← Κύπρος

JOHN MICHAEL DYKE ν. ABINSURANCE CYPRUS AGENCY LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 1280/10, 30/7/2012

JOHN MICHAEL DYKE ν. ABINSURANCE CYPRUS AGENCY LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 1280/10, 30/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αρ.Αγωγής 1280/10 Μεταξύ: JOHN MICHAEL DYKE Ενάγοντα -και-

  1. A.B.INSURANCE CYPRUS AGENCY LTD
  2. ANTHONY LEONARD TRAYNOR Εναγομένων Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας 4.5.12 Ημερομηνία: 30 Ιουλίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/Ενάγοντα: κος Τ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 και 2/Καθ' ών η Αίτηση: κα Λ. Χρίστου για Νικολαΐδης Στυλιανού Δ.Ε.Π.Ε. Για την Marjorie Denise Traynor: κος Α. Λοΐζου για Τσίτσιος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με μονομερή αίτηση ο Ενάγων/Αιτητής εξαιτείτο από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα μέχρι εκδικάσεως και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής του Ενάγοντα και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου : (Α) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται και/ή να παγοποιείται συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός του Εναγόμενου 2 και της Marjorie Denise Traynor στην τράπεζα USB BANK PLC στοιχεία του οποίου καθορίζονταν, (Β) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 και στην Marjorie Denise Traynor να αποσύρουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό τους, (Γ) Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την τράπεζα USB BANK PLC όπως παγοποιήσει τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό, (Δ) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 και στην Marjorie Denise Traynor να κάνουν χρήση καθ' οιονδήποτε τρόπο του ποσού των €210.000 που έχουν να λάβουν σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 23.4.12 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 149/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και με το οποίο να διατάττονται όπως καταθέσουν το ποσό των €210.000 στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης ο συνήγορος του Ενάγοντα απέσυρε τα Αιτητικά υπό στοιχείο (Γ) και (Δ) και ταυτόχρονα περιόρισε την απαίτηση του για διάταγμα μέχρι ποσού €300.
  4. Δήλωσε δε ρητά ότι περιορίζετο σε Διατάγματα που να στρέφονται άμεσα μόνο εναντίον του Εναγόμενου 2 επιφυλάττοντας, όπως δήλωσε, τη δυνατότητα να στραφεί εναντίον της Marjorie Denise Traynor αν αυτή συνεργήσει σε παρακοή του διατάγματος.[1] Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Αίτηση και κρίνοντας ότι ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος προχώρησε στην έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 να αποσύρει καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήματα μέχρι του ποσού των €300.000 από τον τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα USB BANK PLC στοιχεία του οποίου εξειδικεύονται και καταγράφονται στην Αίτηση. Δόθηκαν ταυτόχρονα οδηγίες όπως επιδοθεί το διάταγμα εκτός από τον Εναγόμενο 2 στην USB BANK PLC και στην Marjorie Denise Traynor. Μετά την εμφάνιση της USB BANK PLC, του Εναγόμενου 2 και της Marjorie Denise Traynor ενώπιον του Δικαστηρίου και, αφού δηλώθηκε εκ μέρους της USB BANK PLC ότι δεν είχαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, δόθηκε χρόνος στον Εναγόμενο 2 και στην Marjorie Denise Traynor για καταχώρηση ένστασης. Με την παρούσα διαδικασία ο Ενάγων επιδιώκει την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ η πλευρά του Εναγόμενου 2 και της Marjorie Denise Traynor την ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 1-5, 7-8, 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χαρούλας Καϊλή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ® Ο Ενάγων/Αιτητής είναι Βρεττανός υπήκοος και επιχειρηματίας στο επάγγελμα. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η παρούσα αγωγή και ως Τεκμήριο 1(Α) προηγούμενη αίτηση για προσωρινό διάταγμα με τις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν. ® Στα πλαίσια της πιο πάνω μονομερούς αίτησης και αγωγής εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στις 19.11.10 το οποίο οριστικοποιήθηκε μετά από ακρόαση στις 26.10.
  5. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2(Α)-(Γ) το ρηθέν προσωρινό διάταγμα, η απόφαση του Δικαστηρίου και το οριστικοποιημένο διάταγμα. Η απόφαση, Τεκμήριο 2(Β), έχει εφεσιβληθεί και ακόμη να οριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο δικάσιμος της έφεσης. ® Σήμερα πριν από λίγη ώρα ο δικηγόρος κος Τάσος Κουκούνης πληροφορήθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ότι εκδόθηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης το οποίο αφορά το ακίνητο το οποίο ο Εναγόμενος 2 δεσμεύτηκε όπως μη αποξενώσει και μεταβιβάσει σύμφωνα με το Τεκμήριο 2(Α)-(Γ). Επισυνάπτεται το σχετικό διάταγμα ειδικής εκτέλεσης στην αγωγή 149/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερομηνίας 23.4.12 ως Τεκμήριο 3 όπου φαίνεται ξεκάθαρα η προσπάθεια παράκαμψης και παρακοής του διατάγματος Τεκμήριο 2(Α)-(Γ). ® Ο κος Τάσος Κουκούνης έχει πληροφορηθεί ότι ο Εναγόμενος 2 και η σύζυγος του η Marjorie Denise Traynor βρίσκονται στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και περιμένουν να πάρουν στα χέρια τους επιταγή ύψους €210.000 που έχει εκδοθεί επ' ονόματι τους σύμφωνα με τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 3 γεγονός που καταδεικνύει ότι η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 149/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου έγινε σκόπιμα για να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, να το εκτελέσει το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και το διάταγμα, Τεκμήριο 2(Α)-(Γ) να καταστεί άχρηστο και ο Ενάγων να χάσει την οποιαδήποτε εξασφάλιση του και την αγωγή που έχει εγείρει εναντίον των Εναγομένων. ® Ως εκ των ανωτέρω είναι εξαιρετικά επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. ® Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, μεγάλη πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή του και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλο περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο και έχουν παραβεί το διάταγμα του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 2(Α)-(Γ) και προσπαθούν να ξεφύγουν από τις υποχρεώσεις τους έναντι του Ενάγοντα. ® Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ο Ενάγων διατρέχει σοβαρό και πολύ πιθανό κίνδυνο να μην μπορεί να αποζημιωθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 για τις ζημιές που έχει υποστεί εξαιτίας της παράβασης των εν λόγω συμφωνιών που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  6. ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τους Εναγομένους 1 και 2 η οποία βασίζεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4, 5,7 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.48, θθ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ο Ενάγοντας δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Όσον αφορά την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν είναι εμφανής και επιπλέον δεν υπάρχει ορατό το ενδεχόμενο ή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία. Ο Ενάγοντας δεν ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ο Αιτητής δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτουν τα Άρθρα 4

(1)και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Ο Αιτητής απέκρυψε και/ή δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο με σκοπό και μόνο να εκδοθεί το διάταγμα. Ο Αιτητής κωλύεται λόγω συμπεριφοράς στο να δικαιούται την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων υπέρ του. Το διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ü Στις 26.10.11 το Δικαστήριο οριστικοποίησε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 17.11.10 σύμφωνα με το οποίο απαγόρευε στον Εναγόμενο 2 με οποιοδήποτε τρόπο να αποξενώσει το μερίδιο 1/2 που κατέχει στο επίδικο ακίνητο και το οποίο κατέχει εξ ημισίας με τη σύζυγο του Marjorie Denise Traynor με την οποία βρίσκεται σε διάσταση. ü Ο Εναγόμενος 2 και η σύζυγος του προέβησαν σε συμφωνία πώλησης του εν λόγω ακινήτου στις 19.1.10 με τους κ.κ. Τζιηρκαλλή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. ü Η εν λόγω συμφωνία πώλησης ακινήτου κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου και έλαβε αριθμό πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ35/
  3. Με την κατάθεση του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου δημιουργήθηκε εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 2 και της συζύγου του. ü Όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής, βάσει της νομοθεσίας που αφορά την ειδική εκτέλεση συμβάσεων οι αγοραστές του πιο πάνω ακινήτου είχαν καλύτερο δικαίωμα επί της περιουσίας του Εναγόμενου 2 από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δημιουργούσε άλλο εμπράγματο βάρος ή μεταγενέστερο προσωρινό διάταγμα εναντίον του μεριδίου του ή εναντίον του ιδίου προσωπικά. ü Είναι σαφές από τον όρο 3(Γ) της συμφωνίας ημερομηνίας 19.1.10 ότι θα γινόταν στο μέλλον εκτέλεση της συμφωνίας. Η πραγματική μεταβίβαση της περιουσίας προγραμματιζόταν να γίνει το 2012 και συγκεκριμένα στις 19.1.
  4. Οι αγοραστές του μεριδίου του Εναγόμενου στην ακίνητη περιουσία ενημερώθηκαν για το γεγονός ότι τελούσε υπό απαγόρευση με προσωρινό διάταγμα και ότι δεν θα μπορούσε να τους μεταβιβάσει το μερίδιο του, και, ως εκ τούτου, έλαβαν δικαστικά μέτρα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 19.1.
  5. ü Έναντι της τιμής αγοράς, η οποία συμφωνήθηκε για την πώληση που ήταν €550.000 ο Εναγόμενος 2 έλαβε το ποσό των €150.
  6. ü Η αγωγή με αριθμό 149/12 που κινήθηκε από τους αγοραστές του ακινήτου εναντίον του Εναγόμενου 2 και της συζύγου του καταχωρήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος το οποίο οριστικοποιήθηκε στις 26.10.11 και το οποίο είχε απαγορεύσει στον Εναγόμενο 2 να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το μερίδιο που του αναλογεί σε αυτό. ü Ο Εναγόμενος 2 δεν μπορούσε να υπερασπιστεί την εν λόγω αγωγή η οποία είχε αντικείμενο την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης ακινήτου ημερομηνίας 19.1.10 ένεκα του διατάγματος του Δικαστηρίου. Οι αγοραστές είχαν κάθε δικαίωμα να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να γίνουν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Αρνείται τον ισχυρισμό ότι δεν καταχώρησε εμφάνιση με σκοπό να παρακάμψει και/ή να παρακούσει το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.
  7. ü Ουδέποτε ο Εναγόμενος 2 βρέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με σκοπό να προβεί στην μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου όπως είναι ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. ü Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Marjorie Denise Traynor ήταν στο Κτηματολόγιο και, αν ήταν, δεν παραβίασε οποιοδήποτε διάταγμα αφού ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου και είχε κάθε δικαίωμα να εισπράξει το τίμημα πώλησης, ενώ δεν είχε κανένα διάταγμα ή απαγόρευση εναντίον της. ü Σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 23.4.12 στην αγωγή υπ' αριθμό 149/12 οι Ενάγοντες/Αγοραστές είχαν κάθε δικαίωμα να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για να καταστήσουν δυνατή την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Επιπλέον σύμφωνα με το ίδιο διάταγμα οποιοδήποτε υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς το οποίο όφειλαν στους πωλητές έπρεπε να κατατεθεί στον κοινό λογαριασμό που ο Εναγόμενος 2 έχει με την Marjorie Denise Traynor. ü Η ένορκη δήλωση της Αίτησης δεν παρέχει πληροφορίες, γεγονότα ή στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση και διατήρηση συντηρητικού διατάγματος κατά των εσόδων από την πώληση του συνόλου της ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται πιο πάνω. Ο Εναγόμενος 2 στη συνέχεια αρνείται ότι αποκαλύπτεται στην παρούσα υπόθεση καλή βάση αγωγής και προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την επίδικη Συμφωνία ημερομηνίας 1.9.08 στους οποίους θα αναφερθούμε σε άλλο μέρος της απόφασης. Επίσης προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που αφορούν τις εργασίες της Εναγόμενης Εταιρείας αρ.1 σχολιάζοντας και απαντώντας ισχυρισμούς του Ενάγοντα σύμφωνα με τους οποίους αντικρούεται η θέση για παύση και/ή αναστολή των εργασιών της εταιρείας και/ή για «άδειασμα» των τραπεζικών της λογαριασμών. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ MARJORIE DENISE TRAYNOR ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση και από την Marjorie Denise Traynor η οποία βασίζεται στην ίδια νομική βάση που επικαλέστηκε η πλευρά του Εναγόμενου
  8. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να γίνει απόλυτο το προσωρινό διάταγμα. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε εύλογη πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία, ενώ η αξίωση του είναι αποτιμητή σε χρήμα και δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα. · Δεν έχει αποδειχθεί ότι σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα ο Ενάγων δεν θα δυνηθεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση σε μεταγενέστερο στάδιο. · Η ζημιά που θα υποστεί η Marjorie Denise Traynor από την οριστικοποίηση του διατάγματος είναι τεράστια και/ή δυσανάλογη σε σύγκριση με την ζημιά που πιθανών να υποστεί ο Ενάγοντας. Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Marjorie Denise Traynor η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και, συνεπώς, δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα που να επηρεάζει την περιουσία της. Το ποσό που περιλαμβάνεται στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό ανήκει αποκλειστικά στην Marjorie Denise Traynor και όχι στον Εναγόμενο
  9. Ο Ενάγοντας δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Το διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Marjorie Denise Traynor στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: o Το διάταγμα ημερομηνίας 4.5.12 δεν αποτελεί διάταγμα παγοποίησης του επίδικου λογαριασμού, ούτε και απευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ίδια προσωπικά. Εντούτοις η USB BANK PLC αρνείται να της επιτρέψει να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό ισχυριζόμενη ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί. Αυτός είναι και ο λόγος καταχώρησης της ένστασης. o Με τον Εναγόμενο 2 η ενόρκως δηλούσα είναι σε διάσταση από τον Δεκέμβριο του 2009 οπόταν και πήραν την απόφαση να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο 1/2 μερίδιο επ' ονόματι της και 1/2 μερίδιο επ' ονόματι του Εναγόμενου
  10. Μη έχοντας άλλη επιλογή εξακολουθεί να συγκατοικεί με τον Εναγόμενο 2 μέχρι σήμερα αφού μη έχοντας άλλα χρήματα αναμένει το προϊόν της πώλησης της πιο πάνω κατοικίας για να μπορέσει να αγοράσει νέα δική της. Προσωρινά διαμένουν και οι δύο στην κατοικία αυτή αφού οι νέοι αγοραστές αποδέκτηκαν να τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να διαμένουν εκεί μέχρι την 31η Ιανουαρίου 2013 έναντι ενοικίου. Στις 19.1.10 η ίδια και ο Εναγόμενος 2 προέβηκαν σε συμφωνία πώλησης της εν λόγω οικίας με τους κ.κ. Στυλιανό, Αναστασία και Χαράλαμπο Τζιηρκαλλή. Στις 22.1.10 η εν λόγω συμφωνία πώλησης ακινήτου κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και έλαβε αριθμό πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 35/
  11. Η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης ήταν €550.000 πλέον €50.000 για την κινητή περιουσία που περιλαμβανόταν στην οικία και ο Εναγόμενος 2 έχει ήδη λάβει διάφορα ποσά μέχρι σήμερα. Η ίδια δεν έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό από την πώληση αφού είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους ότι το μερίδιο της θα το έπαιρνε από την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος μετά την εξόφληση της υποθήκης. Στις 26.10.11 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγόρευε στον σύζυγο της από το να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το μερίδιο που της αναλογούσε επί του πιο πάνω ακινήτου. Ακολούθως στις 23.4.12 οι αγοραστές του ακινήτου πέτυχαν την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 149/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Δεν έδωσε οδηγίες σε δικηγόρο να την υπερασπιστεί κατόπιν νομικής συμβουλής ότι δεν είχε υπεράσπιση στην αγωγή. Από το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα επηρεάζεται ουσιαστικά μόνο η ίδια χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με την αγωγή. Οι αγοραστές της οικίας τους κατέθεσαν στις 9.5.12 το ποσό των €225.000 στον κοινό λογαριασμό του Εναγόμενου 2 με τα της ενόρκως δηλούσας. Με βάση τις πληρωμές που έγιναν από τους αγοραστές πλήρωσαν το συνολικό ποσό των €596.911.29 και απομένει ένα υπόλοιπο ύψους €3.088.
  12. Σαν ιδιοκτήτρια του 1/2 της οικίας που πώλησαν δικαιούται να λάβει το 1/2 από το καθαρό ποσό που θα εισπράττετο από την πώληση, ήτοι το 1/2 από το ποσό των €440.962.
  13. Αυτό το ποσό προκύπτει αν αφαιρεθούν από τις €600.000 δικηγορικά έξοδα, φόρος κεφαλαιουχικών κερδών το ποσό για εξόφληση της υποθήκης. Συνεπώς είναι ξεκάθαρο πως από το ποσό των €225.262.87 που υπάρχει σήμερα στον λογαριασμό το ποσό των €220.481.41 ανήκει αποκλειστικά στην ίδια αφού κανένα ποσό δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα. Η USB BANK PLC συνεπεία της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος αρνείται να της επιτρέψει την ανάληψη οποιουδήποτε ποσού από τον πιο πάνω λογαριασμό και, συνεπώς, το διάταγμα την επηρεάζει δραστικά και άμεσα περιορίζοντας την στο τρόπο που θα ήθελε και θα επιθυμούσε να κατέχει και να διαχειρίζεται τα μόνα χρήματα που της έχουν απομείνει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[2]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[3] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[4]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[5]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[6]. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[7], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (δική μου υπογράμμιση) Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι στις 4.5.12 ο Ενάγων, μετά που οι δικηγόροι του έμαθαν για το γεγονός της έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης αναφορικά με το ακίνητο για το οποίο είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα που απαγόρευε στον Εναγόμενο 2 να αποξενώσει το 1/2 μερίδιο του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2Α στην ένορκη δήλωση της κας Καϊλή ημερ. 4.5.12), ως, επίσης, και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 και η σύζυγος του βρίσκονταν στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου αναμένοντας να εισπράξουν επιταγή ύψους €210.000 που είχε εκδοθεί επ' ονόματί τους με βάση τις πρόνοιες της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 23.4.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερ. 4.5.12) , ενήργησε αμέσως και μέσω των δικηγόρων του καταχώρησε την υπό εξέταση μονομερή Αίτηση για προσωρινό διάταγμα για δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού του Εναγόμενου 2 και της συζύγου του. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης του συντηρητικού διατάγματος που εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Ενάγοντα-Αιτητή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Προχωρώ τώρα να θέσω το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[8]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... ......................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Επιπρόσθετα, η "... υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα" (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97). Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση τα ζητήματα που η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν έτυχαν πλήρους αποκάλυψης από πλευράς του Ενάγοντα τα εξετάζουμε σε άλλο μέρος της Απόφασης όπου διαπιστώνεται ότι αναφέρονται σε αντικρουόμενες εκδοχές που οι διάδικοι προβάλλουν στην παρούσα αγωγή. Και αναφέρομαι συγκεκριμένα στον ισχυρισμό αναφορικά με το κλείσιμο του ασφαλιστικού γραφείου της Εναγόμενης εταιρείας που διατηρούσε στην Πάφο και στην πώληση συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών συμβολαίων των πελατών της σε κάποια άλλη εταιρεία. Γι' αυτά τα ζητήματα, όπως θα διαφανεί καλύτερα από την εξέταση που γίνεται στη συνέχεια της Απόφασης, δεν τίθεται, κατά την άποψή μου, θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων αλλά, επαναλαμβάνω, θέμα αντικρουόμενων εκδοχών που προβάλλονται από τους διάδικους. Ως αποτέλεσμα η εισήγηση για μη αποκάλυψη από μέρους του Ενάγοντα ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση δεν ευσταθεί. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού Διατάγματος. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η διαφορά των διαδίκων εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση Συμφωνίας Δανείου. Πρόκειται για Συμφωνία η οποία φέρεται να είχε συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης Εταιρείας αρ.1 την 1.9.2008 με εγγυητή τον Εναγόμενο 2 ο οποίος ανέλαβε γραπτώς, υπογράφοντας εγγυητήριο έγγραφο την 1.9.2008 το οποίο ήταν ενσωματωμένο στην ρηθείσα Συμφωνία δανείου, την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων της τελευταίας. Με βάση την προαναφερθείσα Συμφωνία δανείου ο Ενάγοντας δάνεισε στην Εναγόμενη Εταιρεία αρ.1 το συνολικό ποσό των €177.990.
  1. Θα αποπληρώνετο δε μέσω μηνιαίων δόσεων εκ €4.078,95 της 1ης δόσης πληρωτέας την 1.1.09 και ακολούθως την 1η ημέρα εκάστου μηνός μέχρι τελικής εξόφλησης στις 31.12.
  2. Καθορίζετο δε χρέωση επιτοκίου 10% ετησίως όπως και τόκος υπερημερίας 8% ετησίως. Περαιτέρω η επίδικη Συμφωνία προέβλεπε πως αν οποιοδήποτε γεγονός αθέτησης και/ή παράβασης («event of default») λάμβανε χώρα, τότε ολόκληρο το ποσό το οφειλόμενο θα καθίστατο πληρωτέο και απαιτητό. Μεταξύ άλλων αναφέρονται ως τέτοια περιστατικά η περίπτωση όπου η Εναγόμενη Εταιρεία παρέλειπε να πληρώσει κάποια δόση μετά που θα καλείτο σε συμμόρφωση με την υποχρέωση της αυτή όπως, επίσης, και η περίπτωση που η Εναγόμενη Εταιρεία έπαυε να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα αναστέλλοντας ή παύοντας τη διεξαγωγή των εργασιών της ή οποιοδήποτε ουσιώδες μέρος αυτών. Είναι περαιτέρω η εκδοχή του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη Εταιρεία αρ.1, κατά παράβαση της επίδικης Συμφωνίας δανείου, παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε πληρωμή των δόσεων, όπως προνοείται στην Συμφωνία. Αυτό δε συνέχισε να ισχύει ακόμη και μετά που η Εναγόμενη Εταιρεία κλήθηκε με επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 6.10.10 να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 11.11.10 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγοντας κατέστησε ολόκληρο το ποσό του δανείου πληρωτέο και απαιτητό ασκώντας σχετικό δικαίωμα που παρείχετο από την επίδικη Συμφωνία. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει την καταβολή του εν λόγω ποσού μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους και τόκους υπερημερίας. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των εναγόντων. Είναι, λοιπόν, η κρίση μου ότι ο Ενάγων με βάση όλα τα πιο πάνω, έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο του σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στο παρόν στάδιο λοιπόν λαμβάνεται υπόψη και η μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει με ένορκη δήλωση το ενιστάμενο μέρος. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 2 και το ενδιαφερόμενο μέρος. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι επαναξιολογούνται οι περιστάσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος υπό το φως της σχετικής μαρτυρίας και της άλλης πλευράς. Για το ζήτημα της πιθανότητας επιτυχίας οι πιο πάνω ισχυρισμοί που περιέχονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ημερομηνίας 17.11.10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α) την οποίαν υιοθετεί η κα Καϊλή στην ένορκη δήλωση της ημερ. 4.5.
  3. Σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία ο Εναγόμενος 2 εν πρώτοις αρνείται ότι ο Ενάγοντας δάνεισε το ποσό των €177.990,58 στην Εναγόμενη 1 ισχυριζόμενος ότι τέτοιο ποσό ούτε δόθηκε, ούτε εισπράχθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία[9] προσθέτοντας ότι η επίδικη Συμφωνία ημερομηνίας 1.9.08 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη.[10] Περαιτέρω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εγγύηση δεν είναι έγκυρη και ότι δεν δεσμεύεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εικονικότητας της Συμφωνίας. Ένας άλλος ισχυρισμός που προβάλλεται από τον Εναγόμενο 2 είναι ότι, σε περίπτωση που η Συμφωνία ημερομηνίας 1.9.08 θεωρηθεί έγκυρη, τότε θα ισχυριστεί ότι η Εναγόμενη 1 δεν παρέβη οποιαδήποτε Συμφωνία με τον Ενάγοντα.[11] Μάλιστα ισχυρίζεται ότι οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας αλλάχθηκαν με κοινή προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα προσθέτοντας ότι ο Ενάγοντας με τη συμπεριφορά του αποποιήθηκε του δικαιώματος να τερματίσει την Συμφωνία με τον τρόπο που έπραξε και ότι ήταν ρητή η δέσμευση του και/ή συμφωνία με την Εναγόμενη 1 ότι η αποπληρωμή των δόσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1.4 της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.08 θα άρχιζε το 2010.[12] Ισχυρίζεται, επίσης, ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.08 η Συμφωνία αυτή ήταν εικονική αφού σε καμία περίπτωση η Εναγόμενη Εταιρεία δανείστηκε το ποσό των €177.990,58 κατά την περίοδο 1.8.08-31.8.
  4. Προσθέτει ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.08 του είχαν γίνει ψευδείς παραστάσεις τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τους δικηγόρους του ότι ήταν ο Εναγόμενος 2 μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας και ότι θα έπρεπε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης Εταιρείας με σκοπό να αποσπάσουν την υπογραφή του και να γίνει εγγυητής μιας Εταιρείας με την οποία καμία σχέση είχε ως διευθυντής και/ή μέτοχος.[13] Σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας είτε προσωπικά, είτε μέσω του Λογιστή του επικοινωνούσαν μαζί του σε τακτική βάση και ότι γνώριζαν ότι καμία πληρωμή του ισχυριζόμενου δανείου προς την Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να αρχίσει την 1.1.
  5. Ο Ενάγοντας γνωρίζει ότι είχε γίνει λάθος στη Συμφωνία και ότι καμία πληρωμή θα έπρεπε να αρχίζει την 1.1.09 εφόσον είχε γίνει νέα διευθέτηση πληρωμής με την Εναγόμενη.[14] Προβάλλεται, τέλος, η θέση ότι σχετικά με τις απαιτούμενες πληρωμές είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Εναγόμενης Εταιρείας και του Ενάγοντα ότι αυτές θα ξεκινούσαν το
  6. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά του Ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο ο Ενάγων έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Δηλαδή κατά πόσο ο Ενάγων κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το Διάταγμα και ότι με εξαφάνιση του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που έχει ο Εναγόμενος 2 με τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του. Επισημαίνεται ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως προκύπτει λοιπόν από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[15]. Το υπό κρίση διάταγμα είναι τύπου Mareva. Στην Κύπρο διάταγμα τύπου Mareva μπορεί να εκδοθεί βάσει του Άρθρου 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960. Οδηγός επί του θέματος είναι οι αρχές που έχουν διατυπωθεί από την αγγλική νομολογία. Αυτό βεβαιώθηκε από τη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1989)1 C.L.R. 583. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Nemitsas Industries Ltd. v. S. & S maritimes Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, μετά που είχε διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva σε σχέση με χρηματικό ποσό το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τράπεζα. Κρίθηκε ότι τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα είχε σαν συνέπεια να μην μπορούν να το ανακτήσουν οι Ενάγοντες και να υποστούν μεγάλη αδικία την οποία το Δικαστήριο είχε εξουσία να αποτρέψει. Στην υπόθεση Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 627 επαναβεβαιώθηκε ο σκοπός του διατάγματος Mareva. Λέχθηκε ότι ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου και πλοίου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας για να καταστεί δυνατό για τον Ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση όταν εκδίδεται απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του. Στην υπόθεση Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182 χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι, εκτός αν χορηγείτο παρεμπίπτον διάταγμα σε περίπτωση που οι Ενάγοντες πετύχαιναν, υπήρχε κίνδυνος πριν από την εκτέλεση οι Εναγόμενοι να μετακινήσουν τα χρήματα τους εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Διάταγμα τύπου Mareva εκδόθηκε και στην υπόθεση Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ. κ.α. ν. του Πλοίου "Nikolay Markin" κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122. Στην υπόθεση A.B.P. Holdings κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 έγινε επισκόπηση της πορείας της νομολογίας και της εξέλιξης της δικαστικής πρακτικής στην έκδοση από τα Kυπριακά και Aγγλικά Δικαστήρια διαταγμάτων τύπου Mareva. Στην Αγγλία είναι καλά θεμελιωμένο ότι διάταγμα τύπου Mareva χορηγείται σε σχέση με απειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας. Στην αγγλική υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niederachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422 λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Πολύ διαφωτιστική κρίνεται η υπόθεση Poltava Petroleum v. Mexana Oil Ltd. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301. Στην εν λόγω υπόθεση αφού γίνεται μία αναδρομή τόσο στην αγγλική όσο και στην κυπριακή νομολογία αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva, υποδεικνύεται ότι το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι τυχόν απόφαση υπέρ του Ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Στην υπόθεση αυτή με παραπομπή στο Σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews υποδεικνύεται ότι σε αυτό επισημαίνεται ότι εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Ωστόσο στο πιο πάνω Σύγγραμμα γίνεται παράθεση μερικών από τους παράγοντες που δυνατόν να είναι σχετικοί και οι οποίοι καταγράφονται στην πιο πάνω απόφαση. Μεταξύ άλλων έχουν αναγνωριστεί ως σχετικοί οι ακόλουθοι παράγοντες: Ø Η φύση των περιουσιακών στοιχείων και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία μπορούν να διατεθούν ή να εξαφανιστούν, Ø η φύση και η οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του Εναγόμενου, Ø η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του Εναγόμενου, Ø η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του Εναγόμενου, Ø αν ο Ενάγοντας είναι αλλοδαπή εταιρεία στην οποία έχει εγγραφεί και το διαθέσιμο ή μη μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση, Ø το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του Εναγόμενου, Ø οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους το Εναγόμενου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία, Ø η συμπεριφορά του Εναγόμενου έναντι της αξίωσης του Ενάγοντα ήτοι κατά πόσο υπάρχει υπεκφυγή ή απροθυμία να λάβει μέρος στη διαδικασία ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης ή η απόλυτη σιωπή δυνατό να είναι παράγοντες που βοηθούν τον Ενάγοντα, Ø σχέσεις μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν. Τα διατάγματα Mareva μπορούν να δοθούν πλέον όχι μόνον προς παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας αλλά και προς παρεμπόδιση Εναγόμενου να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Αυτό αποφασίστηκε στην υπόθεση του αγγλικού Εφετείου Z Ltd v. A. & Others
(1982)1 All E. R. 556 μέσα από την ερμηνεία της σχετικής δικαιοδοτικής πρόνοιας[16]. Είναι δε ορθό να λεχθεί ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία πάντως του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη όταν κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Ενώ, όμως, η διακριτική ευχέρεια πρέπει να διατηρείται ελαστική και χωρίς τυπικούς περιορισμούς υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα των διαδίκων με κυρίαρχη αντίληψη ότι η στέρηση μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο Εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την υπόθεση Spider Trade Co. Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1759: «Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.» Παρομοίως στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd. v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1959 υποδείχθη πως σε κάθε περίπτωση η εξουσία για έκδοση προσωρινού διατάγματος πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης Ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται προσαγωγή μαρτυρίας ότι υφίσταται πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση από μέρους του Εναγόμενου. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, μία δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.[17] Σε σχέση λοιπόν με την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60 ο Ενάγων έχει επικαλεστεί δύο περιστατικά τα οποία έλαβαν χώρα και αφορούν τις εργασίες της Εναγόμενης
  1. Το πρώτο είναι ότι έκλεισε το ασφαλιστικό της γραφείο που διατηρούσε στη Πάφο[18] και το δεύτερο ότι πώλησε συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών συμβολαίων των πελατών της σε κάποια άλλη εταιρεία.[19] Ένα άλλο γεγονός που προβάλλεται είναι ότι η Εναγόμενη Εταιρεία έχει αδειάσει όλους τους λογαριασμούς της με την Τράπεζα Κύπρου και παρέμειναν ασήμαντα υπόλοιπα.[20] Από την άλλη ο Εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς περί παύσης της εταιρείας να λειτουργεί ως ασφαλιστής, αντιπρόσωπος ή υποαντιπρόσωπος ως, επίσης, και τους ισχυρισμούς περί συνολικής αναστολής των εργασιών και/ή ουσιώδους μέρους αυτών χωρίς την συγκατάθεση του Ενάγοντα.[21] Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία λειτουργεί κανονικά και έχει και κύκλο εργασίας και για τον σκοπό αυτό κατέθεσε διάφορα έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4-ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) για να υποστηρίξει ότι η Εταιρεία έχει εισόδημα και ότι προσδοκεί κατά το 2011 σε περαιτέρω εισόδημα από την σύναψη συμφωνιών με τα άτομα στα οποία έγιναν προσφορές.[22] Επισημαίνω εδώ ότι τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 8 - 10 αφορούν διάφορες προσφορές που η Εναγόμενη 1 εταιρεία έχει υποβάλει για σκοπούς ασφαλιστικής κάλυψης. Δεν έχουν, ωστόσο, παρουσιαστεί οποιεσδήποτε προσφορές (insurance quotes) που η Εναγόμενη 1 εταιρεία έδωσε μέσα στο 2011 και μέσα στο 2012 ούτως ώστε να διαφανεί η δραστηριότητα της εταιρείας και πιο πρόσφατα. Τα πιο πάνω στοιχεία, όπως προκύπτει, αφορούν μόνο τα έτη 2009 και
  2. Παρομοίως η βεβαίωση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης αφορά την περίοδο από 3.1.10 - 3.1.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), ενώ τα έγγραφα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με τις πληρωμές μισθωτών υπαλλήλων το έτος μέχρι τέλος του
  3. Δεν έχουν, δηλαδή, προσκομιστεί και παρουσιαστεί και τα πιο πρόσφατα στοιχεία και δεδομένα σε σχέση με τα πιο πάνω. Σε ό,τι αφορά, την Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 17.11.10) η οποία συνήφθη μεταξύ της Εναγόμενης 1 και μιας άλλης εταιρείας, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος προσωπικά παρέδωσε την εν λόγω Συμφωνία στον Ενάγοντα κατά τις αρχές του 2010 και ότι αυτός γνώριζε από τις 15.12.09 το περιεχόμενο αυτής της Συμφωνίας και ότι δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση στην σύναψη της τόσο πριν ή μετά την σύναψη της και ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την ακύρωση και/ή αποτροπή της.[23] Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι η πλευρά του Ενάγοντα μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Καϊλή ημερομηνίας 18.11.10[24] ισχυρίζεται ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 που αφορά τη Συμφωνία ημερομηνίας 15.12.09 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της 2 Bees Insurance Agents & Consultants (Cyprus) Ltd. αυτή δόθηκε στον Ενάγοντα από τον Άγγλο λογιστή του στα πλαίσια διεξαγωγής εσωτερικού ελέγχου στην Εναγόμενη 1 εταιρεία που είχε αποφασίσει ο Ενάγοντας να διενεργηθεί μετά που πληροφορήθηκε ότι είχε κλείσει το γραφείο της Εναγόμενης 1 εταιρείας στην Πάφο. Για την εν λόγω Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα) η πλευρά του Εναγόμενου 2 στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 5.6.12 αναφέρει ότι με βάση αυτή τη Συμφωνία η εταιρεία θα είχε εισόδημα και ότι διατηρούσε και διατηρεί μέχρις στιγμής δικαιώματα ασφάλισης, προώθησης και πώλησης ασφαλιστικών σχεδίων για πακέτα ασφάλισης, την ασφάλιση οικιστικών συγκροτημάτων και τουριστικών καταλυμάτων ως, επίσης, διατήρησε και το δικαίωμα ασφάλισης πώλησης και προώθησης ασφαλίσεων εγγύησης.[25] Όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο είναι γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία θα λάμβανε κάποιο τίμημα για την πώλησή του, όπως προβλέπεται στη σχετική συμφωνία η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό. Θα υπολογίζετο ως ποσοστό στην απόδοση του πωληθέντος χαρτοφυλακίου για περίοδο δύο ετών.[26] Πρόσθετα η εν λόγω Συμφωνία θέτει όρο ότι η Εναγόμενη εταιρεία για περίοδο τεσσάρων ετών δεν θα προωθούσε την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων σε Βρετανούς υπηκόους στην Κύπρο.[27] Παρά την πιο πάνω εκ πρώτης όψεως απόλυτη απαγόρευση, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η εν λόγω Συμφωνία επιτρέπει στην Εναγόμενη εταιρεία να πωλεί ασφάλειες σε σχέση με συγκροτήματα ακινήτων και με την ποιότητα και ασφάλεια προϊόντων. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι δεν έχει παρατεθεί από πλευράς Εναγόμενου 2 οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας στον τομέα αυτό μετά την πώληση του εν λόγω χαρτοφυλακίου. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για το κλείσιμο του γραφείου της εταιρείας στη Πάφο ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι στις 2.12.09 ο Ενάγοντας ενημερώθηκε και γραπτώς ότι θα έκλεινε το γραφείο στη Πάφο και ότι θα συνέχιζε η λειτουργία της επιχείρησης από την κατοικία του Εναγόμενου
  4. Υπογραμμίζει ότι ο Ενάγοντας γνώριζε πολύ καλά και συγκατατέθηκε στην μεταφορά της επιχείρησης στη διεύθυνση του Εναγόμενου στην Αγία Νάπα για σκοπούς ευκολίας ελέγχου της επιχείρησης.[28] Επισημαίνω στο σημείο αυτό την αναφορά της κας Καϊλή στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.11.10 όπου στην παρά.3 αυτής καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας είχε πληροφορηθεί από τον κον Peter Moran, συνεργάτη του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 και διευθυντή μιας άλλης εταιρείας η οποία είναι θυγατρική της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε κλείσει το γραφείο της στην Πάφο. Στην ίδια παράγραφο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όταν ο Ενάγοντας ρώτησε τον Εναγόμενο 2 για το γεγονός αυτό ο Εναγόμενος 2 του έδωσε ως δικαιολογία για το κλείσιμο του γραφείου ότι είχε προβλήματα με το προσωπικό της Εναγόμενης 1 εταιρείας στην Πάφο και ότι δεν εμπιστευόταν το εν λόγω προσωπικό. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για άδειασμα των τραπεζικών λογαριασμών της Εναγόμενης Εταιρείας ο Εναγόμενος 2, αφού απορρίπτει τέτοιο ισχυρισμό, αναφέρει ότι για να φανεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ο Ενάγων σχετική μαρτυρία και να δείξει πως και με ποιο τρόπο και πότε και ποια ποσά αφαιρέθηκαν ούτως ώστε να στοιχειοθετηθεί το ισχυριζόμενο «άδειασμα» ενώ, όπως προσθέτει, δεν το κάνει και παραθέτει, απλώς, λογαριασμούς με ποσά χωρίς να αναφέρει την περίοδο και αν υπήρχε κίνηση στους λογαριασμούς.[29] Καταθέτει δε ο Εναγόμενος 2 ως (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 31.8.08 μέχρι τέλος 2010 του μοναδικού τραπεζικού λογαριασμού που χρησιμοποιείτο το οποίο, όπως επισημαίνει ο Εναγόμενος 2, δείχνει καθαρά συνεχή κίνηση μέχρι τον Νοέμβριο 2010 και την κατάθεση τακτικά αρκετών ποσών χρημάτων και επιταγών που προκύπτουν από τις εργασίες της εταιρείας. Να επισημάνω εδώ ότι η πλευρά του Εναγόμενου 2 δεν αμφισβητεί στην ένορκη δήλωση του τα υπόλοιπα που ισχυρίζεται ο Ενάγων στην παρά.14 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 17.11.10 ότι υφίστανται στους αναφερόμενους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι οι λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει, λειτουργούν και ότι τα υπόλοιπα και οι καταθέσεις αλλάζουν συνεχώς. Επισυνάπτει δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 31.8.08 μέχρι τέλος του 2010 του τραπεζικού λογαριασμού 0582-01-003987 στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ. στο όνομα της Εναγόμενης 1 για να υποστηρίξει ότι αυτή φανερώνει συνεχή κίνηση μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 και την κατάθεση τακτικά αρκετών ποσών χρημάτων και επιταγών που προκύπτουν από τις εργασίες της εταιρείας. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.11.10 (μέρος του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13) ενώ παρουσιάζει συνολικές καταθέσεις €12.784,56 παρουσιάζει ταυτόχρονα και συνολικές αναλήψεις ύψους €10.814,00 αφήνοντας με αυτό τον τρόπο ένα μικρό υπόλοιπο της τάξης των €3.131,
  5. Περαιτέρω η κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 31.1.10 - που είναι και αυτή μέρος του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13 - ενώ παρουσιάζει συνολικές καταθέσεις ύψους €40.401,94, ταυτόχρονα παρουσιάζει και συνολικές αναλήψεις ύψους €41.889,89 έτσι ώστε το υπόλοιπο να ανέρχεται μόλις στο μικρό ποσό των €2.067,
  6. Ένα άλλο στοιχείο που παρέμεινε ασαφές, χωρίς την παράθεση οιωνδήποτε περαιτέρω επεξηγήσεων, είναι και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 και η σύζυγος του έχουν προβεί σε πώληση της οικίας τους χωρίς να αναφέρει ο Εναγόμενος 2 ούτε το λόγο που προχώρησε σε μια τέτοια ενέργεια, ούτε ποιες είναι οι προθέσεις του ιδίου όταν, τελικώς, η Συμφωνία Πώλησης υλοποιηθεί και ολοκληρωθεί και/ή ανεξάρτητα στο μεταξύ όπως και για τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ας σημειωθεί εδώ ότι στην παρά.16(k) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.12 προβάλλεται η θέση ότι το μερίδιο του στο ακίνητο είναι εξ αδιαιρέτου μερίδιο, δηλαδή 1/2 μερίδιο ακαθόριστο και ότι δεν δύναται να πωληθεί το ρηθέν ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση της συζύγου του καθ' ην στιγμή είναι ήδη κοινό έδαφος ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί με τη Συμφωνία Πώλησης ημερ.19.1.10 σε τρίτα άτομα και ότι, κατόπιν καταχώρησης αγωγής από μέρους των αγοραστών, εξεδόθη διάταγμα ειδική εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας στις 23.4.12.[30] Επισημαίνω δε ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγων στην παρά.22 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 17.11.10 περί πρόθεσης του Εναγόμενου 2 να πωλήσει την οικία του και της συζύγου του στην Κύπρο και να εγκαταλείψει την Κύπρο για να αποφύγει τα χρέη του ως εγγυητής των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 εταιρείας δεν έτυχαν οποιουδήποτε σχολιασμού ή απάντησης από πλευράς του Εναγόμενου 2 στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε. Ενώ από πλευράς Ενάγοντα προβάλλεται, μεταξύ άλλων, έντονα η θέση και ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έχει άλλη κινητή περιουσία ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο για να καλύψει το χρέος του προς τον Ενάγοντα πλην του 1/2 μεριδίου που κατείχε στο ακίνητο που είχε δεσμευτεί με το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.11.10 το οποίο οριστικοποιήθηκε στις 26.10.11 και για το οποίο ακίνητο εξεδόθη διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας Πώλησης του προς όφελος των αγοραστών του, ο Εναγόμενος 2 γενικά και αόριστα, χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία, αναφέρει στην παρά.16 (κ) της ένορκης δήλωσης του ότι ο Ενάγων γνωρίζει πολύ καλά ότι έχει ο Εναγόμενος 2 κινητή περιουσία υπό μορφή καταθέσεων σε τράπεζες αφού, όπως αναφέρει το θέμα είχε εγερθεί στις συναντήσεις τους εφόσον είχαν και «φαινομενικά» φιλικές σχέσεις. Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία στην όψη της και αξιολογώντας τη μαρτυρία των Εναγομένων στη βάση της απλής πιθανολόγησης δεν φαίνεται να αλλοιώνεται η εικόνα που έχει παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης εταιρείας η οποία παρουσιάζεται να μην είναι ιδιαίτερα καλή. Ειδικότερα δεν έχει καταδειχθεί τι οικονομικούς πόρους έχει από τους οποίους θα μπορούσε να ικανοποιηθεί απόφαση η οποία τυχόν εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό που αξιώνεται στην παρούσα αγωγή. Το ίδιο πενιχρή είναι και η μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου
  7. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι ο Αιτητής/Ενάγων δεν έχει πλέον υποχρέωση να αποδείξει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς και, ειρήσθω εν παρόδω, η προηγούμενη νομολογία που είχε διατυπωθεί στην απόφαση Vuitton v. Dermosac Ltd
(1992)1 A.Α.Δ. 1593 έχει ατονήσει μετά την τροποποίηση της Δ.48,θ.4 με την ΚΔΠ 5/99, ημ. 23.12.
  1. Είναι αρκετό για τον Αιτητή να θέσει εκείνα τα δεδομένα και στοιχεία που, κατά τη γνώμη του, ικανοποιούν το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλλά και τη Δ.48,θ.4, διατηρείται το δικαίωμα όχι μόνο της αμφισβήτησης των όσων καταγράφονται αλλά και της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Εν ολίγοις εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο Ενάγων/Αιτητής έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετό υλικό το οποίο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να ικανοποιηθεί απόφαση την οποία ο Ενάγοντας τυχόν να εξασφαλίσει εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας και του Εναγόμενου 2 εγγυητή της. Όπως προκύπτει φαίνεται να υπάρχει μόνον ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός του Εναγόμενου 2 μετά της συζύγου του ο οποίος έχει το ποσό των €225.
  2. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[31] Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του «status quo»[32]. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ του Αιτητή. Φύση εκδοθέντος διατάγματος Προτού ολοκληρώσω θεωρώ ότι θα ήταν παράλειψή μου να μην πω δύο λόγια σε σχέση με τη φύση του εκδοθέντος από το Δικαστήριο προσωρινού διατάγματος. Το Διάταγμα που εξεδόθη και με την παρούσα διαδικασία κρίθηκε ορθό όπως οριστικοποιηθεί απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 να αποσύρει καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήματα μέχρι του ποσού των €300.000 από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό (joint account) που διατηρεί με την Marjorie Denise Traynor στην τράπεζα USB Bank plc στοιχεία του οποίου λογαριασμού εξειδικεύονται. Το εν λόγω Διάταγμα δεν αποτελεί διάταγμα με το οποίο δεσμεύεται και/ή παγοποιείται ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός όπως ήταν κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες της μονομερούς Αίτησης που είχε καταχωρηθεί. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα ο εν λόγω λογαριασμός δεν υπόκειται σε διάταγμα παγοποίησης. Η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 13η έκδοση,στη σελίδα 66, παρα. 26.11 είναι, πιστεύω, απόλυτα διαφωτιστική και κατατοπιστική. Την παραθέτω: «26.11 In Z Ltd v A-Z and AA-LL, the Court of Appeal stated by way of general guideline that any freezing injunction which it is intended to serve on a bank is not applicable to a joint account in the name of the defendant and of some other person or persons unless the order is so drafted as to make it clear that it is intended to apply to it, but this would only be justifiable in rare cases. Where the other holder of a joint account is not a party, the order should include reference to the joint account, and a copy of the order should be served on the other holder. In principle these guidelines apply, mutatis mutandis, to accounts maintained by the defendant in the name of third parties. The guidelines presuppose that a freezing injunction over a joint account restrains drawings by either account holder, even where the mandate provides either to sign. Although, strictly speaking each account holder owns separate choses in action against the bank, it is clearly preferable for freezing injunction purposes to treat the asset as being the fund itself. It is for this reason that the injunction should be extended to a joint account only if there are good grounds for suspecting that the account belongs in truth to the defendant alone.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Στην υπόθεση Z Ltd v. A & Others
(1982)1 All E.R. 556 διαβάζουμε τα εξής σχετικά με διατάγματα παγοποίησης (freezing injunctions) που αφορούν και αναφέρονται σε κοινούς λογαριασμούς (joint accounts) στη σελίδα 576 από την απόφαση του Δικαστή Kerr LJ: «Similarly, take the case of joint accounts in the name of the defendant and of some other person or persons. A bank will not generally know in what way the amounts standing to the credit of such accounts have been provided by the defendant or the other account holders respectively; and the other account holders may not be parties to the action and accordingly cannot be subjected to the injunction. Accordingly, any order which is intended to serve on a bank should not be applicable to joint accounts unless the order is so drafted as to make it clear that it is also intended to apply to them; but this would only be justifiable in rare cases. Where it is justifiable and the other holders of the joint account are not parties, the order should include references to joint accounts, and a copy of the order should be served on the other holder or holders.» (δική μου υπογράμμιση) Όπως αναφέρεται στη σελίδα 652, παρά.26.2 του Συγγράμματος Paget's Law of Banking (ανωτέρω) διατάγματα παγοποίησης συχνά εξειδικεύουν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται η δέσμευση και στην πρακτική τα περιουσιακά στοιχεία που πιο συχνά εξειδικεύονται με αυτό τον τρόπο είναι, μεταξύ άλλων, τραπεζικοί λογαριασμοί.[33] Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ αχρείαστη και χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο την οποιαδήποτε εξέταση του θέματος που αφορά τη δέσμευση-παγοποίηση κοινού λογαριασμού (joint account) που έχει απασχολήσει τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, προφανώς, λόγω της λανθασμένης εντύπωσης ότι το υπό αναθεώρηση προσωρινό διάταγμα δέσμευε και παγοποιούσε τον συγκεκριμένο κοινό λογαριασμό του Εναγόμενου 2 μετά της Marjorie Denise Traynor. Είναι δε μέσα σε αυτά τα πλαίσια που προβλήθηκαν ισχυρισμοί τόσο από τον Εναγόμενο 2 όσο και από τη Marjorie Denise Traynor αναφορικά με την ιδιοκτησία του ποσού που ευρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό τους. Αρκεί μόνο να αναφέρω ότι, με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, διάταγμα παγοποίησης κοινού λογαριασμού εκδίδεται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις και εκεί όπου υπάρχει βάση ένας να υποψιάζεται ότι ένας τέτοιος λογαριασμός στην πραγματικότητα ανήκει μόνο στον Εναγόμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθιών όλων των πιο πάνω κρίνεται ορθό όπως το προσωρινό Διάταγμα οριστικοποιηθεί και συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ μέχρι το πέρας της αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα / Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 / Καθέν η Αίτηση και του ενδιαφερόμενου μέρους Marjorie Denise Traynor όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΛΗ [1] Δέστε πρακτικό Δικαστηρίου ημερ.4.5.12. [2] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [3] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [4] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [5] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [6] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [7] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [8] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453,
  1. [9] Δέστε παρα.16(α) και 16(β) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  2. [10] Δέστε παρα.16(β) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  3. [11] Δέστε παρα.16(ε) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  4. [12] Δέστε παρα.16(ε) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  5. [13] Δέστε παρα.16(λ)(iii) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  6. [14] Δέστε παρα.16(λ) (vi) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  7. [15] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [16] Δέστε Άρθρο 37
(3)του Supreme Court Act
(1981). [17] Δέστε Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [18] Δέστε παρα.13 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ημερ.17.11.
  2. [19] Δέστε παρα.13 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ημερ.17.11.
  3. [20] Δέστε παρα.13 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ημερ.17.11.
  4. [21] Δέστε παρα.16(θ) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  5. [22] Δέστε παρα.16(η) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  6. [23] Δέστε παρα.16(θ) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  7. [24] Δέστε παρα.4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Χ.Καϊλή ημ. 18.11.
  8. [25] Δέστε παρα.16(θ) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  9. [26] Δέστε παρα.2 της Συμφωνίας ημερ. 15.12.09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). [27] Δέστε παρα.3 της Συμφωνίας ημερ. 15.12.09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). [28] Δέστε παρα.(θ) της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2 ημερ. 5.6.
  10. [29] Δέστε παρα.(η) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  11. [30] Δέστε παρά.7(γ), 7(στ), 7(ζ) 7(θ) και 7(ι) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ.5.6.
  12. [31] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [32] Δέστε Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. [33] «Freezing injunctions often specify particular assets to which the restrained applies, and in practice the assets most commonly so specified are bank accounts and interests in land.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.