Επί τοις αφορώσι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ) Λτδ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Γεν. Αίτηση: 123/2011, 27/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 123/2011 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85 και 68/87 άρθρα 52 και 53 και των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 142/87 Θεσμός 79. - και - Επί τοις αφορώσι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ) Λτδ, Μεδούσης 20, 6059 Λάρνακα Αιτητές - και - ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Α.Τ.666868, Ανδρέα Ζάκου 11, 5320 Λιοπέτρι Καθ'ης η αίτηση Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 27/4/2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος. Κ. Σέργης Για την Καθ'ης η Αίτηση: κα. Χ. Ζίκκου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10/9/09. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87 θ.79, επί του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 άρθρο 21 στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.47 θ.1,2,3 Δ.48 θ.1,2,8 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Σοφίας Παπαγεωργίου η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών. Aναφέρει στην ένορκη δήλωση της πως στις 5/7/11 στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας στην οποία η καθ'ης η αίτηση ειδοποιήθηκε να παρουσιαστεί και παρουσιάστηκε παραδεχόμενη το χρέος της, εξεδόθη απόφαση υπερ των αιτητών και εναντίον της καθ'ης η αίτηση ως ακολούθως:(α)όπως το ποσό €131.874,54.- με τόκο προς 8%, ετησίως επί ποσού €131.874,54.-από 05/07/2011 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους, καταβληθεί από την καθ'ης η αίτηση προς τους αιτητές και περαιτέρω όπως η καθ'ης η αίτηση καταβάλει στους αιτητές το ποσό των €150,00.- ως έξοδα διαιτησίας και €21,00.- έξοδα επίδοσης διαιτητικής απόφασης πλέον (β) την εκποίηση της υποθήκης Υ751/09 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, το δε προϊόν της πώλησης να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων και οποιοδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην καθ'ης η αίτηση. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κ. Παπαγεωργίου ως Τεκμήριο Α γνωστοποιήθηκε στην καθ'ης η αίτηση στις 10.11.11 με ιδιωτική επίδοση. Επισυνάπτει προς τούτο ως τεκμήριο Β1 την ένορκη δήλωση επίδοσης της γνωστοποίησης της απόφασης. Η Καθ'ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία στηρίζεται στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85 ως τροποποιήθηκε άρθρα 52 και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87 Θεσμοί 79, επί του Νόμου Περί Διαιτησίας Κεφ.4, άρθρο 21 εις τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.47 θ.1,2,3 και Δ.48 θ.1,2,8(
- nn)και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Στην ειδοποίηση ένστασης προβάλλονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1. Η εν λόγω ένορκος δήλωση επεδόθη χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα τεκμήρια. Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι δεν έχει γίνει καλή επίδοση ώστε η καθ'ης η αίτηση να γνωρίζει όλους τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα τα οποία η άλλη πλευρά επικαλείται. 2. Αρνείται ότι ειδοποιήθηκε για την ισχυριζόμενη διαιτητική διαδικασία και αρνείται ότι αποδέχθηκε ή ότι οι αιτητές δικαιούνται σε κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. 3. Αρνείται, επίσης, ότι αποδέχθηκε τα αναφερόμενα έξοδα. 4. Αρνείται, επίσης, ότι ο διαιτητής θα μπορούσε να διατάξει την εκποίηση της υποθήκης ως η απόφαση αναφέρει. 5. Αρνείται ότι έγινε οποιαδήποτε ή σωστή επίδοση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της καθ'ης η αίτηση. Σε αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς της κυρίας Παπαγεωργίου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της επεδόθη χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε από τα αναφερόμενα τεκμήρια και ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι δεν έχει γίνει καλή επίδοση. Η καθ'ης η αίτηση αρνείται ότι ειδοποιήθηκε για την διαιτητική διαδικασία καθώς και ότι της έγινε επίδοση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω αρνείται ότι αποδέχθηκε ή ότι οι αιτητές δικαιούνται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο καθώς και ότι ο διαιτητής μπορούσε να διατάξει την εκποίηση της υποθήκης ως αναφέρεται στη απόφαση του. Κατά την ακρόαση οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην επιχειρηματολογία τους με την κατάθεση και υιοθέτηση γραπτών αγορεύσεων. Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι εφαρμογή έχει ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85 και όχι το Κεφ.4 όπου το άρθρο 21 προβλέπει για διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν δυνάμει συνυποσχετικού. Πρόκειται για υπόθεση που αφορά διαφορά η οποία προέκυψε μεταξύ της αιτήτριας εταιρείας και του μέλους της. Το άρθρο 52
(1)και
(2)του Ν.22/85 προνοεί ότι διαφορές μεταξύ μελών και της εταιρείας παραπέμπονται προς επίλυση σε διαιτησία. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται μετά την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και της έκδοσης διαιτητικής απόφασης και κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτά πιο κάτω: «
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις ότι ο τρόπος προσβολής της απόφασης του Διαιτητή είναι αυτός της έφεσης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Στην Αίτηση 110/95 της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, 831 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.» Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Στην παρούσα διαδικασία ο δικαστικός έλεγχος που ασκείται είναι μόνο σε ότι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) 716 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται την εμπλοκή του ιδίου, που αφενός να την διατάσσει και ταυτόχρονα να την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Για αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Από τα πιο πάνω προκύπτει συνεπώς ότι το ζήτημα που το Δικαστήριο θα εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι κατά πόσο γνωστοποιήθηκε στην καθ'ης η αίτηση η αναφερόμενη διαιτητική απόφαση. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου βρίσκω ότι έχει γνωστοποιηθεί στην καθ'ης η αίτηση η διαιτητική απόφαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β1 η ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου ο οποίος αναφέρει ότι στις 10.11.11 επέδωσε στον Μιλτιάδη Θεοφάνους, σύζυγο και συγκάτοικο της καθ'ης η αίτηση, ειδοποίηση ημ.24/10/11 με την οποία η καθ'ης η αίτηση ενημερώνεται για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης αλλά και ότι του επέδωσε και την αναφερόμενη απόφαση. Αντίγραφο τόσο της ειδοποίησης όσο και της απόφασης επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του επιδότη. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία αλλά και το πνεύμα του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης δεν σημαίνει απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο προσωπική επίδοση. Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να παρακάμψει τις δικονομικές αρχές επίδοσης εγγράφων. Επομένως ισχύουν και εφαρμόζονται οι δικονομικοί κανόνες όπως αυτοί προβλέπονται στο θεσμό 2 της Διαταγής των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπου μεταξύ άλλων προνοείται πως όταν πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανευρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στη πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του (βλ. Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305). Πέραν όμως της επίδοσης της γνωστοποίησης της απόφασης θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που εξετάζομε η καθ'ης η αίτηση ειδοποιήθηκε και ήταν παρούσα κατά την ακρόαση της διαιτησίας και αποδέχθηκε το χρέος της. Αυτό αναφέρεται μέσα στην ίδια την απόφαση αλλά αποτελεί και ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας κ. Παπαγεωργίου η οποία να σημειωθεί δεν αντεξετάστηκε. Το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 δεν προβλέπει συγκεκριμένο και επιτακτικό τρόπο ή μέσο γνωστοποίησης. Η γνωστοποίηση του άρθρου 52
(4)σκοπό έχει να λάβει γνώση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ώστε να μπορέσει να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο ένδικο μέσο της έφεσης εντός της προθεσμίας των 21 ημερών. Είναι επίσης γεγονός ότι η καθ'ης η αίτηση δεν άσκησε το δικαίωμα έφεσης που της παρέχει ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος. Τούτου δεδομένου δεν δύναται να προβάλλει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της απόφασης του διαιτητή. Στην παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση. Τέλος, θα αναφερθώ στο πρώτο λόγο ένστασης της καθ'ης η αίτηση που αποτέλεσε κατά κύριο λόγο και το αντικείμενο της αγόρευσης και επιχειρηματολογίας της συνηγόρου της. Είναι η θέση της καθ'ής η αίτηση ότι δεν της έγινε καλή επίδοση της υπό εξέταση αίτησης, καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει της επιδόθηκε χωρίς να επισυναφθούν σε αυτή τα αναφερόμενα τεκμήρια. Ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Το ζήτημα της καλής επίδοσης της αίτησης δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της αντιδικίας μέσα στη πλαίσια της εξέτασης της ουσίας της παρούσας υπόθεσης. Μέσο αμφισβήτησης της καλής επίδοσης είναι η αίτηση για το παραμερισμό της. Η καθ'ης η αίτηση δεν έλαβε οποιαδήποτε διαδικαστικά διαβήματα για να παραμερίσει την επίδοση της αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για εγγραφή και εκτέλεση Διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ'ης η αίτηση. (Υπ.)................. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο