Invespico Holdings Ltd ν. Ευθυμία Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 155/12, 3/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 155/12 Invespico Holdings Ltd Ενάγουσα - Αιτήτρια και Ευθυμία Γεωργίου Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 23.4.12 για Αντεξέταση Ενόρκως Δηλούσας Ημερομηνία: 3.5.
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κυριάκου για Χατζηχάννας & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.2.2012, οι ενάγοντες προώθησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρώντας γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Μέσω της αξιώνουν εναντίον της εναγομένης αριθμό θεραπειών. Παράλληλα, την ίδια ημέρα καταχώρισαν μονομερή αίτηση μέσω της οποίας επιζητούσαν την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων. Για τους λόγους που καταγράφονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, δόθηκαν τελικά οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η εν λόγω αίτηση επιδοθεί στην πλευρά της εναγομένης, η οποία εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας σχετική ένσταση. Στα πλαίσια της διαδικασίας παρουσιάστηκε επίσης δικηγόρος εκπροσωπώντας την Alpha Bank Cyprus Ltd, ο οποίος προέβη σε σχετική δήλωση αναφορικά με τη ρευστοποίηση και διανομή εγγυητικής που αποτελεί, μεταξύ άλλων, αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία ορίστηκε για ακρόαση στις 8.5.
- Στις 23.4.12, οι ενάγοντες - αιτητές, προώθησαν την υπό συζήτηση αίτηση μέσω της οποίας επιζητούν διάταγμα αντεξέτασης της εναγομένης Ευθυμίας Γεωργίου, επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της τελευταίας, ημερ. 21.3.12 που συνοδεύει την ένσταση της. Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.37, Δ.39 θ.1, Δ.38 θ.1-3 και 9, στη Δ.48 θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες σ΄ αυτήν τη διαδικασία, η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, προβάλλει ότι η εναγόμενη πρέπει να αντεξεταστεί σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 έως και 27 της ένορκης δήλωσης της ημερ. 21.3.12, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη στην ένσταση της προωθεί ισχυρισμούς που σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και γεγονότα όπου είναι αναληθή και πρέπει να διευκρινιστούν. Κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, δικηγόρος του δικηγορικού οίκου που χειρίζεται την υπόθεση στα ουσιαστικά της μέρη δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι η πλευρά των εναγόντων - αιτητών δεν θα επιμείνει στην αντεξέταση ως η αίτηση, δηλαδή επί του συνόλου σχεδόν της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας Ευθυμίας Γεωργίου, περιορίζοντας, όπως δήλωσε το αίτημα για αντεξέταση, μόνο όσον αφορά τις παραγράφους υπ΄ αριθμό 5, 6, 7Α, 10, 15, 19, 20 και 23 της ένορκης δήλωσης της Ευθυμίας Γεωργίου ημερ. 21.3.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης που ετοίμασε και παρέδωσε προς το Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του, υποδεικνύει πως δεν πρέπει να υπάρχει αυστηρός περιορισμός στο δικαίωμα των διαδίκων να αντεξετάζουν, δυνατότητα που παρέχεται όχι μόνο από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας αλλά απορρέει και από το Σύνταγμα στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος για αντεξέταση της ομνύουσας επί των επιλεγμένων παραγράφων που η πλευρά των εναγόντων επιθυμεί να αντεξετάσει, θα αποστερήσει από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αποκτήσει μια πλήρη γνώση των πραγματικών γεγονότων, αφού οι συγκεκριμένες αναφορές της καθ΄ ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της θα παραμείνουν αναντίλεκτες. Αναφερόμενους στους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες επέλεξαν τις συγκεκριμένες παραγράφους για σκοπούς αντεξέτασης υποδεικνύει πως αν αυτοί παραμείνουν αναντίλεκτοι ουσιαστικά η ενάγουσα κινδυνεύει να αποστερηθεί του δικαιώματος της να αποδείξει τις τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ζήτημα το οποίο απασχολεί το Δικαστήριο, αποτελεί η δυνατότητα ή μη προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης μονομερώς, από την πλευρά των αιτητών. Έχοντας υπόψη ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου για το ζήτημα δυνατό να αποβεί καταλυτική για την περαιτέρω πορεία της υπό συζήτηση αίτησης, αισθάνομαι ότι προέχει η κατά προτεραιότητα ενασχόληση με αυτό. Η πλευρά των εναγόντων-αιτητών επέλεξε να προωθήσει την παράκληση της, «request» ως περιγράφεται στην Δ.39 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, με ανάλογο έγγραφο δικονομικό διάβημα - αίτηση στο Δικαστήριο. Η Δ.48 θ.8 και 9 των ως άνω Κανονισμών, επίκληση της οποίας γίνεται επίσης από πλευράς αιτητών στην παρούσα αίτηση, καθορίζει ποιες αιτήσεις που προωθούνται ενώπιον του Δικαστηρίου υποβάλλονται μονομερώς (ex-parte) και ποιες δια κλήσεως (by summons). Η Δ.48 θ.8
