← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. EVANS JOHN GERAINT κ.α., Αρ. Αγωγής: 784/2011, 3 Απριλίου, 2012

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. EVANS JOHN GERAINT κ.α., Αρ. Αγωγής: 784/2011, 3 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 784/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD. Ενάγοντες και

  1. EVANS JOHN GERAINT
  2. A.CHACHOLIS DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Απριλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 1: κος Ν. Δαμιανού για Δαμιανού και Λάρκου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κος Αλ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 1/Αιτητής εξαιτείται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακύρωνον την επίδοση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στον Εναγόμενο 1, η οποία έγινε στις 25.8.2011 στον αναφερόμενο ως «πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1» Χρυσόστομο Τσίτσιο ή/και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρες όλες τις παρεπόμενες και/ή επακόλουθες της πιο πάνω επίδοσης διαδικασίες και/ή παραμέριζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρη και/ή ακυρωτέα ex debito justiciae την μονομερώς και/ή ερήμην του Εναγομένου 1 εκδοθείσα δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 29.9.
  4. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.2, θ.θ.2,3,12, Δ.5, Δ.5Α,Δ.6, Δ.16, θ.9, Δ.17, θ.10, Δ.48, θ.θ.1-4, 8&9, Δ.50, Δ.64, θ.θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση της Ελένης Ζέζου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου
  5. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: £ Όπως πληροφορήθηκε περί τα μέσα Οκτωβρίου 2011 η Ενόρκως Δηλούσα από τον δικηγόρο Τζιοβάννη Κουζαλή ο οποίος εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο σε σχέση με την επίδικη αγορά κατοικίας και το επίδικο δάνειο - χρηματοδότηση καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή η οποία ουδέποτε επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 και ότι εκδόθηκε στις 29.9.11 Απόφαση εναντίον του. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. £ Κατόπιν έρευνας του φακέλου της δικογραφίας που διενήργησε στις 25.10.11 διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω απόφαση εξεδόθη στον πλαίσιο μονομερούς Αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 7.9.11, των αναφερομένων ως γεγονότων στο σώμα της Αίτησης, του επιδοτηρίου της αγωγής στον Εναγόμενο 1 και επί της συνημμένης σε αυτή Ένορκης Δήλωσης της Άννας Χριστοδούλου ιδίας ημερομηνίας και των συνημμένων σε αυτή τεκμηρίων 1 -
  6. £ Είναι φανερό ότι με βάση τη δικογραφία και τα παρουσιαζόμενα έγγραφα από μέρους των Εναγόντων δεν μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρη η επίδοση που αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου ημερομηνίας 31.8.11 αφού ήταν άκυρη και αντικανονική. Για τους πιο κάτω λόγους τόσο η επίδοση που φέρεται να παρουσιάζεται ως «επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 1» όσο και η Αίτηση ημερομηνίας 7.9.11 και η ερήμην απόφαση ημερομηνίας 29.9.11 θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν: i. Στη συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 14.12.2007 πουθενά δεν περιέχεται ο όρος ή συμφωνήθηκε ότι θα είναι δυνατό να γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος για τον Εναγόμενο 1 στην Κύπρο σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β αντίγραφο της συμφωνίας στεγαστικού δανείου. ii. Στο πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) ημερομηνίας 31.10.2007 εξουσιοδοτείται από τον Εναγόμενο 1 ο Χρυσόστομος Νικόλα Τσίτσιος να διενεργήσει εκ μέρους του Εναγόμενου 1 διάφορες συγκεκριμένες πράξεις και ενέργειες όπως να ζητήσει και ανοίξει οποιονδήποτε λογαριασμό στους Ενάγοντες, να λειτουργεί τέτοιο λογαριασμό, να εκδίδει επιταγές, να χρεώσει το λογαριασμό του στους Ενάγοντες, να ανοίγει πιστώσεις, να αιτείται ή υπογράφει εγγυήσεις, να διαπραγματεύεται και να παίρνει τραπεζικές διευκολύνσεις, δάνεια και/ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό και να υπογράφει έγγραφα αναγκαία για τα πιο πάνω. Πουθενά δεν εξουσιοδοτούσε τον εν λόγω πληρεξούσιο Χρυσόστομο Τσίτσιο να δέχεται επίδοση αγωγής ή να συνάψει συμφωνία που να περιλαμβάνει τέτοια συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου
  7. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ αντίγραφο του πληρεξουσίου. iii. Παρομοίως κανένας όρος ή συμφωνία δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία εκχώρησης ώστε να είναι δυνατή η επίδοση αγωγής αντί στον Εναγόμενο 1 σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης. iv. Η παρουσιαζόμενη ως Δήλωση-Δέσμευση ουδέποτε υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 αλλά είναι φανερό ότι φέρει την υπογραφή του Χρυσόστομου Τσίτσιου και μόνο, τη μονογραφή του στο περιθώριο και καμία υπογραφή ή εκτέλεση τέτοιου εγγράφου δέσμευσης έγινε από τον Εναγόμενο
  8. Πέραν του ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία είναι φανερό ότι υπογράφηκε από το Χρυσόστομο Τσίτσιο ως πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1 χωρίς, όμως, τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση όπως φαίνεται από το πληρεξούσιο έγγραφο. Ούτε ακόμη αυτό το έγγραφο «Δήλωσης - Δέσμευσης» αποτελεί συμφωνία ή μέρος συμφωνίας ώστε να μπορούσε να δεσμεύει τον Εναγόμενο 1 έτσι που να του απεμπολεί το δικαίωμα να του επιδίδεται αγωγή που να τον αφορά. v. Όπως φαίνεται στη δικογραφία στις 25.8.11 ο ιδιώτης επιδότης Αριστείδης Ιακώβου επέδωσε στο Χρυσόστομο Τσίτσιο δικηγόρο στο Παραλίμνι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου
  9. Είναι, όμως, φανερό από τα πιο πάνω ότι ο Χρυσόστομος Τσίτσιος ούτε πληρεξουσιότητα είχε βάσει του πληρεξουσίου ημερομηνίας 31.10.07 να παραλάβει αγωγή αφού επρόκειτο για ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που δεν καλύπτει τέτοια περίπτωση, ούτε συμφωνήθηκε τέτοια δυνατότητα επίδοσης σε συμφωνία Εναγόντων - Εναγομένου
  10. £ Η συμφωνία δανείου και η συμφωνία εκχώρησης υπογράφηκαν αποκλειστικά από το Χρυσόστομο Τσίτσιο. £ Οι Ενάγοντες κατά παράβαση του καθήκοντος που είχαν απόκρυψαν τα πιο πάνω και παρουσίασαν τα εν λόγω έγγραφα (Πληρεξούσιο, Δήλωση - Δέσμευση) ως έγγραφα ικανά για να καθιστούν την εν λόγω επίδοση έγκυρη και νομότυπη. Ούτε ανέφεραν, ούτε υπέδειξαν την έλλειψη τέτοιας πληρεξουσιότητας από τον Χρυστόστομο Τσίτσιο, ενώ μάλιστα στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής, που η Ενόρκως Δηλούσα Άννα Χριστοδούλου υιοθέτησε, αναφέρουν ρητά και ότι ο Εναγόμενος 1 δήλωσε και δεσμεύτηκε για τέτοια επίδοση χωρίς την πιο πάνω διευκρίνιση. £ Επιπλέον η θέση για μη αποκάλυψη όλων των γεγονότων στο Δικαστήριο για το θέμα της πληρεξουσιότητας/εκπροσώπησης του Χρυστόστομου Τσίτσιου ως πληρεξουσίου του Εναγόμενου 1 ενισχύεται και από το ότι ο Εναγόμενος 1 είχε τονίσει στους Ενάγοντες πολύ πριν καταχωρήσουν την αγωγή τους ότι δικηγόρος το για το θέμα του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.5.08 και την καταγγελία του στην αρμόδια υπηρεσία με βάση τον Περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο Ν.103(I)/2007 κατά των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 ήταν μόνο το δικηγορικό γραφείο Τζιοβάννη Κουζαλή στο Παραλίμνι. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ επιστολή του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 15.6.11 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων. £ Ο Εναγόμενος 1 έχει καλή υπεράσπιση έναντι της απαίτησης των Εναγόντων για τους ακόλουθους λόγους:

(1)Κατά τη σύναψη της συμφωνίας για την αγορά της οικίας αρ. 9 στο συγκρότημα κατοικιών «Hara Nissi Beach Villas» στην Αγία Νάπα τόσο οι πωλητές που θα ανέγειραν το συγκρότημα όσο και οι Ενάγοντες που θα δάνειζαν με χρηματοδότηση τον Εναγόμενο 1 απέκρυψαν το γεγονός ότι στο ακίνητο αρ. εγγραφής 0/133 όπου θα ανεγείρετο το συγκρότημα υπήρχε υποθήκη σε ισχύ από το 2006 των Εναγομένων 2 προς όφελος των Εναγόντων για εξασφάλιση των υποχρεώσεων και λογαριασμών τους προς αυτούς ύψους €1.281.000. Μάλιστα τούτο απεκρύβη και/ή δεν αποκαλύφθηκε ούτε από το δικηγόρο Χρυστόστομο Τσίτσιο τον οποίο ενέπλεξαν ως μόνο δικηγόρο για την πώληση και τη χρηματοδότηση οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 2.
(2)Η θέση του Εναγόμενου 1, λόγω της απόκρυψης του ουσιώδους αυτού γεγονότος που αναγνωρίζεται και στο Νόμο Ν.103(Ι)/2007, ήταν ότι η συμφωνία πώλησης και η δανειοδότηση στην οποία αναφερόταν και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη ήταν άκυρη λόγω των αναληθών και ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγόντων και των Εναγομένων 2.
(3)Επιπλέον λανθασμένα οι Ενάγοντες αναφέρονται σε πωλητήριο ημερομηνίας 10.12.07 με αριθμό κατάθεσης ΠΩΕ 2737/2007 και σε εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 14.12.2007 και ούτε αυτά τα έγγραφα μπορούσαν να στηρίξουν τις αξιώσεις τους ιδίως σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο, την κατάθεση του και εκχώρησή του (θεραπείες Γ-Ζ) αφού το εν λόγω πωλητήριο αποσύρθηκε και ακυρώθηκε, η δε συμφωνία που έγινε και κατατέθηκε ήταν το πωλητήριο ημερομηνίας 30.5.08 και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 13.6.08 και όχι το 2007. Αντίγραφό του επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ.
(4)Ενόψει των πιο πάνω ο Εναγόμενος 1 πέραν και ανεξάρτητα από το δικαίωμά του να αξιώνει παραμερισμό της ερήμην απόφασης ημερομηνίας 29.9.11, δικαιούται και στον παραμερισμό της απόφασης και λόγω του ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή για ακύρωση της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας πώλησης και απόρριψη όλων των αιτουμένων διά της αγωγής θεραπειών. £ Ο Εναγόμενος 1 μετά την πληροφόρηση που είχε για την αγωγή και την Απόφαση εναντίον του, μέσω του τότε δικηγόρου του και του δικηγορικού γραφείου Δαμιανού & Λάρκου διεξήγαγε έρευνα του φακέλου της δικογραφίας της αγωγής στις 25.10.11. Χρειάστηκε επιπλέον χρόνος για ανάθεση της υπόθεσης στους νυν δικηγόρους του αλλά και συγκέντρωση των σχετικών εγγράφων και αλληλογραφίας που υπήρξε σχετικά με τα θέματα της αγωγής αλλά και την όλη υπόθεση, εργασία η οποία δεν μπορούσε εύκολα να διεκπεραιωθεί λόγω της διαμονής του Εναγόμενου ως μόνιμου κατοίκου και εργαζόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στην Δ.48, θ.θ.1-4
(1)
(2)
(3), 5-9, 11 και 12, Δ.17, θ.θ.1-9, 10-14, Δ.26, θ.θ. 1-15, Δ.33,θ.5, Δ.39, θ.θ.1-21, Δ.64 θ.θ.1
(1),
(2),
(3), 2 Δ.59,θ.θ.1-35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Å Η Ένορκη Δήλωση της Ελένης Ζέζου είναι παράτυπη και ως εκ τούτου η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Δεν επεξηγείται γιατί δεν προβαίνει ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης και προβαίνει δικηγόρος εκ μέρους του. Το γεγονός ότι ο ομνύων δεν είναι ο Εναγόμενος 1 στερεί το δικαίωμα των Εναγόντων να τον αντεξετάσουν όσον αφορά τους αναληθείς ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους του και την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ιδιαιτέρως του γεγονότος ότι έχει λάβει γνώση για την έγερση της παρούσας αγωγής από τις 25.8.11 που έγινε η επίδοσή της. Å Ο Εναγόμενος 1/Αιτητής αποκρύβει ιδιαίτερα το γεγονός ότι έλαβε γνώση για την έγερση της αγωγής από τις 25.8.11 που έγινε η επίδοσή της στον Χρυστόστομο Τσίτσιο για τον Εναγόμενο
  1. Å Η επίδοση της παρούσας αγωγής στον Εναγόμενο 1/Αιτητή είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη. Å Ο Εναγόμενος 1/ Αιτητής δεν δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του και την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 29.9.11 και προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Å Ο Εναγόμενος 1/Αιτητής δεν έχει εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ τα όσα προβάλλει στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης είναι ψευδή και ανυπόστατα, γενικά, αόριστα και προϊόν υστέρας σκέψης. Å Τυχόν ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 29.9.11 δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης καθώς θα έπληττε το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων για διάγνωση των δικαιωμάτων τους εντός ευλόγου χρόνου και θα τους στερούσε την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας τους. Å Η Αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 29.9.
  2. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Ιωάννου Κάρουλα Λειτουργού της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων. Σε αυτήν βασικά επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο κος Χρυστόστομος Τσίτσιος έχει αναφέρει στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι μόλις έλαβε την επίδοση της παρούσας αγωγής στις 25.8.11 για λογαριασμό του Εναγόμενου 1/Αιτητή αμέσως απέστειλε ειδοποίηση στον Εναγόμενο 1/Αιτητή διά αποστολής επιστολής του δικηγορικού του γραφείου ημερομηνίας 25.8.11 και διά αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος της ίδιας ημερομηνίας. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο της επιστολής και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ενώ ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αντίγραφο της παρούσας αγωγής που επισυνάφθηκε στην επιστολή και στο ηλεκτρονικό μήνυμα. Όπως, περαιτέρω, αναφέρεται είναι ξεκάθαρο το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών που ειδοποιούν τον Εναγόμενο 1/Αιτητή στη μητρική του γλώσσα την αγγλική για την έγερση της παρούσας αγωγής, το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, την ανάγκη εμφάνισης του στην αγωγή και τις συνέπειες μη εμφάνισής του. Ως εκ τούτου, όπως αναφέρεται ο Εναγόμενος 1/Αιτητής ψεύδεται και κωλύεται να αναφέρει ότι δεν έλαβε επίδοση και/ή δεν είχε γνώση για την έγερση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι η Δήλωση - Δέσμευση του Εναγομένου 1/Αιτητή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε στην Ένορκο Δήλωση της Ελένης Ζέζου) υπογράφτηκε στις 14.12.07 κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14.12.07 και του εκχωρητηρίου εγγράφου ιδίας ημερομηνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 1 και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου και του εκχωρητηρίου εγγράφου καθότι ο Εναγόμενος 1/Αιτητής δεν έχει λάβει από τους Ενάγοντες οποιανδήποτε άλλη πιστωτική διευκόλυνση και/ή χρηματοδότηση και δεν έχει υπογράψει άλλη συμφωνία χρηματοδότησης με τους Ενάγοντες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι η Δήλωση - Δέσμευση του Εναγομένου 1 / Αιτητή είναι μια καθόλα νομότυπη συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 όσον αφορά το θέμα της επίδοσης στον Εναγόμενο 1 οποιασδήποτε αγωγής σχετικής με παραβίαση οποιουδήποτε όρου της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14.12.07 και του εκχωρητηρίου εγγράφου ιδίας ημερομηνίας και ο κος Χρυστόστομος Τσίτσιος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 είχε την πληρεξουσιότητα του Εναγομένου 1 στην υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών με τους Ενάγοντες. Περαιτέρω η Ενόρκως Δηλούσα ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην παρούσα Αίτηση ήταν είτε στην κατοχή του Εναγόμενου 1/Αιτητή και μπορούσαν να αποσταλούν εντός σύντομου και εύλογου χρόνου στους δικηγόρους του, είτε ήταν στο φάκελο του Δικαστηρίου τον οποίον οι δικηγόροι του κατά τα ισχυριζόμενά τους διεξήλθαν από τις 25.10.
  3. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση δεν απέστειλε ο Εναγόμενος 1/Αιτητής οποιαδήποτε επιστολή στους δικηγόρους των Εναγόντων όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(8)στην Ένορκη Δήλωση της Ελένης Ζέζου και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Στ και ότι το έγγραφο αυτό είναι αναληθές, φτιαχτό, ανυπόγραφο έγγραφο του Εναγόμενου 1 προς υποστήριξη των ψευδών ισχυρισμών του το οποίο ποτέ δεν εστάλη και ποτέ δεν ελήφθη από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου για ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 σε καμία περίπτωση δεν αρνείται την υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών του με τους Ενάγοντες ούτε και το αξιούμενο ποσό της απόφασης ημερομηνίας 29.9.2011 που οφείλει στους Ενάγοντες. Επιπλέον η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι το γεγονός της ύπαρξης υποθήκης επί του ακινήτου αρ. εγγραφής 0/133 σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει το νομότυπο και την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14.12.07 και του εκχωρητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.12.07 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου
  1. Περαιτέρω αναφέρει ότι ύπαρξη της υποθήκης ήταν σε γνώση του Εναγομένου 1 εφόσον αναφέρθηκε σ' αυτόν και εφόσον υπάρχει και σχετική πρόνοια στην επίδικη συμφωνία δανείου υπό τον υπότιτλο «securities» σχετικά με την εξασφάλιση του «waiver», ήτοι έγγραφης δήλωσης των Εναγόντων ότι κατά τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας αρ. 9 στο συγκρότημα κατοικιών «HARA NISSI BEACH VILLAS» η οποία κτίστηκε πάνω στο χωράφι με αρ. εγγραφής 0/133, τεμάχιο 10, Φ/Σχ. 2-288-374, τοποθεσία Κατάσπηλα, Δήμος Αγίας Νάπας, Επαρχία Αμμοχώστου, στο όνομα του Εναγομένου 1 από τον Εναγόμενο 2 Πωλητή οι Ενάγοντες θα αποδέσμευαν το εν λόγω ακίνητο από την εν λόγω υποθήκη νοουμένου ότι θα εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το εν λόγω ακίνητο και θα πληρωνόταν στους Ενάγοντες το ποσό ων ΛΚ295.000 από τον ή εκ μέρους του Πωλητή / Εναγομένου 2.Επιπλέον η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρθηκε και στον όρο 20 στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 10.12.07 όπου αναφέρεται ότι ο πωλητής θα μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στο όνομα του Αγοραστή / Εναγόμενου 1 ελευθέρου υποθήκης και/ή άλλων επιβαρύνσεων. Επίσης η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι στη γνώση των Εναγόντων ήταν μόνο η υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10.12.07 και η κατάθεση του στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 14.12.07 με αριθμό ΠΩΕ2739/2007 και ότι οποιαδήποτε εγγραφή μεταγενέστερου ισχυριζόμενου πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ του Εναγομένου 1 και του Εναγομένου 2 και συνεπακόλουθη κατάθεση του στο Κτηματολόγιο, αν έχει γίνει, τότε έγινε ερήμην πληροφόρησης των Εναγόντων και σε παραβίαση εκ μέρους του Εναγομένου 1 του όρου 3(α) του εκχωρητηρίου εγγράφου μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 14.12.07 που απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 από το να κάνει οποιανδήποτε ενέργεια που θα καθιστούσε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10.12.07 άκυρο ή που θα εμπόδιζε τα δικαιώματα των Εναγόντων με βάση το εκχωρητήριο έγγραφο. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση Αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ήταν η θέση του κου Δαμιανού ότι με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επεδόθηκε στο Χρυσόστομο Τσίτσιο ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1 ενώ στη συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 14.12.07 πουθενά δεν περιέχεται όρος ούτε συμφωνήθηκε ότι θα ήταν δυνατό να γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος για τον Εναγόμενο 1 στην Κύπρο σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του. Επεσήμανε ότι στο αναφερόμενο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 31.10.07 πουθενά δεν εμπεριέχεται εξουσιοδότηση ή φαίνεται ο Εναγόμενος να εξουσιοδοτούσε τον εν λόγω πληρεξούσιο Χρυσόστομο Τσίτσιο να δέχεται επίδοση αγωγής ή να συνάψει συμφωνία που να συμπεριλαμβάνει τέτοια συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου
  2. Περαιτέρω ο κος Δαμιανού επεσήμανε ότι η παρουσιαζόμενη ως «δήλωση - δέσμευση» του Εναγόμενου 1 ουδέποτε υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 αλλά είναι φανερό ότι υπογράφηκε από το Χρυσόστομο Τσίτσιο και μόνο ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1, χωρίς, όμως, τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση όπως φαίνεται από το πληρεξούσιο έγγραφο. Ο συνήγορος τόνισε ότι μόνο με τον τρόπο που προβλέπει η Δ.6, θ.2 θα μπορούσε να γίνει επίδοση σε άλλο από τον Εναγόμενο και υπογράμμισε ότι εδώ τέτοια ειδική συμφωνία ή τέτοιος ειδικός όρος σε συμφωνία των διαδίκων δεν υπάρχει. Ανεξάρτητα από το ζήτημα του νομότυπου ή μη της επίδοσης ο κος Δαμιανού εξέτασε και την περίπτωση παραμερισμού υπό το φως άσκησης διακριτικής εξουσίας. Για το ζήτημα αυτό επεσήμανε ότι ο Εναγόμενος έδειξε δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε εφόσον δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Αναφερόμενος στην επιστολή του κου Τσίτσιου ημ. 25.8.11 και το e-mail 25.8.11 επεσήμανε ότι η μεν επιστολή αναφέρει διεύθυνση διαφορετική από αυτή της επιστολής του Εναγόμενου και κυρίως δεν αναφέρεται αν παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα επεσήμανε ότι απευθύνεται σε ηλεκτρονική διεύθυνση άλλη από την αναφερόμενη στην επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 16.6.11 και πρόσθεσε ότι αν είχε σταλεί θα έπρεπε να είχε δοθεί μαρτυρία ότι όχι μόνο στάληκε αλλά και ότι δεν επιστράφηκε ως μη παραληφθέν. Επίσης ο κος Δαμιανού επικαλέστηκε ότι ο Εναγόμενος έχει Υπεράσπιση για τους λόγους που εκτίθενται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης τους οποίους χαρακτήρισε ως σοβαρούς και τέτοιους που χρήζουν εξέτασης. Εν πρώτοις ο κος Κουκούνης υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 έχει αποκρύψει ουσιώδη και βασικά γεγονότα και ιδιαιτέρως του γεγονότος ότι έχει λάβει γνώση για την έγερση της παρούσας αγωγής από τις 25.8.11 που έγινε η επίδοσή της στο Χρυσόστομο Τσίτσιο. Επί του σημείου αυτού επεσήμανε ότι ο Χρυσόστομος Τσίτσιος είχε αναφέρει στους δικηγόρους των Ενάγοντων ότι μόλις έλαβε την επίδοση της παρούσας αγωγής στις 25.8.11 για λογαριασμό του Εναγόμενου 1 αμέσως απέστειλε ειδοποίηση στον Εναγόμενο 1 διά αποστολής επιστολής και e-mail ημερομηνίας 25.8.11 προς τον Εναγόμενο
  3. Σε ό,τι αφορά την επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 1 ο συνήγορος υποστήριξε ότι είναι νομότυπη παραπέμποντας στη δήλωση - δέσμευση του Εναγομένου 1 που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου και του εκχωρητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.12.
  4. Σύμφωνα με αυτήν, επεσήμανε, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε και δεσμεύτηκε γραπτώς ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης διαδικασίας εναντίον του για παράβαση σύμβασης, η επίδοσης της αγωγής και άλλων εγγράφων δύναται να γίνει στη διεύθυνση που γνωρίζουν οι Ενάγοντες ως την τελευταία διεύθυνση του Εναγομένου 1 ή στο Χρυσόστομο Τσίτσιο. Τόνισε, ακόμη, ότι μια απλή ανάγνωση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 31.10.2007 καταδεικνύει ότι το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο καθιστά τον κον Χρυσόστομο Τσίτσιο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 1 έναντι των Εναγόντων σχετικά με τον επίδικο λογαριασμό στεγαστικού δανείου του Εναγόμενου 1 ως, επίσης, και να παραλαμβάνει έγγραφα και ειδοποιήσεις σχετικές με τον εν λόγω λογαριασμό και συμφωνία δανείου. Επίσης ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι, άνευ βλάβης των ανωτέρω, υπό τις περιστάσεις, ο Εναγόμενος 1 με τη συμπεριφορά του κατέστησε στους Ενάγοντες ότι ο Χρυσόστομος Τσίτσιος είχε φαινομενική πληρεξουσιότητα να λαμβάνει έγγραφα σχετικά με τον εν λόγω λογαριασμό και συμφωνία δανείου συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να κωλύεται τώρα, να αρνείται την επίδοση που έγινε στο Χρυσόστομο Τσίτσιο. Ο κος Κουκούνης, αφού αναφέρθηκε στη Δ.5,θ.8, υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες εδύναντο να επιδώσουν την παρούσα αγωγή εντός δικαιοδοσίας στο Χρυσόστομο Τσίτσιο ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1 όπως και έκαναν και ότι το γεγονός ότι παρέλειψαν οι Ενάγοντες να λάβουν προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου για την επίδοση συνιστά μία απλή θεραπεύσιμη παρατυπία. Επεσήμανε δε ότι με τις άμεσες ενέργειες του Χρυσόστομου Τσίτσιου, ήτοι την αποστολή της επιστολής του ημερομηνίας 25.8.11 προς τον Εναγόμενο 1 και την αποστολή e-mail ίδιας ημερομηνίας επισυνάπτοντας αντίγραφο της παρούσας αγωγής ο Εναγόμενος 1 έχει λάβει γνώση για την έγερση της παρούσας αγωγής. Επί της ουσίας ο συνήγορος υποστήριξε αφ' ενός ότι δεν έχει ο Εναγόμενος 1 εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και αφ' ετέρου ότι δεν δικαιολόγησε επαρκώς και/ή καθόλου την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και/ή την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 29.9.
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[5]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[6]. Ο Αιτητής οφείλει εδώ να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Αιτητή[7]. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 εκείνο που αναμένεται να πράξει είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή και νυν Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον τους απόφαση, ως και το ότι επεδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το θέμα που έχει εγερθεί από πλευράς Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με την ένορκη δήλωση της κας Ε. Ζέζου. Ένορκη Δήλωση από Δικηγόρο Το θέμα που ηγέρθη από πλευράς Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι η ένορκη δήλωση της κας Ε. Ζέζου είναι παράτυπη και ότι ένεκα αυτού του λόγου η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος αυτού θα πρέπει να γίνει μία σύντομη αναφορά στις αρχές που διέπουν την υποβολή σε μια δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Το ζήτημα αυτό έχει πρόσφατα εξετασθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κον Κληρίδη στην υπόθεση Rybolovlev v.Rybolovleva κ.α. Πολ. Έφ. 130/09, ημερ. 29.1.10. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση όπου συνοψίζονται και καταγράφονται οι σχετικές αρχές: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω) ............................... ................................................ Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών ...........» Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει, με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, ένας εμφανής καλός λόγος γιατί η ομνύουσα είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος εφόσον ο Εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος και εργαζόμενος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέραν τούτου τα γεγονότα που στηρίζουν το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εμφαίνονται στη δικογραφία και, περαιτέρω, αποτελούν κοινό έδαφος. Κατά πόσο η επίδοση ήταν καλή και/ή σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Στην υπό εξέταση Αίτηση από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: ® Στις 25.8.2011 ο ιδιώτης επιδότης Αριστείδης Ιακώβου επέδωσε στο Χρυσόστομο Τσίτσιο, δικηγόρο στο Παραλίμνι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εναγόμενου
  1. ® Στη συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 14.12.2007 δεν προκύπτει να υπάρχει όρος ότι θα ήταν δυνατό να γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος για τον Εναγόμενο 1 στην Κύπρο σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του. ® Ο Εναγόμενος 1 παρεχώρησε στον Χρυσόστομο Τσίτσιο πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) ημερομηνίας 31.10.2007 σύμφωνα με το οποίο ο Χρυσόστομος Τσίτσιος εξουσιοδοτείται από τον Εναγόμενο να διενεργεί εκ μέρους του Εναγόμενου 1 διάφορες συγκεκριμένες πράξεις και ενέργειες όπως να ζητήσει και ανοίξει οποιοδήποτε λογαριασμό στους Ενάγοντες, να λειτουργεί τέτοιο λογαριασμό, να εκδίδει επιταγές, να χρεώνει το λογαριασμό στους Ενάγοντες, να ανοίγει πιστώσεις, να αιτείται ή υπογράφει εγγυήσεις, να διαπραγματεύεται και να παίρνει τραπεζικές διευκολύνσεις, δάνεια και/ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό και να υπογράφει έγγραφα αναγκαία για οποιοδήποτε από τα πιο πάνω. ® Οι Ενάγοντες με μονομερή Αίτηση τους ημερομηνίας 7.9.2011 για απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 η οποία Αίτηση συνοδεύετο από ένορκη δήλωση της Άννας Χριστοδούλου στην οποία επισυνάπτονταν αριθμός τεκμηρίων εξασφάλισαν την ίδια ημέρα απόφαση από το Δικαστήριο υπέρ τους. ® Ανάμεσα στα στοιχεία που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων ήταν και το Τεκμήριο 3 που περιγράφεται ως «Δήλωση - Δέσμευση» του Εναγόμενου 1 η οποία δεν φέρει ημερομηνία υπογεγραμμένη από τον Χρυσόστομο Τσίτσιο ως πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του Εναγομένου
  2. ® Περαιτέρω ανάμεσα στα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης απόφασης είναι και η ένορκη δήλωση του Αριστείδη Ιακώβου, ιδιώτη επιδότη προς το Χρυσόστομο Τσίτσιο ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου
  3. Από τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω διαπιστώνεται εν πρώτοις ότι στη συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 14.12.2007 που συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 πουθενά δεν υπάρχει οιοσδήποτε όρος ότι θα ήταν δυνατό να γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος για τον Εναγόμενο 1 στην Κύπρο σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του. Επισημαίνεται ότι η συμφωνία στεγαστικού δανείου που αφορά η παρούσα αγωγή επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Άννας Χριστοδούλου στην μονομερή Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 29.9.11 ως Τεκμήριο 1 και ως Τεκμήριο Β στην υπό κρίση Αίτηση. Έχοντας διεξέλθει με προσοχή το εν λόγω έγγραφο που τιτλοφορείται «SPECIFIC AGREEMENT - Housing Loan», που αποτελεί μια έγγραφη συμφωνία η οποία καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων και επί της οποίας βασίζεται η παρούσα αγωγή, δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει σ' αυτό οποιοσδήποτε όρος ή πρόνοια που να καθορίζει συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης και που θα έθετε σε εφαρμογή τις πρόνοιες της Δ.6,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τη Δ.6,θ.2 παρέχεται η δυνατότητα σε συμβαλλόμενα σε μια σύμβαση μέρη να συμφωνήσουν όπως η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε περίπτωση έγερσης αγωγής αναφορικά με τέτοια σύμβαση γίνει σε οποιοδήποτε τόπο εντός ή εκτός της Κύπρου σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των συμβαλλομένων μερών όπως θα διαλαμβάνεται ή θα καθορίζεται σε μια τέτοια σύμβαση. Η Δ.6,θ.2 έχει ως εξής: «The parties to any contract may agree that service of any writ of summons in any action brought in respect of such contract may be effected at any place in or out of Cyprus on any party or any person on behalf of any party or in any manner specified or indicated in such contract. Service of any such writ of summons at the place (if any) or on the party or on the person (if any) or in the manner (if any) specified or indicated in the contract shall be deemed to be good and effective service wherever the parties are resident, and if no place or mode or person be so specified or indicated, service out of Cyprus of such writ may be ordered.» Επομένως, το όλο ζήτημα θα πρέπει να αποφασισθεί στη βάση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) ημερομηνίας 31.10.07, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην μονομερή Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 7.9.2011 και ως Τεκμήριο Γ στην υπό εξέταση Αίτηση, διαπιστώνεται ότι πουθενά δεν εξουσιοδοτούσε τον εν λόγω πληρεξούσιο Χρυσόστομο Τσίτσιο να δέχεται επίδοση αγωγής για λογαριασμό και/ή εκ μέρους του Εναγόμενου
  4. Ήδη αναφερθήκαμε πιο πάνω σε γενικές γραμμές στις διάφορες πράξεις και ενέργειες τις οποίες θα μπορούσε ο Χρυσόστομος Τσίτσιος υπό την ιδιότητα του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου να διενεργήσει εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και μέσα σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται η αποδοχή επίδοσης αγωγής ή οποιουδήποτε δικαστικού εγγράφου για λογαριασμό και εκ μέρους του Εναγομένου
  5. Όσον αφορά την περιγραφόμενη ως «Δήλωση - Δέσμευση» του Εναγόμενου 1 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στη Μονομερή Αίτηση των Εναγόντων για απόφαση ημερομηνίας 7.9.2011 και ως Τεκμήριο Ε στην υπό κρίση Αίτηση είναι φανερό ότι έχει υπογραφεί και/ή φέρει την υπογραφή του Χρυσόστομου Τσίτσιου υπό την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου και αντιπροσώπου του Εναγόμενου
  6. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) ημερομηνίας 31.10.2007 η αποδοχή επίδοσης αγωγής ή οποιουδήποτε δικαστικού εγγράφου από μέρους του πληρεξουσίου αντιπρόσωπου του Εναγόμενου 1 δεν εμπίπτει μέσα στις διάφορες πράξεις και ενέργειες που εξουσιοδοτείτο με βάση αυτό το έγγραφο ο Χρυσόστομος Τσίτσιος από τον Εναγόμενο 1 να διενεργήσει εκ μέρους του. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση η οποία έχει επιτευχθεί στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 1 Χρυσόστομο Τσίτσιο ήταν νομότυπη και καλή. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή και, αν και εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή, τότε είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ.247 η επίδοση που έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του Εναγόμενου που δεν ήταν υπεύθυνη στο χώρο εργασίας θεωρήθηκε κακή επίδοση. Το Δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση βασίστηκε στην επίδοση για να ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Κρίθηκε ότι η διαδικασία υπήρξε πλημμελής με αποτέλεσμα να εκδοθεί αντικανονικά απόφαση εναντίον του Εναγομένου και ότι από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή το Δικαστήριο όφειλε να παραμερίσει την απόφαση χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Στην υπόθεση White v. Weston
(1968)2 All E.R.842 αποφασίστηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε μη υπεύθυνο πρόσωπο στον επαγγελματικό χώρο και, κατά συνέπεια, η επίδοση είναι κακή δεν εγείρεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας αλλά το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justiciae να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα. Επομένως η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της μετέπειτα διαδικασίας. Εξετάζοντας το ζήτημα με βάση τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας επισημαίνεται ότι η επίδοση εντός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.5, ενώ η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.
  1. Με βάση τη Δ.5,θ.8 διαλαμβάνεται ότι σε περίπτωση που μια συμφωνία έχει συναφθεί στην Κύπρο μέσω ή εκ μέρους αντιπροσώπου που κατοικεί ή ασκεί επιχείρηση εντός της Κύπρου εκ μέρους αντιπροσωπευόμενου που κατοικεί ή ασκεί επιχείρηση εκτός Κύπρου, το κλητήριο ένταλμα σε αγωγή που σχετίζεται ή προκύπτει από τέτοια συμφωνία μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή που δίδεται πριν την ολοκλήρωση της πληρεξουσιότητας τέτοιου αντιπροσώπου ή της σχέσης του με τον αντιπροσωπευόμενο, να επιδοθεί σε τέτοιο αντιπρόσωπο. Η Δ.5,θ.8 έχει ως εξής: «Where a contract has been entered into in Cyprus by or through an agent residing or carrying on business in Cyprus on behalf of a principal residing or carrying on business outside Cyprus, a writ of summons in an action relating to or arising out of such contract may, by leave of the Court or a Judge given before the determination of such agent's authority or of his business relations with the principal, be served on such agent. Notice of the Order giving such leave and an office copy thereof and of the writ of summons shall forthwith be sent by prepaid double-registered post letter to the defendant or defendants at his or their address out of the jurisdiction; provided that nothing in this Rule shall invalidate or affect any other mode of service provided by these Rules.» Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπεβλήθη αίτηση από μέρους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για σκοπούς εξασφάλισης άδειας με βάση τις πρόνοιες της Δ.5,θ.8 και, επομένως, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση σ' αυτή για σκοπούς εφαρμογής της στην προκειμένη περίπτωση. Να προσθέσω δε ότι η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου με βάση τις πρόνοιες της Δ.5,θ.8 δεν είναι θέμα τυπικό αλλά ουσιαστικό με αποτέλεσμα η παράλειψη των Εναγόντων να λάβουν προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου να μην συνιστά, όπως ήταν η εισήγηση του κ. Α. Κουκούνη, θέμα απλής θεραπεύσιμης παρατυπίας η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες της Δ.
  2. Όπως έχει και πολύ πρόσφατα τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε υποθέσεις όπου εξετάστηκε η εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της Δ.64 η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.[8] Υπενθυμίζονται εδώ και προηγούμενες επισημάνσεις στη νομολογία ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Δ.64 δημιουργεί, όπως τονίστηκε κατ' επανάληψη, ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι, βέβαια, θεραπεύσιμες. Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της Δ.6,θ.2 έχουμε ήδη πιο πάνω αναφερθεί στις πρόνοιες αυτής της Διαταγής και καταλήξαμε ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση με βάση τα σχετικά γεγονότα. Επισημαίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγόντων το πώς έχει επιτευχθεί η επίδοση στον Εναγόμενο 1 εφόσον υπήρξε κοινό έδαφος η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου ημερομηνίας 31.8.
  3. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η επίδοση στον Εναγόμενο 1 δεν ήταν καλή και/ή σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφόσον το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε σε τρίτο άτομο, το Χρυσόστομο Τσίτσιο χωρίς αυτός να έχει την αναγκαία πληρεξουσιότητα και/ή εξουσιοδότηση να δέχεται εκ μέρους του Εναγόμενου 1 επίδοση κλητηρίου εντάλματος για λογαριασμό και/ή εκ μέρους του Εναγόμενου
  4. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω και αφού έχω καταλήξει ότι η επίδοση στον Εναγόμενο 1 δεν ήταν καλή, δικαιωματικά (ex debito justiciae) το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Παρέλκει, επομένως η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος έχει τεθεί. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) και ως η παράγραφος (Β) της υπό κρίση Αίτησης με έξοδα υπέρ του Αιτητή/Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4] Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.ΑΔ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528. [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106 [8] Δέστε Olympia Designs (Properties) Ltd. v. Unique U.K. Inc. Πολ. Έφ. 72/08, ημερ. 4.8.10 και Dasaki Entertainment Co. Ltd. v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.