Ανδρέα Παναγιώτου ν. GMP CENTRO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 856/2011, 27 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 856/2011 Μεταξύ: Ανδρέα Παναγιώτου Ενάγοντα και
- GMP CENTRO LTD
- Αντωνάκη Χατζηχρίστου
- Μαρίας Χατζηχρίστου Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11/11/2011 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαρτίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Φλωρίδης (για να ακούσει απόφαση κα Χαραλαμπίδου) Για Εναγόμενους 1, 2 και 3-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σκορδής για Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με Αίτησή του ημερομηνίας 11/11/2011, ζήτησε όπως εκδοθεί, εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, συνοπτική απόφαση, ως η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1(α) και 2 και Δ.48 θ.1- 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Παναγιώτου, Ενάγοντα, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, έχει να λαμβάνει από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, το ποσό των €16.386- πλέον τόκο 8.5% από 02/01/2011 έως 31/03/2011 επί του ποσού €8.795- πλέον 8.5% από 02/04/2011 έως 30/06/2011 επί του ποσού των €17.590- πλέον 8.5% από 01/07/2011 έως 26/08/2011 επί €26.386- πλέον 8.5% από 27/08/2011 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού €16.386- ως οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Πριν την καταχώριση της αγωγής είχε σταλεί από τους δικηγόρους του διπλοσυστημένη επιστολή, η οποία παρελήφθη από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, στις 15/07/
- Μετά την παραλαβή της επιστολής, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατέβαλαν έναντι των καθυστερημένων ενοικίων το ποσό των €10.000- μόνο και παρέμεινε ως οφειλόμενο το ποσό των €16.386-, πλέον τόκοι. Εξακολουθούν, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, να έχουν στην κατοχή τους τα καταστήματα. Είναι η θέση του, ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, ότι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και ότι είναι δίκαιο όπως εκδοθεί εναντίον τους απόφαση. Ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους του Ενάγοντα, η οποία παραχωρήθηκε. Στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ο κ. Παναγιώτου αναφέρει τα ακόλουθα: Ότι κατέστη στις 18/11/2009 ιδιοκτήτης των καταστημάτων 3 και 4, τα οποία βρίσκονται στη Λεωφόρο Πρωταρά Αρ.69, στην περιοχή «Fig Tree Bay», στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1/16646, τεμάχιο 174, Φ/Σχ.2-296-376, στο Παραλίμνι. Τα συγκεκριμένα καταστήματα προηγουμένως συνιστούσαν ιδιοκτησία της συζύγου του, Ανδριανής Παναγιώτου, φερόμενης ως ιδιοκτήτριας στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 01/01/2006, της οποίας ήταν και συνεχίζει να είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της γιατί απουσιάζει στο Λονδίνο. Τα συγκεκριμένα καταστήματα πριν ενοικιαστούν στην Εναγομένη 1, με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3, είχαν ενοικιαστεί στον Αντώνη Χατζηχρίστου, Εναγόμενο 2, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 29/10/1998, για την περίοδο 01/01/1999-31/12/
- Το Δεκέμβριο 2006 ο Εναγόμενος 2 είχε ζητήσει την υπογραφή νέου ενοικιαστηρίου εγγράφου με την Εναγομένη 1 ως ενοικιάστρια και τους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές, για περίοδο δέκα ετών, πρόταση την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τότε ιδιοκτήτριας συζύγου του και υπογράφτηκε το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 01/01/2006, το οποίο μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ισχύ και η Εναγόμενη 1 εξακολουθεί να έχει στην κατοχή της τα καταστήματα. Από συμβουλή που έχει λάβει η Εναγόμενη 1, είναι συμβατική ενοικιαστής και όχι θέσμια και γι' αυτό αρμόδιο να αποφασίσει την υπό κρίση αγωγή είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι δύο μήνες μετά που κατέστη ιδιοκτήτης των καταστημάτων, είχε αποστείλει, μέσω του δικηγόρου του, συστημένη επιστολή ημερομηνίας 22/01/2010, με την οποία καλούσε τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, ως ιδιοκτήτης των καταστημάτων, να καταβάλουν τα καθυστερημένα ενοίκια. Παρέλαβαν την επιστολή και συνέχισαν να του καταβάλλουν τα ενοίκια. Επίσης, μέσω του δικηγόρου του, ο ομνύοντας, έστειλε επιστολή ημερομηνίας 20/05/2010, με την οποία ενημέρωνε τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, ότι ο αριθμός λογαριασμού που θα έμβαζαν τα ενοίκια είχε αλλάξει και ότι στο νέο αριθμό λογαριασμού δικαιούχος ήταν μόνο ο ίδιος. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, μετά την επιστολή έμβαζαν τα ενοίκια στο νέο λογαριασμό. Στη συνέχεια, όταν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, καθυστερούσαν την καταβολή των ενοικίων, ο ίδιος είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες και συναντήσεις μαζί τους, με σκοπό τη διευθέτηση των καθυστερημένων ενοικίων, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 3 να καταβάλει €10.000-, περί τις 26/08/2011, έναντι των καθυστερημένων ενοικίων. Η Εναγόμενη 3 είχε ετοιμάσει δακτυλογραφημένη απόδειξη για την παραλαβή των ενοικίων. Ο ίδιος είχε διαπιστώσει αργότερα ότι η απόδειξη είχε τυπωμένα τα στοιχεία μιας άγνωστης προς αυτόν εταιρείας, της «A&M TERMINAL LTD». Ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε η σύζυγός του δεν έχουν συμβληθεί, αλλά ούτε και γνωρίζουν τη συγκεκριμένη εταιρεία. Καταλήγει, ότι το συμβόλαιο ενοικίασης απαγόρευε την υπενοικίαση. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
- Στην Ένσταση καταγράφηκαν επτά λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι ήταν οι ακόλουθοι: Ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση, ότι καμιά συμφωνία δεν υπογράφτηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, ότι καμιά συμφωνία εγγύησης δεν υπογράφτηκε μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 2 και 3, ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ενοικίων, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 01/01/2006 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αντίθετη με το Νόμο και τους Κανονισμούς, ότι οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και ότι η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η συγκεκριμένη Ένσταση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1-6, στη Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Χατζηχρίστου, Καθ' ου η Αίτηση-Εναγομένου
- Ήταν η θέση του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 3 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης Ενόρκου Δηλώσεως. Είναι ο ισχυρισμός του ότι το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής υπόκειται στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο και εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και κακώς καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, το οποίο στερείται δικαιοδοσίας. Από το Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την Αίτηση, κατά τον ομνύοντα, δεν διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας έχει συμβληθεί με τους Εναγόμενους και δεν υπάρχει μεταξύ τους καμιά συμφωνία ενοικίασης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 ήταν ενοικιαστές του συγκεκριμένου υποστατικού από το 1999, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ενοικιάσεως, η οποία είχε διάρκεια μέχρι το 2008, με την ιδιοκτήτρια Ανδριανή Παναγιώτου. Κατά ή περί το 2006, τα μέρη συμφώνησαν όπως υπογράψουν νέα συμφωνία ενοικίασης για το ίδιο υποστατικό μέχρι το
- Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 αγνοούν την ιδιότητα του Ενάγοντα-Αιτητή ως ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου υποστατικού, αφού ποτέ δεν τους γνωστοποιήθηκε. Η μόνη επαφή που είχαν μαζί του ήταν ως συζύγου της ιδιοκτήτριας. Ο Ενάγοντας ποτέ δεν υπήρξε μέρος της συμφωνίας ενοικίασης και συνεπώς στερείται οποιουδήποτε νομικού δικαιώματος πάνω στη συμφωνία. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν υπέγραψαν ποτέ οποιαδήποτε εγγύηση προς όφελος του Ενάγοντα. Η μόνη συμφωνία που υπέγραψαν αφορούσε τη συμφωνία ενοικίασης με την Ανδριανή Παναγιώτου. Η συγκεκριμένη συμφωνία δεν προνοούσε ότι οι συγκεκριμένες εγγυήσεις θα ίσχυαν έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου σε περίπτωση αλλαγής ιδιοκτησίας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν καμιά νομική υποχρέωση έναντι του Ενάγοντα, ο οποίος δεν είναι συμβληθέν μέρος στη συμφωνία και κακώς και/ή εσφαλμένα προωθεί δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν. Την κατοχή του επίδικου υποστατικού την έχει η εταιρεία «Α & Μ Terminal Ltd» και όχι η Εναγόμενη 1, όπως προκύπτει και από την απόδειξη παραλαβής χρημάτων ημερομηνίας 17/08/
- Η συγκεκριμένη απόδειξη είχε υπογραφτεί από τον Ενάγοντα ενόψει του ότι η κα Παναγιώτου απουσίαζε στο εξωτερικό τη δεδομένη στιγμή. Καταλήγει, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, γιατί οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Φλωρίδης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η Ένορκη Δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων 1, 2 και 3, περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι δεν υποστηρίζονται από τις απαραίτητες λεπτομέρειες και εν πάση περιπτώσει είναι ανυπόστατοι, αφού καταρρίπτονται από τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Κατέληξε, ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι τέτοια που να μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, αφού δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση. Ο κ. Παπαχαραλάμπους είχε αντίθετη άποψη. Κατά το δικό του ισχυρισμό δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
- Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, αφού το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή, γιατί θα έπρεπε να εκδικαστεί από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο Ενάγων-Αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο Ενάγων-Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο, η απαίτηση του Αιτητή-Ενάγοντα είναι εναντίον και Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενων 1, 2 και 3 ως η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Η βάση της αξίωσης είναι η μη καταβολή από την Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση 1, ενοικίων συνολικού ποσού €16.386-, την οποία εγγυήθηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 2 και
- Το αξιούμενο ποσό αξιώνεται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε δυνάμει της Δ.2 θ.6 στις 07/09/
- Οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν εμφάνιση στις 20/10/
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα κ. Παναγιώτου, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί για τα γεγονότα, αφού αρχικά ενεργούσε ως πληρεξούσιος της ιδιοκτήτριας Ανδριανής Παναγιώτου και στη συνέχεια ενεργούσε ως ιδιοκτήτης των καταστημάτων. Στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου το ενοικιαστήριο έγγραφο που υποστηρίζει την αξίωση. Ενώ στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή και ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν εμφάνιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες ο Ενάγοντας-Αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση να προσκομίσουν εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο Ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο Εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 έχουν αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση 2, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου 2, που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλλει ως πρώτο λόγο ένστασης το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή και ότι η διαφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο συγκεκριμένος λόγος προβάλλεται γενικά και αόριστα χωρίς να επεξηγείται στην Ένορκη Δήλωση γιατί ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 2 θεωρεί ότι το υπό κρίση Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, αλλά ούτε και καταγράφεται οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο το οποίο να υποστηρίξει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Καταγράφονται επίσης ως λόγοι ένστασης το γεγονός ότι δεν υπογράφτηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1, 2 και 3 καθώς επίσης και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 καμιά εγγύηση δεν έχουν υπογράψει και δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ενοικίων. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δόθηκε εξήγηση από τον Ενάγοντα-Αιτητή αναφορικά με το πότε περιήλθαν στην ιδιοκτησία του τα συγκεκριμένα καταστήματα και πώς είχε ενημερώσει για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των καταστημάτων, τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3. Η θέση του υποστηρίχθηκε από την κατάθεση των δύο επιστολών ημερομηνιών 22/01/2010 και 20/05/2010, Τεκμήρια 5 και 6 στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Η συγκεκριμένη εξήγηση προφανώς έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ομνύοντα. Έχει νομολογηθεί ότι στόχος της αντεξέτασης είναι η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους. Παράλειψη αντεξέτασης αφήνει ανοικτή την πόρτα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεκτοί. Σχετική είναι η απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1057, όπου στη σελ.1060-1061 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή.» (Βλ. επίσης Ντέρεκ Ντάγκλας v. Νότας Ντάγκλας, Έφ.6/2008 και 8/2008, ημερ.11/02/2010.) Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, ότι η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/01/2006 ήταν παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αντίθετη με το νόμο, δεν συγκεκριμενοποιήθηκε και δεν καταγράφηκε γιατί η συγκεκριμένη συμφωνία, κατά τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση-Εναγομένων 1, 2 και 3, είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αντίθετη με το Νόμο. Οπόταν ούτε αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θεωρώ ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει αφού έχω καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν αποκαλύψει βάσιμη υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €16.386- πλέον τόκο 8.5% από 02/01/2011 μέχρι εξοφλήσεως του ποσού. Ο Ενάγοντας δικαιούται επίσης τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο