Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά ν. Ευγενίας Αντώνη Ιεροδιακόνου κ.α., Αγωγή αρ.: 514/09, 20.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 514/09 Μεταξύ: Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά συζύγου Γεώργιου Διοικητή Ενάγουσας -και-
- Ευγενίας Αντώνη Ιεροδιακόνου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 20.1.10 Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά συζύγου Γεώργιου Διοικητή Ενάγουσας -και-
- Ευγενίας Αντώνη Ιεροδιακόνου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
- Έλλης Κουμπαρή Εναγομένων ----- Αίτηση τροποποίησης τίτλου και οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 3.1.2012 Ημερομηνία: 20.3.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Φάνος Φανή για κ. Ευσταθίου. Για τις Εναγόμενες 1 και 4/Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Γιάννης Ζαμπάς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι το 1972 κατόπιν διαχωρισμού κτημάτων, ιδιοκτησίας της ίδιας και της εναγομένης 1, στον κατεχόμενο Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου προέκυψαν 33 οικόπεδα. Με βάση το ποσοστό τους επί των κτημάτων (¾ και ¼ αντίστοιχα) στην ενάγουσα αναλογούσαν 24 οικόπεδα και ¾ ενός οικοπέδου και στην εναγόμενη 1 οκτώ οικόπεδα και ¼ ενός οικοπέδου. Όμως, με ενέργειες της εναγόμενης 1, χωρίς συγκατάθεση ή γνώση της ενάγουσας, βρέθηκαν να είναι εγγεγραμμένα στην ενάγουσα μόνο δεκαεννέα οικόπεδα και στην εναγόμενη 1, δεκατέσσερα οικόπεδα. Επί αυτής της εκδοχής η ενάγουσα στράφηκε αρχικά εναντίον της εναγόμενης 1, του Γενικού Εισαγγελέα και του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ακολούθως, στα πλαίσια της εκδίκασης αίτησης για συντηρητικό διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 19.5.2009, η εναγόμενη 1 ανέφερε ότι είχε μεταβιβάσει τα δεκατέσσερα οικόπεδα στη θυγατέρα της Έλλη Κουμπαρή. Ακολούθησε αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας για προσθήκη της Έλλης Κουμπαρή ως εναγόμενης και για ανάλογες τροποποιήσεις. Υπήρξε αρχικά ένσταση, αλλά μετά που η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση η εναγόμενη 1 συναίνεσε. Η Έλλη Κουμπαρή προσετέθη ως εναγομένη
- Τώρα, είναι υπό εξέταση δεύτερη αίτηση της ενάγουσας για προσθήκη περαιτέρω εναγομένων και ανάλογες τροποποιήσεις. Επιζητά να προστεθούν ο Γεώργιος Παναγιώτη Κουμπαρής (ως εναγόμενος 5), ο Αντώνης Παναγιώτη Κουμπαρής (ως εναγόμενος 6) και η Ευγενία Κουμπαρή (ως εναγομένη 7). Η αιτήτρια προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι δικηγόροι της προέβησαν πρόσφατα σε νέες έρευνες στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσαν ότι η εναγόμενη 4 μεταβίβασε, στο μεταξύ, αριθμό από τα δεκατέσσερα οικόπεδα στα εν λόγω τρία πρόσωπα. Αυτό δεν ήταν εις γνώση της ενάγουσας ή των δικηγόρων της. Το ζήτημα προέκυψε όταν η εναγόμενη 4 στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ημερομηνίας 23.2.2010 για συντηρητικό διάταγμα εναντίον της ανέφερε ότι από τα δεκατέσσερα οικόπεδα μόνο τα δύο είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματί της. Ως εκ των άνω, η αιτήτρια εισηγείται πως τα τρία εν λόγω πρόσωπα είναι αναγκαίοι διάδικοι ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων διαφορών. Οι εναγόμενες 1 και 4 έχουν ένσταση. Στους λόγους της ένστασης αναφέρεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν υποστηρίζεται από νομότυπη ή και κανονική ένορκη δήλωση. Τέτοιος λόγος δεν έχει προωθηθεί, ούτε κρίνεται βάσιμος. Εισηγούνται, περαιτέρω, ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα, ότι έγινε σε προχωρημένο στάδιο και σημειώνουν ότι είναι η δεύτερη φορά που ζητείται τροποποίηση. Υπό τις περιστάσεις, ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι κακόπιστη. Άλλος «λόγος ένστασης» είναι ότι «δεν υπάρχει βάσιμος λόγος αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 καθότι δεν είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια οποιουδήποτε επίδικου ακινήτου». Αυτό δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της αίτησης αυτής, ούτε αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι δικηγόροι αναφέρθηκαν στη νομολογία και στα γεγονότα. Ειδικότερα, ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 4 εισηγήθηκε ότι η τροποποίηση επιδιώκεται κακόπιστα λόγω του ότι η ενάγουσα γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τους νόμιμους δικαιούχους των επιδίκων ακινήτων κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης για τροποποίηση. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το θεμελιώδες δικαίωμα των εναγομένων για διεξαγωγή δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι σαφείς. Η νομολογία έχει παρατεθεί, ως άνω, από τους ευπαίδευτους δικηγόρους. Δεν χρειάζεται, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, εκτεταμένη αναφορά. Αρκεί να λεχθούν τα ακόλουθα, όπως είχα την ευκαιρία να τα παραθέσω πιο πρόσφατα στην αγωγή 2804/08: «Η τροποποίηση, κατά κανόνα, επιτρέπεται αν ο αιτητής πείσει το δικαστήριο ότι γίνεται καλόπιστα, νοουμένου ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην άλλη πλευρά, δηλαδή ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αίτηση υποβληθεί με καθυστέρηση, όσο και αν η καθυστέρηση είναι παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν αδιαμφισβήτητα εμφανής για μεγάλο διάστημα και παρά ταύτα δεν ζητήθηκε τροποποίηση. (Βλ. Annual Practice 1961, σελ. 624).» Σε σχέση με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου (εναγομένου) παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ.ά. v. ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
(1997)1 Α.Α.Δ. 772: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιόν του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon ν. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, 332).» Στην υπόθεση PERIHAN MUSTAFA KORKUT Ή EYIAM PERIHAN v. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Χ. ΖΟΠΠΟΥ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213 αναφέρθηκε ότι η μελέτη της αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψεις για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 κ. 10 που είναι ο διαδικαστικός κανονισμός που ρυθμίζει το θέμα. Προστίθεται δε, με αναφορά στην υπόθεση MEPA (ανωτέρω) ότι στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Όπως εξηγείται στην ίδια απόφαση: «για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ. 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά τους συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Υπό το φως όλων των ανωτέρω αρχών, παρά την καθυστέρηση, θεωρώ ότι η αίτηση πρέπει να γίνει αποδεκτή εφόσον τα τρία εν λόγω πρόσωπα κρίνονται αναγκαίοι, υπό την παραπάνω έννοια, διάδικοι. Οι εναγόμενες 1 και 4 δεν θα επηρεαστούν κατά τρόπο που να μην μπορούν να αποζημιωθούν με τα έξοδα, τα οποία μάλιστα μπορούν να οριστούν ως αμέσως πληρωτέα, εφόσον οι εναγόμενες έχουν θέσει ζήτημα με την αγόρευση του δικηγόρου τους πως η ενάγουσα έχει καταδικαστεί σε τρεις διαφορετικές αιτήσεις στα έξοδα, τα οποία όμως ορίστηκε να είναι πληρωτέα στο τέλος. Η ρύθμιση αυτή θα απαμβλύνει τις επιπτώσεις της καθυστέρησης ως εκ της τροποποίησης. Πέραν τούτου, όμως, η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια ώστε εκ της τροποποίησης αυτής και μόνο να τίθεται θέμα παράβασης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Η αίτηση επιτρέπεται και δίδονται τα ζητούμενα διατάγματα. Η προσθήκη και η τροποποίηση να γίνουν εντός δέκα ημερών από της σύνταξης του παρόντος. Κατά τ΄ άλλα, να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης και όσα έξοδα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης να είναι υπέρ των εναγομένων 1 και 4 και εναντίον της ενάγουσας. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπότε και θα καθίστανται πληρωτέα. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο