← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. COSHIAS CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1012/2000, 5/7/2012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. COSHIAS CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1012/2000, 5/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1012/2000 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και 1.COSHIAS CONSTRUCTIONS LTD, εκ Δερύνειας 2.ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ, εκ Δερύνειας 3.ΕΛΕΝΗ ΚΩΣΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑ, εκ Δερύνειας Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 9.4.12 για άδεια εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 5 Ιουλίου, 2012. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Κ. Κώστα για Γ. Βασιλείου Για Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Ορθοδόξου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές/Ενάγοντες εξαιτούνται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι

(6)ετών από της ημερομηνίας έκδοσης της. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.40,θ.8 και Δ.48,θ.θ. 1(ι)(kk) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Χριστάκη Φουλή, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται τα εξής: Å Στις 20.3.02 εκδόθηκε Απόφαση για τους Εναγομένους. Å Στις 15.7.02 καταχωρήθηκε το ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ 232/03 επ' ονόματι του Κώστα Ζαχαρίου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Å Στις 6.8.02 καταχωρήθηκαν τα ΜΕΜΟ υπ΄αρ. ΕΒ318/02 επ' ονόματι της Ελένης Κώστα Ζαχαρία (Εναγομένης 3) και ΕΒ319/02 επ' ονόματι του Κώστα Ζαχαρίου (Εναγόμενου 2) στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Å Στις 9.7.08 καταχωρήθηκε αίτηση ανανέωσης των ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ318/02 και ΕΒ319/02 και αίτηση ανανέωσης απόφασης και εκδόθηκαν διατάγματα στις 18.7.
  1. Å Στις 23.1.09 καταχωρήθηκε αίτηση ανανέωσης ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ232/03 και εκδόθηκε διάταγμα στις 24.2.
  2. Å Στις 23.4.09 καταχωρήθηκε αίτηση ανανέωσης απόφασης και στις 22.10.09 εκδόθηκε διάταγμα . Å Την 1..308 καταχωρήθηκε αίτηση ανανέωσης των ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ427/02 και ΕΒ428/02 και εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης στις 26.3.
  3. Å Την 1.2.10 καταχωρήθηκε Αίτηση ανανέωσης των ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ232/03 και ΕΒ318/09 και ΕΒ319/02 και εκδόθηκαν διατάγματα στις 2.3.
  4. Å Έναντι της εξ αποφάσεως οφειλής τους οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν €618.224,88 πλέον τόκους και έξοδα. Å Επειδή το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί οι Ενάγοντες δυνατόν να μην εισπράξουν την απαίτηση τους. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες θα λάβουν όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα προς πλήρη εξόφληση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τους Καθ' ων η Αίτηση η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Δ.48,θ.8, Δ.48, θ.θ. 1,2,3,4,8 και 9, στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης καθορίζονται οι εξής: ­ Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και πάσχει νομικά. ­ Η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα. ­ Οι Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. ­ Η Αίτηση δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. ­ Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Αντωνίου Ζαχαρία, Εναγομένου 2/Καθ' ου η Αίτηση στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα εξής: Οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν εξ-πάρτε κατεπείγουσα Αίτηση ημερ. 9.4.12 για να ζητήσουν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 20.3.02, δηλαδή πριν από 10 χρόνια. Οι Ενάγοντες/Αιτητές, ενώ επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια για να εκτελέσουν την απόφαση τους για 10 χρόνια, καταχωρούν κατεπείγουσα Αίτηση εξ-πάρτε για να ζητήσουν άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Στην Αίτηση τους οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αναφέρουν τις ενέργειες τους προς εκτέλεση της απόφασης και δεν εξηγούν γιατί άφησαν 10 χρόνια από την έκδοση της απόφασης χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω οι Ενάγοντες/Αιτητές άφηναν το χρόνο να περνά και να αυξάνονται τα έξοδα και οι τόκοι του εξ αποφάσεως χρέους χωρίς να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης. Η Αίτηση ημερ. 9.4.12 καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα χωρίς να παρασχεθεί οποιοσδήποτε λόγος ή δικαιολογία για τη συγκεκριμένη καθυστέρηση. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης και στην ένορκη δήλωση του Χριστάκη Φουλή δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία κατά πόσον οι Ενάγοντες/Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους τα 10 αυτά χρόνια. Περαιτέρω δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Φουλή οτιδήποτε για το λόγο που για 10 χρόνια οι Ενάγοντες/ Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα επί των οποίων δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για το υπό εξέταση θέμα θεωρώ σκόπιμο εν πρώτοις να αναφερθώ στην Δ.40,θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1] η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «8. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Εκτός όπου δικαστική απόφαση έχει ανασταλεί ή των περιπτώσεων, για τις οποίες γίνεται ειδική πρόνοια για το αντίθετο,[2] όσον αφορά τους αρχικούς διαδίκους, μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή τους διατάγματος. Μετά την παρέλευση 6 ετών[3], θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης "may" στη Δ.40,θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά[4]. Παρά το ότι η Δ.40,θ.8 δεν καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ. 1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με το Order 42, r.23 των Αγγλικών Θεσμών, με το οποίο η δική μας Δ.40, θ.8 είναι πανομοιότυπη: «.application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue» Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια - όπως ήταν η πρόνοια της Δ.40,θ.8 πριν την τελευταία τροποποίηση που την έχει επεκτείνει στα δέκα χρόνια - και ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δίδει εξηγήσεις για το λόγο της καθυστέρησης ή για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών (σήμερα 10 ετών) ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης. Αγγλική νομολογία που ερμήνευσε διατάξεις παρόμοιες με τη δική μας Δ.40,θ.8[5] επισημαίνει ότι το Δικαστήριο ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει να επεκτείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέρα των έξι χρόνων εκτός αν καταδειχτεί από πλευράς του εξ αποφάσεως πιστωτή ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει με την επισήμανση ότι όσο πιο πολύς είναι ο χρόνος που μεσολαβεί από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα το Δικαστήριο να αποφανθεί περί δυσμενούς επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη από την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 ALLER 249 στη σελίδα 255: ".the court would not, in general, extend time beyond the six years save where it is demonstrably just to do so. The burden of demonstrating this should, in my judgment, rest on the judgment creditor. Each case must turn on its own facts but, in the absence of very special circumstances such as were present in the National Westminster Bank case, the court will have regard to such matters as the explanation given by the judgment creditor for not issuing execution during the initial six-year period, or for any delay thereafter in applying to extend the period, and any prejudice which the judgment debtor may have been subject to as a result of such delay including, in particular, any change of position by him as a result which has occurred. The longer the period that has been allowed to lapse since the judgment the more likely it is that the court will find prejudice to the judgment debtor". Στην Duer ν. Frazer (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. Στην υπόθεση Patel v. Singh
(2002)EW CA 1938 τονίσθηκε η γενική αρχή ότι η παρέλευση έξι χρόνων από μόνη της δύναται και συνήθως είναι από μόνη της αρκετή για να μην δοθεί άδεια εκτέλεσης στον εξ αποφάσεως πιστωτή, εκτός αν αυτός μπορέσει να δικαιολογήσει τη χορήγηση άδειας με το να δείξει ότι τα περιστατικά της υπόθεσης του την εντάσσουν σε μια μη συνηθισμένη περίπτωση. Αυτό μπορεί να γίνει με την απόδειξη της παρουσίας κάποιου γεγονότος σε σχέση με τη θέση του ιδίου του πιστωτή, ή σε σχέση με τη θέση του ιδίου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, για παράδειγμα ότι για πολλά χρόνια ο εξ αποφάσεως δανειστής γνώριζε ότι ο χρεώστης δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία και ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστης π.χ. κέρδισε το λαχείο του με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία για σκοπούς εκτέλεσης. Παραθέτω σχετική περικοπή από την πιο πάνω απόφαση: ".the court must start from the position that the lapse of six years may, and will ordinarily, in itself justify refusing the judgment creditor permission to issue the writ of execution, unless the judgment creditor can justify the granting of permission by showing that the circumstances of his or her case takes it out of the ordinary. That may be done by showing the presence of something in relation to the judgment creditor's own position, or, as Sir Anthony Evans suggested in the course of the argument, in relation to the judgment debtor's position. Thus the judgment creditor might be able to point, for example, to the fact that for many years the judgment debtor was thought to have no money and so was not worth powder and shot but that, on the judgment creditor winning the lottery or having some other change of financial fortune, it has become worthwhile for the judgment creditor to seek to pursue the judgment debtor." Στα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης, το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από τους πιστωτές για την καθυστέρηση να εντοπίσουν τον οφειλέτη, ούτε, επίσης, δικαιολόγησαν με οποιοδήποτε τρόπο την αδράνεια των έξι μηνών από την ημερομηνία που εντόπισαν τον οφειλέτη μέχρι την ημερομηνία που αιτήθηκαν την άδεια εκτέλεσης. Η ανεπάρκεια της γραπτής δήλωσης του πιστωτή, από μόνη της, αποστέρησε από αυτόν το δικαίωμα να εξασφαλίσει άδεια εκτέλεσης, και το Αγγλικό Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, παρά το ότι δεν υπήρξε μαρτυρία από τον οφειλέτη ότι υπέστη δυσμενή επηρεασμό από την καθυστέρηση. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: "The law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties, having regard to all the circumstances of the case" Στην Longtin, (πιο πάνω) το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν έδωσαν εξήγηση για την αδράνειά τους να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για μια περίοδο έξι μηνών δεν ήταν αρκετό από μόνο του για να αφαιρέσει από τους πιστωτές το δικαίωμα να εξασφαλίσουν άδεια εκτέλεσης[6]. Η πάροδος των έξι χρόνων δεν αποτελεί παραγραφή. Είναι ένα εμπόδιο που μπορεί να ξεπεραστεί πάνω από μια φορά. Κρίθηκε ότι οι πιστωτές ενήργησαν δεόντως και αμέσως στην προσπάθειά τους να εκτελέσουν την απόφαση εναντίον του χρεώστη και πως δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού του χρεώστη καθότι αυτός γνώριζε την πρόθεση των πιστωτών να εκτελέσουν εναντίον του την απόφαση[7]. Στην Good Challenger Nevagante SA v. Metalexportinmport SA
(2003)QB 471 υπεδείχθη ότι ο χρόνος που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραμάτιζε από μόνος του καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [8] Επισημάνθηκε εκ νέου ότι εκείνο που εξετάζεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας είναι αν υπάρχει κάτι στα περιστατικά της υπόθεσης που την εντάσσει εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα έξι χρόνια. Από τη σχετική νομολογία τόσο των δικών μας Δικαστηρίων όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων προκύπτει ότι στο υπό εξέταση ζήτημα το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει διάφορους παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, ü η στάση και η συμπεριφορά των Αιτητών και η τυχόν επίδειξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή και αδράνειας από μέρους τους στη λήψη και/ή προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ü τον οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του χρεώστη από την καθυστέρηση που μπορεί να προκύπτει από τυχόν αλλαγή σε σχέση με την οικονομική ή άλλη θέση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ü τη γενικότερη συμπεριφορά και ενέργειες του πιστωτή και κατά πόσο αυτές θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν τον εξ αποφάσεως χρεώστη να πιστέψει ή να σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης, ü το είδος και ο χαρακτήρας των μέτρων εκτέλεσης που προτίθενται να λάβουν οι Αιτητές/εξ αποφάσεως δανειστές, ü τυχόν αλλαγές σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ή σε σχέση με τη θέση του χρεώστη όπως, για παράδειγμα, ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστη με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εκτέλεσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι Αιτητές έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά και το ύψος του. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές έχουν δείξει ποιο ήταν το αρχικό ποσό που οφειλόταν, ήτοι το ποσό της απόφασης. Τέλος οι Αιτητές αναφέρονται στο υπόλοιπο που παραμένει σήμερα οφειλόμενο. Όπως ήδη επισημάναμε πιο πάνω όταν κάναμε αναφορά στο Annual Practice 1958 αναφορικά με την ερμηνεία του Order 42,r.23 των Αγγλικών Θεσμών που είναι πανομοιότυπο με τη δική μας Δ.40, θ.8, είναι αρκετό η πλευρά του Αιτητή να θέσει την ημερομηνία της απόφασης, το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και το ποσό που εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο. Όπως προκύπτει από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω οι Αιτητές έχουν πλήρως συμμορφωθεί με αυτή τους την υποχρέωση. Επισημαίνω δε ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αμφισβητήσει την ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου και ούτε, βέβαια, προσκομίσθηκε μαρτυρία είτε για εξόφληση του ποσού, είτε για το ότι αυτό είναι μικρότερο. Όσον αφορά τη θέση της συνηγόρου των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης και ότι άφησαν να περάσουν 10 χρόνια από την έκδοση της απόφασης χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, επισημαίνω ότι, με βάση την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την έκδοση της απόφασης στην καταχώρηση ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 2 και 3 τα οποία και ανανέωναν σε τακτά χρονικά διαστήματα και κάθε φορά που αυτά εξέπνεαν. Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν από πλευράς Αιτητών διαπιστώνω ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από μέρους τους για το χρόνο που παρήλθε από της έκδοσης της επίδικης απόφασης, ενώ έχουν αναφερθεί στα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν ούτως ώστε να μην προκύπτει θέμα αδράνειας από μέρους τους. Συγκεκριμένα από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτουν τα ακόλουθα σχετικά γεγονότα που αναφέρονται στα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν από τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η απόφαση εξεδόθη στις 20.3.02 και διαλαμβάνετο εξάμηνη αναστολή. Στις 6.8.02 καταχωρήθηκε το ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ318/2002 επ' ονόματι της Εναγομένης 3 και το ΕΒ319/2002 επ' ονόματι του Εναγομένου 2 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Στις 15.7.03 οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 2 το ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ232/2003 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Στις 9.7.08 κατεχωρήθη αίτηση ανανέωσης απόφασης και αίτηση ανανέωσης ΜΕΜΟ ΕΒ318/2002 και ΕΒ319/2002 και εκδόθηκαν διατάγματα στις 18.7.08. Στις 23.1.09 κατεχωρήθηκε αίτηση ανανέωσης του ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ232/2003 επ' ονόματι του Εναγομένου 2 και εκδόθηκε διάταγμα στις 24.2.09. Στις 23.4.09 κατεχωρήθη αίτηση ανανέωσης απόφασης και εκδόθηκε διάταγμα στις 22.10.09. Την 1.2.10 κατεχωρήθη αίτηση ανανέωσης των ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ232/2003 και ΕΒ318/02 και ΕΒ319/02 και εκδόθηκε διάταγμα στις 2.3.10 Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει καταδείξει ότι εγείρεται οποιοδήποτε θέμα δυσμενούς επηρεασμού των Εναγομένων από το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που αναφέρθηκε ανωτέρω και/ή οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάστασή τους που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έκδοση της αιτούμενης άδειας για επέκταση του χρόνου εκτέλεσης δεν θα ήταν δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Επιπλέον να πω ότι η θέση που προβλήθηκε από τη συνήγορο των Εναγομένων ότι το ΜΕΜΟ δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν ευσταθεί. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι με βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ.6 παρέχεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή το δικαίωμα επιλογής μέσα στα πλαίσια των διαφόρων μεθόδων εκτέλεσης που προσφέρονται όπως, είτε πωλήσει την ακίνητη ιδιοκτησία του εξ αποφάσεως χρεώστη, είτε όπως εγγράψει τη δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε προς όφελος του ως επιβάρυνση σε ακίνητη ιδιοκτησία του εξ αποφάσεως χρεώστη[9]. Στο Άρθρο 53 του ΚΕΦ.6 γίνεται αναφορά στη δυνατότητα εγγραφής από τον εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο και τη δυνατότητα του, αφού την εγγράψει, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εξ αποφάσεως χρεώστης έχει συμφέρον και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους μέσω επιβάρυνσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Στο Άρθρο 54 διαλαμβάνεται ο τρόπος εγγραφής της δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω στο Άρθρο 55 καθορίζεται η διάρκεια εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ενώ στο Άρθρο 56 προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης της εγγραφής δικαστικής απόφασης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει κάθε φορά τα δύο χρόνια. Ένα άλλο ζήτημα που εγέρθηκε στην ένσταση των Εναγομένων είναι το ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση. Όπως έχει πολύ πρόσφατα λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Κρίνος Μακρίδης κ.α. Πολ. Έφεση 122/09 και 124/09 ημερ. 7.6.12 με βάση τη Δ.48,θ.8
(1)(kk) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αίτηση για άδεια πραγματοποίησης εκτέλεσης μετά την πάροδο έξι ετών από την απόφαση μπορεί να γίνει μονομερώς. Επισημάνθηκε δε ότι η αναφορά στη Δ.40,θ.8 σε επίδοση ειδοποίησης στην άλλη πλευρά, εκτός αν αυτό είναι ακατόρθωτο, αφορά στη διαζευκτική περίπτωση της Δ.40,θ.8 που καλύπτει την αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση και όχι στην περίπτωση εκτέλεσης απόφασης μετά από έξι χρόνια. Έγινε δε επίκληση στην Πολιτική Αίτηση 7/2012 αναφορικά με την Αίτηση της Ελένης Μιχαήλ ημερ. 8.2.12 όπου λέχθηκε ότι η Δ.48,θ.8
(1)(kk) προβλέπει ότι αίτηση για άδεια εκτέλεσης απόφασης μπορεί να υποβληθεί μονομερώς και μάλιστα χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Λέω δε, σε συμφωνία με τα όσα έχουν λεχθεί από τη συνήγορο των Αιτητών, ότι το γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη μονομερώς δεν σημαίνει ότι είναι και κατεπείγουσα. Η καταχώρηση μιας τέτοιας αίτησης μονομερώς είναι δυνατότητα που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, προβλέπεται από τους ίδιους τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης είναι κατά πόσο υπήρξε από μέρους των Αιτητών αδράνεια στη λήψη και προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη προς όφελος τους και ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Ήδη με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν και προωθήθηκαν από τους Αιτητές μετά την εξασφάλιση της εκ συμφώνου απόφασης υπέρ τους και σε βάρος των Εναγομένων δεν έχω διαπιστώσει να έχουν επιδείξει αδράνεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια δεδομένα τα οποία δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Ως αποτέλεσμα έχω ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και επωφελές για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί στους Αιτητές - Ενάγοντες η αιτούμενη άδεια. Η υπό κρίση Αίτηση, συνεπώς, εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης αναφορικά με τους Εναγόμενους. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες/Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΛΗ [1] Η Δ.40, θ.8 έχει τροποποιηθεί στις 9.9.2011 με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2011. [2]Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που σύμφωνα με τους όρους της απόφασης διάδικος δικαιούται σε θεραπεία υπό την αίρεση εκπλήρωσης κάποιου όρου (βλ. Δ.40 θ.2) [3] Σήμερα ο χρόνος είναι 10 έτη. [4] Δέστε W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7. [5] Δέστε Duel v. Frazer
(2001)1 All ER 249, Society of Lloyd's v. Longtin
(2005)EWHC 2491, και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. [6] ".Look at overall, a period of inexcusable delay of some 6 moths at most does not disentitle Lloyd's to the relief they seek. It is, with respect, a misreading of Patel to suggest that any period of unexplained delay thereby disentitle as applicant to relief" [7] "It seems to me that in this case there are facts which take this case out of the ordinary. From the very outset, Judge Longtin must have known that Lloyd's remained intent on enforcing their rights against him. There can be no prejudice to him. Lloyd's have remained active in seeking to have recognized and enforced the many judgments which they have obtained." [8] "Admittedly, there was considerable delay after the conclusion of the Romanian proceeding. This period of delay exceeded that which was reasonable for recuperation and reconsideration after the long and no doubt costly failure in those proceedings. But I do not believe that that, in itself, should lead to the claimants being refused permission to enforce " [9] 14
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιαδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) .... (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) .... (δ) .... cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.