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται, περιοριστικά, στις αιτήσεις που μπορούν να προωθηθούν μονομερώς (ex-parte). Ανάμεσα σε αυτές δεν περιλαμβάνεται η αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, όπως αυτή προβλέπεται με βάση την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετα, στη Δ.48 θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, με σαφήνεια προσδιορίζεται ότι όλες οι υπόλοιπες αιτήσεις, θα πρέπει να γίνονται δια κλήσεως, ορισμένες από αυτές υποστηριζόμενες από ένορκη δήλωση και άλλες όχι. Με δεδομένη την επιλογή των εναγόντων να προωθήσουν με αίτηση την παράκληση τους για αντεξέταση, είναι φανερό ότι η ως άνω αίτηση θα έπρεπε να γίνει δια κλήσεως. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, με την Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών, ως σήμερα ισχύει, υπήρξε κατάργηση της διάκρισης μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας νομικών διαδικασιών. Όπως όμως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ" Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατ' επανάληψη έχει υποδείξει ότι η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει, αυτεπάγγελτα, σε διορθωτικές κινήσεις. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Η Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών παρέχει ουσιαστικά ένα διαδικαστικό μέσο, το οποίο μπορεί να μετέλθει και να χρησιμοποιήσει ένας διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες σε μία διαδικασία, εφόσον βεβαίως πάντα αυτές κρίνονται θεραπεύσιμες (Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. INC, Πολ. Έφεση 72/08 ημερ. 4/8/2010 και Dasaki Ent. Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356). Η επιλογή των αιτητών να προωθήσουν την παράκληση τους για αντεξέταση με αίτηση, η οποία μάλιστα προωθείται μονομερώς, γίνεται κατά παράβαση όχι μόνο ρητών προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών αλλά και κατά τρόπο που προσκρούει σε βασικό κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ο οποίος επιβάλλει στο Δικαστήριο πριν την έκδοση της απόφασης του για ένα ζήτημα που εκ του νόμου δεν μπορεί να προωθηθεί μονομερώς, να ακούσει και τις δύο πλευρές. Αναπόδραστο αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι πως η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη αλλά αντίθετα θα πρέπει να απορριφθεί για τον πιο πάνω λόγο. Πέραν και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία εκ των πραγμάτων φαίνεται να σφραγίζει την πορεία της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την υπό συζήτηση αίτηση επί της ουσίας. Η Δ.39 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση και στην οποία παραπέμπει η Δ.48 θ.4
(2)των εν λόγω Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Δεν αμφισβητείται ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση των αντιδίκων πλευρών για τέτοια αντεξέταση. (βλ. Αναφορικά με Αίτηση Λ. Μήλου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 280). Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Η αντεξέταση επιτρέπεται σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό συζήτηση αίτηση και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε ζητήματα αδιάφορα για την εξέταση της, που άπτονται στο τέλος της μέρας της ουσίας της γενικότερης διαφοράς των διαδίκων. Το πλαίσιο και το εύρος που μπορεί να προσλάβει η διαδικασία για προσωρινό διάταγμα έχει κατ΄ επανάληψη προσδιοριστεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Ως αναδύεται από τη νομολογία, περιορισμένο είναι το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου χωρίς να επισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 αφού υιοθετήθηκε ο λόγος της υπόθεσης Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, για το ζήτημα υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 επισημάνθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» Στην υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ.802 ο σεβαστός Δικαστής Νικολάου αναφερόμενος στο εύρος που μπορεί να προσλάβει μια διαδικασία προσωρινού διατάγματος ανέφερε μεταξύ άλλων: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Όπως υποδεικνύεται άλλωστε στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 311 : «Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injuctions.» Η πιο πάνω προσέγγιση φαίνεται να υιοθετείται παράλληλα και από την Αγγλική νομολογία. (βλ. Berkeley Hotel Co. Ltd v. Berkeley International (Mayfair) Ltd
(1972)R.P.C. 237 και Copinger and Skone James on Copyright, 12η εκδ., παρ. 620 και 621). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, θα πρέπει να αντληθεί αποκλειστικά από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Κυριάκου, ημερ. 20.4.2012, η οποία την συνοδεύει και την υποστηρίζει. Ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα επιζητείται η αντεξέταση της ομνύουσας για συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της επειδή η τελευταία: «προωθεί ισχυρισμούς που σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και γεγονότα όπου είναι αναληθή και πρέπει να διευκρινιστούν θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τύχει αντεξέτασης.» Το Δικαστήριο δεν μπορεί ασφαλώς να λάβει υπόψη του οτιδήποτε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών έθεσε υπόψη του ως πραγματικό γεγονός προς υποστήριξη της αίτησης κατά το στάδιο της αγόρευσης του. Περιορίζεται σε ότι περικλείεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση και στη βάση τούτων εξετάζει το ζήτημα. Εύκολα διακρίνεται η γενικότητα του λόγου για τον οποίο επιζητείται η έγκριση του αιτήματος στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, φανερώνοντας επιδίωξη αντεξέτασης σε σχέση με ισχυρισμούς οι οποίοι, όχι μόνο άπτονται της ουσίας της γενικότερης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αλλά παράλληλα, στην περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέταση ορατός είναι ο κίνδυνος, με την εξασφάλιση ήδη της άδειας του Δικαστηρίου, να επεκταθεί τελικά η συζήτηση στα πλαίσια της αίτησης σε ζητήματα που είναι αναγκαία όχι για σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας, που ούτως ή άλλως έχει περιορισμένο και συγκεκριμένο σκοπό, αλλά σε ζητήματα πραγματικά και νομικά που αφορούν την ουσία της διαφοράς των διαδίκων και σε κατάληξη ευρημάτων για αυτά, γεγονός που ως πιο πάνω έχει αναφερθεί εκφεύγει των πλαισίων εκδίκασης μιας αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αισθάνομαι πραγματικά ότι η παραχώρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση άδειας για αντεξέταση στα ζητήματα που η πλευρά των εναγόντων - αιτητών επιθυμεί στα πλαίσια της παρούσας, όπως για παράδειγμα εάν έλαβε ή όχι η ενάγουσα το ποσό των €7.000 ως μέρος του τιμήματος χωρίς απόδειξη, ή ακόμη γιατί η ομνύουσα θεωρεί ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής, ως επίσης για τη συμβουλή που δηλώνει στην παράγραφο 20 της ένστασης της που έλαβε από δικηγόρο σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να αποξενώσει ή υποθηκεύσει την επίδικη περιουσία καθ΄ ότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι της, πέραν του ότι σε κάποιες περιπτώσεις αφορούν διιστάμενες θέσεις για γεγονότα που θα απασχολήσουν κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς, αποτελούν ζητήματα νομικής ερμηνείας εγγράφων που τέθηκαν ήδη υπόψη του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη των προϋποθέσεων που ο νόμος και η νομολογία θέτουν για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν φαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εξαρτάται από την αντεξέταση της ομνύουσας για να καταδειχθεί αν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα, ζήτημα που θα απασχολήσει όπως γίνεται αντιληπτό το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της ουσίας της αγωγής. Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας, στα ζητήματα έστω που έχει περιοριστεί το αίτημα, δεν φαίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της διαδικασίας, αλλά αντίθετα θα οδηγούσε αχρείαστα σε εκτροπή από τους σκοπούς και τα όρια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται, χωρίς έξοδα. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο