/και παρατηρητικότητα στο δρόμο και χωρίς να διατηρεί την κανονική απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, επέπεσε και συγκρούστηκε πάνω στο όχημα της Εναγομένης 1, και αυτό τον οδήγησε να επιπέσει και να συγκρουστεί στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου. Κατά συνέπεια, οι όποιες απώλειες και ζημιές που τυχόν υπέστη ο Ενάγοντας δεν αφορούν τους Εναγόμενους αλλά τον ίδιο τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 1 δεν άλλαξε ξαφνικά γραμμή πορείας αλλά ούτε και παρέκλινε της πορείας της, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος του Ενάγοντα. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας που εκθέτει ο Ενάγοντας καθώς και τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταγράφουν ως λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των καθηκόντων του Ενάγοντα τα ακόλουθα: ότι οδηγούσε με ιλιγγιώδη ή/και υπερβολική ταχύτητα ή/και καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή, ότι πλησίασε το προπορευόμενο όχημα σε ελάχιστη απόσταση μη τηρώντας τους κανόνες ασφαλείας σχετικά με την επιτρεπόμενη απόσταση, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε η Εναγομένη 1, ότι παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα ή/και δεν αντιλήφθηκε καθόλου το προπορευόμενο από αυτόν όχημα το οποίο οδηγούσε η Εναγομένη 1 και ότι συγκρούστηκε μαζί του αναγκάζοντάς το να συγκρουστεί στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου, ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, ότι παρέλειψε να ελαττώσει έγκαιρα ταχύτητα ή/και δεν ελάττωσε καθόλου ταχύτητα, ότι οδηγούσε το όχημά του αμελώς και χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή, αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα. Επικαλούνται, οι Εναγόμενοι, την αρχή Res Ispa Loquitur. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο Ενάγοντας περιόρισε την αξίωσή του μόνο στις υλικές ζημιές. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Για τον Ενάγοντα μαρτυρία δόθηκε από τρεις μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Τζιρκαλλής (Μ.Ε.1), εκτιμητής ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, σημείωμα το οποίο εμπεριείχε τα προσόντα του. Ήταν η θέση του ότι στις 13/11/2007 είχε λάβει οδηγίες από τον Ενάγοντα για να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και να εκτιμήσει τις ζημιές στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΡ576, μάρκας Nissan Skyline και να ελέγξει επίσης το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877, μάρκας Toyota Corola, για να διαπιστώσει κατά πόσο τα δύο οχήματα είχαν έρθει σε επαφή μεταξύ τους. Ο ίδιος είχε καταγράψει τη ζημιά του Nissan Skyline και είχε ετοιμάσει σχετική εκτίμηση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Είχε καταλήξει ότι το αυτοκίνητο ήταν ασύμφορο να διορθωθεί, αφού η αρχική αγοραστική του αξία ήταν Λ.Κ.5.500-, ενώ η εναπομένουσα αξία του ήταν μόνο Λ.Κ.900-. Για την εκτίμησή του είχε πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.100-, πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή €196,
  5. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, την απόδειξη είσπραξης. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε βγάλει τις φωτογραφίες που συνοδεύουν την εκτίμησή του. Είχε επίσης φωτογραφίσει το άλλο εμπλεκόμενο όχημα. Κατέθεσε τέσσερις φωτογραφίες, ως Τεκμήριο
  6. Ισχυρίστηκε ότι όταν ερευνάται το θέμα του κατά πόσο δύο αυτοκίνητα έχουν έρθει σε επαφή, αναζητείται η ζημιά της άμεσης επαφής, δηλαδή ένα σημείο του κάθε αυτοκινήτου που να έχει έρθει σε επαφή με το άλλο. Οι φωτογραφίες 1 και 2 καταμαρτυρούσαν τη ζημιά σε όλο το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Κατά τη δική του άποψη, η συγκεκριμένη ζημιά είχε προέλθει από το μεταλλικό αριστερό κιγκλίδωμα του δρόμου. Αναφορικά με τις φωτογραφίες 3 και 4, ήταν η θέση του ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγομένη 1 είχε ζημιά στο πίσω δεξιό μέρος του. Η ζημιά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου καταδείκνυε ότι είχε γίνει από κάτι οριζόντιο, δηλαδή ένα πάσαλο. Ο ίδιος είχε καταλήξει ότι η συγκεκριμένη ζημιά είχε προκληθεί από τον πάσαλο του μεταλλικού κιγκλιδώματος που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όσον αφορά το δρόμο, ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον τόπο που είχε γίνει το ατύχημα, ο οποίος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης και στην αριστερή του πλευρά έχει σιδερένιο κιγκλίδωμα, ενώ στη δεξιά του πλευρά το κιγκλίδωμα είναι καμωμένο από μπετόν. Ήταν η δική του άποψη ότι τα δύο οχήματα δεν είχαν έρθει σε επαφή μεταξύ τους, αφού δεν υπήρχαν μπογιές του ενός αυτοκινήτου πάνω στο άλλο, όταν τα εξέτασε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Εξήγησε ότι οι προφυλακτήρες και των δύο οχημάτων είχαν περίπου το ίδιο ύψος, πλην όμως ο προφυλακτήρας του οχήματος Nissan δεν ήταν στο αυτοκίνητο, ενώ ο προφυλακτήρας του οχήματος Toyota είχε στρεβλώσει, αλλά είχε επιστρέψει στη θέση του. Όσον αφορά τον προφυλακτήρα του Nissan, ο οποίος ήταν κτυπημένος και σπασμένος, ήταν ο ισχυρισμός του ότι η ζημιά αυτή είχε προέλθει από το κτύπημα πάνω στον αριστερό πάσαλο, ο οποίος βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όσον αφορά το Toyota, η ζημιά του ήταν στην αριστερή πισινή γωνιά και είχε προέλθει από τη σύγκρουσή του με το διαχωριστικό από μπετόν. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι το κιγκλίδωμα στη μέση του δρόμου ήταν καμωμένο από μπετόν και ενώ η αριστερή πλευρά ήταν καμωμένη από μεταλλικό. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να προκληθεί η ζημιά του Toyota από το κτύπημα πάνω στο μπετόν. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε μελετήσει το σχέδιο που είχε ετοιμαστεί από την Αστυνομία, το οποίο και κατέθεσε, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ότι είχε επισκεφθεί το χώρο που έγινε το δυστύχημα για να διακριβώσει πού ήταν τα κιγκλιδώματα. Διαπίστωσε ότι μετά το 14ο χλμ, το μεσαίο κιγκλίδωμα είναι καμωμένο από μπετό και το αριστερό είναι μεταλλικό. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877 είχε συγκρουστεί πάνω στο μεταλλικό πάσαλο στην αριστερή μεριά του δρόμου, όπου το κάθετο μεταλλικό κιγκλίδωμα προκάλεσε ζημιά στην πίσω πόρτα. Το κτύπημα στο πίσω μέρος του προήλθε από το μεταλλικό πάσαλο, το στηθαίο στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Επέμενε ότι αυτή η κατάληξη τεκμηριωνόταν από τη στάμπα πάνω στο καπό της πίσω πόρτας. Ήταν η δική του θέση, ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877 είχε επαφή με το αριστερό κιγκλίδωμα, αλλά δεν μπορούσε να διαπιστωθεί πόσες ακριβώς συγκρούσεις είχε. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι από τη στιγμή που δεν υπήρχε φαινόμενο σύγκρουσης, δεν υπήρχε αναγκαιότητα λήψης οποιοδήποτε μετρήσεων. Ερωτηθείς για το πώς προήλθαν οι ζημιές στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου XC877, ισχυρίστηκε ότι δεν ερεύνησε το συγκεκριμένο θέμα, γιατί οι οδηγίες που είχε λάβει ήταν να διαπιστώσει κατά πόσο τα δύο οχήματα είχαν συγκρουστεί μεταξύ τους. Όσον αφορά το όχημα ΚΒΡ576, επέμενε στη θέση του ότι είχε συγκρουστεί με το διαχωριστικό το οποίο ήταν καμωμένο από μπετόν. Ενώ το όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877 είχε συγκρουστεί στο διαχωριστικό περιτοίχισμα. Γι' αυτό και η αριστερή πίσω γωνιά του αυτοκινήτου Toyota είχε υποστεί ζημιά, ενώ η δεξιά πίσω πλευρά του οχήματος Nissan είχε υποστεί ζημιές. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε αναπαράσταση του δυστυχήματος, γιατί δεν υπήρχε αναγκαιότητα για να το πράξει. Κατά την άποψή του δεν υπήρχε σύγκρουση και στο σχέδιο της Αστυνομίας δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης αλλά ούτε και θραύσματα. Επέμενε στην άποψη ότι το αυτοκίνητο XC877 είχε κτυπήσει, το μπροστινό του μέρος στο κιγκλίδωμα και το πίσω μέρος του στο μεταλλικό αριστερό κιγκλίδωμα. Αυτό καταδείκνυε η ζημιά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, η οποία απέκλειε την πιθανότητα να είχε κτυπήσει οπουδήποτε αλλού, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, αφού το κεντρικό κιγκλίδωμα δεν μπορούσε να προκαλέσει τέτοια ζημιά, γιατί δεν υπάρχει στο κεντρικό κιγκλίδωμα οτιδήποτε στρογγυλό που να εξέχει με το οποίο να είχε συγκρουστεί το XC
  7. Επίσης, επέμενε ότι το όχημα ΚΒΡ576 είχε συγκρουστεί δυνατά με το περιτοίχισμα. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 και ρωτήθηκε κατά πόσο μπορούσε να διαπιστώσει οποιοδήποτε μαύρισμα. Παραδέχθηκε ότι υπήρχε μαύρισμα στο μέρος των πινακίδων καθώς και αριστερά από τα φώτα, αλλά ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο μαύρισμα είχε προέλθει από το κιγκλίδωμα. Εξήγησε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου XC877 είχε χάσει τον έλεγχο του και έπεσε επί του κιγκλιδώματος. Το άνω μέρος της πισινής πόρτας δείχνει τη γραμμή ακριβώς και με ποια γωνιά είχε κτυπήσει. Η λαμαρίνα κάνει γωνιά γιατί το αυτοκίνητο είχε κτυπήσει πάνω στον πάσαλο του κιγκλιδώματος, ο κάθετος πάσσαλος φαίνεται στο αυτοκίνητο, ενώ ο παράλληλος φαίνεται πάνω στην πόρτα. Ο προφυλακτήρας βούλωσε και μετά επανήλθε στην αρχική του θέση, λόγω της ελαστικότητας. Όμως, ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά άμεσης επαφής των δύο αυτοκινήτων. Κατά την άποψή του, δεν μπορούσε να ταιριάξει η ζημιά του αυτοκινήτου Nissan με τη ζημιά του αυτοκινήτου Toyota. Επέμενε ότι ποτέ τα δύο αυτοκίνητα δεν είχαν έρθει σε επαφή μεταξύ τους και ότι οι ζημιές στο μπροστινό μέρος του Nissan και στο πίσω μέρος του Toyota είχαν προέλθει από το αριστερό μεταλλικό κιγκλίδωμα και τα σχήματα που είχαν αποτυπωθεί στα αυτοκίνητα μιλούν από μόνα τους. Όσον αφορά την αξία του εκτιμημένου αυτοκινήτου, ισχυρίστηκε ότι στην αγορά άξιζε Λ.Κ.5.500- και η ζημιά του ήταν ύψους Λ.Κ.5.000-. Οπόταν, κατά τη δική του άποψη, προσθέτοντας το ποσό που θα χρειαστεί για μπογιάντισμα, για εξαρτήματα, για εργατικά καθώς και για τη μηχανική επισκευή, θα υπερβεί της αξίας του αυτοκινήτου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορεί να επισκευαστεί. Εξήγησε ότι μόνο το πίσω δεξιό φτερό στοιχίζει €1.200-. Κατέληξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου XC877 και ότι απλά του ζητήθηκε να ετοιμάσει μια έκθεση την οποία έκανε με ακρίβεια. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, Tiberius Vasile Tanase (Μ.Ε.2), ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το Τεκμήριο
  8. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι εργάζεται ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων σε ιδιωτική εταιρεία από το
  9. Στις 10/11/2007 και ώρα 7:45μ.μ. οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής ΚΒΡ576 επί του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λάρνακας, με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Παρά το χωριό Κόσιη κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σε κάποια στιγμή η Εναγομένη 1, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XC877, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ξαφνικά άλλαξε γραμμή πορείας, δίχως να προβεί σε προειδοποιητικό σήμα και στην προσπάθειά της αυτή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, μπήκε απότομα μέσα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και του ανέκοψε την πορεία του, ενώ η ίδια κτύπησε στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου, το οποίο χωρίζει τις λωρίδες κατεύθυνσης του δρόμου. Ο ίδιος για να αποφύγει τη σύγκρουση αναγκάστηκε να οδηγήσει το αυτοκίνητό του δεξιότερα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο διαχωριστικό τοίχο του δρόμου, να παρεκκλίνει αναγκαστικά από την πορεία του και να κτυπήσει στο προστατευτικό κάγκελο, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, δύο φορές, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Κατά την άποψή του, το δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια της Εναγομένης 1, η οποία δεν είχε στραμμένη την προσοχή της στην κίνηση του δρόμου. Συνοδευόταν στο αυτοκίνητο από φίλη της και δεν είχε δώσει την απαιτούμενη προσοχή, τόσο στο δρόμο όσο και στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, αφού εκείνη την ώρα έβρεχε. Επίσης, η Εναγομένη 1 δεν είχε κάνει οποιαδήποτε μανούβρα για να αποφύγει το αυτοκίνητο του Ενάγοντα όταν εισήλθε στη δεξιά λωρίδα. Ο ίδιος για να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του καθώς και την Εναγομένη 1, έκανε ελιγμό και το αυτοκίνητό του γλίστρησε και κτύπησε στο διαχωριστικό του δρόμου. Για την εκτίμηση των ζημιών του αυτοκινήτου είχε διορίσει τον εκτιμητή κ. Τζιρκαλλή για να ετοιμάσει έκθεση, η οποία έκθεση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Κατέβαλε για την ετοιμασία της έκθεσης €196,
  10. Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου, είχε πληροφορηθεί ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν ο ιδιοκτήτης του, ο οποίος είχε εξουσιοδοτήσει την Εναγομένη 1 να το οδηγεί. Όμως, κανένας δεν του είχε αναφέρει ότι ήταν σύζυγος. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο, στον οποίο υπήρχαν δύο λωρίδες κυκλοφορίας καθώς και μια πλατιά βοηθητική λωρίδα και η κάθε λωρίδα είχε πλάτος γύρω στα 3,50 μέτρα. Την ώρα του δυστυχήματος έβρεχε και ήταν σκοτεινά. Δεξιά υπήρχε διαχωριστικό μπετόν και αριστερά υπήρχε μεταλλικό κάγκελο με πάσσαλους και λαμαρίνα. Αριστερά υπήρχαν πάσσαλοι οι οποίοι είχαν και φωσφορικές λάμπες. Ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου και το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 ήταν στην αριστερή λωρίδα. Ξαφνικά, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Εναγομένη 1 άλλαξε την πορεία της και μπήκε στη δεξιά λωρίδα. Ο ίδιος στην προσπάθειά του να την αποφύγει έκανε μανούβρα, οδηγώντας το αυτοκίνητό του πιο δεξιά και κτύπησε στον τοίχο που ήταν καμωμένος από μπετόν. Λόγω του ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος, το αυτοκίνητο ολίσθησε και κτύπησε με τα μούτρα στο κάγκελο, η λαμαρίνα τον έσπρωξε, έκανε στροφή πισινή και κτύπησε πάνω στον πάσσαλο που κρατά τη λαμαρίνα. Το άλλο αυτοκίνητο είχε χτυπήσει επίσης στο μπετόν, είχε προχωρήσει μέσα στο δρόμο και είχε κτυπήσει επίσης στο κάγκελο, στην αριστερή πλευρά, τουλάχιστον δύο φορές. Υποστήριξε ότι σε καμιά περίπτωση ο ίδιος δεν είχε συγκρουστεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγομένης
  11. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2 και
  12. Όσον αφορά το Τεκμήριο 4, τις φωτογραφίες, ήταν η θέση του ότι οι φωτογραφίες 1 και 2 απεικόνιζαν το μπροστινό μέρος του δικού του αυτοκινήτου και έδειχναν καθαρά το σημάδι που είχε αφήσει η λαμαρίνα του δρόμου. Στις φωτογραφίες 3 και 4 αναγνώρισε το αυτοκίνητο της Εναγομένης
  13. Ήταν η θέση του ότι μετά το δυστύχημα είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο, ενώ το άλλο αυτοκίνητο ήταν αρκετά μακριά. Στο μέρος είχε σταματήσει και ένας αστυνομικός με πολιτικά ρούχα, ο οποίος είχε καλέσει την Αστυνομία. Η Αστυνομία μέτρησε επί τόπου τις αποστάσεις και στη συνέχεια και οι δύο οδηγοί πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου όπου έδωσαν ξεχωριστά κατάθεση. Όταν έφθασε στον τόπο του δυστυχήματος η Αστυνομία, ρωτήθηκε ο ίδιος για το τι είχε προηγηθεί και τους είχε αναφέρει όλα όσα έχει αναφέρει και στο Δικαστήριο. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1, είχε απαντήσει «σε καμιά περίπτωση». Όμως, ο αστυνομικός στον Αστυνομικό Σταθμό τον είχε πιέσει να παραδεχθεί ότι είχε χτυπήσει στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 και ο ίδιος του ζήτησε να του υποδείξει πάνω στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 μαύρη μπογιά. Στη συνέχεια εξήλθε του Σταθμού ένας άλλος αστυνομικός, ο οποίος ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 υπήρχε λάσπη και ότι δεν υπήρξε επαφή μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Όσον αφορά το θέμα του συμβιβασμού από την ασφάλειά του, ήταν η θέση του ότι δεν ρωτήθηκε από την ασφάλειά του και ο ίδιος δεν είχε παραδεχθεί ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Οδηγεί για δεκαέξι

(16)χρόνια και τα δέκα
(10)από αυτά οδηγεί φορτηγό αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι κατάγεται από τη Ρουμανία αλλά διαμένει στη Λάρνακα τα τελευταία δέκα
(10)χρόνια. Όσον αφορά το θέμα της εξουσιοδότησης της Εναγομένης 1 να οδηγεί το αυτοκίνητο το οποίο ανήκε στον Εναγόμενο 2, ήταν η θέση του ότι πληροφορήθηκε από την Αστυνομία ότι η Εναγομένη 1 ήταν εξουσιοδοτημένη, ενώ όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο Εναγομένων, την έμαθε μετά που καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησής του. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι αρχικά επισκέφθηκε τη σκηνή η Αστυνομία και στη συνέχεια μετέβηκε ο ίδιος στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Στις μετρήσεις, στον τόπο του δυστυχήματος, ήταν παρών τόσο ο ίδιος καθώς και τρεις άλλοι αστυνομικοί. Αρνήθηκε ότι είχε υποδειχθεί στον ίδιο, από αστυνομικό, το σημείο σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων. Το μόνο που είχε γίνει, ήταν η θέση του, ήταν ότι ο αστυνομικός τον είχε πιέσει στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου για να του υποδείξει κάποιο σημείο σύγκρουσης. Αρνήθηκε την υποβολή ότι του είχε υποδειχθεί το φανάρι του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν γυαλιά στο δρόμο τα οποία του είχαν υποδεχθεί στη σκηνή. Υποστήριξε ότι φαινόταν και από τη φωτογραφία ότι το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 δεν διέθετε κόκκινο φανάρι, αλλά το δικό του το αυτοκίνητο είχε πράγματι κόκκινο φανάρι. Επέμενε στη θέση του ότι στον τόπο του δυστυχήματος δεν είχε γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για σπασμένα γυαλιά ή για το σημείο σύγκρουσης. Ακόμα και αν υπήρχαν γυαλιά, ήταν ο ισχυρισμός του ότι αυτά είχαν προέλθει από τα χτυπήματα των αυτοκινήτων στο μπετόν και ότι τα γυαλιά δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται στο δρόμο γιατί ο ίδιος είχε κτυπήσει στο κάγκελο, στην αριστερή πλευρά του δρόμου με τα μούτρα του αυτοκινήτου, στη λαμαρίνα και στη συνέχεια έκανε στροφή, οπόταν, τα οποιαδήποτε κομμάτια θα ήταν εκτός του δρόμου και όχι εντός. Όσον αφορά το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ήταν η δική του άποψη ότι αυτό δεν είχε ετοιμαστεί επί τόπου, αλλά του είχε υποδειχθεί στον Αστυνομικό Σταθμό. Θυμόταν να είχε υπογράψει ένα σχεδιάγραμμα, το οποίο δεν ήταν ολοκληρωμένο. Αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει το σχεδιάγραμμα το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΒΡ576, το οποίο δεν χρησιμοποιεί πλέον, γιατί δεν λειτουργεί. Η τελευταία φορά που το είχε οδηγήσει ήταν το συγκεκριμένο βράδυ. Έκτοτε, δεν το επιδιόρθωσε. Του υποδείχθηκε η κατάθεση που είχε δώσει στην αγγλική γλώσσα, την οποία αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6. Υποστήριξε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 80-90χλμ την ώρα. Το όχημα της Εναγομένης 1 οδηγείτο με μικρότερη ταχύτητα από τη δική του. Ο ίδιος βρισκόταν στη λωρίδα του, τη δεύτερη λωρίδα και η Εναγομένη 1 στην άλλη λωρίδα, την πρώτη λωρίδα. Τα φώτα του αυτοκινήτου του ήταν αναμμένα και μπορούσε να δει στα εκατό
(100)μέτρα μπροστά του. Είδε την Εναγομένη 1 στα πενήντα
(50)μέτρα μπροστά του και οδηγούσε λίγο δεξιότερά της. Όταν επιχείρησε η Εναγομένη 1 να αλλάξει πορεία, βρισκόταν στα εφτά
(7)μέτρα απόσταση και ο ίδιος προσπάθησε να πατήσει τα φρένα του σιγά-σιγά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν ήταν εύκολο, κατά τον ισχυρισμό του, να μετακινηθεί αριστερά, γιατί αν πήγαινε αριστερά θα μίκραινε η απόσταση μεταξύ τους, γιατί η Εναγομένη 1 ερχόταν από αριστερά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων στην αριστερή λωρίδα, καθώς και ότι ο ίδιος είχε προκαλέσει το δυστύχημα. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο και είχε στραμμένει την προσοχή του στο δρόμο. Δεν είχε μαζί του κάποιο με τον οποίο να κουβεντιάζει. Εξήγησε ότι είχε οδηγήσει το αυτοκίνητό του πρώτα δεξιά, είχε αγγίξει λίγο τον τοίχο, είχε πατήσει λίγο φρένο και στη συνέχεια τράβηξε το τιμόνι του αριστερά. Είχε συγκρουστεί πλάγια με το περιτοίχισμα. Ερωτηθείς για τη γραμμή που είχε χαραχτεί στο αυτοκίνητό του, πάνω από το καπό, ήταν η θέση του ότι η γραμμή είχε αποτυπωθεί από τη λαμαρίνα που σφηνώθηκε το αυτοκίνητο, στην αριστερή του πλευρά. Το κάγκελο της αριστερής πλευράς του δρόμου έχει πάσσαλους και οριζόντιες λαμαρίνες και ο ίδιος είχε σφηνώσει κάτω από τη λαμαρίνα. Την πρώτη φορά είχε κτυπήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στο κάγκελο με τα μούτρα και αυτό είχε αφήσει το σημάδι στο καπό. Όσον αφορά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου με το μπετόν, αυτό έγινε στη δεξιά πλευρά στις πόρτες και κάπου πίσω στην αριστερή γωνιά. Η Εναγομένη 1 είχε κτυπήσει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα καθώς επίσης και στον τοίχο από μπετόν, στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ιωσήφ Χατζημιχαήλ (Μ.Ε.3), ο οποίος είναι υπάλληλος στη Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και είναι υπεύθυνος των απαιτήσεων Λάρνακας-Αμμοχώστου από το
  1. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα λόγω του ότι ήταν ασφαλισμένος στη Λαϊκή Ασφαλιστική και τον είχε επισκεφθεί για κάποιο ατύχημα, το οποίο είχε γίνει στις 10/11/
  2. Ο Ενάγοντας είχε ενημερώσει την ασφάλεια για το ατύχημα και η ασφάλεια είχε αποζημιώσει την άλλη πλευρά και είχε εξασφαλίσει από το δικηγόρο της άλλης πλευράς, της κας Ιωάννας και του κ. Παναγιώτη Χ"Αντρέου, μια επιστολή. Υποστήριξε ότι η ασφάλεια είχε κρίνει ορθό να αποζημιώσει την άλλη πλευρά με το ποσό των €2.284- και δόθηκε επιταγή στον κ. Πιττάτζιη, δικηγόρο των Εναγομένων. Όμως, δεν είχε αποδεχθεί η ασφάλεια οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα. Είχε αποζημιώσει τον κ. Χ"Ανδρέου άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της και αυτό καταγράφεται και στην απόδειξη που υπογράφθηκε. Κατέθεσε την απόδειξη ως Τεκμήριο
  3. Ο Ενάγοντας είχε αναφέρει, όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, στις 12/11/2007, για να τον ενημερώσει για το ατύχημα, ότι ενώ οδηγούσε το όχημά του στο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας, παρά το χωριό Κόσιη, υπό συνθήκες βροχής κάποιο όχημα μπήκε απότομα μπροστά του. Το όχημα αυτό στη συνέχεια κτύπησε στο διαχωριστικό των δύο κατευθύνσεων και ο Ενάγοντας στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση, έχασε τον έλεγχο και κτύπησε στο διαχωριστικό. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία είχε κρίνει σκόπιμο να αποζημιώσει την άλλη πλευρά, έχοντας υπόψη ότι το κόστος που δημιουργείται όταν ακολουθηθεί η δικαστική διαδικασία, είναι πολλαπλάσιο του πραγματικού. Αυτός ήταν ο λόγος που αποζημιώθηκε η άλλη πλευρά χωρίς την οποιαδήποτε αποδοχή ευθύνης. Η επιταγή για την αποζημίωση είχε εκδοθεί στο όνομα του κ. Πιττάτζιη, γιατί περιλάμβανε την αποζημίωση και τα δικηγορικά έξοδα. Είχε ζητηθεί αστυνομική έκθεση αναφορικά με το ατύχημα και είχε αποφασιστεί ότι το κόστος της πληρωμής κατ' ευθείαν, χωρίς την αποδοχή ευθύνης, ήταν λιγότερο από το να προωθηθεί η διαδικασία δικαστικά. Για την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2, μαρτυρία δόθηκε από την Εναγομένη 1, κα Ιωάννα Χ"Ανδρέου (Μ.Υ.1), η οποία ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγός της και διαμένουν στην οδό Κλειτεμνίστρας 2, στη Δερύνεια. Όμως, όσον αφορά τη διεύθυνση αλληλογραφίας τους, δηλώνουν την οδό Ελευθερίου Ιακώβου 11, στη Δερύνεια, που είναι η διεύθυνση της μητέρας του συζύγου της. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλική σχέση με το σύζυγό της, αλλά ούτε και είναι αντιπρόσωπός του. Απλά, επειδή ο σύζυγός της είναι τυφλός, οδηγεί η ίδια το αυτοκίνητο μάρκας Τoyota με αριθμούς εγγραφής XC
  4. Τη συγκεκριμένη μέρα του δυστυχήματος η ίδια ερχόταν από τη Λευκωσία προς τη Λάρνακα και παρά το χωριό Κόσιη, οδηγούσε το αυτοκίνητό της στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, με ταχύτητα 90-100χλμ. Ο καιρός ήταν βροχερός. Στο αυτοκίνητο συνοδευόταν από τη Δέσποινα Πιερή και την κόρη της Χριστίνα Ανδρέου. Ξαφνικά κάποιος κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της, έχασε τον έλεγχο, βρέθηκε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο διαχωριστικό του δρόμου, να κάνει στροφή το αυτοκίνητο και να κτυπήσει στο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου και να σταματήσει στο αριστερό κιγκλίδωμα του προστατευτικού, με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ήταν η θέση της ότι είδε ένα άγνωστο κύριο να της φωνάζει ότι του είχε κλείσει το δρόμο. Ο κύριος αυτός ήταν ο Ενάγοντας. Η Αστυνομία ειδοποιήθηκε από ένα άλλο άτομο που χρησιμοποιούσε το δρόμο, ο οποίος ήταν αστυνομικός. Προσήλθε στο μέρος του δυστυχήματος, η Αστυνομία, μετά την παρέλευση μισής ώρας, έλεγξε το σημείο που είχαν κτυπήσει, πήραν τα μέτρα και βρήκαν κάποια σημάδια, δηλαδή γυαλιά από το φανάρι της, τα οποία και της υπέδειξαν, καθώς και του Ενάγοντα στην αριστερή λωρίδα, εκεί που την είχε κτυπήσει. Από ότι θυμόταν, είχαν επισκεφθεί το χώρο του δυστυχήματος δύο αστυνομικοί και τον ένα από αυτούς τον είχε δει στο Δικαστήριο, όταν τον κλήτευσε ο δικηγόρος της. Είχαν πάρει τα μέτρα, είχαν εξετάσει τον τόπο του δυστυχήματος και τους είχαν καλέσει να πάνε στον Αστυνομικό Σταθμό. Έκαναν σχεδιάγραμμα, έδωσαν κατάθεση και τους υποδείχθηκε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το οποίο η ίδια υπέγραψε. Αναγνώρισε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε η Αστυνομία και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Εξήγησε, βλέποντας το Τεκμήριο 8, ότι το «Β» είναι το δικό της αυτοκίνητο. Το «Χ2» αντιπροσώπευε και πάλι το δικό της αυτοκίνητο, ενώ το «Β1» ήταν η τελική θέση του αυτοκινήτου της στην αριστερή λωρίδα στο κιγκλίδωμα. Το «Α» εξήγησε ότι ήταν το αυτοκίνητο του Ενάγοντα το οποίο είχε κτυπήσει στο «Χ1» και μετά είχε βρεθεί στο «Χ3». Το «Χ», το οποίο τοποθετήθηκε στην αριστερή λωρίδα, ήταν η θέση της, ότι συνιστά το σημείο σύγκρουσης. Υπέδειξε στο σημείο «Β» του Τεκμηρίου 8 την υπογραφή της. Βλέποντας το Τεκμήριο 6, ισχυρίστηκε ότι είναι οι καταθέσεις που είχαν δοθεί από την ίδια και τον Ενάγοντα στο Αστυνομικό Τμήμα Αραδίππου. Η δική της κατάθεση ήταν η δεύτερη παράγραφος του Τεκμηρίου
  6. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι το όχημα που οδηγούσε, το XC877, είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Κατά τη δική της άποψη, το κτύπημα του Ενάγοντα ήταν τόσο δυνατό που το κατάστρεψε. Η ίδια όμως δεν είχε τραυματιστεί. Για τις ζημιές της είχε πληρωθεί από την ασφάλεια του Ενάγοντα, το ποσό των €2.000- για το αυτοκίνητο και €824- τα έξοδα του δικηγόρου. Πληρώθηκε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, από την ασφάλεια του Ενάγοντα, γιατί αυτός είχε προκαλέσει το δυστύχημα. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7, το οποίο αναγνώρισε ως την απόδειξη της Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας, όπου ήταν ασφαλισμένος ο Ενάγοντας. Ήταν η θέση της ότι εισέπραξε το συγκεκριμένο ποσό, αφού τόση ήταν η αξία του αυτοκινήτου της. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι δεν είχε δει από το καθρεφτάκι της το αυτοκίνητο του Ενάγοντα να είναι πίσω της, αλλά ούτε και είχε αλλάξει λωρίδα πορείας. Κρατούσε την αριστερή λωρίδα, λόγω του ότι διατηρούσε χαμηλή ταχύτητα 90χλμ, γιατί το αυτοκίνητό της ήταν πολύ παλαιό. Υποστήριξε ότι δεν είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματός της, αλλά ούτε και είχε ανακόψει την πορεία του Ενάγοντα. Αντίθετα, ο Ενάγοντας είχε κτυπήσει στο δικό της αυτοκίνητο και είχε βρεθεί στη δεξιά λωρίδα και η ίδια είδε το όχημά του στο αριστερό προστατευτικό κιγκλίδωμα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4, στη φωτογραφία 3, το δικό της όχημα και υπέδειξε στο πίσω μέρος του οχήματός της το σημείο στο οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, είχε κτυπηθεί από τον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενη, ήταν η θέση της ότι το δυστύχημα είχε συμβεί στις 10 Νοεμβρίου 2007, γύρω στις 7:45 με 8:00 το βράδυ και ο καιρός ήταν βροχερός. Το αυτοκίνητό της, λόγω του ότι ήταν δεκατεσσάρων
(14)ή και δεκαπέντε
(15)χρονών, δεν μπορούσε να τρέξει πέραν των 120χλμ. Ερωτηθείσα, επέμενε ότι ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα, ένιωσε ένα τράνταγμα, ένα κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και το αυτοκίνητό της μετακινήθηκε δεξιά. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να ήταν μπροστά της, αλλά ήταν πίσω της. Πλην όμως, παραδέχθηκε ότι δεν τον είχε δει ποτέ πίσω της, αλλά ούτε και τον είχε δει να έρχεται από τη δεξιά λωρίδα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που δεν είχε προσέξει τον Ενάγοντα στο δρόμο, ήταν γιατί κουβέντιαζε με τις συνεπιβάτιδές της. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια ήταν προσηλωμένη στην οδήγησή της, δεν ήταν στραμμένη στη συνομιλία που είχε, και δεν ήταν αμελής. Επίσης, αρνήθηκε ότι είχε αποκλίνει της πορείας της ή ότι μπήκε στη δεξιά λωρίδα. Επέμενε στη θέση της ότι η ίδια βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα και δεν είχε αποκόψει την πορεία του Ενάγοντα. Όταν κτυπήθηκε στο σημείο «Χ», τότε έχασε τον έλεγχο του οχήματος και πήγε δεξιά, χτύπησε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα της δεξιάς λωρίδας με το πισινό πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου και βρέθηκε το αυτοκίνητό της στο αριστερό κιγκλίδωμα με το μπροστινό του μέρος. Αυτό συνέβηκε γιατί το αυτοκίνητό της είχε περιστραφεί μια φορά. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας την είχε κτυπήσει στο δεξιό φανάρι, είχε χάσει τον έλεγχο, είχε κτυπήσει στο δεξιό κιγκλίδωμα δύο φορές και στο αριστερό μια φορά. Δεν γνώριζε με ποιο τρόπο είχε χτυπηθεί το αυτοκίνητό της πάνω από το καπό και δεν μπορούσε να εξηγήσει το χτύπημα. Όσον αφορά τα σπασμένα φανάρια, ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι η Αστυνομία της είχε υποδείξει τα σημάδια από τα φανάρια του δικού της αυτοκινήτου καθώς και του Ενάγοντα, τα οποία βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα, στο σημείο «Χ». Όσον αφορά το σχεδιάγραμμα, ήταν η θέση της ότι ετοιμάστηκε, της υποδείχθηκε, συμφώνησε με το περιεχόμενό του και το υπέγραψε. Επανέλαβε ότι στην αριστερή λωρίδα το «Β» είναι το δικό της αυτοκίνητο και το «Α» είναι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, ενώ το σημείο «Χ» είναι το σημείο της σύγκρουσης. Το σημείο «Χ2» εξήγησε ότι υποδηλώνει το δικό της αυτοκίνητο που είχε χτυπήσει στη δεξιά λωρίδα, ενώ το σημείο «Χ4» ήταν το σημείο όπου το δικό της αυτοκίνητο είχε χτυπήσει στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Το «Χ1» και το «Χ3» αφορούσαν το αυτοκίνητο του Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι οι Αστυνομικοί κατέγραφαν τις μετρήσεις τους, όμως η ίδια δεν είχε δει τις ακριβείς μετρήσεις. Όσον αφορά το σχεδιάγραμμα, την ώρα που θα το υπέγραφε στον Αστυνομικό Σταθμό, ο αστυφύλακας της είχε υποδείξει τις πορείες και τις τες είχε εξηγήσει. Της υποδείχθηκε και το υπέγραψε την ώρα που έδινε κατάθεση. Όταν της υποβλήθηκε ότι η πορεία του Ενάγοντα ήταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, το αποδέχθηκε. Όσον αφορά την πληρωμή της από την ασφάλεια του Ενάγοντα, ερωτηθείσα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια θεώρησε ότι αφού είχε πληρωθεί από την ασφάλεια του Ενάγοντα, για το ατύχημα έφταιγε ο Ενάγοντας. Όμως η ίδια δεν είχε δει τι έγραφε η απόδειξη της ασφάλειας. Η επιταγή είχε εκδοθεί στο όνομα του συζύγου της. Θυμόταν όμως ότι η ίδια δεν είχε υπογράψει οτιδήποτε. Όσον αφορά το ίδιο το δυστύχημα, δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες φορές είχε στριφογυρίσει το αυτοκίνητό της. Είχε χτυπήσει στο δεξιό κιγκλίδωμα, το πισινό μέρος του αυτοκινήτου στο πλάι και στη συνέχεια το αυτοκίνητο συγκρούστηκε στο αριστερό μεταλλικό κιγκλίδωμα, το προστατευτικό, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Το χτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου προήλθε από το χτύπημα του Ενάγοντα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, ενώ η ίδια βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα οδηγήσεως. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα ελαστικά της ήταν φθαρμένα και υποστήριξε ότι λίγους μήνες πριν το ατύχημα είχαν αλλαχθεί τα ελαστικά της από τον πεθερό της, λόγω του ότι ο πεθερός της είχε κερδίσει ελαστικά ως δώρο από ένα πρατήριο βενζίνης. Αρνήθηκε επίσης ότι οδηγούσε επικίνδυνα και ότι το αυτοκίνητό της ήταν σε κακή κατάσταση. Ισχυρίστηκε ότι η προσοχή της ήταν στραμμένη στο δρόμο και έλεγχε το δρόμο μπροστά καθώς και με τους καθρέφτες. Ο λόγος που δεν είχε δει το αυτοκίνητο του Ενάγοντα από πίσω της ήταν γιατί, κατά τον ισχυρισμό της, δεν μπορούσε συνεχώς να κοιτά τους καθρέφτες. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Αστυφύλακας 3066, κ. Γιωργαλλής (Μ.Υ.2), ο οποίος υπηρετεί ως αστυνομικός για επτάμιση χρόνια. Στις 10/11/2007 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Τη συγκεκριμένη μέρα του ατυχήματος δούλευε από τις 7:00 το πρωί μέχρι τις 7:00 το βράδυ. Γύρω στις 7:45μ.μ. ειδοποιήθηκε ο Αστυνομικός Σταθμός Αραδίππου ότι υπήρχε τροχαίο ατύχημα στο δρόμο Λευκωσίας-Λάρνακας, παρά το 14οχλμ, κοντά στο χωριό Κόσιη. Επισκέφθηκε ο ίδιος τη σκηνή για να διερευνήσει το ατύχημα. Δεν θυμόταν κατά πόσο είχε πάει στο μέρος του δυστυχήματος μαζί με άλλο συνάδελφό του. Ο ίδιος είχε τοποθετήσει το περιπολικό με τους φάρους αναμμένους για να διασφαλίσει οποιαδήποτε ίχνη στη σκηνή του δυστυχήματος, τα οχήματα, τους εμπλεκόμενους καθώς και τον εαυτό του. Προχώρησε σε ετοιμασία πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος εντόπισε στη σκηνή. Ήταν η θέση του ότι πριν την ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, είχε ρωτήσει και τους δύο οδηγούς για τα αίτια της πρόκλησης του δυστυχήματος, καθώς και τις συνθήκες. Ο κ. Tiberius, δηλαδή ο Ενάγοντας, του είχε αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημά του στο συγκεκριμένο αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λάρνακα, κρατώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή τη λωρίδα επιτάχυνσης. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μετά το 14οχλμ, είχε αντιληφθεί σε απόσταση εφτά
(7)μέτρων, προπορευόμενο όχημα. Το είδε να χάνει τον έλεγχο του, να κτυπά στο πέτρινο διαχωριστικό του δρόμου στα δεξιά και στη συνέχεια να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα αριστερά. Αφού περιστράφηκε στο οδόστρωμα, κατέληξε στο αριστερό κιγκλίδωμα. Ο ίδιος προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση, είχε πατήσει τα φρένα του, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο πέτρινο διαχωριστικό και να καταλήξει στο σιδερένιο κιγκλίδωμα στα αριστερά του δρόμου. Η οδηγός του άλλου οχήματος, του είχε αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημά της με κατεύθυνση τη Λάρνακα, κρατώντας την αριστερή λωρίδα και έχοντας χαμηλή ταχύτητα. Μετά το 14οχλμ ένιωσε δυνατό τράνταγμα στο πίσω μέρος του οχήματός της, με αποτέλεσμα, λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από τη βροχή, να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος, να παρεκκλίνει δεξιά και να συγκρουστεί με το πέτρινο περιτοίχισμα. Μετά τη σύγκρουση με το περιτοίχισμα, το όχημα περιστράφηκε εντός του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε στο σιδερένιο κιγκλίδωμα αριστερά του δρόμου. Η ίδια είχε υποθέσει ότι το τράνταγμα που είχε νιώσει οφειλόταν «κατά πάσα πιθανότητα» στο άλλο όχημα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 8 το σχεδιαγράφημα που είχε ετοιμάσει ο ίδιος και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8Α το πρωτότυπο του Τεκμηρίου
  1. Εξήγησε ότι είχαν ληφθεί μετρήσεις από το σταθερό σημείο «Δ». Είχαν ληφθεί από το σταθερό σημείο οριζόντιες μετρήσεις καθώς και κάθετες μετρήσεις σε σχέση με τα σημεία που είχαν εντοπιστεί στη σκηνή του δυστυχήματος και τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Εξήγησε ότι το «Α», στο Τεκμήριο 8Α, υποδηλώνει την πορεία του οχήματος ΚΒΡ576, με τη διαφορά ότι το «Α» στη δεξιά λωρίδα του δρόμου καταδεικνύει την υποτιθέμενη πορεία του Ενάγοντα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Ενώ το γράμμα «Α», το οποίο είναι γραμμένο με πιο ελαφριά γραφή στην αριστερή πλευρά του δρόμου, καταδεικνύει την πορεία του Ενάγοντα, όπως ο ίδιος την είχε συμπεράνει, σύμφωνα με τα ευρήματά του στη σκηνή. Το «Β» καταγράφει την πορεία του οχήματος XC877, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της οδηγού του, αλλά και με βάση τα δικά του συμπεράσματα. Το «Χ» συνιστά το σημείο όπου εντός της αριστερής λωρίδας ο ίδιος είχε εντοπίσει κομματάκια πλαστικού, χρώματος κόκκινου και πορτοκαλιού, καθώς και μικρά θραύσματα πλαστικού με μπογιά μαύρη. Υπήρχαν επίσης και διάφανα κομματάκια γυαλιού. Το σημείο «Χ1» δεικνύει το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Ενάγοντα με το πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα, το σημείο «Χ2» δεικνύει το σημείο σύγκρουσης του οχήματος της Εναγομένης 1 με το πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα, το σημείο «Χ3» δείχνει το σημείο επαφής του οχήματος του Ενάγοντα με το μεταλλικό κιγκλίδωμα και το σημείο «Χ4» δείχνει το σημείο επαφής του οχήματος της Εναγομένης 1 με το μεταλλικό κιγκλίδωμα. Το σημείο «Α1» καταγράφει την τελική θέση του οχήματος ΚΒΡ576 και το «Β1» την τελική θέση του οχήματος XC
  2. Είχε μετρήσει, ήταν η θέση του, το πλάτος του δρόμου το οποίο ήταν 3,50 μέτρα σε κάθε λωρίδα κυκλοφορίας. Το «Χ1» βρισκόταν σε απόσταση 10,7 μέτρα από το μεταλλικό κιγκλίδωμα, το ίδιο και το «Χ2». Ενώ από το «Χ» μέχρι το κιγκλίδωμα της αριστερής πλευράς, η απόσταση ήταν 4,75 μέτρα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι θα γινόταν πιο σωστή έρευνα του δυστυχήματος αν διωκόταν ποινικά οποιοσδήποτε από τους οδηγούς. Όμως, λόγω του ότι το συγκεκριμένο δυστύχημα αφορούσε μόνο υλικές ζημιές, η έρευνα της Αστυνομίας δεν προχώρησε σε σχέση με τα θραύσματα. Οι ζημιές των δύο οχημάτων μετά το δυστύχημα επικεντρώνονταν, όσον αφορά το ΚΒΡ576 στο μπροστινό μέρος και το XC877 στο πισινό μέρος. Από τις εκτεταμένες ζημιές του ΚΒΡ576 ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι τα μπροστινά του φανάρια είχαν σπάσει και ο προφυλακτήρας του είχε κτυπηθεί. Το πίσω δεξιό φανάρι του αυτοκινήτου XC877, χρώματος κόκκινου, είχε θρυμματιστεί καθώς και το σημείο του φαναριού που δείχνει το δίχτυ, το οποίο ήταν χρώματος πορτοκαλί. Ακριβώς λόγω των θραυσμάτων από τα φανάρια των δύο οχημάτων στο συγκεκριμένο σημείο, ο ίδιος είχε συμπεράνει ότι εκεί είχε γίνει σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Στη συνέχει τα δύο οχήματα είχαν μεταφερθεί με πλατφόρμα στον Αστυνομικό Σταθμό και ο ίδιος είχε λάβει από τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς ανοικτή, γραπτή κατάθεση για τα γεγονότα και στη συνέχεια, αφού υπέδειξε στους εμπλεκομένους το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, το υπέγραψαν ως ορθό. Ο μεν Ενάγοντας στο σημείο «Α» και η Εναγομένη 1 στο σημείο «Β». Αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, ήταν η θέση του ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος λόγω ελαφριάς βροχόπτωσης, χωρίς όμως να υπάρχει έντονη συσσώρευση νερού στο δρόμο. Υπήρχε επίσης και οδικός φωτισμός. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, όμως λαμβανομένης υπόψη της ελαφριάς βροχής, ο δρόμος γυάλιζε και, κατά τον ισχυρισμό του, πιθανότατα η ορατότητα να ήταν κάπως περιορισμένη. Όσον αφορά την κατασκευή του δρόμου, υπήρχαν κάθετοι πάσσαλοι προς την εξωτερική πλευρά του αυτοκινητόδρομου και υπήρχαν δύο οριζόντιες μεταλλικές λαμαρίνες, κατά μήκος προς την εσωτερική πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Υπήρχαν και κάποια σημεία όπου η λαμαρίνα ήταν πιο πλατιά. Η επαφή των δύο αυτοκινήτων ήταν με την οριζόντια λαμαρίνα, κατά τη δική του άποψη, και όχι με τους πάσσαλους. Τα οχήματα ήταν ακινητοποιημένα πάνω στην οριζόντια μεταλλική λαμαρίνα και υπήρχαν έντονα σημεία τριβής επί της οριζόντιας λαμαρίνας, τα σημεία «Χ3» και «Χ4». Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 6 φωτοαντίγραφο του εξωτερικού μέρους του δικογραφικού φακέλου, τον οποίο είχε σχηματίσει ο ίδιος για να τοποθετήσει το σχεδιαγράφημα, τις γραπτές καταθέσεις και τα έγγραφα των οδηγών. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο αναγνώρισε ως το τελικό επίσημο συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής, το οποίο είχε ετοιμάσει σε μεταγενέστερο στάδιο, λόγω του ότι είχε ζητηθεί από την ασφάλεια των εμπλεκομένων. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Όσον αφορά την προετοιμασία του επίσημου σχεδίου, ήταν η θέση του ότι είχε στηριχθεί πιστά στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, με τη μόνη διαφορά ότι είχε ετοιμάσει υπόμνημα που επεξηγούσε αναλυτικά τι υποδήλωνε το κάθε γράμμα πάνω στο σχεδιαγράφημα. Δεν περιέχει τις υπογραφές των εμπλεκομένων και παραλήφθηκε η συμπερίληψη της μέτρησης από το σταθερό σημείο μέχρι την κάθετο, που συνιστά την απόσταση από το μπροστινό μέρος του οχήματος ΚΒΡ576 με το μεταλλικό κιγκλίδωμα, μέτρηση η οποία υπάρχει στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4, τις φωτογραφίες, τα ενεχόμενα οχήματα στο συγκεκριμένο δυστύχημα. Ισχυρίστηκε ότι η ζημιά του αυτοκινήτου XC877 πιθανότατα να προήλθε από τη σύγκρουση που δέχθηκε από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα. Άχθηκε στην κατάληξη αυτή λόγω του σχήματος της ζημιάς, το οποίο συνηγορούσε υπέρ της άποψης ότι είχε δεχθεί γωνιακό κτύπημα από το μπροστινό μέρος του οχήματος ΚΒΡ
  4. Το πέτρινο διαχωριστικό είναι οριζόντιο και δεν υπήρχε σε αυτό οποιαδήποτε αιχμή. Το ίδιο ίσχυε και για το μεταλλικό κιγκλίδωμα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, οπόταν, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν η θέση του, η ζημιά είχε προκληθεί από το άλλο όχημα. Επίσης, τα ίχνη της μαύρης μπογιάς στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1, πιθανόν να προέρχονταν από τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα με το αυτοκίνητο της Εναγομένης
  5. Καταληκτικά, ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν το «Χ1». Η έκταση και η μορφή του πέτρινου διαχωριστικού τειχίσματος, οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση του οχήματος ΚΒΡ576 με το τείχισμα, ήταν μετωπική. Οι διαστάσεις της τριβής του Ενάγοντα στο περιτείχισμα, κατά την άποψή του, αντικρούουν τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το όχημά του οδηγείτο στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Αν βρισκόταν πράγματι στη δεξιά πλευρά, δεν θα κτυπούσε μετωπικά πάνω στο πέτρινο διαχωριστικό και η έκταση του σημείου σύγκρουσης, αν όντως κινείτο στη δεξιά πλευρά του δρόμου, θα ήταν μεγαλύτερη. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι κατά την εξέταση του συγκεκριμένου ατυχήματος είχε τέσσερα
(4)χρόνια υπηρεσίας στο Τμήμα Τροχαίας. Ερωτηθείς γιατί εξέτασε το συγκεκριμένο δυστύχημα εκτός ωρών εργασίας, ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις που υπερβαίνουν το ωράριο εργασίας, λόγω ανάγκης εξέτασης συγκεκριμένων υποθέσεων. Παραδέχθηκε ότι το ατύχημα είχε γίνει 45 λεπτά μετά την ώρα που ο ίδιος είχε σχολάσει. Πλην όμως, είχε μείνει στον Αστυνομικό Σταθμό για να τελειώσει κάποιες εργασίες, γι' αυτό και πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί, οι μετρήσεις του πρόχειρου σχεδιαγράμματος είχαν ληφθεί με κορδέλα από τον ίδιο, με τη βοήθεια συναδέλφου του. Δεν θυμόταν όμως με ποιο συνάδελφό του είχε μεταβεί στο χώρο του δυστυχήματος. Ερωτηθείς, επέμενε ότι η αρχική πληροφορία για το ατύχημα είχε ληφθεί από διερχόμενο οδηγό και πριν ο ίδιος επισκεφθεί τον τόπο του δυστυχήματος δεν γνώριζε ούτε τα πρόσωπα που οδηγούσαν τα οχήματα, αλλά ούτε και τι επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Πήγε στη σκηνή και εκεί ετοίμασε το Τεκμήριο 8Α, στο οποίο έγραψε τις μετρήσεις που είχε λάβει στη σκηνή. Θεώρησε ότι το ατύχημα ήταν μειωμένης σοβαρότητας γιατί υπήρχαν μόνο υλικές ζημιές, γι' αυτό και δεν έγραψε τις ζημιές στο συγκεκριμένο σχεδιαγράφημα. Όμως, μπορούσε να θυμηθεί τις ζημιές γιατί είχε ξαναδεί το όχημα του Ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ήταν σε θέση να θυμάται ορισμένα πράγματα, τα οποία θεωρούσε ο ίδιος πιο σοβαρά. Όμως, δεν θυμόταν ποιος συνάδελφος τον συνόδευε το συγκεκριμένο βράδυ, χωρίς οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Ήταν η θέση του ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σύγκρουση στη σκηνή, λόγω των ευρημάτων, δηλαδή των σπασμένων πλαστικών από τα φώτα των δύο οχημάτων που βρίσκονταν στο έδαφος. Η σύγκρουση του Ενάγοντα είχε γίνει από γωνία, από το αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, γι' αυτό και προκλήθηκε η ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος της Εναγομένης
  1. Παραδέχθηκε ότι αυτά τα γεγονότα τα είχε υποθέσει ο ίδιος και ήταν τα δικά του συμπεράσματα, τα οποία προέκυψαν από την πείρα του. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι την Αστυνομική Έκθεση την είχε παραδώσει χωρίς όμως την καταγραφή οποιοδήποτε συμπερασμάτων. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι στη γραπτή καταχώρηση, στην οποία προέβηκε ο ίδιος εντός του φακέλου, είχε καταγράψει τόσο τη θέση του Ενάγοντα, καθώς και τη δική του άποψη. Δηλαδή, ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων. Όσον αφορά το καθεστώς ιδιοκτησίας των δύο οχημάτων, ήταν η θέση του ότι οι ιδιοκτήτες καταγράφονται στο πιστοποιητικό ασφάλειας των δύο οχημάτων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 10, το πιστοποιητικό ασφάλειας του οχήματος που οδηγούσε η Εναγομένη
  2. Η Εναγομένη 1 του είχε αναφέρει προφορικά στον Αστυνομικό Σταθμό ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ήταν ο σύζυγός της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μεροληπτούσε και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος όφειλε να αναφέρει τα γεγονότα, όπως αυτά είχαν περιέλθει στην αντίληψή του. Αναφέρθηκε στα γεγονότα όπως ο ίδιος τα θυμόταν εκ μνήμης, καθότι είχε παρέλθει αρκετός καιρός από την ημέρα το δυστυχήματος. Από ότι θυμόταν, στη σκηνή του ατυχήματος ο Ενάγοντας δεν του είχε αναφέρει την ακριβή απόσταση στην οποία είχε αντιληφθεί το όχημα της Εναγομένης
  3. Του είχε αναφέρει ότι η Εναγομένη 1 είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά του σε μικρή απόσταση και την ώρα που την είχε αντιληφθεί είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της. Σε μεταγενέστερο στάδιο, στον Αστυνομικό Σταθμό, του προσδιόρισε, όταν κατέγραφε την κατάθεσή του, την απόσταση και ότι αυτή ήταν γύρω στα επτά
(7)μέτρα. Ο ισχυρισμός του ήταν ότι οδηγούσε στη δεξιά πλευρά του δρόμου και ότι σε απόσταση επτά
(7)μέτρων είδε το αυτοκίνητο, το οποίο είχε αρχίσει να γλιστρά προς τα δεξιά. Μετά τη λήξη της ανοικτής κατάθεσης του Ενάγοντα, του είχε δείξει το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 8Α, για πρώτη φορά και το υπέγραψε, όμως δεν αποδέχθηκε ότι το σημείο «Χ» ήταν το σημείο σύγκρουσης. Υπέγραψε ως ορθές τις μετρήσεις, όμως του είχε υποδείξει στο σημείο «Χ» πλαστικά κομμάτια που υπήρχαν στο έδαφος. Επέμενε στη θέση του ότι τα πλαστικά κομμάτια από τα φανάρια είχαν υποδειχθεί και στους δύο οδηγούς από τη λωρίδα ασφαλείας. Στο συγκεκριμένο σημείο δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο υπήρχε οδικός φωτισμός. Από ότι θυμόταν, υπήρχε ελαφρύ φως και δεν ήταν εντελώς σκοτεινά, «ήταν έτοιμο να σκοτεινιάσει». Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι τα θραύσματα του πλαστικού ήταν συγκεντρωμένα γύρω από το «Χ». Υπήρχαν μεμονωμένα κομμάτια και πιο μακριά, αλλά τα περισσότερα ήταν στο σημείο «Χ». Από το πίσω φανάρι της Εναγομένης 1 έλειπαν κομμάτια. Με βάση τις ζημιές που υπέστη το όχημα του Ενάγοντα, φαίνεται ότι είχε χτυπήσει το πέτρινο κιγκλίδωμα με το μπροστινό μέρος του οχήματός του. Ο ίδιος για να τοποθετήσει το «Χ» στηρίχθηκε στα εμφανή σημεία της μαύρης μπογιάς που υπήρχαν στο τείχισμα καθώς και στα σημεία τριβής, τα οποία δημιουργήθηκαν μετά τη σύγκρουση με το προπορευόμενο όχημα. Ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου εντοπίστηκε στο ασφάλτινο παγκέτο, απέναντι από το σημείο σύγκρουσης. Κατά την άποψή του, ενδεχομένως ο προφυλακτήρας να είχε δεχθεί χτύπημα από άλλο όχημα που χρησιμοποιούσε το δρόμο ή μπορεί από τη σύγκρουση να εκσφενδονίστηκε στο ανάχωμα. Παρόλο που είχε μετρήσει το ύψος του προφυλακτήρα του κάθε αυτοκινήτου από το έδαφος, δεν το είχε καταγράψει. Όμως, μπορούσε εκ μνήμης να θυμηθεί ότι ο πισινός προφυλακτήρας του Toyota ήταν 65 εκατοστόμετρα, ενώ του Nissan ήταν πιο χαμηλό, γύρω στα 60 εκατοστόμετρα. Όμως, υποστήριξε ότι η ζημιά στο πίσω μέρος του Toyota δεν ήταν καθαρά από τον προφυλακτήρα, γιατί ένας πλαστικός προφυλακτήρας δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτού του τύπου ζημιά στο πίσω μέρος. Κατά την άποψή του, την προκάλεσε το σιδερένιο μέρος του προφυλακτήρα. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε εξαναγκαστεί να υπογράψει το συγκεκριμένο σχεδιαγράφημα, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε εξηγήσει το σχεδιαγράφημα με πολύ λεπτομέρεια στον Ενάγοντα, λόγω του ότι ο Ενάγοντας ήταν σχολαστικός και ρωτούσε πολλές ερωτήσεις. Είχε συμφωνήσει με τις μετρήσεις, όμως είχε διαφωνήσει όσον αφορά το θέμα της σύγκρουσης, πράγμα που ο ίδιος κατέγραψε. Η Εναγομένη 1, την οποία ο ίδιος δεν γνώριζε, του είχε αναφέρει από την αρχή ότι είχε νιώσει ένα τράνταγμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ισχυρίστηκε ότι είχε δεχθεί κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.3), ο οποίος είναι εκτιμητής, μηχανολόγος μηχανοκινήτων οχημάτων και εξασκεί το επάγγελμα από το
  1. Ασχολείται με τις εκτιμήσεις ζημιών σε αυτοκίνητα που ενεπλάκησαν σε δυστυχήματα καθώς επίσης και την εξέταση των αυτοκινήτων στη σκηνή του δυστυχήματος, την εξέταση της Αστυνομικής Έκθεσης και την επιστημονική μελέτη των στοιχείων που περιέχει η Αστυνομική Έκθεση για να καταλήξει σε συμπέρασμα για τον τρόπο που είχε γίνει το δυστύχημα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, τη λίστα των προσόντων του. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, του είχαν δοθεί οδηγίες από την Κεντρική Ασφαλιστική να μελετήσει την Αστυνομική Έκθεση και τις φωτογραφίες των εμπλεκόμενων οχημάτων, για να καταλήξει σε εξήγηση αναφορικά με το πώς έγινε το δυστύχημα. Κατέθεσε την Αστυνομική Έκθεση ως Τεκμήριο
  2. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4 τις φωτογραφίες των εμπλεκόμενων οχημάτων στο δυστύχημα. Με βάση τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4, ήταν η θέση του ότι το αυτοκίνητο Toyota με αριθμούς εγγραφής XC877 είχε κτυπηθεί στο δεξιό πίσω μέρος από το κέντρο προς δεξιά, από πίσω προς μπροστά με φόρα κίνησης δεξιά προς αριστερά, σύμφωνα με τη θέση του οδηγού. Το συγκεκριμένο εύρημα μπορούσε να επιβεβαιωθεί από το στράβωμα και την πίεση που υπέστησαν τα μέταλλα του οχήματος. Όμως, ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι είχε κτυπηθεί από άλλο σημείο στο δεξιό πισινό φτερό, από δεξιά προς αριστερά, σύμφωνα με τη θέση του οδηγού. Σε σχέση με τις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου 4, οι οποίες αφορούσαν το αυτοκίνητο Nissan, είχε διαπιστώσει δύο χτυπήματα στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Το ένα ήτα μετωπικό σε όλο το μήκος του μπροστινού μέρους, το οποίο φαίνεται από το στράβωμα των μετάλλων κυρίως του καπό της μηχανής. Φαίνεται μια οριζόντια γραμμή, εκεί που είχε επαφή το καπό με το διαχωριστικό τείχισμα του αυτοκινητοδρόμου. Το άλλο σημείο που χτυπήθηκε είναι η αριστερή μπροστινή γωνιά του αριστερού μπροστινού φτερού. Φαίνεται στράβωμα που προήλθε από τη συμπίεση που είχε δεχθεί. Η ταύτιση των χτυπημάτων των δύο οχημάτων, κατά την άποψή του, ήταν εμφανής και στα δύο αυτοκίνητα. Στο Toyota φαινόταν η υποδοχή της γωνιάς του αριστερού μπροστινού φτερού μεταξύ του κέντρου και του δεξιού πισινού φαναριού. Από το χτύπημα μετατοπίστηκε το πίσω μέρος του Toyota στη δεξιά λωρίδα, σε σχέση με την πορεία του, αναγκάζοντάς το να έρθει σε επαφή και να χτυπήσει στο πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα. Αυτό το χτύπημα δημιούργησε τη ζημιά στο δεξιό πισινό φτερό. Το όχημα Nissan λόγω του χτυπήματος στο προπορευόμενο όχημα, το οποίο χτύπημα είχε γίνει στην προσπάθειά του να αποφύγει το προπορευόμενο όχημα, λόγω του ότι το τιμόνι ήταν στραμμένο δεξιά, συνέχισε στην ίδια πορεία, χάνοντας τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να χτυπήσει μετωπικά στο διαχωριστικό τείχισμα. Από την ορμή που είχαν τα δύο οχήματα μετά το χτύπημα στο διαχωριστικό τείχισμα, συνέχισαν την πορεία τους χτυπώντας πιο κάτω στο αριστερό μεταλλικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου. Το Nissan είχε χτυπήσει με τη δεξιά πισινή γωνιά και το Toyota με την αριστερή μπροστινή γωνιά, σε σχέση με τη θέση του οδηγού και των δύο οχημάτων. Σημείωσε στις φωτογραφίες 1-4 του Τεκμηρίου 4, το μέρος των δύο οχημάτων που είχαν χτυπηθεί. Εξέφρασε την άποψη ότι το Nissan είχε την ίδια πορεία με το Toyota, στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου. Το συμπέρασμά του αυτό ενισχύεται, κατά την άποψή του, από το γεγονός ότι το Nissan για να χτυπήσει στο διαχωριστικό τείχισμα είχε κάνει στροφή 90 μοίρες. Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό αν βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου. Το σημείο επαφής του οχήματος με το διαχωριστικό τείχισμα δεν θα ήταν το μπροστινό μετωπικό μέρος, αλλά η επαφή θα γινόταν, αν ήταν στη δεξιά λωρίδα, στη δεξιά πλευρά του οχήματος. Ούτε το Τεκμήριο 12 δεν καταγράφει ζημιά στο δεξιό πλευρό, αλλά ούτε και οι φωτογραφίες στο Τεκμήριο 3 δείχνουν ζημιά στο δεξιό πλευρό. Η ζημιά που φαίνεται στο δεξιό πισινό φτερό είναι από το χτύπημα που δέχθηκε το όχημα όταν κατέληξε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Κατά την επίσκεψή του στη σκηνή του δυστυχήματος, μέτρησε το ύψος του διαχωριστικού τοίχου, το οποίο ήταν 80cm και το ύψος του μεταλλικού κιγκλιδώματος, το οποίο ήταν 75cm. Είχε λάβει τις συγκεκριμένες μετρήσεις για να ταυτίσει το ύψος των χτυπημάτων όπως διαφαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  3. Εξήγησε ότι στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 4, η οριζόντια γραμμή που φαίνεται στο καπό της μηχανής, είναι στο ίδιο ύψος με την αριστερή γωνιά του φτερού. Στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 4, φαίνεται το κτύπημα στο αυτοκίνητο Toyota πάνω στον τοίχο, στα 85cm και είναι ακριβώς στο πιο ψηλό σημείο του δεξιού φαναριού. Αυτό ταυτίζεται υψομετρικά με το κτύπημα που δέχθηκε το αυτοκίνητο Toyota, ακριβώς στο σημείο μεταξύ του κέντρου και του πισινού δεξιού φαναριού. Το αριστερό κιγκλίδωμα αποτελείτο από κάθετους πασσάλους ύψους 75cm και οριζόντια δοκό, πλάτους 30cm. Η κάθετη δοκός είναι ενωμένη με την οριζόντια δοκό. Πρώτα είναι η κάθετη δοκός και η οριζόντια είναι παράπλευρα προς τον αυτοκινητόδρομο. Όταν ένα όχημα έρθει σε επαφή με το κιγκλίδωμα, θα έρθει σε επαφή με την οριζόντια δοκό που είναι πλάτους 30cm. Κατέληξε, ότι η πορεία του αυτοκινήτου Nissan ήταν η πορεία «Α» και όχι η πορεία «Α2» στο Τεκμήριο
  4. Ο λόγος που οδηγήθηκε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα ήταν γιατί το πλάτος της κάθε λωρίδας του αυτοκινητοδρόμου είναι 3,50μ. Το πλάτος του αυτοκινήτου Nissan είναι πάνω από 4,50μ, οπόταν δεν μπορούσε να κάνει στροφή 90 μοίρες και να χτυπήσει μετωπικά στο πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα. Το χτύπημα είχε γίνει στην αριστερή λωρίδα και εκεί είχε γίνει και η σύγκρουση. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος και εργάζεται πολύ λίγο, αφού έχει 85% ανικανότητα. Για τις ώρες εργασίας του δεν πληρώνει Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αφιερώνει χρόνο μόνο σε υποθέσεις που χρειάζονται περισσότερη προσοχή και μελέτη. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι για να καταλήξει σε συμπεράσματα βασίστηκε στην Αστυνομική Έκθεση, τις φωτογραφίες των εμπλεκομένων οχημάτων, καθώς και στο σχεδιαγράφημα. Του είχε ζητηθεί να μελετήσει το συγκεκριμένο δυστύχημα και να τους δώσει γραπτή έκθεση με τη δική του γνώμη, αναφορικά με τον τρόπο που κατά την άποψή του είχε γίνει το δυστύχημα. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 είχε χτυπηθεί στο πίσω μέρος από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, στο πισινό δεξιό μέρος από πίσω προς μπροστά και διαγωνίως από αριστερά προς δεξιά, σύμφωνα με τη θέση του οδηγού και την πορεία του οχήματος. Αυτό, κατά την άποψή του, συμπεραίνεται από το στράβωμα των μετάλλων που υπέστη το όχημα κατά τη σύγκρουση. Υπέδειξε στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 4, το στράβωμα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του Ενάγοντα φαίνεται στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 3, στρογγυλεμένη με στρέβλωση προς τα μέσα, σε ύψος 85cm. Πριν τη γωνιά υπήρχε φανάρι το οποίο έσπασε από το δυστύχημα. Στον προφυλακτήρα φαίνεται η ρωγμή πριν την εισδοχή των φαναριών του προφυλακτήρα. Εξήγησε ότι στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 4, η ευθεία γραμμή στο καπό είναι η γραμμή που σχηματίστηκε όταν το όχημα χτύπησε στο πέτρινο τείχισμα. Το ύψος του πέτρινου διαχωριστικού τειχίσματος είναι 85cm. Στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 4, το όχημα της Εναγομένης, μετά το αρχικό χτύπημα, χτύπησε στο πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα. Η επαφή που είχε το όχημα της Εναγομένης 1 με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είναι 85cm σε ύψος και ταυτίζεται με το ύψος του κέντρου του χτυπήματος στο Toyota, που είναι και αυτό 85cm. Ερωτηθείς, εξήγησε ότι το ζητούμενο ήταν να ταυτίσει την επαφή που είχαν τα δύο αυτοκίνητα μεταξύ τους. Το ύψος των 85cm το είχε μετρήσει με το μέτρο. Με βάση αυτό το μέτρημα, που ταυτίζεται με το χτύπημα στο καπό του Nissan και το δεξιό φτερό του Toyota, καταδεικνύεται το κέντρο του χτυπήματος στο πίσω μέρος του οχήματος. Όμως διαφαίνεται, κατά τη δική του άποψη, από το Τεκμήριο 4, φωτογραφία 4, ότι υπήρχαν ίχνη μπογιάς στο κάτω μέρος του καπό, στο δεξιό κάτω μέρος. Το σημάδι ήταν σκούρου χρώματος, όμως δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ότι ήταν ίχνη μπογιάς. Του υποδείχθηκε φωτογραφία, στην οποία αναγνώρισε το όχημα της Εναγομένης 1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Ισχυρίστηκε ότι είχε σπάσει το φανάρι, δίπλα από τους αριθμούς εγγραφής. Αυτό προέκυψε γιατί το χτύπημα που δέχθηκε ήταν πιο αριστερά από το φανάρι. Επέμενε στην άποψή του ότι από το στρέβλωμα που υπέστησαν τα μέταλλα και των δύο οχημάτων, καταδεικνυόταν ότι το ένα αυτοκίνητο είχε χτυπηθεί από το άλλο, από πίσω προς μπροστά και διαγώνια, από δεξιά προς τα αριστερά. Ο ίδιος είχε αποκλείσει την πρόκληση της συγκεκριμένης ζημιάς από πάσσαλο. Ήταν ζημιά η οποία είχε προκληθεί από όχημα σε όχημα. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι το όχημα του Ενάγοντα ταξίδευε στο κέντρο της αριστερής λωρίδας, με ίση απόσταση δεξιά και αριστερά. Κατά την ώρα της σύγκρουσης, στην απόπειρα του ο Ενάγοντας να αποφύγει, έκανε απότομο ελιγμό, στρίβοντας το τιμόνι δεξιά. Κατά συνέπεια, το όχημα άλλαξε πορεία, βγήκε δεξιότερα από το κέντρο της λωρίδας και κτύπησε το προπορευόμενο όχημα, αναγκάζοντάς το να αλλάξει πορεία προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να καταφύγουν και τα δύο οχήματα στη δεξιά λωρίδα του δρόμου. Το μεν όχημα του Ενάγοντα βρέθηκε κάθετα και συγκρούστηκε μετωπικά με το πέτρινο τείχισμα, το δε όχημα της Εναγομένης 1 συγκρούστηκε με το πισινό δεξιό φτερό στο πέτρινο τείχισμα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το αυτοκίνητο Nissan δεν είχε κάνει στροφές γύρω από τον εαυτό του και δεν υπήρχαν ίχνη πλαγιολίσθησης επί της ασφάλτου. Κατέληξε ότι είχε αρκετά στοιχεία και αρκετή πληροφόρηση στο σχεδιαγράφημα για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του κ. Κουκούνη ότι δεν αποδείχθηκε από τη μαρτυρία ότι η Εναγομένη 1 είχε σχέση αντιπροσώπου ή εργοδοτούμενου του Εναγομένου 2, για να μπορεί να θεωρηθεί ο Εναγόμενος 2 ως εκ προστίσεως υπεύθυνη για το δυστύχημα. Αναφορικά με τη μαρτυρία της πλευράς του Ενάγοντα, ήταν η εισήγησή του ότι η μαρτυρία του κ. Τζιρκαλλή ήταν γενική και όσον αφορά αυτή τούτη την εκτίμησή του, η εκτίμησή του ήταν πρόχειρη. Κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου, του εμπειρογνώμονα των Εναγομένων 1 και 2, η οποία, κατά την άποψή του, ήταν πιο εμπεριστατωμένη. Η κα Λειβαδιώτου ισχυρίστηκε ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της Εναγομένης 1, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στην κουβέντα με τις συνεπιβάτισσές της και μπήκε στην πορεία του Ενάγοντα. Αυτό καταδεικνύεται και από τη μαρτυρία της στην οποία δήλωσε ότι δεν είχε δει ποτέ τον Ενάγοντα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του αστυφύλακα, ήταν η θέση της ότι γεννά ερωτηματικά λόγω της επιλεκτικής μνήμης του. Κατέληξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους τέσσερεις μάρτυρες του Ενάγοντα, καθώς και τους μάρτυρες της Εναγομένης 1 και την Εναγομένη 1, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Τζιρκαλλής (Μ.Ε.1), έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκάπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ.216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θα αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Άφησε το Δικαστήριο με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ακριβολόγος και απέριττος. Εξήγησε με ευκρίνεια και λεπτομέρεια τις δικές του διαπιστώσεις, οι οποίες προέκυψαν από τη δική του έρευνα και ήταν σε σχέση με το τι του είχε ζητηθεί να πράξει, δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο τα δύο οχήματα είχαν έρθει σε επαφή και να εκτιμήσει τις ζημιές του οχήματος του Ενάγοντα. Τα δικά του συμπεράσματα, θα πρέπει να αναφέρω, ότι είναι πιο πιθανά παρά η εκδοχή που παρουσιάστηκε από την πλευρά της Εναγομένης
  1. Δηλαδή, ότι η ζημιά στο όχημα με αριθμούς εγγραφής XC877 είχε προκύψει, όχι από σύγκρουση με άλλο αυτοκίνητο, αλλά με τον πάσσαλο του μεταλλικού κιγκλιδώματος στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου, λόγω ακριβώς και του σχήματος της ζημιάς στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου Toyota. Εξήγησε την κατάληξή του, με αναφορά στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  2. Η μαρτυρία του Ενάγοντα (Μ.Ε.2), είχε συνοχή και φαινόταν να είναι πιο λογική από την εκδοχή της Εναγομένης
  3. Ήταν πιο κοντά στα ευρήματα στη σκηνή καθώς και τις ζημιές των δύο αυτοκινήτων. Σίγουρα αν χτυπούσε την Εναγομένη 1, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, από πίσω, η ζημιά του στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του θα ήταν λιγότερη, αφού η Εναγομένη 1 θα μετατοπιζόταν πιο μπροστά και όχι στο δεξιό πέτρινο περιτοίχισμα. Η ζημιά της Εναγομένης 1 δε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της θα ήταν πολύ μεγαλύτερης έκτασης. Ήταν ειλικρινής ο Ενάγοντας και η δική του εκδοχή συνάδει και με τα ευρήματα του αστυφύλακα όσον αφορά τα σημεία τριβής. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Ιωσήφ Χατζημιχαήλ (Μ.Ε.3), ήταν τυπική και ο συγκεκριμένος μάρτυρας απάντησε με ειλικρίνεια γιατί είχαν καταβάλει την αποζημίωση στην άλλη πλευρά. Ο λόγος ήταν για να αποφύγουν το κόστος της δικαστικής οδού και όχι γιατί είχαν αναλάβει ευθύνη, κάτι που κατά τη δική του άποψη αντικατοπτρίζεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Πρέπει να αναφέρω ότι στο Τεκμήριο 7 καταγράφεται ρητά ότι δεν αναγνωρίζεται οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα από πλευράς του Ενάγοντα. Η μαρτυρία της Εναγομένης 1, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, δεν ήταν ειλικρινής. Ήταν η θέση της ότι παρόλο που είχε άλλες δύο φίλες της στο αυτοκίνητο, η προσοχή της ήταν στραμμένη συνέχεια στο δρόμο. Όμως, δεν είχε δει το αυτοκίνητο του Ενάγοντα που, κατά τον ισχυρισμό της, ήταν από πίσω της και τη χτύπησε, ούτε καν από το καθρεφτάκι. Πώς θα μπορούσε να την ακολουθεί ένα αυτοκίνητο με αναμμένα φώτα σε ένα ευθύ δρόμο και να μην το δει καθόλου, ούτε καν όταν την πλησίασε τόσο κοντά που να τη χτυπήσει, όπως ήταν ο ισχυρισμός της, είναι άξιο απορίας. Επίσης, η θέση της ότι από το χτύπημα από πίσω είχε χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και είχε βρεθεί στη δεξιά λωρίδα, δεν συνάδει με τη λογική, αφού το χτύπημα από πίσω λογικά θα οδηγούσε το αυτοκίνητο αριστερά και όχι δεξιά, όπως ισχυρίστηκε. Ερωτηθείσα, δεν μπορούσε να περιγράψει την, κατά τον ισχυρισμό της, σύγκρουση, δηλαδή κατά πόσο ήταν σφοδρή ή ελαφριά, πλην όμως στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι από το χτύπημα είχε καταστραφεί το όχημά της, λόγω του ότι ήταν δυνατό το χτύπημα, αλλά η ίδια και οι φίλες της, παρά τη σφοδρότητα του χτυπήματος, δεν είχαν τραυματιστεί. Υπάρχει αντίφαση στις θέσεις της. Η θέση της Εναγομένης 1, η οποία προβλήθηκε στην ακρόαση καθώς και στην κατάθεσής της, Τεκμήριο 6, ότι λόγω του βρεγμένου από τη βροχή δρόμου έχασε τον έλεγχο της μετά το χτύπημα, καταρρίπτεται από την απόλυτη θέση του Αστ. Γιωργαλλή (Μ.Υ.2), ο οποίος απέκλεισε το ενδεχόμενο η Εναγομένη 1 να είχε χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της λόγω της βροχής. Δεν μπόρεσα να αντιληφθώ το λόγο που η Εναγομένη 1 είχε δώσει διαφορετικές διευθύνσεις. Έδωσε κάποια εξήγησε η οποία θόλωσε ακόμη περισσότερο τη μαρτυρία της. Αντεξεταζόμενη, επέμενε στη θέση της ότι ο Ενάγοντας την ακολουθούσε, ήταν από πίσω της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και δεν τον είχε δει, αλλά ούτε τον είχε δει να έρχεται από τη δεξιά λωρίδα. Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο μόνος τρόπος να μην είχε δει το όχημα που την ακολουθούσε, είναι είτε αυτό ήταν στη δεξιά λωρίδα, που και πάλι θα το έβλεπε λόγω των φώτων του, είτε το συγκεκριμένο όχημα είχε τα φώτα του σβηστά ή η ίδια δεν είχε την προσοχή της στο δρόμο. Επίσης, ήταν ο ισχυρισμός της ότι την είχε χτυπήσει ο Ενάγοντας στο δεξιό φανάρι. Αν αυτό ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, τότε θα έσπαζε όλο το δεξιό της φανάρι και όχι μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του. Οι αντιφάσεις στη μαρτυρία της καθώς και η έντονη επιμονή της ότι τη χτύπησε ο Ενάγοντας από πίσω τραντάζοντας το αυτοκίνητό της και ότι είχε την πλήρη προσοχή της στο δρόμο, παρόλο που ήταν μαζί με άλλες δύο φίλες της στο αυτοκίνητο, οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι η Εναγομένη 1 είπε μόνο αυτά που ήθελε στο Δικαστήριο, σε μια προσπάθειά της να δικαιολογήσει το γεγονός ότι είχε αποσπαστεί η προσοχή της από το δρόμο, λόγω της παρέας που είχε στο αυτοκίνητο και προφανώς μπήκε ελαφρώς στη δεξιά λωρίδα που οδηγούσε ο Ενάγοντας, τον οποίο δεν είχε δει καθόλου, παρόλο που τα φώτα του ήταν αναμμένα. Χαρακτηριστική ήταν και η αποδοχή της ότι η πορεία του Ενάγοντα ήταν στη δεξιά λωρίδα, κατά την αντεξέταση. Ο Αστ.3066 κ. Γιωργαλλής (Μ.Υ.2), παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος είχε αναφέρει, δεν είχαν γίνει ενδελεχείς εξετάσεις, λόγω του ότι υπήρχαν μόνο υλικές ζημιές, προέβηκε σε πολλά αυθαίρετα συμπεράσματα με μεγάλη ευκολία. Συμπέρανε ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, απλώς και μόνο γιατί είχε βρει θραύσματα πλαστικού κοκκινοπορτοκαλιού χρώματος και εκεί που τα βρήκε κατέγραψε το σημείο «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης. Τα θραύσματα πλαστικού όμως θα μπορούσαν να είχαν εκσφενδονιστεί στο σημείο «Χ» από τα σημεία «Χ1», το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Ενάγοντα με το πέτρινο περιτείχισμα και το σημείο «Χ3», το σημείο σύγκρουσης με το μεταλλικό περιτείχισμα. Οπόταν, το συμπέρασμά του ότι συγκρούστηκαν τα αυτοκίνητα στο σημείο «Χ», είναι αυθαίρετο. Το ίδιο ισχύει και για το συμπέρασμά του ότι το αυτοκίνητο XC877 είχε χτυπηθεί από γωνία, γιατί αν έτσι είχαν τα πράγματα, λογικά το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 θα χτυπούσε αμέσως στο αριστερό κιγκλίδωμα και θα ακινητοποιείτο, δεν θα έπαιρνε την αντίθετη πορεία για να συγκρουστεί πρώτα δεξιά στο πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα στο «Χ2» και μετά στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Η θεωρία του, αναφορικά με το χτύπημα από πίσω, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί αν ο Ενάγοντας ήταν πράγματι στην αριστερή λωρίδα και κτυπούσε την Εναγομένη από πίσω, θα της προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη ζημιά στο πίσω μέρος με τη φόρα των 100χλμ που οδηγούσε, από αυτή που φαίνεται στο Τεκμήριο
  5. Ήταν πολύ σίγουρος ότι η ζημιά του αυτοκινήτου XC877 είχε προέλθει από το χτύπημα που είχε υποστεί στο πίσω μέρος του από το όχημα ΚΒΡ576 και αυτό το αιτιολόγησε αναφέροντας ότι δεν υπάρχει αιχμή στο πέτρινο διαχωριστικό, αλλά ούτε και στο μεταλλικό κιγκλίδωμα δεν υπάρχει αιχμή. Όμως, στη συνέχεια της μαρτυρίας του παραδέχθηκε ότι στο μεταλλικό κιγκλίδωμα υπάρχει σιδερένια δοκός και ότι και τα δύο αυτοκίνητα είχαν επαφή με τη λαμαρίνα στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Χαρακτηριστική ήταν και η δήλωσή του ότι λόγω της μειωμένης σοβαρότητας του δυστυχήματος, είθισται να μην γίνεται σοβαρού είδους διερεύνηση, όπως στα πιο σοβαρά δυστυχήματα. Παραταύτα όμως, είχε καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε στην Αστυνομική Έκθεση, Τεκμήριο 12, στο οποίο δεν κατέγραψε την εκδοχή του Ενάγοντα, υπέθεσε ότι η Εναγομένη 1 οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στα θραύσματα πλαστικού που, κατά τον ισχυρισμό του, τον είχαν οδηγήσει στην κατάληξη ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Αν τα πράγματα ήταν όπως τα αντιλήφθηκε ο Αστυφύλακας Γιωργαλλής, γεννάται το ερώτημα γιατί δεν μπήκε ο Ενάγοντας, ο οποίος ακολουθούσε την Εναγομένη 1, στη δεξιά λωρίδα, όταν αντιλήφθηκε την Εναγομένη 1, για να αποφύγει το δυστύχημα ή αν ήταν στη δεξιά λωρίδα, όπως ισχυρίζεται, γιατί δεν κατευθύνθηκε στο ασφάλτινο παγκέτο στα αριστερά; Εξωπραγματική ήταν και η θέση του ότι η ώρα 8:00 το βράδυ μόλις είχε αρχίσει να νυχτώνει, αφού ήταν Νοέμβριος μήνας καθώς επίσης και ότι είχε υποδείξει στους δύο οδηγούς τα πλαστικά εντός του αυτοκινητόδρομου από τη λωρίδα ασφάλειας, δηλαδή σε απόσταση πέραν των πέντε μέτρων, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, ενώ δεν μπορούσε να θυμηθεί αν στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε φωτισμός. Ήταν η θέση του, αντεξεταζόμενος, ότι για να τοποθετήσει το σημείο «Χ» είχε βασιστεί στα σημεία της μαύρης μπογιάς που υπήρχαν στο τείχισμα και τα σημεία τριβής μετά τη σύγκρουση του οχήματος με το περιτείχισμα. Δεν εξήγησε όμως γιατί οι συγκεκριμένες ενδείξεις τον είχαν οδηγήσει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα και παραμένει άξιο απορίας πώς με τις συγκεκριμένες ενδείξεις μπορούσε να τοποθετήσει το σημείο «Χ», δηλαδή να καταλήξει σε ποιο σημείο είχε γίνει η σύγκρουση. Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση είχε αναφέρει ότι ο λόγος που είχε καθορίσει το σημείο «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης, ήταν η ύπαρξη θραυσμάτων, τα οποία σημειωτέων δεν είχε περιλάβει σε κανένα από τα σχεδιαγράμματά του. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι είχε μετρήσει το ύψος των δύο προφυλακτήρων από το έδαφος, αλλά δεν το είχε σημειώσει. Όμως, μπορούσε να θυμηθεί ότι ο πισινός προφυλακτήρας του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 ήταν 65 εκατοστά, ενώ ο προφυλακτήρας του οχήματος του Ενάγοντα ήταν 60 εκατοστά από το έδαφος. Για να καταλήξει ότι η ζημιά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 δεν είχε προκληθεί από το χτύπημα με τον προφυλακτήρα του Ενάγοντα, αλλά το είχε προκαλέσει η σιδερένια δοκός ή το σημείο που εφάπτεται η δοκός του προφυλακτήρα με το καπό. Δηλαδή, έδωσε άλλες δύο εναλλακτικές εκδοχές για την πρόκληση της ζημιάς, απλά και μόνο επειδή υπέθεσε αν υπήρχε μια προστατευτική δοκός εντός του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει, οριζόντια και όχι κάθετη. Οπόταν, το ερώτημα είναι πώς θα μπορούσε μια κάθετη δοκός να δημιουργήσει οριζόντια ρωγμή και αυτό το ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο. Επίσης, αναφέρθηκε σε ίχνη μαύρης μπογιάς στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1, τα οποία κατά τον ισχυρισμό του, «πιθανόν να προέρχονταν» από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα. Στο Τεκμήριο 13 δεν διαφαίνονται ίχνη μαύρης μπογιάς. Με όλες αυτές τις αντιφάσεις και τα αυθαίρετα συμπεράσματα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι το σημείο «Χ» στα Τεκμήρια 8, 8Α και 9 ήταν το σημείο σύγκρουσης. Μπορώ όμως να δεχθώ το σημείο σύγκρουσης του οχήματος ΚΒΡ576 με το διαχωριστικό περιτείχισμα, το σημείο σύγκρουσης του οχήματος XC877 με το διαχωριστικό περιτείχισμα καθώς και τα σημεία σύγκρουσης και των δύο οχημάτων με το μεταλλικό κιγκλίδωμα. Αυτά που μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο είναι τα υπόλοιπα ευρήματά του επί της σκηνής, δηλαδή το χημείο «Χ1», όπου το αυτοκίνητο του Ενάγοντα συγκρούστηκε με το πέτρινο διαχωριστικό, το σημείο «Χ2», όπου το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγομένη 1 είχε συγκρουστεί με το πέτρινο διαχωριστικό, το σημείο «Χ3», όπου το αυτοκίνητο ΚΒΡ576 είχε συγκρουστεί με το μεταλλικό κιγκλίδωμα και το σημείο «Χ4», όπου συγκρούστηκε το όχημα XC877 με το μεταλλικό κιγκλίδωμα. Αυτά γίνονται αποδεκτά σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Κades v. Νικολάου
(1986)1 C.L.R.
  1. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.3), μου άφησε την εντύπωση ότι ήταν καθοδηγημένος μάρτυρας, «coached witness». Ο μόνος λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν όχι για να βοηθήσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει την αλήθεια, αλλά για να βοηθήσει την πλευρά των Εναγομένων. Με μεγάλες και συγχιστικές απαντήσεις, προσπάθησε να πείσει ότι για το δυστύχημα έφταιγε μόνο ο Ενάγοντας. Αρνήθηκε ακόμη και το γεγονός ότι το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 είχε περιστραφεί, πράγμα που η ίδια είχε παραδεχθεί, ενώ καταδεικνύεται και από το σχεδιαγράφημα ότι είχε χτυπήσει δύο φορές. Ο ίδιος ανάφερε ότι του είχαν δοθεί οδηγίες «να ταυτίσει την επαφή που είχαν τα δύο οχήματα μεταξύ τους» και όχι να διαπιστώσει κατά πόσο πράγματι είχαν επαφή. Και ενώ του είχε ζητηθεί η ετοιμασία γραπτής έκθεσης για τα ευρήματά του, τέτοια έκθεση δεν κατατέθηκε. Επίσης, η θέση του ότι το φανάρι του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 είχε σπάσει από το χτύπημα στον τοίχο, έρχεται σε αντίθεση με τη δική του θέση ότι τα οχήματα είχαν επαφή καθώς και με τη θέση του Αστ. Γιωργαλλή ότι υπήρχαν θραύσματα στο σημείο σύγκρουσης, το «Χ». Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Ενάγοντας είχε χτυπήσει από δεξιά προς αριστερά την Εναγομένη
  2. Αυτή η θέση του ενισχύει τη θέση του Ενάγοντα ότι βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όχι στην αριστερή, όπως ισχυρίζεται η πλευρά της Εναγομένης
  3. Επίσης, ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε στο κέντρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, δηλαδή πίσω από την Εναγομένη
  4. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, το χτύπημα του Ενάγοντα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1 θα ήταν μεγαλύτερης έκτασης και θα οδηγούσε στην ανύψωση ολόκληρου του καπό και όχι μόνο ενός μικρού μέρους του. Επιπρόσθετα, μετά το, κατ' ισχυρισμό, χτύπημα από τον Ενάγοντα, το αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 έπρεπε να οδηγηθεί αριστερότερα και όχι δεξιά από τη φορά του χτυπήματος. Έχοντας εντοπίσει τις πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.3), θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του γιατί καθοδηγείτο από συμφέρον προς τους πελάτες του. Η εκδοχή του κ. Τζιρκαλλή (Μ.Ε.1) ήταν πιο κοντά στην αλήθεια και τη λογική, γι' αυτό και την επιλέγω ως καθοδήγηση για τα δικά μου συμπεράσματα. Καταλήγω λοιπόν, με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας έχοντας τα φώτα του αναμμένα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίθετη θεώρηση, οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας-Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λάρνακα, στις 10/11/2007, περί η ώρα 7:45 το βράδυ, ενώ έβρεχε. Η Εναγομένη 1 οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XC877, το οποίο ανήκε στο σύζυγό της, στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και έχοντας άλλες δύο κοπέλες ως συνεπιβάτισσες, έχασε τον έλεγχο του οχήματός της ξαφνικά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση, έστριψε το τιμόνι δεξιά και χτύπησε στο πέτρινο διαχωριστικό τείχισμα με τα μούτρα του οχήματος, στο σημείο «Χ1», και κατέληξε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα του δρόμου, στο σημείο «Χ3». Η Εναγομένη 1 είχε χτυπήσει στο πέτρινο διαχωριστικό κιγκλίδωμα, στο σημείο «Χ2» και κατέληξε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα, μετά που περιστράφηκε και έχοντας χτυπήσει δύο φορές πάνω σε αυτό. Τα χτυπήματα στο κιγκλίδωμα το μεταλλικό, της προκάλεσαν τη ζημιά που φαίνεται στο Τεκμήριο 4 και στο Τεκμήριο
  5. Η ζημιά στο αυτοκίνητο της Εναγομένης 1 δεν μπορεί να προκλήθηκε από τίποτε άλλο παρά από την οριζόντια μεταλλική δοκό που ήταν προσαρτημένη στην αριστερή πλευρά στο μεταλλικό κιγκλίδωμα και όχι από οποιαδήποτε σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, αφού αν συγκρούετο ο προφυλακτήρας του Ενάγοντα με το αυτοκίνητό της, θα ανυψωνόταν όλο το καπό του αυτοκινήτου και όχι η μια του πλευρά με τέτοιου είδους ρωγμή, ενώ αν τη χτυπούσε την Εναγομένη 1, ο Ενάγοντας, από γωνία, η λογική πορεία του αυτοκινήτου της θα ήταν αριστερά και όχι δεξιά, όπως έγινε στην πραγματικότητα. Είχαν προκληθεί ζημιές και στα δύο αυτοκίνητα, όμως οι ζημιές του Ενάγοντα ήταν εκτεταμένες και ήταν πιο συμφέρουσα η αντικατάστασή του παρά η επιδιόρθωσή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχει λεχθεί από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 προδικαστική ένσταση, ότι ο Ενάγοντας κωλύεται ή/και εμποδίζεται να εγείρει την υπό κρίση αγωγή, γιατί η ασφαλιστική εταιρεία ενεργώντας εκ μέρους του, είχε αναγνωρίσει και αποδεχθεί ότι ο Ενάγοντας ευθυνόταν πλήρως για το συγκεκριμένο δυστύχημα. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του κ. Ιωσήφ Χ"Μιχαήλ (Μ.Ε.3), ο οποίος είναι υπεύθυνος των απαιτήσεων της Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, η πληρωμή των Εναγομένων 1 και 2 είχε γίνει χωρίς να αναγνωρίζεται οποιαδήποτε ευθύνη εκ μέρους του Ενάγοντα και γιατί η ασφαλιστική εταιρεία είχε θεωρήσει οικονομικά πιο συμφέρουσα την πληρωμή του ποσού των €2.824-, αντί της λήψης οποιοδήποτε δικαστικών μέτρων. Οπόταν, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. . ...» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, εισήγαγε ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η μη εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ΄αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας ως εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς της Εναγομένης 1 και κατά πόσο η Εναγομένη 1 ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου (ανωτέρω), Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά (βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού, ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει, ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή, από τα δεδομένα της τροχαίας κίνησης και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από τον οδηγό να επιδείξει για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εάν κάποιος οδηγός επέδειξε ή όχι αμέλεια, εξαρτάται από το αν κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης έπραξε ότι θα έπραττε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Το βάρος απόδειξης της αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που ισχυρίζεται αμέλεια και πρόκληση του δυστυχήματος εξ' υπαιτιότητας της άλλης πλευράς, ο οποίος καλείται να το αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το καθήκον του οδηγού για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. v. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72, Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα εξετάσω το θέμα της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους της Εναγομένης 1, αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Έχω καταλήξει ότι το δυστύχημα οφείλεται στο γεγονός ότι η Εναγομένη 1 ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, χωρίς προειδοποίηση εισχώρησε στην πορεία του Ενάγοντα, ο οποίος βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, ξαφνικά, απότομα και παράνομα, με αποτέλεσμα να του αποκόψει την ελεύθερη πορεία του. Λόγω του ότι του απέκοψε την πορεία του, ο Ενάγοντας στην προσπάθειά του να την αποφύγει γύρισε το τιμόνι του δεξιά, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί αρχικά μετωπικά με το τοιχίο και στη συνέχεια να καταλήξει στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Η Εναγομένη 1, που δεν τον είχε δει καν, συγκρούστηκε ελαφρά με το τοιχίο και κατέληξε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα, έχοντας περιστραφεί δύο φορές. Στην απόφαση Ξυπτερά v. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν ο οδηγός που απέφραξε το δρόμο του άλλου οδηγού και ότι δεν είναι εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου του. Το σκεπτικό αυτής της απόφασης υιοθετήθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χ"Παύλου v. Άννας Κυριάκου και Ανδρέα Χ"Νικολάου
(2006)1 Α Α.Α.Δ. 236. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντός του προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Αποδίδεται όμως ευθύνη σε ένα τέτοιο οδηγό και κατ' επέκταση δικαιολογείται συμπέρασμα αμέλειας όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία που το προκάλεσε (βλ. Τσολάκης v. Ανδρέου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ.129). Καταλήγω λοιπόν ότι η Εναγομένη 1 δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και την οδήγησή της με αποτέλεσμα να προκαλέσει το δυστύχημα και ότι η είσοδός της στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Έχοντας καταλήξει ότι η Εναγομένη 1 φέρει ευθύνη για το δυστύχημα, το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 μπορεί να θεωρηθεί εκ προστίσεως υπεύθυνος για το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η συγκατάθεση για χρήση του αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει από μόνη της την απαιτούμενη σχέση αντιπροσώπου, κυρίου ή υπηρέτη για να αποδοθεί ευθύνη στον ιδιοκτήτη. Στην Ποταμίτης κ.ά. v. Έλενας Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479, καταγράφηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελίδα 481: «Στη Hellenic Mining Co. Ltd. v. Galaxy Tours Ltd.
(1978)1 C.L.R. 414, αποφασίστηκε ότι για την απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στον ιδιοκτήτη αυτοκινήτου, πρέπει να καταδειχθεί ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος είτε ως εργοδοτούμενος στο πλαίσιο της εργασίας του. Το Εφετείο τόνισε ότι η συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής είτε σχέση κυρίου και αντιπροσώπου, ή κυρίου και υπηρέτη. Στην κατάληξη αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αχθεί υπό το φως της απόφασης της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Morgans v. Launchbury and Others [1972] 2 All E.R. 606. Στην προκειμένη υπόθεση αποδόθηκε ευθύνη στον εφεσείοντα για το λόγο και μόνο ότι συγκατατέθηκε στη χρήση του αυτοκινήτου του από άλλο. Συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση συγκρούεται άμεσα με το λόγο (ratio) της Hellenic Mining.» (Βλ. επίσης Φιλίππου κ.ά. v. Παναγή κ.ά.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1275, Μιχαηλίδου κ.ά. v. Σωτηρίου κ.ά.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1420.) Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 ήταν ότι αυτός και η Εναγομένη 1 ήταν σύζυγοι και ο Εναγόμενος 2 της είχε επιτρέψει να οδηγεί το αυτοκίνητό του. Καθοδηγούμενη από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το γεγονός ότι ήταν σύζυγοι και ο Εναγόμενος 2 της είχε δώσει την άδειά του να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του, δεν τεκμηριώνει από μόνο του τη σχέση κυρίου και αντιπροσώπου ή κυρίου και υπηρέτη, η οποία απαιτείται για να αποδοθεί εκ προστήσεως ευθύνη. Συνεπακόλουθα, στην έκταση που η αγωγή αφορά τον Εναγόμενο 2, αυτή απορρίπτεται. Σε περιπτώσεις που ένας Εναγόμενος είναι ένοχος αμέλειας, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Κατά πόσο δηλαδή και ο Ενάγοντας με τις πράξεις και τις ενέργειές του φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το θέμα κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια από τον Ενάγοντα. Στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται από την τυχόν παράλειψη της εκπλήρωσης καθήκοντος ενός οδηγού προς άλλους. Στη συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του άλλου οδηγού να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι οι οδηγοί πρέπει να τηρούν την ουσιώδη παρατηρητικότητα κάτω υπό τις περιστάσεις και αδιάλειπτα (βλ. Κατσούρης v. Κωνσταντίνου
(1975)1 C.L.R. 188, σελ.192, Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 974, σελ.984, Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου (ανωτέρω)). Είναι επίσης νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα, που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. v. Κασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Βελάρης v. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Παύλου v. Παπακυπριανού (ανωτέρω), Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου (ανωτέρω) και Φιλίππου v. Παναγή
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1281). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Λόρδο Denning στην υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 QB 608, στη σελ.615: «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is quilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless». Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα φέρει ο Εναγόμενος (βλ. μεταξύ άλλων Qwen v. Brimmell
(1977)1 Q.B. 859). Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ιδίου του Ενάγοντα ή από τα στοιχεία που συνθέτουν το συμβάν, όπως διατυπώνονται από το Δικαστήριο (βλ. Elliot v. Bax Ironside
(1925)1 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway
(1925)2 K.B. 311, Baker v. Longhust & Sons Ltd
(1933)2 K.B. 461, βλ. επίσης Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδ., παράγρ.1-156). Εξετάζοντας το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, από τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του το συγκεκριμένο βράδυ έχοντας δει την Εναγομένη 1 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, πλην όμως δεν μείωσε την ταχύτητά του και όταν του απέκοψε την πορεία δεν χρησιμοποίησε καθόλου τα φρένα του, δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο και κατευθύνθηκε ο ίδιος προς το πέτρινο τείχισμα αντί να κατευθυνθεί αριστερά που ήταν ελεύθερος ο δρόμος. Ο Ενάγοντας περιέγραψε τη θέση του οχήματος της Εναγομένης 1, όταν αρχικά την είδε και ακολούθως περιέγραψε την κίνηση την οποία έκανε για να την αποφύγει. Είναι προφανές, από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ότι όταν είδε το όχημα της Εναγομένης 1 να κινείται προς τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε ελιγμό προς τα αριστερά, ενώ υπήρχε χώρος να το πράξει, ούτε χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι πιο πάνω παραλείψεις του δικαιολογούν την απόδοση σε αυτόν κάποιου ποσοστού ευθύνης για το επίδικο ατύχημα ή ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ενέργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής και ως εκ τούτου απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη. Στην απόφαση Νικολαΐδη κ.ά. v. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 42, λέχθηκε ότι οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την πολύ κοντινή απόσταση που για πρώτη φορά ο Ενάγοντας είδε το όχημα της Εναγομένης 1 να εισέρχεται στην πορεία του. Πέραν τούτου όμως, δεν έδωσε, ο Ενάγοντας, οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν προέβηκε στη λήψη οποιοδήποτε προστατευτικών μέτρων, ούτε ανέφερε ότι αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο. Εξήγησε την κίνηση της Εναγομένης 1 στην πορεία του, πράγμα που υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να ελιχθεί αριστερά ή να φρενάρει για να αποφύγει τη δυνατή σύγκρουσή του με το πέτρινο τείχισμα. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι και ο Ενάγοντας ευθύνεται σε κάποιο βαθμό για το επίδικο δυστύχημα. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, κρίνω ορθό να καταμερίσω την ευθύνη σε ποσοστό 70% για την Εναγομένη 1 και 30% για τον Ενάγοντα. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ο Ενάγοντας κατά την ακρόαση της υπόθεσής του περιόρισε την αξίωσή του στις ειδικές ζημιές. Στην Έκθεση Απαίτησής του είχε αξιώσει την αξία του οχήματος του €9.397,31, τα έξοδα της Αστυνομικής Έκθεσης €87-, τα έξοδα της ετοιμασίας της Έκθεσης του Εκτιμητή €196,49 και τα έξοδα ρυμούλκησης του οχήματος €26-. Είναι νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αναφέρονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυστηρότητα. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Τηλεμάχου v. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Κούνουνα κ.ά. v. Κώστας Κυριάκου &Υιός Λτδ κ.ά.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2126. Επίσης, στο σύγγραμμα McGrecor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.» Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την αξία του οχήματός του πριν το δυστύχημα καθώς και τα έξοδα τα οποία υπέστη για την ετοιμασία της Έκθεσης του κ. Τζιρκαλλή. Δεν αποδείχθηκε η πληρωμή των €87- για την ετοιμασία της Αστυνομικής Έκθεσης και τα €26- έξοδα ρυμούλκησης του οχήματος. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται το συνολικό ποσό των €6.715,66 (€9.593,80 Χ 70%), ως ειδικές αποζημιώσεις. Τέλος, να αναφερθεί ο τόκος που μπορούσε να επιδικαστεί από το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 33 του Ν.14/60 μέχρι την 15/10/2008 ήταν ύψους 8% ετησίως. Με την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008, από τις 15/10/2008 ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5% ετησίως. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008, στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, για εκκρεμούσες αγωγές. Ενόψει όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης 1 για το ποσό των €6.715,66 πλέον τόκο 8% ετησίως από 06/12/2007 μέχρι 14/10/2008 και προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στη σχετική κλίμακα. Η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.