ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΡΕΜΜΑΣΤΟΥ ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 991/2008, 29 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 991/2008 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΡΕΜΜΑΣΤΟΥ Αιτήτριας και ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑ Καθ΄ης η Αίτηση Αίτηση ημ. 7.3.12 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2012. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κος Μ. Παρασκευάς. Για την Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Ταουξιή, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει ξεκινήσει και βρίσκεται σε εξέλιξη. Αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία τριών μαρτύρων από πλευράς Ενάγουσας μεσολάβησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.25, θ.θ.1 μέχρι 5, Δ.48, θ.θ.1-9, Δ.63, θ.θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στη νομολογία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από δύο ενόρκους δηλώσεις, η μία από μέρους της Ενάγουσας και η δεύτερη από μέρους του Παναγιώτη Σαββίδη ασκούμενου δικηγόρου στο γραφείο του Μιχάλη Παρασκευά, δικηγόρου της Ενάγουσας. Ένορκη Δήλωση Ενάγουσας Στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας βασικά αναφέρονται τα ακόλουθα: § Ένεκα παραδρομής της Ενάγουσας τόσο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής όσο και πριν την έναρξη της ακρόασης στις 26.1.12 ημερομηνία κατά την οποία κατέθεσε ενόρκως παρέλειψε και αμέλησε να πληροφορήσει το δικηγόρο της ότι ασκούσε το επάγγελμα της καμαριέρας εποχιακά σε ξενοδοχεία της περιοχής Αμμοχώστου για περίοδο 9 μηνών από το Μάρτιο μέχρι και το Νοέμβριο κάθε χρόνου από το 1985 μέχρι και το
- § Παρέλειψε επίσης να ενημερώσει το δικηγόρο της ότι μετά το ατύχημα στις 5.12.06 δεν μπορούσε πλέον να ασκεί το επάγγελμα της καμαριέρας και ότι είχε αποταθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους λόγω αυτής της της ανικανότητας οι οποίες έκριναν ότι είχε ανικανότητα άσκησης του επαγγέλματος της. § Πληροφόρησε το δικηγόρο της για αυτό το γεγονός την ημέρα της ακρόασης και άμεσα ο δικηγόρος της σε συνεργασία με το σύζυγο της προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έγγραφα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. § Ο σύζυγος της παρέλαβε τα σχετικά έγγραφα από το Νοσοκομείο Αμμοχώστου και το Νοσοκομείο Λάρνακας το Φεβρουάριο του 2012 και από τις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων το Μάρτιο του 2012 και τα απέστειλε στο δικηγόρο της. § Λόγω της παράλειψης της να τα αναφέρει στο δικηγόρο της τα πιο πάνω διαπιστώθηκε από το δικηγόρο της η ανάγκη διόρθωσης της Έκθεσης Απαίτησης και προσθήκης αυτών των πολύ σημαντικών ισχυρισμών οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τον επακριβή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. § Οι ισχυρισμοί της όπως περιλαμβάνονται στην αιτούμενη τροποποίηση διασαφηνίζουν και προσδιορίζουν επακριβώς τα γεγονότα και τις επίδικες διαφορές χωρίς να αλλοιώνουν τη βάση και τον πυρήνα της Έκθεσης Απαίτησης καθότι προέρχονται από το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα. § Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του κατά τη δικάσιμο τα πλήρη και πραγματικά γεγονότα ούτως ώστε να μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε όλο το φάσμα της. § Δεν επηρεάζεται και ούτε υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά η Εναγόμενη καθότι μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και καθότι θα της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί με την τροποποιημένη υπεράσπιση της. Ένορκη Δήλωση Παναγιώτη Σαββίδη Στην ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Σαββίδη αναφέρονται βασικά τα εξής: Ένεκα παραδρομής της Ενάγουσας τόσο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής όσο και πριν την έναρξη της ακρόασης στις 26.1.12 ημερομηνία που κατέθεσε ενόρκως παρέλειψε και αμέλησε να τους πληροφορήσει ως δικηγόρους της ότι ασκούσε το επάγγελμα της καμαριέρας εποχιακά σε ξενοδοχεία της περιοχής Αμμοχώστου για περίοδο 9 μηνών από το Μάρτιο μέχρι και το Νοέμβριο κάθε χρόνο από το 1985 μέχρι και το
- Παρέλειψε η Ενάγουσα να τους ενημερώσει ως δικηγόρους της ότι μετά το ατύχημα στις 5.12.06 δεν μπορούσε να ασκεί το επάγγελμα της καμαριέρας και ότι είχε αποταθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους λόγω αυτής της ανικανότητας οι οποίες έκριναν ότι είχε ανικανότητα άσκησης του επαγγέλματος της. Μόλις η Ενάγουσα τους πληροφόρησε για το πιο πάνω γεγονός άμεσα οι δικηγόροι της σε συνεργασία με το σύζυγό της προέβησαν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα έγγραφα από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Ο σύζυγος της παρέλαβε τα σχετικά έγγραφα από το Νοσοκομείο Αμμοχώστου και το Νοσοκομείο Λάρνακας το Φεβρουάριο του 2012 και από τις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων το Μάρτιο του 2012 και τα απέστειλε στο δικηγόρο της. Λόγω της παράλειψης της να τα αναφέρει στο δικηγόρο της τα πιο πάνω διαπιστώθηκε από το δικηγόρο της η ανάγκη διόρθωσης της Έκθεσης Απαίτησης και προσθήκης αυτών των πολύ σημαντικών ισχυρισμών οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τον επακριβή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. § Οι ισχυρισμοί της όπως περιλαμβάνονται στην αιτούμενη τροποποίηση διασαφηνίζουν και προσδιορίζουν επακριβώς τα γεγονότα και τις επίδικες διαφορές χωρίς να αλλοιώνουν τη βάση και τον πυρήνα της Έκθεσης Απαίτησης καθότι προέρχονται από το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα. § Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του κατά τη δικάσιμο τα πλήρη και πραγματικά γεγονότα ούτως ώστε να μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε όλο το φάσμα της. § Δεν επηρεάζεται και ούτε υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά η Εναγόμενη καθότι μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και καθότι θα της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί με την τροποποιημένη υπεράσπιση της. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από μέρους της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.25, θ.θ. 1-5, Δ.39, θ.2 και Δ.48, θ.θ. 2-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές εξουσίες, δικαιοδοσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: o Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται μεταβολή και/ή διεύρυνση και/ή επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων αφού εισάγονται νέοι ισχυρισμοί επί των γεγονότων και/ή της απαίτησης της Ενάγουσας η οποία (α) προσθέτει νέα βάση αγωγής και/ή νέες πραγματικές και νομικές πτυχές στην απαίτηση, (β) θα εκτροχιάσει τη διακρίβωση της υπόθεσης μέσα στα διαγραφέντα προ καιρού πλαίσια, (γ) θα εκτροχιάσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της και την εκδίκαση της εντός λογικού χρόνου και (δ) θα θέσει την Εναγομένη σε δυσμενή και/ή μειονεκτική θέση έναντι της Ενάγουσας και/ή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή δυσχέρεια στα ουσιαστικά και/ή δικονομικά δικαιώματα της Εναγομένης. o Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή σε πολύ προχωρημένο στάδιο δίκης και/ή αφού έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και έχει ακουστεί και ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση και αντεξέταση τριών
(3)μαρτύρων της πλευράς της Ενάγουσας περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας της ίδιας της Ενάγουσας. Η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται μετά από πάροδο 3½ ετών από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αφού η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες και αφού η ακρόαση της ήδη ξεκίνησε στις 26.1.12 και μετέπειτα συνεχίστηκε στις 17.2.12 και έπειτα ξανά την 1.3.12 και έπειτα στις 7.3.12 όταν υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από πλευράς της Ενάγουσας ενόψει της αιτούμενης τροποποίησης. o Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση και/ή οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να προστεθούν ήταν σε γνώση της Ενάγουσας και/ή των δικηγόρων της από της έγερσης της παρούσας διαδικασίας και/ή αποτελούν γεγονότα που μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο της Ενάγουσας με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας αλλά αντίθετα η Ενάγουσα αμέλησε να εκθέσει τα ισχυριζόμενα γεγονότα στο δικόγραφο της και/ή να ενημερώσει τους δικηγόρους της κατάλληλα και/ή οι ίδιοι οι δικηγόροι της να ενημερωθούν ορθά από την ίδια έτσι ώστε να φροντίσουν να προχωρήσουν σε Αίτηση τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. o Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει νέο γεγονός, ούτε νεοδημιουργηθέν, ούτε νεοαποκαλυφθέν αλλά γεγονότα που έπρεπε η Ενάγουσα να γνώριζε εξ αρχής αν όντως ευσταθούσαν. o Καμία εξήγηση δίδεται για τη μεγάλη καθυστέρηση παρά τις αμέτρητες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ή γιατί δεν υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση νωρίτερα στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας. Η Ενάγουσα και οι δικηγόροι της όχι μόνο δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την τροποποίηση της απαίτησης της αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα και αδιαφορία και κακόπιστα επιχειρούν να ανατρέψουν τις γραμμές επί των οποίων τροχιοδρομήθηκε η διαδικασία. o Αποδοχή της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη αδικία και βλάβη στα δικαιώματα της Εναγομένης που δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιαδήποτε διαταγή εξόδων αφού η Εναγομένη θα στερηθεί του δικαιώματος να αντεξετάσει τη μαρτυρία που προσήχθη από την Ενάγουσα μέχρι στιγμής αναφορικά με την εργασία και τις απολαβές της πριν από το επίδικο ατύχημα και την ικανότητα της για εργασία μετά το ατύχημα και σε σχέση με τα όσα προβάλλονται με την αιτούμενη τροποποίηση. o Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας ημερ. 7.3.12 δεν γίνεται αποκάλυψη εγγράφων που αφορούν την ισχυριζόμενη εργασία και απολαβές της προ του επίδικου ατυχήματος έτσι ώστε η Εναγόμενη να λάβει γνώση αυτών, και, συνεπώς, έγκριση του αιτήματος τροποποίησης σε αυτό το στάδιο θα αποστερήσει το δικαίωμα της Εναγόμενης για αποκάλυψη αυτών των πρόσθετων εγγράφων πριν τη δίκη. o Πλήττεται το συνταγματικό δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση για διακρίβωση των δικαιωμάτων της εντός ευλόγου χρόνου. o Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή η νομική της βάση δεν μπορεί να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία. o Η ένορκη δήλωση του κ. Παναγιώτη Σαββίδη είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, ούτε διευκρινίζεται η πηγή γνώσης κατά παράβαση της Δ.39, θ.2. Παραλείπεται παντελώς αναφορά στο χρονικό σημείο κατά το οποίο εν τέλει πληροφορήθηκαν για το γεγονός ότι η Ενάγουσα εργαζόταν προ του ατυχήματος και ότι σήμερα δεν μπορεί να εργασθεί. o Και οι δύο ένορκες δηλώσεις δεν αποκαλύπτουν επαρκή γεγονότα που δύνανται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν δίδεται βάσιμος λόγος γιατί η Αίτηση καταχωρήθηκε τόσο καθυστερημένα και/ή αφού άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης. o Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/η καταχρηστική και/ή επιδιώκει αλλότριο σκοπό Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Καμάρη, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου της Εναγόμενης στην οποία αναφέρει ότι οι θέσεις που προβάλλονται προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης σε ό,τι αφορά τα πραγματικά γεγονότα είναι αβάσιμες και ανυπόστατες. Περαιτέρω, αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους, αναφέρει ότι η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της υπό εξέταση Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κος Μ. Παρασκευάς εκ μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους, τόνισε αναφερόμενος στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας ότι, ενώ δεν υπάρχει ίχνος κακοπιστίας για την αιτούμενη τροποποίηση, αυτή οφείλεται εξ ολοκλήρου σε καλόπιστο λάθος και σε αμέλεια εκ μέρους της Ενάγουσας και μη εύλογη επιμέλεια ακόμη εκ μέρους του δικηγόρου της Ενάγουσας όσον αφορά τον ακριβέστερο προσδιορισμό και προετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης. Υποστήριξε δε ότι η τεκμηρίωση και η απόδειξη της απαίτησης που περιέχεται στην προτεινόμενη τροποποίηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επανακλήτευση της Ενάγουσας καθότι η μαρτυρία που δόθηκε είναι επαρκής για να κριθεί το βάσιμο της και ότι, εν πάση περιπτώσει, θα κληθούν να καταθέσουν και άλλοι μάρτυρες σχετικοί με την ουσία της τροποποίησης, ήτοι ο σύζυγος της Ενάγουσας και γιατροί του Δημοσίου που εξέτασαν εκ μέρους των Κρατικών Υπηρεσιών για να διαπιστωθεί η ανικανότητα της για εργασία και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούν να αντεξετασθούν επί αυτού του σημείου. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, αφού επεσήμανε τη νομολογιακή αρχή ότι κρίσιμο στοιχείο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων, υποστήριξε ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο προσδιορισμός των ζημιών της Ενάγουσας και, συνεπώς, η ορθή διατύπωση της υπόθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο. Η κα Δ. Ταουξιή εκ μέρους της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε στις νομολογιακές αρχές που διέπουν αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, αναφέρθηκε στο καθυστερημένο στάδιο υποβολής της υπό κρίσης Αίτησης τονίζοντας ότι το κατά πόσον η Ενάγουσα εργαζόταν και απώλεσε από το επίδικο ατύχημα τις απολαβές και την εργασία της και ότι δεν μπορεί πλέον να εργασθεί είναι ουσιαστικό θέμα που έπρεπε εξ αρχής να συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης και ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκ λάθους και/ή παραδρομής δεν ανέφερε τους ισχυρισμούς αυτούς στο δικηγόρο της. Πρόσθεσε δε ότι και, αν ακόμη φανεί ότι η παράλειψη της αυτή οφειλόταν σε αβλεψία και/ή παραδρομή, υπήρχαν αρκετές ευκαιρίες κατά τη διάρκεια των επανειλημμένων φορών που η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και κατά τη διάρκεια των αναβολών της ακρόασης να γινόταν το αναγκαίο διάβημα από την Ενάγουσα και το δικηγόρο της πιο νωρίς με αποτέλεσμα να αμφισβητείται το καλόπιστο του αιτήματος. Η συνήγορος επεσήμανε, ακόμη, ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποιήσης προκύπτει, ως συνεπακόλουθο, ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων και, συνεπώς, ο εκτροχιασμός της δίκης από την προδιαγεγραμμένη πορεία της και ότι θα περιπλακεί η διαδικασία εφόσον θα καθιστά πιθανή και/ή αναγκαία την επανακλήτευση μαρτύρων και προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με σίγουρο αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης έτσι ώστε να φθάνει τα όρια της παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της Εναγομένης για γρήγορη εκδίκαση. Τέλος, υποστήριξε ότι σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης η πλευρά της Εναγόμενης θα τεθεί σε εξαιρετικά δυσμενή δικονομική θέση, ενώ δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με καμία διαταγή εξόδων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ.33[5] .
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης και τη σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και στις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, σχετική είναι η υπόθεση Sait Electronic S.A v. Του Πλοίου "DOMINIQUE" κ.α. (αρ. 1)
(1992)1(A) A.A.Δ 264. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή στη σελ. 271 της απόφασης:- «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση. Αυτό προκύπτει ευθέως από την πρόσφατη απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Katteman v. Hansel Propertis Ltd
(1988)1 All E.R. 38. Το ακόλουθο απόσπασμα συνοψίζει το ανεπιθύμητο έγκρισης της τροποποίησης κατά το τέλος της δίκης:- «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση:- «Περαιτέρω, η έγκριση τροποποίησης πριν την έναρξη της δίκης είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την έγκριση της κατά το πέρας της δίκης για το σκοπό παροχής στον προφανώς ανεπιτυχή εναγόμενο (ο διάδικος που διεκδικούσε την τροποποίηση σε εκείνη την υπόθεση) ευκαιρίας να ανανεώσει τον αγώνα πάνω σε εντελώς διαφορετική υπεράσπιση.» Από τη νομολογία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή συναντάται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητά της έχει διαφανεί από πριν, αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημά του.[9] Πάντοτε επίσης ο παράγων της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Έτσι στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτιλιακή Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ 607, δεν επετράπη τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε διαπιστωθεί από μήνες προηγουμένως, αλλά δεν είχε έγκαιρα ζητηθεί. Παρομοίως, στην υπόθεση United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R 501, 510, η αίτηση απερρίφθη διότι το υλικό που θα εισαγόταν με την τροποποίηση βρισκόταν με τον Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια τουλάχιστον 16 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εν πρώτοις κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 17.9.08 κατεχωρήθη το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγομένης κατεχωρήθη στις 13.11.08, ενώ η Υπεράσπιση κατεχωρήθη στις 19.1.
- Απάντηση στην Υπεράσπιση κατεχωρήθηκε στις 7.4.
- Αίτηση ορισμού έγινε στις 7.4.09 και η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 27.5.09 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε όπως η υπόθεση ορισθεί για ακρόαση, όπως και έγινε, και ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 7.10.
- Στις 7.10.09 ζητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας αναβολή για να εξετάσει το ενδεχόμενο αύξησης της κλίμακας της υπόθεσης και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 2.11.
- Στις 2.11.09 ζητήθηκε εκ νέου από το συνήγορο της Ενάγουσας να οριστεί ξανά για οδηγίες για να μελετηθεί το ενδεχόμενο αύξησης της κλίμακας και ενόψει του ότι μελετούνταν και τα ιατρικά πιστοποιητικά. Η υπόθεση ορίστηκε, επομένως, ξανά για οδηγίες στις 8.12.09 και στη συνέχεια στις 11.1.10 για οδηγίες. Στις 11.1.10 ζητήθηκε ημερομηνία ακρόασης και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 4.5.
- Στις 4.5.10 η ακρόαση της υπόθεσης ανεβλήθη καθότι το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με συνεχιζόμενη ακρόαση και επαναορίσθηκε στις 15.10.10 ημερομηνία κατά την οποία και πάλι ανεβλήθη ένεκα της ύπαρξης άλλης συνεχιζόμενης ακρόασης. Στις 18.1.11 ανεβλήθη η ακρόαση και επανορίσθηκε στις 4.4.11 και στη συνέχεια στις 11.5.11 για οδηγίες για να γίνουν προσπάθειες μεταξύ των διαδίκων για περιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Επαναορίσθηκε πάλι για οδηγίες στις 16.6.11 για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή, να γίνει προσπάθεια περιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 18.11.11 και δόθηκε και ενδιάμεση ημερομηνία για οδηγίες στις 27.9.
- Στις 27.9.11 η συνήγορος της Εναγομένης πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα είχε τύχει εξέτασης από ιατρό της πλευράς της Εναγομένης και αναμένετο η έκδοση της ιατρικής έκθεσης. Η υπόθεση ανεβλήθη ξανά για οδηγίες στις 23.11.11 και επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 26.1.
- Στις 26.1.12 ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της οποίας κλήθηκε και κατέθεσε ως πρώτη μάρτυρας η Ενάγουσα (ΜΕ1). Κατά τη δικάσιμο αυτή ολοκληρώθηκε τόσο η κύρια εξέταση όσο και η αντεξέταση της Ενάγουσας και η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση τις 15.2.12 ημερομηνία για την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από το συνήγορο της Ενάγουσας και δόθηκε νέα ημερομηνία συνέχισης της ακρόασης στις 17.2.12 ημερομηνία κατά την οποία ακούστηκε η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (ΜΕ2). Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης την 1.3.12 κατά την οποία δικάσιμο ακούστηκε η μαρτυρία του Δρα Κιτρομύλη (ΜΕ3) και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για συνέχιση της ακρόασης στις 7.3.12 ημερομηνία κατά την οποία, αφού μεσολάβησε καταχώρηση γραπτής Αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης («η υπό κρίση Αίτηση»), υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της συνέχισης της ακρόασης από πλευράς της Ενάγουσας. Δύο είναι τα βασικά σημεία που, κατά την κρίση μου, διαπιστώνονται υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων και είναι καθοριστικά για τον τρόπο που θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην υπό κρίση περίπτωση στην οποία, όπως τόνισα ανωτέρω, υπόκειται το αίτημα τροποποίησης δικογράφων. Πρώτον, διαπιστώνεται πλήρης αποτυχία στο να δικαιολογηθεί το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η παρούσα Αίτηση σε συνάρτηση με τη δυνατότητα πιο έγκαιρης προσφυγής στο Δικαστήριο. Ήδη το ιστορικό της υπόθεσης παρατέθηκε πιο πάνω από την αρχή μέχρι και το στάδιο που κατεχωρήθη η υπό εξέταση Αίτηση. Από αυτό φαίνονται τα πολλά και διάφορα στάδια που μεσολάβησαν ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρις ότου, τελικώς, να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στις 26.1.
- Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που ήταν κρίσιμης σημασίας να δικαιολογηθεί ήταν ο λόγος που η Ενάγουσα/Αιτήτρια περίμενε να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση, στη συνέχεια δε να καταθέσει τη μαρτυρία της ολοκληρώνοντας την κύρια εξέταση και αντεξέταση της και, αφού κάλεσε και άλλους δύο μάρτυρες η πλευρά της, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση. Η Ενάγουσα, κατά την κρίση μου, απέτυχε να δικαιολογήσει το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση σε σχέση με τη δυνατότητα πιο έγκαιρης προσφυγής στο Δικαστήριο. Η Ενάγουσα όφειλε να δικαιολογήσει με επάρκεια την παράλειψη της να αποταθεί στο Δικαστήριο ενωρίτερα. Εκείνος δε που έχει στους ώμους του ένα τέτοιο βάρος έχει συνάμα και καθήκον να δείξει την καλοπιστία του τόσο για το τι έγινε μέχρι τώρα όσο και για να δικαιολογήσει την αδράνεια του. Ο λόγος δε που προβάλλει η Ενάγουσα/Αιτήτρια είναι απλώς ότι «εκ παραδρομής» «παρέλειψε» και «αμέλησε» να πληροφορήσει το δικηγόρο της τόσο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής όσο και πριν την έναρξη της ακρόασης στις 26.1.12 ότι ασκούσε το επάγγελμα της καμαριέρας εποχιακά σε ξενοδοχεία της περιοχής Αμμοχώστου και ότι μετά το ατύχημα δεν μπορούσε πλέον να το ασκήσει και ότι τον πληροφόρησε για το γεγονός αυτό την ημέρα της ακρόασης. Εκείνο, ωστόσο, που προκύπτει είναι ότι το κατά πόσο εργαζόταν και αν από το επίδικο ατύχημα απώλεσε τις απολαβές της και την εργασία της συνιστά ουσιαστικό γεγονός το οποίο θα έπρεπε εξ αρχής να είχε αναφερθεί από την Ενάγουσα και, συνεπακόλουθα, να είχε συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Δεν επρόκειτο, με άλλα λόγια, για ένα γεγονός που προέκυψε ή δημιουργήθηκε ή αποκαλύφθηκε στην πορεία των γεγονότων της υπόθεσης αλλά επρόκειτο για ένα πολύ ουσιώδες ζήτημα στη γνώση της ίδιας της Ενάγουσας η οποία και όφειλε να το είχε αναφέρει και να το είχε συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε, προφανώς, με τις δικές της οδηγίες. Όπως τονίσθηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κον Γ. Μ. Πική στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας σαν δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος». (δική μου υπογράμμιση) Όπως δε εύστοχα τονίσθηκε και στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Πιο απλά φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία όχι αόριστα η παρέλευση μακρού χρόνου αλλά η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που δημιουργήθηκαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που είναι κρίσιμης σημασίας και θα πρέπει να εξηγείται με επάρκεια είναι το γιατί η Ενάγουσα δεν έδρασε αμέσως ή ενωρίτερα. Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που στηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση ήσαν γνωστά στην Ενάγουσα και, εν πάση περιπτώσει, εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν μέσω της Ενάγουσας και από τους δικηγόρους της επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια και φροντίζοντας κατάλληλα να ενημερωθούν ορθά από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, υπήρχαν αρκετές ευκαιρίες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ενώ η υπόθεση είχε ορισθεί σε αρκετές περιπτώσεις για οδηγίες με σκοπό τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και/ή την εξώδικη διευθέτηση της αλλά και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ενώ η ακρόαση της υπόθεσης τύγχανε αναβολών η Ενάγουσα να είχε προβεί σ' όλα τα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα για να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της τις αξιώσεις που επιζητεί σήμερα με την αιτούμενη τροποποίηση. Επαναλαμβάνω. Έστω και αν η παράλειψη της Ενάγουσας να το κάνει και των δικηγόρων της να διαπιστώσουν ή να φροντίσουν να πληροφορηθούν για όλα τα σχετικά γεγονότα που στηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση οφειλόταν σε αμέλεια και/ή αβλεψία, υπήρχαν αρκετές ευκαιρίες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για να υποβληθεί έγκαιρα αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης με αποτέλεσμα η καλοπιστία του αιτήματος που υποβάλλεται σήμερα να τίθεται υπό αμφιβολία. Είναι προφανές ότι η Ενάγουσα απέτυχε να δικαιολογήσει τη σημειωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης.[10] Είναι η κρίση μου ότι η Ενάγουσα απέτυχε πλήρως να δικαιολογήσει το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση σε σχέση με τη δυνατότητα πιο έγκαιρης προσφυγής στο Δικαστήριο. Αυτός ο λόγος οδηγεί από μόνος του στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Δεύτερον, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η Εναγόμενη καλείται να αντιμετωπίσει ένα νέο είδος αξίωσης τόσο υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων όσο και υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων για μελλοντικές απώλειας, που δεν υπήρχε, βεβαίως, στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης και το οποίο για πρώτη φορά προβάλλεται. Αν επιτραπεί σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και ενώ η Ενάγουσα έχει συμπληρώσει τη μαρτυρία της, η έγκριση του υποβληθέντος αιτήματος, η Εναγομένη θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήματα εφόσον δεν θα μπορεί πλέον να αντεξετάσει την Ενάγουσα αναφορικά με το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης τροποποίησης και, συγκεκριμένα, το κατά πόσο εργάζετο ως καμαριέρα πριν το δυστύχημα και κατά πόσο μετά το δυστύχημα έχει επηρεασθεί η ικανότητα της προς εργασία. Η δε παρουσίαση και κλήτευση άλλων μαρτύρων για να καταθέσουν σε σχέση με το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης τροποποίησης και η συνεπακόλουθη δυνατότητα της πλευράς της Εναγομένης να τους αντεξετάσει δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το γεγονός ότι τέτοια ευχέρεια δεν υφίσταται πλέον σε σχέση με την Ενάγουσα και, συγκεκριμένα, η δυνατότητα αντεξέτασης της ως το άτομο που έχει άμεση γνώση των σχετικών γεγονότων. Είναι προφανές ότι, αν η επιδιωκόμενη τροποποίηση αποτελούσε ευθύς εξ αρχής μέρος της συνταχθείσας και καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης, διαφορετική θα ήταν και η στάση και αντιμετώπιση της Εναγομένης στο στάδιο αντεξέτασης της Ενάγουσας (ΜΕ1). Συνεπώς είναι η κρίση μου ότι τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τέτοια που δείχνουν ότι η έγκριση του αιτήματος της Ενάγουσας κάλλιστα θα μπορούσε να έχει αναπόφευκτες και μη επανορθώσιμες επιπτώσεις και συνέπειες στα δικαιώματα της πλευράς της Εναγομένης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω και ειδικότερα την αποτυχία της Ενάγουσας να δικαιολογήσει με επάρκεια το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση, ήτοι μετά την έναρξη της δίκης, σε σχέση με τη δυνατότητα πιο έγκαιρης προσφυγής στο Δικαστήριο σε συνάρτηση με την αλλαγή και την προσθήκη καινούριας αξίωσης στην Έκθεση Απαίτησης που θα επέφερε η προτεινόμενη τροποποίηση και που θα μπορούσε να έχει αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλης πλευράς στο στάδιο που αυτή υποβάλλεται και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η μαρτυρία της Ενάγουσας, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήριας όπως εισηγείται η πλευρά της αλλά να απορρίψω την υπό κρίση Αίτηση. Ως αποτέλεσμα η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) ..................... Λένα Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 CLR 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)2 CLR 24. [10] Δέστε Kallice Holding Co. Ltd. v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο