← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. GMP Mirror Homes Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 850/11, 6/6/2012

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. GMP Mirror Homes Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 850/11, 6/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 850/11 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες - Καθ΄ ών η αίτηση και

  1. G.M.P. Mirror Homes Ltd (A/E C131378)
  2. Χαράλαμπος Κ. Χατζησολωμής (Δ.Τ. 769348)
  3. Γεώργιος Δ. Μεταξάς (Δ.Τ. 486605)
  4. Μιχαλάκης Δ. Μεταξάς (Δ.Τ. 593726) Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερ. 31.1.
  5. Ημερομηνία: 6.6.
  6. Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους Αιτητές: κ. Κουμής. Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Αχιλλέως. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι, με την υπό συζήτηση αίτηση τους ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να συνενώνεται η παρούσα αγωγή με την αγωγή με αρ. 848/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Δικονομικό βάθρο της αίτησης αποτελούν η Δ.14 θ.θ.1-5, Δ.48 θ.1,2,3 και 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνεται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται ότι τα γεγονότα στα οποία οι δύο αγωγές στηρίζονται φαίνονται στα δικόγραφα, υποδεικνύοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις είναι τα ίδια ενώ υπάρχουν κοινά νομικά και/ή πραγματικά θέματα, τέτοιας σημασίας, που καθιστούν αναγκαία και/ή επιθυμητή τη συνένωση και/ή την εξάρτηση της μίας αγωγής από την εκδίκαση της άλλης. Προβάλλεται ακόμη η θέση ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να καταχωρίσουν μία αντί δύο αγωγές αφού οι αξιώσεις και τα επίδικα θέματα και στις δύο αγωγές είναι τα ίδια. Επισημαίνεται επίσης ότι οι δικηγόροι τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων είναι οι ίδιοι και στις δύο αγωγές, ενώ υποδεικνύεται ότι με τη συνένωση των αγωγών θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση - ενάγουσας, στις 30.3.12 προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Ένσταση η οποία εδράζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.4 και Δ.14 θ.θ.2-5, στη σχετική νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
  7. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή πάσχει Νομικά.
  8. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Θεσμός 2 της Διαταγής 14 για την συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
  9. Δεν υπάρχουν κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα τέτοιας σημασίας ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία την συνένωση των δύο αγωγών και/ή δεν παρατίθενται με λεπτομέρεια τα κοινά νομικά και πραγματικά γεγονότα που να καθιστούν αναγκαία την συνεκδίκαση των δύο αγωγών.
  10. Οι αγωγές αφορούν δύο διαφορετικά είδη πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες με διαφορετικούς όρους χρήσης και διαφορετικό επιτόκιο στην κάθε μία και στις οποίες επιδιώκονται διαφορετικές αξιώσεις η οποίες απέχουν κατά πολύ η μία από την άλλη.
  11. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την κάθε υπόθεση δεν ομοιάζουν σε βαθμό που να υφίσταται ουσιαστική ταύτιση μεταξύ τους.
  12. Τυχόν διαταγή για συνεκδίκαση δεν θα βοηθήσει αλλά αντίθετα θα περιπλέξει κατά πολύ την κατάσταση.
  13. Εν πάση περιπτώσει η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν θα προκύψει όφελος από την συνεκδίκαση, ούτε θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων αλλά ούτε και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου των εναγόντων όπως ο ίδιος δηλώνει, στα πλαίσια της οποίας ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι προβαλλόμενοι στο σώμα της ένστασης λόγοι. Ο ως άνω ομνύον υποδεικνύει, ανάμεσα σε άλλα, ότι δεν υπάρχουν κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα τέτοιας σημασίας ώστε να καθιστούν αναγκαία και επιθυμητή τη συνένωση των δύο αγωγών, οι οποίες αφορούν διαφορετικές πιστωτικές διευκολύνσεις, με διαφορετικούς όρους χρήσης και όρια, διαφορετικές χρονολογίες και αξιώσεις. Καμία ουσιαστικά ταύτιση μεταξύ τους δεν υφίσταται ενώ κατά την ακρόαση τους θα προσκομιστεί διαφορετικό υλικό. Ορατός είναι ο κίνδυνος, περιπλοκής των επίδικων θεμάτων, ως υποστηρίζει, λόγω των διαφορετικών γεγονότων της κάθε υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι οι δύο αγωγές αφορούν τους ίδιους εναγομένους. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις τοποθετήσεις των συνηγόρων με την επιβαλλόμενη προσοχή, σημειώνοντας τις αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Η Δ.14, Κ. 2, στην οποία ουσιαστικά στηρίζεται η αίτηση, προβλέπει, ότι σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε από τους ίδιους είτε διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ιδίων ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών αφορούν κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος τέτοιας σημασίας ανάλογα με τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία υπάρχουν σε αυτές τις αγωγές, ώστε να καθιστούν επιθυμητή τη συνένωση των αγωγών, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει τη συνένωσή τους.» Είναι φανερό από το λεκτικό του ως άνω διαδικαστικού κανονισμού, που στηρίζεται στην Ο. 49, r. 8 των παλαιών Αγγλικών θεσμών, ότι ο κύριος σκοπός της συνένωσης είναι η εξοικονόμηση χρόνου, εξόδων και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 60, στην παράγραφο 69, που πραγματεύεται το ζήτημα της συνένωσης των δικαστικών διαδικασιών, αναφέρει μεταξύ άλλων : "Consolidation. Consolidation is a process by which two or more causes or matters are by order of the court combined or united and treated as one cause or matter. The main purpose of consolidation is therefore to save costs, time and effort, and to make the conduct of several actions more convenient by treating them as one action." Η έκδοση διατάγματος συνένωσης δύο ή περισσοτέρων αγωγών με σκοπό τη συνεκδίκαση τους, συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης με σταθερό φάρο την ορθότερη και καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς να παραβλέπονται τα συμφέροντα των διαδίκων. Παράγοντες όπως η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων και η εξοικονόμηση του δικαστικού χρόνου, είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, (βλ. HadjiAthanasiou v. Parperides & Others [1975] 1 C.L.R. 401 και Healey & Others v. A. Waddington & Sons Ltd. & Others [1954] 1 All E.R. 86, Medcon v Χρ. Μαρνέρος

(1997)1ΑΑΔ 546, Κυπριακή Τράπεζα Ανάπτυξης Λτδ. ν. Αpak Agro Industries κ.α.
(1999)1(Γ) 1721). Κριτήριο είναι η ύπαρξη κοινού νομικού ή πραγματικού ζητήματος, όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά μέσα από τις Εκθέσεις Απαίτησης στις αγωγές που αποτελούν αντικείμενο της αίτησης για συνένωση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων, (βλ. Samata Ltd. ν. Σταύρου [1998] 1(Γ), 1876). Ο τέως πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, (Δικαστής όπως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Αpak Agro Industries κ.α. (ανωτέρω), ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: "Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος." Ο χρόνος επίσης που υποβάλλεται σχετικό αίτημα για συνένωση αγωγών, αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται για την έκδοση ή μη του διατάγματος, έχοντας κριθεί ότι το στάδιο των οδηγιών μετά την συμπλήρωση των δικογράφων αποτελεί κατάλληλο χρόνο. (βλ. Μενελάου κ.α. v Ξενοφώντος
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 371 και Halsbury´s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 61, παράγραφος 70). Στην υπό συζήτηση περίπτωση διαπιστώνεται ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι στις δύο αγωγές είναι τα ίδια πρόσωπα ενώ οι δύο πλευρές εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους. Και οι δύο αγωγές αφορούν διεκδίκηση οφειλών δυνάμει ισχυριζόμενων τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη αρ.
  1. Η εναγόμενη 1 εταιρεία και στις δύο περιπτώσεις φέρεται να είναι η πρωτοφειλέτιδα και ο διάδικος που προσέφερε ακίνητο της για υποθήκευση (αρ. δήλωσης υποθήκης Υ293/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού) προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς τους ενάγοντες, η ικανοποίηση των οποίων διεκδικείται με τις αγωγές υπ' αριθμό 850/11 και 848/11 Ε.Δ Λάρνακας. Περαιτέρω, και στις δύο αγωγές οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν με έγγραφη εγγύηση, ξεχωριστή σε κάθε περίπτωση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης
  2. Στη περίπτωση της αγωγής υπ' αριθμό 850/11 η ισχυριζόμενη εγγύηση τους κάλυπτε ολόκληρο το ποσό του δανείου, τόκο, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξοφλήσεως, ενώ στην περίπτωση της αγωγής υπ' αριθμό 848/11 η ισχυριζόμενη εγγύηση τους κάλυπτε μέχρι του ποσού των €6.000 πλέον τόκους προμήθειες, επιβαρύνσεις και οποιαδήποτε άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Στην αγωγή υπ' αριθμό 850/11, η διεκδίκηση στηρίζεται σε συμφωνία δανείου ημερ. 16.1.2008 η οποία συνομολογήθηκε κατόπιν αίτησης της εναγομένης εταιρείας
  3. Η εν λόγω προβαλλόμενη συμφωνία αφορά την παραχώρηση προς την εναγομένη 1 δανείου εκ €256.294, πληρωτέου, εκτός αν οι ενάγοντες ζητήσουν άμεση εξόφληση, σε 60 μηνιαίες δόσεις εκ €5.115,70 κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 23.2.2008 ενώ οι υπόλοιπες την 23η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 23.1.
  4. Δυνάμει νέας συμφωνίας που καταρτίστηκε στις 27.10.2009, συμφωνήθηκε όπως ο ως άνω χρόνος αποπληρωμής παραταθεί και εκ συμφώνου ο τρόπος αποπληρωμής διαφοροποιήθηκε με μηνιαίες δόσεις εκ €2.500 από 23.11.2009 μέχρι 23.10.2011 και ακολούθως με μηνιαίες δόσεις εκ €5.000 η κάθε δόση από 23.11.2011 μέχρι τελικής εξόφλησης την 23.10.
  5. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η ως άνω τραπεζική πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών EURIBOR προσαυξημένο κατά 2,75% και κατά το χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας δανείου το σύνολο του τόκου ανερχόταν σε 7,453% ετησίως, ήτοι 4,703% επιτόκιο EURIBOR πλέον 2,75% προσαύξηση. Στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται επίσης ότι στη ως άνω συμφωνία υπήρχε πρόνοια για τον τρόπο υπολογισμού των χρεωστικών υπολοίπων και τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές κατά έτος. Σε κάθε περίπτωση με την παραχώρηση του δανείου που δικογραφείται στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 850/11 ανοίχθηκε προς όφελος και επ' ονόματι της εναγομένης 1 λογαριασμός με αριθμό 0475-13-
  6. Το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο του αναφερόμενου πιο πάνω λογαριασμού δανείου της εναγομένης 1 με τον τρόπο που εξηγείται στο δικόγραφο της ενάγουσας, αυξομειώθηκε και μετατράπηκε σε 13,060%. Στις 16.1.2008 οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν συμφωνία εγγυήσεως και/ή καλύψεως, αναλαμβάνοντας την πληρωμή του ως άνω ποσού δανείου μαζί με τους τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, ενώ η εναγόμενη 1 για περαιτέρω και/ή καλύτερη εξασφάλιση και/ή κάλυψη της πληρωμής των υποχρεώσεων της που περιγράφονται στην υπ' αρ. 850/11 αγωγή, υποθήκευσε στις 22.1.2008 για ποσό €427.150 με επιτόκιο 7,453% το ακίνητο της που περιγράφεται στην δήλωση υποθήκευσης Υ293/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Οι εναγόμενοι στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 850/11, προειδοποιήθηκαν με επιστολή των εναγόντων στις 25.2.2001, λόγω μη τήρησης από την εναγομένη 1 των όρων της συμφωνίας, ενώ στις 21.3.2001 τερματίστηκε η λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού παραμένοντας υπόλοιπο το οποίο διεκδικείται στα πλαίσια της παρούσας. Στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 848/11, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, μετά από αίτηση της εναγομένης 1 οι ενάγοντες συνήψαν συμφωνία μαζί της στις 31.12.2008, στα πλαίσια της οποίας παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις, για περίοδο που θα ήταν κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων και για ποσά που θα υπόκειντο επίσης στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. Οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις συμφωνήθηκε όπως φέρουν τόκο 9,25%, ήτοι 5,25% βασικό επιτόκιο πλέον 4% προσαύξηση, με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης δύο φορές κατά έτος. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός πως στα πλαίσια της ην εν λόγο ισχυριζόμενης συμφωνίας υπήρχε η πρόνοια ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο η εναγόμενη 1 θα πληρώνει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω, ότι κατ΄ εφαρμογή της πρόνοιας του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου το χρεωστικό επιτόκιο του συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού ανήλθε σε 15,76%, ήτοι 5,75% βασικό επιτόκιο πλέον 4% προσαύξηση, πλέον 6% τόκος υπερημερίας. Δυνάμει της ως άνω συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος της εναγομένης 1 τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 0475-11-002024 με όριο €5.000, ο οποίος στις 10.8.2011 παρουσίαζε υπόλοιπο €5.795,70, πλέον τόκο 15,75% με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές κατά έτος. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν με έγγραφη εγγύηση την ως άνω υποχρέωση της εναγομένης 1 στις 31.12.2008 για ποσό μέχρι €6.000, πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις, τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Για σκοπούς καλύτερης εξασφάλισης και κάλυψης της πληρωμής η εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως η υποθήκη Υ296/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού συνεχίζει να εξασφαλίζει και/ή καλύπτει τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που περιγράφονται στην αγωγή υπ΄ αρ. 848/
  7. Λόγω μη τήρησης από την εναγομένη 1 της ισχυριζόμενης συμφωνίας που περιγράφεται στην αγωγή υπ' αρ. 848/11, στις 25.2.2011 οι ενάγοντες προειδοποίησαν τους εναγομένους ενώ στις 21.3.11 τερμάτισαν τη λειτουργία του περιγραφόμενου στη συγκεκριμένη αγωγή λογαριασμού, καλώντας τους εναγομένους να ξοφλήσουν το υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται σε €5.899,65 πλέον τόκο 15,75% επί ποσού 5.765,70 από 10.8.2011 μέχρι εξόφλησης, με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Είναι γεγονός ότι μεταξύ των δύο αγωγών υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία, αφού πέραν του γεγονότος ότι και στις δύο περιπτώσεις οι αγωγές αφορούν ισχυριζόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις, η ταυτότητα των διαδίκων είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις ενώ οι διάδικοι και στις δύο αγωγές εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους. Τα πιο πάνω στοιχεία όμως, απολήγουν να είναι τυπικής μορφής, αφού η με συντομία έστω παράθεση πιο πάνω λεπτομερειών και στοιχείων που αφορά η κάθε μία αγωγή, καταδεικνύει κατά την αντίληψη μου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Τα ως άνω σημεία που συνυπάρχουν και στις δύο αγωγές, σε συνδυασμό έστω θεωρούμενα με την ύπαρξη της υποθήκης Υ293/2008, Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, που εξασφαλίζει κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων και τις δύο τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθησαν στην εναγομένη 1, σε κάθε περίπτωση δεν φαίνεται να είναι τέτοιας σημασίας, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εγείρονται και απασχολούν σε αυτές, κατά τρόπο που να καταστούν επιθυμητή ή αναγκαία τη συνένωση των δύο αγωγών. Οι δύο αγωγές στηρίζονται σε διαφορετικές βάσεις και/ή αιτίες αγωγής, αφορούν διαφορετικές τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν με διαφορετικές συμφωνίες, η κάθε μία εκ των οποίων διέπεται από τους δικούς της ξεχωριστούς όρους και οι οποίες όχι μόνο συνομολογήθηκαν αλλά και τερματίστηκαν σε διαφορετικό χρόνο. Πέραν του γεγονότος ότι υπάρχουν διαφορετικά έγγραφα που έχουν καταρτιστεί σε διαφορετικές ημερομηνίες με διαφορετικούς σε κάθε περίπτωση όρους, ούτε το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση ως τίθεται στα ειδικά οπισθογραφημένα κλητήρια των δύο αγωγών, μπορεί να κριθεί ως κοινό. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει τόσο σε σχέση με τα νομικά ζητήματα που την αφορούν όσο και από απόψεως εξέλιξης των γεγονότων που την περιβάλλουν, να κριθεί με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Στην υπό συζήτηση περίπτωση τυχόν συνένωση των δύο αγωγών θα προκαλέσει κατά την αντίληψη μου περισσότερη σύγχυση και ταλαιπωρία, πολυπλοκότητα στη διευκρίνιση των γεγονότων και τον προσδιορισμό των τυχόν οφειλόμενων τελικά σε κάθε περίπτωση ποσών. Την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου φαίνεται να ενισχύει ο λόγος της υπόθεσης Τσιακλή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1Β ΑΑΔ 1031. Στην εν λόγω περίπτωση οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει τρεις διαφορετικές αγωγές σε σχέση με τρία διαφορετικά δάνεια, τα οποία μάλιστα, όπως και στην υπό συζήτηση περίπτωση, εξασφαλίζονταν με την ίδια υποθήκη. Είναι γεγονός ότι στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης σχολιάστηκε, σε θεωρητικό πάντα επίπεδο, η δυνατότητα άρσης της κατάχρησης της διαδικασίας, αν αυτή διαπιστωνόταν συνεπεία της καταχώρησης τριών αγωγών. Εν πάση περιπτώσει το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας υπέδειξε ότι η καταχώρηση των τριών αγωγών από την πλευρά των εναγόντων δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε βέβαια ο σχολιασμός στην εν λόγω απόφαση για τη δυνατότητα του εφεσείοντα να ζητήσει συνένωση των τριών αγωγών θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αποτελεί, εκ των προτέρων, πρόκριμα επιτυχίας παρόμοιου αιτήματος σε περίπτωση που εκκρεμούν δύο, τρεις, ή περισσότερες αγωγές από τον ίδιο ενάγοντα σε βάρος του ίδιου εναγομένου. Τούτο θα πρέπει πάντα να κρίνεται στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν κάθε περίπτωση σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις πρόνοιες της συγκεκριμένης δικονομικής διαταγής. Αν δεν υπάρχουν κοινά νομικά ή πραγματικά ζητήματα που θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της συγκεκριμένης δικονομικής διαταγής και θα υπαγόρευαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος, τούτο δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτούμενες προς συνένωση δύο αγωγές, με δεδομένο ότι δεν στηρίζονται στην ίδια νομική βάση ούτε στα ίδια πραγματικά γεγονότα, κατά τον τρόπο που πιο πάνω έχει εξηγηθεί, δεν θα πρέπει να συνενωθούν αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίων των εναγομένων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.