ΚΛΕΑΝΘΗ ΣΤΑΥΡΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 878/05, 6/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 878/05 Μεταξύ: ΚΛΕΑΝΘΗ ΣΤΑΥΡΗ Ενάγοντα -και-
- ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.ά. Εναγομένων __________________ Ημερομηνία: 6.7.2012 Αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 1.2.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: Η κα Χριστοδούλου για κ. Τάσο Μυλωνά. Παρών ο πρώην δικηγόρος του αποβιώσαντος Κλεάνθη Σταυρή κ. Θ. Ιωαννίδης. Παρών ο εκ των κληρονόμων του ενάγοντα, κ. Θανάσης Σταυρή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 4.10.
- Η αρχική υπεράσπιση καταχωρίστηκε από τους τότε δικηγόρους των εναγομένων Χρ. Κιτρομιλίδης & Σία στις 28.2.
- Στις 8.2.2007 ανέλαβε ως νέος δικηγόρος των εναγομένων ο κ. Γιώργος Φ. Πιττάτζης. Στις 7.3.2007 ο κ. Πιττάτζης καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ήταν σαφές πως η τροποποίηση προέκυψε ως εκ της αλλαγής του δικηγόρου. Η ένορκη δήλωση είχε γίνει από την εναγόμενη 5 η οποία ανέφερε πως διαπίστωσε ότι δεν εκτέθηκαν σωστά τα γεγονότα και ο κ. Πιττάτζης της εξήγησε ότι θα πρέπει να γίνει τροποποίηση για να εκθέσουν τα πραγματικά γεγονότα. Ο ενάγοντας δεν έφερε ένσταση και έτσι καταχωρήθηκε τροποποιημένη υπεράσπιση με επιπρόσθετη, αυτή τη φορά, ανταπαίτηση. Στις 22.6.2007 συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα. Έκτοτε, η υπόθεση αναβλήθηκε πολλές φορές. Στις 11.11.2011, όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο κ. Πιττάτζης έλαβε άδεια και αποσύρθηκε από δικηγόρος των εναγομένων, λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης. Υπό τέτοιες περιστάσεις, δεν έγινε ακρόαση εκείνη την ημέρα, αλλά το δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 5.12.2011, όχι για ακρόαση, παρά το παλαιό της υπόθεσης, αλλά για οδηγίες «για να έχουν χρόνο οι εναγόμενοι να διορίσουν άλλο δικηγόρο». Όντως, στις 5.12.2011 εμφανίστηκε ως νέος δικηγόρος των εναγομένων ο κ. Μυλωνάς ο οποίος ζήτησε χρόνο για να λάβει οδηγίες και να ετοιμαστεί για την υπόθεση πριν οριστεί ξανά για ακρόαση. Το δικαστήριο όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό στις 12.12.
- Στις 12.12.2011 δεν ζητήθηκε ο,τιδήποτε και το δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση σε πέντε ημερομηνίες με πρώτη την 2.2.
- Εκείνη την ημέρα ζητήθηκε αναβολή από τους εναγόμενους ώστε να προηγηθεί η εξέταση της παρούσας αίτησης που είχε καταχωριστεί μόλις την προηγούμενη ημέρα. Το αίτημα απορρίφθηκε και η ακρόαση ξεκίνησε. Συνεχίστηκε στις 3.2.2012, στις 8.2.2012 και στις 21.2.
- Ήταν δε, ορισμένη για περαιτέρω ακρόαση στις 8.3.
- Την ημέρα, όμως, εκείνη δηλώθηκε ότι ο ενάγων έχει αποβιώσει και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναγκαία διαδικασία αντικατάστασης διαδίκου και τροποποίησης. Στο μεταξύ, εκδικάστηκε η παρούσα, η οποία είχε καταχωριστεί την 1.2.
- Στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει η εναγόμενη 5 προβάλλει και πάλιν ισχυρισμό ότι μετά την πρόσφατη αλλαγή του δικηγόρου τους και τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους, έχουν διαπιστώσει ότι η υπεράσπιση δεν εκθέτει επακριβώς τις θέσεις των εναγομένων σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Προβάλλεται, περαιτέρω, η θέση ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε οι εναγόμενοι να μπορέσουν να ασκήσουν το θεμελιώδες δικαίωμά τους να προσκομίσουν μαρτυρία την οποία θεωρούν απαραίτητη, ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά που διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης από τους νέους δικηγόρους και ότι ο ενάγοντας δεν θα υποστεί ζημία που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Εκ μέρους του ενάγοντα καταχωρίστηκε ένσταση, στην οποία γίνεται λόγος για υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν τροποποιήσει και στο παρελθόν την υπεράσπισή τους, αντικαθιστώντας την, μάλιστα, σχεδόν στο σύνολό της. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι η εναγόμενη 5, που και τότε είχε προβεί σε ένορκη δήλωση, είχε επικαλεστεί, όπως και τώρα, τους ίδιους λόγους, δηλαδή την ανάγκη να εκτεθούν τα πραγματικά γεγονότα, ανάγκη που διαπιστώθηκε μετά την αλλαγή και τότε του δικηγόρου. Προβάλλεται, περαιτέρω, η θέση ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα αλλάξει στο σύνολο της η υπεράσπιση των εναγομένων, ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν κανένα λόγο ώστε να τους επιτραπεί να τροποποιήσουν τα δικόγραφα τους και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκαν αντιστοίχως και οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων. Ο κ. Μυλωνάς, παραπέμποντας σε νομολογία, απάντησε στην εισήγηση της άλλης πλευράς περί ανεξήγητης και υπερβολικής καθυστέρησης, λέγοντας ότι η αίτηση καταχωρίστηκε σε χρονικό διάστημα τέτοιο που ήταν εύλογα αναγκαίο ώστε οι νέοι δικηγόροι των εναγομένων να λάβουν ολόκληρο το υλικό του φακέλου και να μελετήσουν την υπόθεση. Για το γεγονός του ότι ζητείται δεύτερη τροποποίηση ανέφερε ότι δεν υπάρχει αρχή που να απαγορεύει την τροποποίηση του ιδίου δικογράφου για δεύτερη φορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, απώτερος σκοπός των εναγομένων είναι να παρουσιάσουν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα για να βοηθήσουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. «Η έλλειψη αυτών των στοιχείων από τα δικόγραφα λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης των προηγουμένων χειριστών της υπόθεσης αναμφισβήτητα θέτει τους εναγόμενους σε δυσχερή θέση έναντι του ενάγοντα», συνέχισε ο κ. Μυλωνάς. Σε σχέση με την εισήγηση πως επιχειρείται η αλλαγή της υπεράσπισης στο σύνολό της, ο κ. Μυλωνάς εισηγήθηκε, παραπέμποντας σε νομολογία, ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Εισηγήθηκε, πάντως, πως, εν προκειμένω, με τη ζητουμένη τροποποίηση «δεν αλλάζουν τα βασικά γεγονότα της επίδικης υπόθεσης». Δεν τίθεται ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας ή κακοπιστίας. Ο κ. Ιωαννίδης, παραπέμποντας επίσης σε νομολογία, προέβαλε τη θέση ότι οι εναγόμενοι επιδιώκουν να θέσουν νέα βάση υπεράσπισης με την οποία θα αλλάξουν τη διαδικασία. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι εναγόμενοι δεν δίδουν εξήγηση ούτε γιατί δεν είχαν προβληθεί προηγουμένως «τα πραγματικά γεγονότα», μήτε γιατί παρήλθε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να υποβληθεί η αίτηση για τροποποίηση. Τόνισε πως υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, ενόψει του ότι είχε προηγηθεί τροποποίηση της υπεράσπισης σχεδόν στο σύνολό της χωρίς ένσταση πέντε χρόνια προηγουμένως. Η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις έτσι ώστε τα επίδικα θέματα να τίθενται στην ολότητά τους και να προσδιορίζονται με σαφήνεια, έστω και αν η ανάγκη για τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας. (Βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Δεν θα επιτραπεί μια τροποποίηση αν γίνεται εμφανώς κακόπιστα ή είναι δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αντίδικο, βλάβη δηλαδή που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα ή τροποποίηση δια της οποίας επιχειρείται η αλλαγή της βάσης της αγωγής ή της υπεράσπισης ή που είναι αχρείαστη ή που θα μπορούσε να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, τροποποίηση ακόμα και αν η αίτηση υποβληθεί με καθυστέρηση. Όμως, η καθυστέρηση είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αδιαμφισβήτητα εμφανής για μεγάλο διάστημα και παρά ταύτα, δεν ζητήθηκε τροποποίηση (Βλ. Annual Practice
(1961)σελ. 624). Ειδικότερα, σε υποθέσεις που εκκρεμούν για χρόνια, όπως η παρούσα, σημαντικό, όχι καθοριστικό, παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου θα πρέπει να αποτελεί ο παράγοντας χρόνος. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κάθε διαδίκου, συνταγματικά διασφαλισμένο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο μεγαλύτερο το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να επιτύχει την τροποποίηση. Η έναρξη της δίκης αφ΄ εαυτής δεν συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο, όμως, σε τέτοιο στάδιο πλέον η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ και λαμβάνεται υπόψη ο εκτροχιασμός της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. 33). Εν προκειμένω, οι διάδικοι είχαν συνάψει την 1.2.1987 συμφωνία για διάθεση του ½ ακινήτου των εναγομένων προς τον ενάγοντα με αντάλλαγμα την ανέγερση 21 οργανωμένων τουριστικών διαμερισμάτων από τον ενάγοντα προς όφελος των εναγομένων στο κτήμα που συμφωνήθηκε να αναλογεί στους εναγόμενους. Κατόπιν διαφορών μεταξύ τους οι εναγόμενοι ήγειραν εναντίον του ενάγοντα την αγωγή 674/98, Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η αγωγή εκείνη συμβιβάστηκε στις 27.5.2002 με έκδοση απόφασης εναντίον του νυν ενάγοντα για το ποσό των ΛΚ165.
- Συμφωνήθηκε αναστολή μέχρι και ένα μήνα μετά που οι νυν εναγόμενοι θα δήλωναν την ετοιμότητά τους για μεταβίβαση του μισού τμήματος που αναλογούσε στον εναγόμενο, νοουμένου ότι θα προέβαιναν σε όλα τα δέοντα μέτρα για το διαχωρισμό του τεμαχίου και για τη μεταβίβαση του μισού τμήματός του, όπως θα διαχωριζόταν από το Κτηματολόγιο, στον ενάγοντα το αργότερο μέχρι και τις 27.5.
- Η ανταπαίτηση αποσύρθηκε και όλες οι υπόλοιπες διαφορές μεταξύ των διαδίκων θεωρήθηκαν διευθετηθείσες. Επιπρόσθετα, καταγράφηκε συμφωνία των διαδίκων ως κανόνας του δικαστηρίου. Η συμφωνία αυτή αφορούσε τη χρήση της πισίνας την οποία είχε ανεγείρει ο ενάγοντας στο μέρος που του αναλογούσε και το ζήτημα της ενδεχόμενης ανέγερσης άλλης πισίνας εντός του χώρου των εναγομένων και το tennis court το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε να γίνει μέχρι της μεταβιβάσεως με έξοδα του ενάγοντα εντός του χώρου που αναλογούσε στους εναγόμενους. Βάση της απαίτησης του ενάγοντα σήμερα αποτελεί η συμφωνία ημερομηνίας 27.5.
- Απαιτεί ειδική εκτέλεση για το τεμάχιο που θεωρεί ότι του αναλογεί ή, διαζευκτικά, αποζημιώσεις αντί μεταβίβασης και πρόσθετες αποζημιώσεις περιλαμβανομένου ποσού ΛΚ413.851 ως το κόστος κατασκευής των διαμερισμάτων. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε, προβάλλουν τη θέση ότι η μεταβίβαση θα γινόταν εφόσον προηγουμένως εξασφαλιζόταν άδεια διαίρεσης και πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή και ακολούθως θα υποβαλλόταν αίτηση στο Κτηματολόγιο για διαίρεση του ακινήτου και εξασφάλιση χωριστού τίτλου ώστε να είναι εφικτή η υλοποίηση της επί δικαστηρίω συμφωνίας. Η διαδικασία αυτή, συνεχίζουν, απαιτούσε χρόνο πέντε - δεκαπέντε ετών νοουμένου ότι δεν θα προέκυπταν ανυπέρβλητα ή και δύσκολα προβλήματα στη διαδικασία. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι αποτάθηκαν στις αρμόδιες αρχές, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με προβλήματα για τα οποία ευθύνεται ο ενάγων και όχι οι εναγόμενοι. Το ένα πρόβλημα σχετίζεται με το χώρο και τον τρόπο όπου κτίστηκε η πισίνα, η οποία μάλιστα μερικώς επεμβαίνει στη ζώνη προστασίας της παραλίας. Το άλλο πρόβλημα σχετίζεται με την κατασκευή του tennis court εφόσον, παρά το ότι ήταν πολύ εύκολη η υπόθεση για τον ενάγοντα, αυτός δεν το κατασκεύασε, παρά την υποχρέωση που είχε αναλάβει στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας να το κατασκευάσει «μέχρι της μεταβίβασης, ήτοι μέχρι την 27.5.2003», όπως αναφέρουν στην παρ. 3 (δ). Η κατασκευή του tennis court αποτελούσε και προϋπόθεση για την εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να μην μπορούν να ανταποκριθούν στην επίδικη υποχρέωσή τους. Επιπρόσθετα, στην υπεράσπιση γίνεται λόγος και για άλλα τεχνικά θέματα, τα οποία δεν προσδιορίζονται, τα οποία καθιστούν «σχεδόν αδύνατο το διαχωρισμό». Με αυτές τις θέσεις οι εναγόμενοι καταλήγουν ότι για να έχει δικαίωμα ο ενάγων να ζητά υλοποίηση της συμφωνίας θα έπρεπε πρώτα ο ίδιος να είχε εκτελέσει το δικό του μέρος. Άνευ βλάβης τούτου, ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο να εκτελεστεί οποτεδήποτε ή στα χρονικά όρια που τέθηκαν. Παράλληλα δε, ισχυρίζονται ότι οι διάδικοι κατά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας «έκαμαν κοινά λάθη» σε σχέση με την πισίνα, για τις προϋποθέσεις που θα έπρεπε να πληρούνται για το διαχωρισμό και για το χρόνο που θα απαιτείτο. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση (παρ. Δ) οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προβάλουν άρνηση στις παραγράφους 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης οι οποίες στην υφιστάμενη υπεράσπιση γίνονται ρητώς αποδεκτές. Στις εν λόγω παραγράφους, αφού προηγουμένως παρατίθεται η επί δικαστηρίω συμφωνία, αναφέρεται ότι «όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ήταν όρος της συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι (οι τότε ενάγοντες) όφειλαν να μεταβιβάσουν στον νυν ενάγοντα το μισό τμήμα του επιδίκου τεμαχίου . η μεταβίβαση θα έπρεπε να γίνει το αργότερο εντός ενός έτους ήτοι το αργότερο μέχρι 27.5.2003». Οι εναγόμενοι, θέλουν τώρα να προβάλουν τη θέση ότι «αυτό που αποδέχτηκαν στα πλαίσια της αγωγής αρ. 674/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ήταν την αναστολή πληρωμής σ΄ αυτούς του επιδικασθέντος ποσού των ΛΚ165.000 μέχρι ένα μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία θα καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση του τμήματος του κτήματος στο όνομα του ενάγοντα». Αυτή η θέση, απομονωμένη τουλάχιστον, έχει την έννοια ότι στις 27.5.2002 οι εναγόμενοι δεν συμφώνησαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής, αλά δέχθηκαν μόνο αναστολή υπό τον εν λόγω όρο. Τέτοια θέση θα συνιστούσε άρνηση των όσων μέχρι τώρα δέχονται ότι συμφώνησαν, μετά από πολλά χρόνια και σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή τέτοια τροποποίηση. Στη συνέχεια (πάλιν παρ. Δ), θέλουν να προσθέσουν ότι είναι στα πιο πάνω πλαίσια που αποδέχτηκαν τη μεταβίβαση, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ανέλαβαν την απόλυτη υποχρέωση να μεταβιβάσουν το τμήμα του κτήματος στον ενάγοντα μέχρι τις 27.5.2003 ανεξάρτητα από το αν επιτυγχάνετο ο διαχωρισμός ή αν εξασφαλίζονταν όλες οι αναγκαίες άδειες. Αυτές, όμως, οι θέσεις περιλαμβάνονται ήδη στην υπεράσπισή τους και συνεπώς, θα επρόκειτο για αχρείαστη τροποποίηση. Το ίδιο ισχύει και για το αίτημα τους (παρ. Γ) να διαγραφεί η εν λόγω αναφορά περί μεταβίβασης μέχρι 27.5.2003 από την παρ. 3 (δ) της υπεράσπισης. Οι εναγόμενοι επιδιώκουν, περαιτέρω, να αντικαταστήσουν τις παραγράφους 8-17 της υπεράσπισης (παρ. Ε). Όμως, στην πραγματικότητα εν πολλοίς εγείρουν και πάλιν θέματα τα οποία ήδη καλύπτονται από την υπεράσπισή τους. Λέγουν ότι είναι ο ενάγοντας που παραβίασε τις δικές του υποχρεώσεις σε σχέση με την πισίνα και το γήπεδο αντισφαίρισης, ενώ οι ίδιοι προέβηκαν σε όλες τις ενέργειες που τους αναλογούσαν για το διαχωρισμό του κτήματος. Λέγουν ότι η συμφωνία ήταν προϊόν πλάνης. Λέγουν ότι η μεταβίβαση του τίτλου έχει καταστεί αδύνατη λόγω παρανομιών του ενάγοντα, τις οποίες προσδιορίζουν σε σχέση με την κατασκευή της πισίνας σε λανθασμένο σημείο του κτήματος και στην παράλειψη κατασκευής γηπέδου αντισφαίρισης. Αυτά, ως άνω, καλύπτονται. Όπως καλύπτεται και η ζητουμένη τροποποίηση για να αρνηθούν τον ισχυρισμό του ενάγοντα, στην παρ. 22 της έκθεσης απαίτησης, ότι η αξία του επιδίκου ακινήτου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ΛΚ1.200.
- Η διαφορά έγκειται στο ότι οι εναγόμενοι, ενώ στην υφιστάμενη υπεράσπιση αναφέρουν ότι η αξία δεν υπερέβαινε τις ΛΚ400.000, τώρα θέλουν να ισχυριστούν πως δεν υπερέβαινε τις ΛΚ350.
- Όμως, η ζημία είναι, ούτως ή άλλως, επίδικη και εναπόκειται στην πλευρά του ενάγοντα να την αποδείξει. Περιπλέον, οι εναγόμενοι θέλουν να προσθέσουν και ισχυρισμούς για παρανομίες του ενάγοντα σε σχέση με «σχετικές πρόνοιες της ισχύουσας Κυπριακής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών και/ή των Κανονισμών του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού σε σχέση με οργανωμένα ξενοδοχειακά διαμερίσματα». Αυτή η τελευταία τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί γιατί θα περιέπλεκε και μάλιστα σε τόσο προχωρημένο στάδιο, τα επίδικα θέματα. Θα επρόκειτο για μια γενικόλογη και ασαφή αναφορά για την οποία θα ετίθετο θέμα λεπτομερειών, εκκρεμούσης πλέον της ακρόασης και μετά που ο ενάγοντας έδωσε τη μαρτυρία του, αλλά και εγκατέλειψε τα εγκόσμια αδυνατώντας πλέον να δώσει σχετικές οδηγίες στο δικηγόρο του. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορούν να επιτραπούν οι τροποποιήσεις που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν για πρώτη φορά το κόστος κατασκευής ΛΚ413.851 (παρ. Β). Έχει, βέβαια, δώσει γι΄ αυτό το ζήτημα μαρτυρία ο ενάγοντας και του έγινε σχετική υποβολή, όμως, από πλευράς δικογράφων μέχρι σήμερα αυτό δεν είναι επίδικο θέμα. Αν καταστεί το θέμα επίδικο θα προκληθεί, ενδεχομένως, ανάγκη προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας για τις επιμέρους δαπάνες. Η έκταση τέτοιας μαρτυρίας και το αντίστοιχο βάρος για την πλευρά του ενάγοντα θα είναι ανάλογο με την έκταση της αμφισβήτησης. Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν περιθώρια να γίνει επίδικο το ζήτημα, μετά από τόσα χρόνια και υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικά μετά το θάνατο του ενάγοντα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη μαρτυρία. Με την τροποποίηση επιζητείται ακόμα να προβληθούν ισχυρισμοί για την ύπαρξη ρητού και εξυπακουόμενου όρου της αρχικής συμφωνίας, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ως επίδικη (παρ. Α). Στην πραγματικότητα, όμως, όπως υποδείχθηκε και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα, όταν επιχειρήθηκε η αντεξέταση του σε σχέση με την πρώτη συμφωνία, αφετηρία αποτελεί πλέον η επί δικαστηρίω συμφωνία, έστω κι αν στην έκθεση απαίτησης παρατίθεται το κείμενο της αρχικής συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι επιδιώκεται να προστεθεί είναι και πάλιν η θέση ότι η μεταβίβαση του τμήματος του κτήματος που αναλογούσε στον ενάγοντα θα γινόταν αφού θα εξασφαλίζονταν όλες οι αναγκαίες άδειες για το διαχωρισμό και αφού εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος. Τα ζητήματα αυτά, ως άνω, ήδη καλύπτονται. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ζητούν να προσθέσουν τον ισχυρισμό ότι το οιονδήποτε ποσό για την κατασκευή των διαμερισμάτων δεν είναι ανακτήσιμο γιατί ο ενάγοντας έχει επωφεληθεί από την κατοχή κ.τ.λ. και ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται (estopped) να διεκδικεί οποιεσδήποτε ζημίες και/ή έξοδα λόγω της κατάληξης στην αγωγή 674/
- Με αναφορά δε, στην αγωγή 674/98 θέλουν να τροποποιήσουν την ανταπαίτηση ώστε να αξιώσουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αναστολή εκτέλεσης έχει καταστεί άκυρη ή ανενεργή με αποτέλεσμα το επιδικασθέν ποσό των ΛΚ165.000 να καταστεί αμέσως πληρωτέο (βλ. παρ. Ε 13, 14, 15 και Ανταπαίτηση). Είναι, όμως, αυτά «πραγματικά γεγονότα» σε σχέση με τα οποία δεν εκτίθενται «επακριβώς οι θέσεις των εναγομένων», όπως ο ισχυρισμός της εναγόμενης 5; Έχουν αυτά σχέση με τον ισχυρισμό της εναγόμενης 5 ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να ασκήσουν το «θεμελιώδες δικαίωμα τους να προσκομίσουν μαρτυρία την οποία θεωρούν απαραίτητη»; Η απάντηση είναι αρνητική. Πρόκειται για προσπάθεια εισαγωγής νέων νομικών ισχυρισμών 7 χρόνια μετά την πρώτη υπεράσπιση και 5 χρόνια μετά τη δεύτερη. Με μια αίτηση που καταχωρίστηκε μόλις μια μέρα πριν την έναρξη της ακρόασης (1.2.2012) παρά το ότι ο κ. Μυλωνάς είχε ήδη αναλάβει δύο σχεδόν μήνες προηγουμένως (5.12.2011) και παρά το ότι το δικαστήριο όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό, λόγω της αλλαγής δικηγόρου ώστε, ακριβώς, να δοθεί η ευκαιρία στον κ. Μυλωνά να λάβει οδηγίες και να ετοιμαστεί, όπως το ζήτησε. Υπάρχει καθυστέρηση γενικά, αλλά ασφαλώς και με αναφορά στο τελευταίο αυτό διάστημα. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η δικαιολογία των εναγομένων για άλλη μία τροποποίηση είναι, ισχυρίζονται, για να προσδιορίσουν, και πάλιν, τις θέσεις τους σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Τέτοια δικαιολογία δεν ευσταθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.500 υπέρ της περιουσίας του αποβιώσαντα ενάγοντα. (Υπ.) ............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο