← Κύπρος

ΠΑΝΙΚΟΣ ΑΣΣΙΩΤΗΣ κ.α. ν. ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΟΥΖΑΛΗ ΑΣΣΙΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 88/12, 15/6/2012

ΠΑΝΙΚΟΣ ΑΣΣΙΩΤΗΣ κ.α. ν. ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΟΥΖΑΛΗ ΑΣΣΙΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 88/12, 15/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 88/12 Μεταξύ: 1.ΠΑΝΙΚΟΣ ΑΣΣΙΩΤΗΣ 2.AS & TAM MEXICANA ENTERPRISES LTD Εναγόντων και 1.ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΟΥΖΑΛΗ ΑΣΣΙΩΤΗ 2.E.Z. CRESCENDO DELIGHT RESTAURANT LTD Εναγομένων Αίτηση ημ. 30.1.12 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 15 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές / Ενάγοντες 1 και 2: κα Γ. Ζαχαρίου, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους / Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κος Ν. Δαμιανού, για Δαμιανού & Λάρκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2: (Α) Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης αθέμιτης πίεσης και/ή εκβιασμού και/ή εκμετάλλευσης των Εναγόντων και/ή της ψυχολογικής κατάστασης του Ενάγοντα 1 από την Εναγομένη 1 και/ή της Εναγομένης 2 αναφορικά με την κατάρτιση συμφωνίας πώλησης επιχείρησης εστιατορίου κατά ή περί τον Μάϊο του
  2. (Β) Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. (Γ) Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού (Δ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της γενικής οπισθογράφησης της παρούσας αγωγής στην οποία επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσαν Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών να αποξενωθούν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την επιχείρηση εστιατορίου με την ονομασία «AZTECAS MEXICAN RESTAURANT» στη Λάρνακα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, αφού χορήγησε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην πλευρά των Αιτητών/Εναγόντων και ακολούθησε η καταχώρηση της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως, έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του Διατάγματος ως η παρά.(Α) της Αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητών/Εναγόντων η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ' ών η Αίτηση / Εναγομένων 1 και 2 η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 32

(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στη Δ.48,θ.θ.1,2,4,8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποίαν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Η Εναγόμενη είναι η σύζυγος του αδελφού του Ενόρκως Δηλούντα με την οποία είχαν καλές σχέσεις αρχικά. Ο Ενόρκως Δηλών μέσω της Εναγόμενης Εταιρείας αρ.2 διατηρούσε και λειτουργούσε επιχείρηση μεξικάνικου εστιατόριο στη Λάρνακα με την ονομασία Aztecas Mexican Restaurant Ltd. Λόγω οικονομικών προβλημάτων είχε δυσκολίες να καταβάλει το Φ.Π.Α. με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει ποινική υπόθεση σχετικά με το θέμα αυτό. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών και της πίεσης γενικότερα η ψυχολογική του κατάσταση δεν ήταν καλή και παρακολουθείτο από ψυχίατρο όπως φαίνεται στα ιατρικά πιστοποιητικά που επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ Α και Β. Τον Μάϊο του 2011 ήταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο η ποινική υπόθεση εναντίον του με σοβαρότατο κίνδυνο να του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του εάν δεν κατέβαλλε το οφειλόμενο υπόλοιπο και λόγω του ότι είχε τεράστια ανάγκη να βρει τα χρήματα που ανέρχονταν σε ποσό περίπου €17.000 ζήτησε τη βοήθεια της συζύγου του αδελφού του - Εναγόμενης 1 - με την οποία είχαν πολύ καλές σχέσεις και την οποία εμπιστευόταν. Η Εναγόμενη, αφού του είχε δώσει ως δανεικά ποσό €29.500 περίπου από τα οποία της είχε επιστρέψει το ποσό των €8.000, την τελευταία μέρα πριν τη δίκη υπό το φόβο, την πίεση και την απειλή της επικείμενης φυλάκισης του συμφώνησε να του δώσει τα χρήματα υπό τον όρο ότι θα υπέγραφε συμφωνία πώλησης της επιχείρησης του με την ονομασία Aztecas Mexican Restaurant Ltd. Ο Ενόρκως Δηλών δέχθηκε, αφού ένιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και λόγω της πίεσης και της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία ευρισκόταν και συζήτησαν ότι, αφού η επιχείρηση ήταν πολύ πιο κερδοφόρα από €17.000, θα αναλάμβανε η Εναγόμενη να εξοφλήσει και τα τρία δάνεια που ο Ενάγων 1 είχε συνάψει και ο αδελφός του Μάριος Ασσιώτης και σύζυγος της στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας τα οποία ανέρχονταν σε ποσό γύρω στις €350.000 περί τον Μάϊο του
  1. Τα εν λόγω δάνεια ήταν εξασφαλισμένα με υποθήκες και είχαν συναφθεί για σκοπούς της επιχείρησης του πιο πάνω εστιατορίου οι οποίες υποθήκες θα εξαλείφονταν άμεσα. Παρά το ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε με τα πιο πάνω, εντελώς εκβιαστικά και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία και την ψυχολογική κατάσταση του Ενάγοντα 1 ως, επίσης, και το γεγονός ότι αυτός της είχε εμπιστοσύνη, του έστειλε δήθεν ένα πρότυπο Συμφωνίας, το οποίο θα τελειοποιείτο στη συνέχεια, για να το υπογράψει το οποίο έθεσε ως προϋπόθεση για να του δώσει και την τελευταία δόση χρημάτων που χρειαζόταν για να εξοφλήσει το Φ.Π.Α. Ο Ενόρκως Δηλών, λόγω των πιο πάνω συνθηκών, υπέγραψε την «πρότυπη» Συμφωνία η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Λίγες μέρες αργότερα, η Εναγόμενη 1 του έστειλε μέσω φαξ άλλη πρότυπη Συμφωνία βελτιωμένη για να τη δει και να την υπογράψουν στην οποία αντισυμβαλλόμενη θα ήταν η Εναγόμενη 2 εταιρεία η οποία θα διαχειρίζετο το εστιατόριο και, όταν ο Ενάγων 1 της ζήτησε να υπογραφεί, οι Εναγόμενοι 1 και 2 το καθυστερούσαν διαρκώς με διάφορες προφάσεις τις οποίες ο Εναγόμενος 1, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, τις πίστευε. Αντίγραφο της εν λόγω Συμφωνίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Στην Εναγόμενη 2 εταιρεία μέτοχοι και διευθυντές είναι η Εναγόμενη 1 και ο αδελφός της, όπως φαίνεται από τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε). Εν τω μεταξύ ο Ενάγων 1 είχε παραδώσει την επιχείρηση εστιατορίου στην Εναγόμενη ταυτόχρονα με την υπογραφή της πρότυπης Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ αφού αυτός ήταν και ο όρος της Εναγόμενης 1 για να του δώσει το υπόλοιπο που χρειαζόταν για να εξοφλήσει το Φ.Π.Α. Την περίοδο που ο ενόρκως δηλών Ενάγων 1 δεν ήταν καλά ψυχολογικά ο αδελφός της Εναγομένης 1 και μέτοχος της Εναγομένης εταιρείας αρ. 2 αντικατέστησε τον Ενάγοντα 1 προσωρινά από τη διεύθυνση του εστιατορίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρά τις υποσχέσεις τους μέχρι και σήμερα δεν υπέγραψαν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και πριν λίγες μέρες ο Ενάγων 1 / Ενόρκως Δηλών πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας ότι δεν κατεβλήθηκε οποιαδήποτε δόση έναντι των δανείων. Πριν μία περίπου εβδομάδα επικοινώνησε μαζί με τον Ενάγοντα 1 / Ενόρκως Δηλούντα η λογίστρια της Εναγομένης εταιρείας αρ.2 η οποία του είπε ότι οι Εναγομένοι 1 και 2 ήθελαν λόγω της συγγένειας τους να βρουν μια λύση στη διαφορά. Πρότειναν στον Ενάγοντα/Ενόρκως Δηλούντα να του επιστρέψουν πίσω το εστιατόριο. Μόλις την Παρασκευή 27.1.12 τον ενημέρωσαν ότι η πρόταση δεν ίσχυε και έτσι οι διαπραγματεύσεις και προσπάθειες για διευθέτηση, παρά το ότι ήταν και μονόπλευρες, δεν καρποφόρησαν. Πέραν τούτου ο Ενάγων αρ. 1 πληροφορήθηκε από ιδιοκτήτη άλλης επιχείρησης εστιατορίου ότι το εστιατόριο Aztecas Mexican Restaurant ήταν προς πώληση. Μόλις πληροφορήθηκε τα πιο πάνω ανησύχησε και αποτάθηκε σε δικηγόρο και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ο Ενάγων έχει καλή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων καθότι τον έχουν ξεγελάσει και έχουν εκμεταλλευτεί τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε με την Εναγομένη 1 και την ψυχολογική του κατάσταση για να τον εξωθήσουν να υπογράψει μια Συμφωνία την οποία του παρέστησαν ότι ήταν πρότυπο Συμφωνίας και γιατί δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα. Το θέμα είναι κατεπείγον αφού μόλις την Παρασκευή έχει πληροφορηθεί ο Ενάγων 1 ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να αποξενωθούν την επιχείρηση εστιατορίου, που είναι και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να του αποπληρώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον τους και τυχόν αποξένωση της επιχείρησης θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου. Από την άλλη τυχόν έγκριση της Αίτησης καμία ζημιά θα προκαλέσει στην άλλη πλευρά αφού, απλώς, θα διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων ως έχει. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ενάγοντα Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου κατά το στάδιο εξέτασης της μονομερούς Αίτησης των Εναγόντων/Αιτητών κατεχωρήθη από μέρους τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία ο Ενάγων 1 αναφέρει, βασικά, τα εξής: v Η Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην αρχική ένορκη δήλωση του στάληκε στο γραφείο του λογιστή της εταιρείας τους στις 3.5.11 και υπογράφηκε στις 5.5.11 ενώ ο Ενάγων ήταν ακόμη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και πριν ανακάμψει. Επισυνάπτει δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ αντίγραφο της εν λόγω Συμφωνίας η οποία στάληκε με φαξ από το γραφείο του δικηγόρου της Εναγομένης 2 προς το λογιστή του Ενάγοντα και του δόθηκε στις 5.5.11 για υπογραφή οπόταν και την υπέγραψε υπό τις περιστάσεις που εξήγησε. v Στις 5.5.11 δόθηκε στον Ενάγοντα το ποσό των €17.000 το οποίο και κατέβαλε την ίδια μέρα όπως φαίνεται στην απόδειξη πληρωμής ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η. v Η ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε ήταν η υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με αρ. 3273/10 η οποία ήταν ορισμένη για γεγονότα και ποινή για τελευταία φορά στις 6.5.11 οπότε και η συνήγορος του Φ.Π.Α. ζήτησε χρόνο να επιβεβαιώσει ότι όντως υπήρξε πλήρης συμμόρφωση και το Δικαστήριο όρισε για να επιβάλει ποινή στις 13.5.11 οπότε και τελείωσε. Αντίγραφο του κατηγορητήριου επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στα Άρθρα 15-20, 62-65 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.149, Δ.48,θ.θ.1-,4,8 και 9 και Δ.39,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ø Ο Ενάγοντας/Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει σειρά ουσιωδών για την υπόθεση γεγονότων και απέκρυψε από το Δικαστήριο γεγονότα και στοιχεία που είχαν ουσιώδη σημασία στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση του Διατάγματος. Ø Ο Ενάγοντας/Αιτητής όχι μόνο απέκρυψε αλλά παρέστησε ψευδώς τα γεγονότα με ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς παρουσιάζοντας διαφορετική εικόνα στο Δικαστήριο από την πραγματική. Ø Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και/ή δεν υπάρχει πιθανότητα σε επιτυχία. Μάλιστα η αγωγή και η προβαλλόμενη βάση και/ή θεραπείες της δεν αντιστοιχούν, ούτε δικαιολογούν το αιτούμενο και/ή εκδοθέν μονομερώς Διάταγμα του Δικαστηρίου. Επιπλέον καμιά βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα δεν αποκαλύπτεται εναντίον της Εναγομένης 2 την οποία ο Ενάγοντας με τα όσα ακόμη ισχυρίσθηκε δεν εμπλέκει καθόλου. Ούτε και ο Ενάγοντας 1 με την προσωπική του ιδιότητα αποκαλύπτει βάση αγωγής. Ø Δεν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή θεραπείας όπως, μεταξύ άλλων, η καλή βάση αγωγής και/ή το επείγον του αιτούμενου διατάγματος καθώς και η ανεπανόρθωτη ζημιά. Ø Η ένορκη δήλωση και η συμπληρωματική δεύτερη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντίθετη με τους σχετικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς αφού δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της γνώσης αλλά και θέτει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε σημαντικά σημεία. Ø Υπό όλες τις πιο πάνω περιστάσεις και/ή γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογείται η έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του αιτούμενου διατάγματος και/ή θεραπείας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: £ Ο σύζυγος της Εναγομένης 1 Μάριος Ασσιώτης ήταν μέτοχος στο 50% στην Ενάγουσα εταιρεία αρ. 2 και Διευθυντής μέχρι την 1.3.11 οπότε έπαυσε από Διευθυντής. £ Δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1 ότι λόγω των οικονομικών δυσκολιών του ή πίεσης η ψυχολογική του κατάσταση δεν ήταν καλή. Ο Ενάγοντας δεν ήταν καταθλιπτικός, ούτε ανίκανος να διαχειριστεί τα οικονομικά του ή να λάβει αποφάσεις. Άλλωστε μαζί με το σύζυγο της Εναγομένης 1 περί τις αρχές 2011 και σε κάθε περίπτωση λίγους μήνες προηγουμένως πώλησαν το Μεξικάνικο εστιατόριο της Ενάγουσας αρ.2 στη Λευκωσία για πληρωμή χρεών και του Φ.Π.Α. Ο Ενάγοντας 2 ήταν πολυέξοδο άτομο και εγωιστής, προκαλούσε συνεχώς χρέη στις επιχειρήσεις του αλλά δεν ήταν σε καμία περίπτωση ανίκανος να αντιληφθεί και να προχωρήσει σε συμφωνίες όπως η επίδικη. £ Σε ό,τι αφορά την ποινική υπόθεση Φ.Π.Α. είναι γεγονός ότι ο Ενάγοντας 1 αντιμετώπιζε την εν λόγω υπόθεση με συγκατηγορούμενο, όπως φαίνεται στο κατηγορητήριο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ), τον σύζυγο της Εναγόμενης 1 Μάριο Ασσιώτη. Ο Ενάγοντας 1 δεν ζήτησε βοήθεια από την Εναγόμενη 1 ούτε και ήταν εξαρτημένος σε αυτήν. Η Εναγόμενη 1 δεν συναντήθηκε μαζί του, δεν του μίλησε, ούτε τον πίεσε και ούτε τον υπέβαλε σε ψυχολογική ή άλλη πίεση ενώ δεν αντελήφθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 ήταν σε ψυχολογική πίεση. Η όλη συζήτηση έγινε μέσω του λογιστή Παναγιώτη Σωτηρίου, λογιστή της Ενάγουσας 2 εταιρείας ο οποίος ήταν ο λογιστής του συζύγου της Εναγόμενης 1 και του Ενάγοντα 1 για τις δουλειές που είχαν. £ Είναι ανυπόστατος ο ισχυρισμός ότι συζήτησαν και ειδικά ότι συζήτησαν ότι η επιχείρηση ήταν πολύ πιο κερδοφόρα και ότι η Εναγόμενη 1 θα αναλάμβανε να εξοφλήσει τρία δάνεια στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας ύψους μάλιστα €350.
  2. Η Εναγόμενη 1 δεν συζήτησε με τον Ενάγοντα 1 και δεν θα συμφωνούσε ποτέ να πληρώσει χρέη τέτοιου ποσού. Ούτε ανέφερε ότι θα εξάλειφε τις υποθήκες. £ Ο Ενάγοντας 1 παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ο χώρος όπου στεγάζεται το εστιατόριο ήταν ενοικιαζόμενος από τους Μαργαρίτα Ευσταθίου, Ευστάθιο Ευσταθίου και Γεώργιο Ευσταθίου, ιδιοκτήτες του καταστήματος με ενοικιαστήριο που είχε λήξει προ πολλού. Ο Ενάγοντας 1 προσωπικά δεν είχε σχέση με την ενοικίαση και ούτε με την επιχείρηση σε σχέση ιδιοκτησίας. Παρέλειψε, επίσης, να αναφέρει ότι η επιχείρηση που ισχυρίζεται ότι άξιζε τόσα πολλά όφειλε γύρω στις €90.000 σε προμηθευτές, €25.000 στο προσωπικό που ήταν απλήρωτο για 5-6 μήνες, €40.000 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, €25.000 στην Τράπεζα Κύπρου, €85.000 στη Λαϊκή Τράπεζα και όλα αυτά επιπλέον του μεγάλου ποσού στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας. £ Η Εναγόμενη 1 δεν συμφώνησε να αναλάβει χρέος €350.
  3. Ο Ενάγοντας 1 κατέληξε στη Συμφωνία που υπογράφηκε η οποία έγινε μέσω του λογιστή Παναγιώτη Σωτηρίου. Η Συμφωνία που υπεγράφη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στη αρχική ένορκη δήλωση και ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ στη δεύτερη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα) αποστάληκε πράγματι από το γραφείο του δικηγόρου Τζιοβάνη Κουζαλή στο Παραλίμνι στο γραφείο του λογιστή Παναγιώτη Σωτηρίου όχι ως πρότυπη αλλά ως τελική και γι' αυτό υπογράφηκε. Η Εναγόμενη 1 δεν απέστειλε άλλη πρότυπη Συμφωνία βελτιωμένη λίγες μέρες αργότερα ως αναληθώς ισχυρίζεται ο Ενάγοντας
  4. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ που επεσύναψε ο Ενάγοντας 1 στην αρχική του ένορκη δήλωση είχε σταλεί πριν τις 5.5.11 στο γραφείο Παναγιώτη Σωτηρίου και καθόλου δεν στάληκε στον Ενάγοντα 1 αφού δεν ήταν το τελικό κείμενο της Συμφωνίας τους. £ Η Εναγόμενη 1 ανέλαβε το εστιατόριο με βάση τη μεταξύ τους Συμφωνία και όχι ως όρο για να δώσει το υπόλοιπο του Φ.Π.Α. στον Ενάγοντα
  5. £ Η Εναγόμενη 1 αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 του πρότειναν να του επιστραφεί το εστιατόριο. £ Οι Εναγόμενοι δεν είχαν στόχο, ούτε προσπάθησαν να πωλήσουν το εστιατόριο. £ Σε ό,τι αφορά την οικονομική δυνατότητα των Εναγομένων για αποπληρωμή οποιασδήποτε απόφασης η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας 1 είναι ψευδή και προσθέτει ότι τόσον η ίδια όσο και ο σύζυγός της διατηρούν και άλλη επιχείρηση εστιατορίου με καλά εισοδήματα. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια οχτώ ακινήτων όπως περιγράφονται στην παρά.
(4)της ένορκης της δήλωσης. Από ενημέρωση που είχε από τον πατέρα της που ασχολείται με την ανάπτυξη γης η αξία των ακινήτων υπολογίζεται στο ποσό των €2.200.
  1. Επισυνάπτεται δε δέσμη αντιγράφων πιστοποιητικών εγγραφής ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Ο Ενάγων 1, ως αδελφός του συζύγου της Εναγόμενης 1 γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 κατείχε ακίνητη ιδιοκτησία και περιουσία και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο ενώ προσπάθησε να το παραπλανήσει. £ Η Εναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα για προσπάθειες διευθέτησης τονίζοντας ότι υπήρξε απραξία του Ενάγοντα 1 για πάρα πολλούς μήνες να εγείρει θέμα. Υπήρξε πλήρης αποξένωση των Εναγόντων 1 και 2 από το εστιατόριο όσο και πλήρης έλλειψη αξίωσης άλλου όρου συμφωνίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Ενάγοντας από τον Ιούνιο του 2011 εργαζόταν σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Η ενοικίαση του καταστήματος με τους ιδιοκτήτες είναι ενοικίαση με την Εναγόμενη 1 και όχι με την Ενάγουσα 2 ή τον Ενάγοντα 1 κάτι που παρέλειψε να αναφέρει ο Ενάγοντας
  2. £ Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο ως εξής:
(1)Παρέλειψαν να αναφέρουν ότι η ενοικίαση που υπήρχε με την Ενάγουσα 2 έληξε και ότι ιδιοκτήτες ενοικιάζουν το κατάστημα στους Εναγόμενους.
(2)Παρέλειψαν να αναφέρουν τα μεγάλα χρέη που οφείλει η επιχείρηση εστιατορίου πέραν του ποσού που οφείλεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας.
(3)Παρουσίασαν τους Εναγόμενους και ειδικότερα την Εναγόμενη 1 ως αναξιόχρεη ενώ όφειλαν να αναφέρουν ότι κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία με οχτώ ακίνητα στις ελεύθερες περιοχές Αμμοχώστου με αξία πέραν των €2.000.000.
(4)Παρέλειψαν να αναφέρουν ότι ο Ενάγων 1 πολύ σύντομα μετά τη Συμφωνία εργοδοτήθηκε σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Τέλος, η Ενόρκως Δηλούσα υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ενάγοντα 1 ημ. 26.4.12 Μετά την καταχώρηση της ένστασης και κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 26.4.
  1. Σε αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ® Αναφορικά με τη θέση ότι έχει αποκρύψει ότι η Συμφωνία ενοικίασης του χώρου του εστιατορίου έχει λήξει ισχυρίζεται ότι αυτό δεν ευσταθεί και επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ι Συμφωνία Ενοικίασης για το συγκεκριμένο υποστατικό η οποία λήγει το
  2. ® Ο Ενάγων 1 ουδέποτε εργάστηκε κατά ή περί τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας ούτε και αργότερα αφού δεν ήταν στη ψυχολογική κατάσταση να το πράξει. Τον Ιούνιο του 2011 έκανε μία απόπειρα να βοηθήσει κάποιο φίλο του σε ξενοδοχείο της Λεμεσού αλλά διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει. Λαμβάνει δε επίδομα ανεργίας όπως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Κ. ® Η επιχείρηση εστιατορίου ήταν κερδοφόρα με την έννοια του ότι λειτουργούσε κανονικά, είχε πελατεία και σημαντικά έσοδα. Τα χρέη που προσπαθεί παραπλανητικά η Εναγόμενη 1 να παρουσιάσει είναι χρέη της εταιρείας τα οποία προέκυψαν στο μεγαλύτερο μέρος τους από άλλο εστιατόριο που είχε η Ενάγουσα 2 εταιρεία στη Λευκωσία το οποίο πωλήθηκε. ® Όσον αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1, η αξία που αναφέρεται προέρχεται από άτομο που δεν είναι εμπειρογνώμονας ενώ βαρύνεται με τις επιβαρύνσεις που καταγράφονται λεπτομερώς στην παρά.
(5)της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1. Αυτά προκύπτουν από έρευνα στο Κτηματολόγιο και φαίνεται ότι η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 δεν είναι όπως την αναφέρει αλλά έχει πολλές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραμείνει η οποιαδήποτε υπέρ του Ενάγοντα εκδοθείσα απόφαση ανικανοποίητη. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Εναγόμενης 1 ημ. 23.5.12 Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου η Εναγόμενη 1 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποίαν αναφέρει, εν συνόψει, τα εξής: Σε ό,τι αφορά την ενοικίαση του υποστατικού ο Ενάγοντας όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την ύπαρξη ενοικίασης των Εναγομένων πλέον με τους ιδιοκτήτες του καταστήματος οι οποίοι εισέπρατταν ενοίκια από τους Εναγόμενους και όχι από τον ίδιο ή την Ενάγουσα 2 και ότι εξέδιδαν μάλιστα αποδείξεις είσπραξης ενοικίων. Σε σχέση με το συμφωνητικό έγγραφο που παρουσίασε ο Ενάγων ημερομηνίας 1.9.06 η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι αυτό το έγγραφο δεν υπεγράφη τότε που φέρεται να έγινε και πιστεύει ότι ετοιμάστηκε μετά την ένστασή της στην παρούσα Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι είχαν και έχουν ενοικίαση του καταστήματος από της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας εν πλήρη γνώση και συμφωνία των ιδιοκτητών και αυτό το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε. Αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 ο Ενάγοντας 1 προσπαθεί να αλλοιώσει την εικόνα της μεγάλης αξίας της περιουσίας της χωρίς να επισυνάπτει την έρευνα που έγινε καθότι θα φαινόταν ότι τα πλείστα εμπράγματα βάρη αφορούν συνιδιοκτήτες της και όχι την ίδια. Επίσης αναφέρεται στην αγοραία αξία της 1.1.1980 για το κάθε ακίνητο η οποία καταγράφεται στην εγγραφή για σκοπούς φορολόγησης και καμία σχέση έχει με την πραγματική αγοραία αξία. Ειδικότερα:
(1)Σε σχέση με το ακίνητο αρ. εγγραφής 0/15809 ενώ αναφέρεται σε τρεις υποθήκες συνολικής αξίας €200.000 παραλείπει ο Ενάγων να αναφερθεί στην αγοραία αξία του η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη των €400.000. Επισυνάπτεται δε σχετική εκτίμηση ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α.
(2)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/21429 σε ό,τι αφορά το μερίδιο της Εναγόμενης 1 υπολογίζεται να έχει αγοραία αξία €1.500.000. Το μερίδιο της Εναγόμενης 1 ενεγράφη επ' ονόματι της στις 19.12.06 και δεν θα μπορούσαν οι εγγραφές ΜΕΜΟ ή οι μεταγενέστερες υποθήκες να την αφορούν αλλά, προφανώς, αφορούν τους άλλους συνιδιοκτήτες.
(3)Όσον αφορά το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/18158 όπου η Εναγόμενη έχει 1/6 μερίδιο η αξία του κατά την πληροφόρηση της Εναγόμενης 1 ανέρχεται γύρω στο €1.500.000. Όλες οι υποθήκες αφορούν δάνεια του πατέρα της.
(4)Το ακίνητο με αρ.εγγραφής 0/50001 έχει αξία για το μερίδιό της γύρω στο ποσό των €150.000. Η υποθήκη εδώ αφορά δάνειο του πατέρα της.
(5)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/3860 όσον αφορά την αξία του μεριδίου της ανέρχεται γύρω στο ποσό των €100.000. Η υποθήκη εδώ αφορά δάνειο του πατέρα της.
(6)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/3859 όσον αφορά την αξία του μεριδίου της ανέρχεται στο ποσό των €450.000. Η υποθήκη αφορά δάνειο του πατέρα της.
(7)Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/2728 έχει αξία γύρω στις €400.
  1. Είναι φανερό λοιπόν ότι η Εναγόμενη έχει τεράστια περιουσία και σίγουρα πολύ μεγάλης αξίας ακίνητη ιδιοκτησία ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη ή εμπράγματο βάρος, γεγονός που όφειλε αρχικά ο Ενάγοντας 1 να αποκαλύψει. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης οι διάδικοι περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων όπου έγινε αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους και την εφαρμογή τους στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
  2. Το Άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής.[6] Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το Άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.[7] Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[8]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του ΚΕΦ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο Άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 4 και Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[9]. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Οι Εναγομένοι / Καθ' ων η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης του συντηρητικού Διατάγματος που εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς του Ενάγοντα/Αιτητή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς. Προχωρώ τώρα να θέσω το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[10]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. .................................................... ....................................................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίσθηκε συναφώς: «Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν, στην προκειμένη περίπτωση να αποκαλύψουν τη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ.Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι αποκάλυψαν την ύπαρξη της με την επισύναψη της φορτωτικής στην ένορκη ομολογία που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας θεμελιώθηκε η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον σχετικό όρο της συμφωνίας ο οποίος καταγράφεται στην παράγραφο 27 της φορτωτικής. Ούτε η ύπαρξη του συσχετίζεται με το αίτημα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορά στη φορτωτική γίνεται στο μέρος της ενόρκου δηλώσεως όπου στοιχειοθετείται η απαίτηση. Η επισύναψη της δεν είχε σκοπό να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 27 και να τη σηματοδοτήσει ως ουσιώδες γεγονός για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ....... Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι η ύπαρξη ρήτρας για τη δικαιοδοσία Δικαστηρίου της αλλοδαπής παρασιωπάται στην ένορκη ομολογία.» Ανάλογο αποτέλεσμα υπήρξε στη Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 με αναφορά στη Demstar (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Επιπρόσθετα, η "... υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα" (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97). Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94[11] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου.Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 έχει διευκρινιστεί ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος[12]. Επιπλέον να σημειώσω ότι ο Αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σε αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης τόσο των Κυπριακών όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων στο όλο θέμα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ralph Gibson στην υπόθεση Brink`s Mat Ltd v. Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350 το οποίο επαναλήφθηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Behbehani and others v. Salem and Others
(1989)2 All E.R 143: "The Courts today are frequently asked to grant ex parte injunctions, either because the matter is too urgent to await a hearing on notice or because the very fact of giving notice may precipitate the action which the application is designed to prevent. On any ex parte application, the fact that the court is asked to grant relief without the person against whom the relief is sought having the opportunity to be heard makes it imperative that the applicant would make full and frank disclosure of all facts known to him or which should have been known to him had he made all such inquiries as were reasonable and proper in the circumstances. The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a twofold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v. Kensington Income Tax Comrs, exp Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B 486 at 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realize that they have this duty of disclosure and of the consequence (which may include a liability in costs) if they fail in that duty." Πρόσφατα στην υπόθεση αρ. 1855/2008 CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. ημερ. 9/1/09 αποφασίστηκε ξανά ότι σε μονομερείς αιτήσεις μέσα στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Επαναλήφθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδη θεωρούνται τα γεγονότα εκείνα που, αν τα γνώριζε το Δικαστήριο, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. [13] Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα.[14] Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχώρησαν προς υποστήριξη της Αίτησης στην οποία ενόρκως δηλών είναι ο Ενάγων 1, αφού αναφέρονται στο ότι ο Ενάγων 1 πληροφορήθηκε ότι το εστιατόριο είναι προς πώληση και ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να αποξενωθούν την επιχείρηση εστιατορίου, χαρακτηρίζουν το ζήτημα ως κατεπείγον τονίζοντας ότι η επιχείρηση εστιατορίου είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και ότι τυχόν αποξένωση της επιχείρησης αυτής θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου. Παραθέτω στο σημείο αυτό αυτούσιες της παραγράφους
(15),
(16),
(18)και
(20)της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα όπου ακριβώς το κατεπείγον της υπόθεσης εστιάζεται και επικεντρώνεται στη βάση του ότι η επιχείρηση εστιατορίου, που ήταν το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1, είναι και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα και συνέπεια τυχόν αποξένωση της εν λόγω επιχείρησης να καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου: «
  1. Πέραν δε τούτου, ταυτόχρονα πληροφορήθηκα από ιδιοκτήτη άλλης επιχείρησης εστιατορίου ότι το εστιατόριο Aztecas Mexican Restaurant ήταν προς πώληση.
  2. Μόλις πληροφορήθηκα τα πιο πάνω ανησύχησα, αποτάθηκα σε δικηγόρο και καταχώρησα την παρούσα αγωγή.
  3. ...........
  4. Το θέμα είναι κατεπείγον αφού μόλις την Παρασκευή ως έχω εξηγήσει ανωτέρω έχω πληροφορηθεί ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να αποξενωθούν την επιχείρηση εστιατορίου που είναι και αντικείμενο της παρούσας αγωγής και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να μου αποπληρώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον τους, εξ όσων γνωρίζω προσωπικά και τυχόν αποξένωση της επιχείρησης θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου.
  5. ..........
  6. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγινε με κάποια καθυστέρηση, η οποία οφείλετο στις προσπάθειες μου για διευθέτηση, οι οποίες μόλις πριν λίγες μέρες διαφάνηκε ότι δεν θα είχαν ουδεμία κατάληξη, οπότε και προέκυψε ο κίνδυνος αποξένωσης, αφού προηγουμένως οι εναγόμενοι 1 και 2 με τις υποσχέσεις τους με κορόιδευαν ότι θα υπήρχε φιλική διευθέτηση της διαφοράς.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Ωστόσο είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν επιδιώκεται η εξασφάλιση δηλωτικής απόφασης για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας, ούτε οποιαδήποτε θεραπεία στη βάση ακυρώσιμης ή άκυρης συμφωνίας, ούτε δήλωση ή απόφαση για την ιδιοκτησία της επιχείρησης εστιατορίου ή διάταγμα για την επιστροφή εστιατορίου. Οι επιζητούμενες θεραπείες περιορίζονται μόνο στην αξίωση γενικών και/ή ειδικών αποζημιώσεων συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης αθέμιτης πίεσης και/ή εκβιασμού και/ή εκμετάλλευσης των Εναγόντων και/ή της ψυχολογικής κατάστασης του Ενάγοντα από την Εναγομένη 1 και/ή τους Εναγομένους 2 αναφορικά με την κατάρτιση συμφωνίας πώλησης επιχείρησης εστιατορίου. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 ότι τυχόν αποξένωση της επιχείρησης εστιατορίου θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου είναι παντελώς ανυπόστατος εφόσον, επαναλαμβάνω, δεν επιδιώκεται, ούτε επιζητείται οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με το θέμα της ιδιοκτησίας και κατοχής της επιχείρησης εστιατορίου αλλά η απαίτηση των Εναγόντων περιορίζεται σε χρηματική απαίτηση εφόσον διεκδικούνται αποκλειστικά και μόνο αποζημιώσεις. Για να το θέσω ακόμη πιο ξεκάθαρα τυχόν αποξένωση της επιχείρησης εστιατορίου ουδόλως επηρεάζει τη δυνατότητα των Εναγόντων να αξιώσουν και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις που είναι και οι μοναδικές θεραπείες που συμπεριέλαβαν στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Ως αποτέλεσμα τούτου δεν μπορεί, συνεπώς, να τύχει εφαρμογής το Άρθρο 4 του ΚΕΦ.
  7. Τούτου δοθέντος, έχω την άποψη ότι τα όσα αναφέρει ο Ενάγων 1 στην ένορκη δήλωση του και ειδικότερα ο τρόπος που εκθέτει και παρουσιάζει τα σχετικά γεγονότα είναι ξεκάθαρα παραπλανητικός και δίδεται μια λανθασμένη και, επαναλαμβάνω, παραπλανητική εικόνα των γεγονότων. Η παρουσίαση, επομένως, των γεγονότων με τον τρόπο που επέλεξε ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του που καταχώρησε προς υποστήριξη της μονομερούς Αίτησης του και η παραπλανητική και λανθασμένη αναφορά στο ότι η αποξένωση της επιχείρησης εστιατορίου θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου χωρίς να ξεκαθαρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι θεραπείες που επιζητούντο στην αγωγή δεν είχαν οποιανδήποτε σχέση είτε με την ιδιοκτησία, είτε με την κατοχή της εν λόγω επιχείρησης, συνιστά σοβαρή παρασπονδία σε σχέση με το καθήκον που είχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την Αίτηση ουσιώδη γεγονότα. Η εντύπωση που δόθηκε με τα όσα ο Ενάγων 1 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο ήταν ότι η ιδιοκτησία ή η κατοχή της επιχείρησης του εστιατορίου αποτελούσε αντικείμενο της αγωγής με βάση τις επιζητούμενες σε αυτήν θεραπείες. Στο μονομερές αυτό στάδιο οι Ενάγοντες ουδέποτε επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στις θεραπείες που αξίωναν και επιζητούσαν αλλά, αντίθετα, παραπλανητικά και λανθασμένα παρέστησαν ότι η τυχόν αποξένωση της επιχείρησης εστιατορίου θα καθιστούσε την αγωγή χωρίς αντικείμενο. Θα πρόσθετα, ακόμη, ότι με τον τρόπο που παρουσίασε ο Ενάγων τα γεγονότα έδωσε την πεπλανημένη εικόνα ως προς την ύπαρξη των προϋποθέσεων που δικαιολογούσαν την επίκληση και εφαρμογή του Άρθρου 4 του ΚΕΦ.6 ενώ στην πραγματικότητα η υπό εξέταση υπόθεση δεν εντασσόταν στα πλαίσια του εν λόγω Άρθρου αλλά αποτελούσε περίπτωση καθαρά μιας απαίτησης για αποζημιώσεις όπου το κύριο ζητούμενο, εφόσον θα εξετάζετο σε μια τέτοια περίπτωση το εύλογο ή μη της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής, πέραν της απόδειξης από πλευράς Ενάγοντα της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότητας επιτυχίας, ήταν η φερεγγυότητα ή μη των Εναγομένων για σκοπούς αποφυγής κινδύνου μη ικανοποίησης απόφασης που ενδεχομένως λαμβανόταν υπέρ των Εναγόντων. Ως αποτέλεσμα καταλήγω ότι ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης των πιο πάνω γεγονότων και στοιχείων ήταν τέτοιος που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη αλλά και παρουσίαση των γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί σωστά και κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Παρά το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις η επίπτωση ενόψει όλων των πιο πάνω δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η άρνηση του Δικαστηρίου να προχωρήσει και εξετάσει την ουσία των άλλων εγειρομένων θεμάτων και η ακύρωση του Διατάγματος που είχε εκδοθεί στη βάση της μονομερούς Αίτησης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο θα πληρούνταν, εν πάση περιπτώσει, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος σε περίπτωση που, κατ' έφεση, κριθεί ότι η πιο πάνω κρίση μου είναι λανθασμένη. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείτο η έκδοση και η οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης αθέμιτης πίεσης και/ή εκβιασμού και/ή εκμετάλλευσης των Εναγόντων και/ή της ψυχολογικής κατάστασης του Ενάγοντα 1 από την Εναγόμενη 1 και ή τους Εναγόμενους 2 αναφορικά με την κατάρτιση Συμφωνίας πώλησης επιχείρησης εστιατορίου κατά ή περί τον Μάιο του
  8. Βασικά η αιτούμενη θεραπεία των αποζημιώσεων περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι δεν υπήρξε ελεύθερη συναίνεση όταν καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία πώλησης επιχείρησης εστιατορίου λόγω της ύπαρξης των στοιχείων που καταγράφονται στην παρά.(Α) της θεραπείας στη γενική οπισθογράφηση. Επί του θέματος αυτού σχετικά είναι τα Άρθρα 14,19,20 και 21 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.149 ως, επίσης, και το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ.148 που αναφέρεται στο αστικό αδίκημα της απάτης. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ' ισχυρισμό έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης πριν την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας από μέρους του Ενάγοντα 1 και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων πάνω σε αυτή τη βάση, και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η πλευρά του Ενάγοντα μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι η επίδικη Συμφωνία πώλησης επιχείρησης εστιατορίου επιτεύχθη ως αποτέλεσμα εκβιασμού και/ή εκμετάλλευσης της ψυχολογικής του κατάστασης από μέρους της Εναγομένης
  9. Από την άλλη η πλευρά της Εναγόμενης 1 μέσω της ένορκης της δήλωσης ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση εκβίασε ή εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση του Ενάγοντα 1 και ότι η επίδικη Συμφωνία δεν ήταν αποτέλεσμα τέτοιων περιστάσεων και ούτε η ίδια είχε οποιαδήποτε συζήτηση απευθείας με τον Ενάγοντα 1 σε σχέση με τη Συμφωνία αυτή. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι με τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά των Εναγόντων μέσω της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1 τίποτα δεν έχει αναφερθεί που να εμπλέκει την Εναγόμενη 2 εταιρεία με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται σε σχέση με αυτήν οποιαδήποτε πιθανότητα ή προοπτική επιτυχίας. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο Ενάγων/Αιτητής προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά του Ενάγοντα στις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση μόνο με την Εναγόμενη
  1. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το ζήτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσον έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία και μαρτυρία από τα οποία να τίθεται θέμα δυσκολίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης κατά το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον των Εναγομένων 1 και
  2. Υπενθυμίζεται ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Για το θέμα αυτό το μόνο που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται μέσω της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1 είναι ότι οι Εναγόμενοι «δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να μου αποπληρώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον τους, εξ όσων γνωρίζω προσωπικά .»[15]. Ουδεμία άλλη αναφορά γίνεται, ενώ οι Ενάγοντες κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζουν προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού. Ούτε, όπως προέκυψε, προέβησαν σε οποιεσδήποτε έρευνες κατά το στάδιο που καταχωρήθηκε η μονομερής αυτή Αίτηση για να διαπιστώσουν με στοιχεία την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, όπως π.χ. με τη διενέργεια έρευνας στο Κτηματολόγιο ή οποιεσδήποτε άλλες έρευνες. Ειδικότερα λέω ότι οι Ενάγοντες ουδεμία μαρτυρία έχουν προσκομίσει αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων και την ύπαρξη από αυτούς οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων μέσω της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασής τους στην παρά.
(4)αυτής, αφού απορρίπτει τα όσα ισχυρίστηκε ο Ενάγων για την οικονομική δυνατότητα των Εναγομένων ως ψευδή, ισχυρίζεται ότι η ίδια και ο σύζυγος της διατηρούν και άλλη επιχείρηση εστιατορίου με καλά εισοδήματα ενώ η ίδια είναι και ιδιοκτήτρια οχτώ
(8)ακινήτων για τα οποία μάλιστα επισυνάπτει αντίγραφα πιστοποιητικών εγγραφής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) η αξία των οποίων υπολογίζεται σε €2.200.
  1. Σε απάντηση των πιο πάνω ο Ενάγων σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αναφερόμενος στα ακίνητα της Εναγόμενης 1 απλώς περιορίζεται στο να αναφερθεί στην αγοραία αξία τους κατά το 1980 και στις επιβαρύνσεις που υπάρχουν σε αυτά. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1 ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας 1 προσπαθεί να αλλοιώσει την εικόνα της μεγάλης αξίας της περιουσίας της αναφερόμενος σε εμπράγματα βάρη που τα πλείστα εξ αυτών αφορούν συνιδιοκτήτες της Εναγομένης 1 και στην αγοραία αξία τους κατά την 1.1.80 η οποία καταγράφεται στην εγγραφή για σκοπούς φορολόγησης ενώ καμία σχέση έχει με την πραγματική αγοραία αξία τους. Είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω ότι η πλευρά των Εναγόντων παρέλειψε να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων παρά μόνο προέβη σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί οικονομικής τους αδυναμία να αποπληρώσουν οποιαδήποτε ποσά σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον τους. Πέραν τούτου θα προχωρούσα ένα βήμα πιο κάτω και θα έλεγα ότι όχι μόνο δεν παρουσίασαν την απαιτούμενη μαρτυρία για να υποστηρίξουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους αλλά και ο τρόπος που σχολίασαν και παρουσίασαν κάποια στοιχεία, κατόπιν που η Εναγόμενη 1 αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα ακίνητα που είχε επ' ονόματι της, με τις αναφορές στην αγοραία αξία τους κατά την 1.1.80 και τις επιβαρύνσεις που είχαν αυτά χωρίς οποιαδήποτε προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με την πραγματική αγοραία αξία τους σήμερα, ήταν πέραν από ελλιπής και παραπλανητικός. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό Διάταγμα που εξεδόθη ημ. 1.2.12 ακυρώνεται με έξοδα σε βάρος των Αιτητών/Εναγόντων και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Δέστε επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235 και P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [6] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [7] Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [8] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578. [9] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. [10] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. 7«Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [12] Δέστε, επίσης, Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 A.A.Δ. 836, 847 [13] Δέστε, επίσης, την υπόθεση Harvardskiy v. Daventree, Πολ. Έφεση 9/07 ημερ. 10/7/08. [14] Δέστε Βασιλική Χαραλάμπους ν. PETROS MICHAEL EXCLUSIF LTD κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. [15] Δέστε παρα.
(18)της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 30.1.12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.