ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΡΥΝΕΙΑΣ ν. Σώτου Αντρέα Δημητρίου, από την Αγία Νάπα κ.α., Αρ. Αγωγής 452/2008, 27/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ). Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 452/2008 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΡΥΝΕΙΑΣ Εναγόντων -και-
- Σώτου Αντρέα Δημητρίου, από την Αγία Νάπα,
- Δημήτρη Χ"Γιακουμή, από τη Δερύνεια, Εναγόμενων Ημερομηνία: 27 Απριλίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Α. Α. Γεωργίου, για Α.Α. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Α. Κεφάλας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους, ως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 16.12.2010, αξιώνουν απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €67.764,00 (Λ.Κ.39.660,17) πλέον τόκο προς 9% επί του ως άνω ποσού από 1.01.2008 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 25.06.1991 μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις με μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και/ή λογαριασμού όψεως για το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 (€20.503,22) και ο εναγόμενος 1 υπέγραψε γραμμάτιο αντί του εν λόγω ανταλλάγματος για το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 (€20.503,22) πληρωτέο εις διαταγή των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 την ίδια ημερομηνία υπέγραψε το πιο πάνω γραμμάτιο ως εγγυητής του εναγόμενου
- Με βάση την επίδικη συμφωνία οι ενάγοντες κατέβαλαν στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 (€20.503,22) και προς τούτο άνοιξαν τον χρεωστικό λογαριασμό με αριθμό 4010499-
- Ο εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε οιονδήποτε ποσό και κατά ή περί την 1.01.2008 ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο εξ €67.764,00 (Λ.Κ.39.660,51). Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 16.05.2008 προς τον εναγόμενο 1, η οποία κοινοποιήθηκε προς τον εναγόμενο 2, κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να εξοφλήσει το χρέος του ο οποίος όμως δεν το έπραξε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 26.05.2008 να τερματίσουν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού του εναγόμενου
- Από τον τερματισμό του λογαριασμού μέχρι σήμερα ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους του και το οποίο εξακολουθεί να ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.67.764,00, πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.01.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων θα πρέπει πρώτα να εξετάσω το θέμα της συμπερίληψης από πλευράς εναγομένων στην υπεράσπισή τους στο τροποποιημένο κλητήριο και κάποιων νέων λόγων υπεράσπισης οι οποίοι δεν περιέχοντο στην αρχική, προ της τροποποίησης του κλητηρίου, υπεράσπισή τους. Οι ενάγοντες στις 16.12.2010 εξασφάλισαν διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης με το οποίο τους επιτρέπετο να αντικαταστήσουν στις παραγράφους 3 και 4 της έκθεσης απαίτησής την ημερ. 31.12.1996 με την ημερομηνία 25.06.1991 ως η ημερομηνία που συνήφθηκε η επίδικη συμφωνία. Οι εναγόμενοι 1 και 2, πέραν του δικαιώματός τους να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγόντων που προέκυπταν από την τροποποίηση, προχώρησαν και στη συμπερίληψη λόγων υπεράσπισης οι οποίοι δεν υπήρχαν στην αρχική τους υπεράσπιση αλλά ούτε και προέκυπταν από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να τους λάβει υπόψη ούτε και να τους εξετάσει αλλά και οποιαδήποτε μαρτυρία τέθηκε που να τους υποστηρίζει θα αγνοηθεί. Εάν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν την παράθεση και νέων λόγων υπεράσπισης όφειλαν να ακολουθήσουν την υπό των διαδικαστικών κανονισμών προβλεπόμενη διαδικασία. Ούτε φυσικά και η καταχώριση απάντησης στην υπεράσπιση από πλευράς εναγόντων προσδίδει οιανδήποτε σημασία ή και παραμερίζει την παρατυπία στους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγομένων στην υπεράσπισή τους. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης των εναγομένων οι οποίοι δεν εκφεύγουν της τροποποίησης. Στην υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι εγείρουν καταρχάς προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη διαφορά, εφόσον αφορά ΣΠΕ και μέλος της, θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον διαιτησίας όπως προβλέπει ο περί Συνεργατικών Ιδρυμάτων Νόμος. Περαιτέρω αγνοούν την ύπαρξη των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 25.06.1991 ήταν εικονική και άρα άκυρη αφού είχε την κάλυψη υποχρεώσεων τρίτου προσώπου, ήτοι του Κυριάκου Δημητρίου. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 ότι ουδέποτε του επεξηγήθηκε από τους ενάγοντες ο αληθής σκοπός των πιστωτικών διευκολύνσεων ούτε και οι συνέπειες της υπογραφής του σε τέτοια σύμβαση. Είναι, περαιτέρω, η θέση των εναγόντων ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό με παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις, τόκους και ανατοκισμούς και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό είναι προϊόν ανατοκισμού, παράνομων χρεώσεων και τόκων. Είναι, τέλος, ισχυρισμός τους ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγυήσεων ούτε και απαίτησαν την πληρωμή τυχόν οφειλομένων ποσών και ανταπαιτητικώς εξαιτούνται όπως το δικαστήριο με δήλωσή του κηρύξει άκυρες τη συμφωνία δανείου και εγγυήσεων. Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες, ενώ από πλευράς υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος
- Κατατέθηκαν συνολικά και 11 τεκμήρια. Ο Δήμος Καζάκος (Μ.Ε.1), δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ηταν άμεσος στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του. Κατάθεσε τις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 16.05.2008 τεκ.1 και 2 οι οποίες απεστάλησαν συστημένες στους εναγόμενους και με τις οποίες ενημερώνοντο για το οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι ζητείτο η άμεση εξόφλησή του. Κατάθεσε επίσης τις συστημένες επιστολές ημερ. 26.05.2008 τεκ.3 και 4 οι οποίες απευθύνοντο προς τους εναγόμενους 1 και 2 και με τις οποίες ενημέρωναν τους τελευταίους ότι τερμάτιζαν τη μεταξύ τους συμφωνία δανείου και τη λειτουργία του λογαριασμού. Επίσης τους γνωστοποιούσαν ότι θα βαρύνοντο με επιτόκιο ίσο με 9.5% μέχρι την πλήρη εξόφληση του χρέους. Ο Μιχάλης Χ"Γεωργίου (Μ.Ε.2), είναι υπάλληλος των εναγόντων από το
- Και αυτός ο μάρτυρας δημιούργησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το μοναδικό σημείο που το Δικαστήριο δεν δέχεται τη θέση του Μ.Ε.2 είναι ότι αν και ο εναγόμενος 1 είχε άλλο δάνειο στους ενάγοντες, εντούτοις το εξόφλησε και του δόθηκε το ποσό του επίδικου δανείου. Ως προς το ζήτημα αυτό δέχομαι τη θέση του εναγόμενου 1 ότι από το ποσό των Λ.Κ.12.000,00, που ήταν το ποσό του επίδικου δανείου, εξοφλήθηκε προηγούμενο δάνειο του εναγόμενου 1 για ποσό Λ.Κ.4.502,75 και έλαβε το υπόλοιπο που ανερχόταν σε Λ.Κ.7.500,00 σε μετρητά. Φυσικά το γεγονός αυτό δεν θεωρώ ότι είναι ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Ε.2 έτσι ώστε να απορριφθεί η μαρτυρία του στο σύνολό της. Ούτε και επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το νομότυπο της κατάρτισης του δανείου με την αποπληρωμή προηγούμενου χρέους του εναγόμενου
- Είναι νομολογημένο εν πάση περιπτώσει ότι το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα και να απορρίψει άλλο. Ο Μ.Ε.2 κατάθεσε τη γραπτή κατάθεσή του τεκ.5, αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής της Σ.Π.Ε. Δερύνειας τεκ.6, το επίδικο γραμμάτιο σε τρεχούμενο ημερ. 25.06.1991 τεκ.7, αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερ. 19.01.2001 τεκ.8, αντίγραφο απόδειξης πληρωμής τεκ.9, αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού τεκ.10 και ιστορική πληροφορία λογαριασμού τεκ.
- Σε σχέση τώρα με τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, η εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ καλή. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Εκείνο που θα πρέπει να επισημανθεί από τη μαρτυρία του Μ.Υ. είναι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την επιστολή τερματισμού τεκ.3 η οποία απεστάλη συστημένη στον εναγόμενο 1 στην οδό Αρχ. Μακαρίου Γ΄ 29, 5330 Αγία Νάπα. ΄Ηταν η θέση του Μ.Υ. ότι ουδέποτε παρέλαβε το τεκ.3 και ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο είναι η διεύθυνση του εστιατορίου στην Αγία Νάπα που εργαζόταν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ενώ το 2008, χρόνος κατά τον οποία αποστάληκε η επιστολή τεκ.3, καθάριζε πισίνες στον Πρωταρά. Επί του σημείου τούτου δέχομαι τη θέση του εναγόμενου 1 ότι δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού τεκ.3,αφού δεν υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου. Ο Μ.Ε.1 είπε ότι την απέστειλε χωρίς να γνωρίζει αν παραλήφθηκε και η αποστολή δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη και παραλαβή. Φυσικά το ζήτημα αυτό και η σημασία του στα πλαίσια της απόδειξης της υπόθεσης των εναγόντων θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων υποστηρίζοντας η καθεμιά τις θέσεις της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι ενάγοντες Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας στις 25.06.1991 συνήψε με τον εναγόμενο 1 με την εγγύηση του εναγόμενου 2 συμφωνία γραμματίου σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των Λ.Κ.12.
- Από το ποσό των Λ.Κ.12.000 εξοφλήθηκε προηγούμενο δάνειο του εναγόμενου 1 για το ποσό των Λ.Κ.4.502,75 και το υπόλοιπο το έλαβε μετρητά. Το εν λόγω ποσό θα ήταν πληρωτέο την 31.12.1996 και θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου ο οποίος τόκος θα προστίθετο επί του κεφαλαίου την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα πριν την καθορισμένη λήξη να απαιτήσουν την πληρωμή οιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου μετά των τόκων κατόπιν έγγραφης ειδοποιήσεως 8 ημερών προς τους πρωτοφειλέτες. Οι ενάγοντες στις 26.05.2008 απέστειλαν επιστολή στους εναγομένους με την οποία τερμάτιζαν την μεταξύ τους συμφωνία και τους ενημέρωναν ότι θα βαρύνοντο με αυξημένο επιτόκιο ίσο προς 9,5%. Την 1.01.2008 το υπόλοιπο του λογαριασμού έδειχνε να είναι €67.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι του χρέους τους. Έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι οι εναγόμενοι στην τροποποιημένη υπεράσπισή τους εγείρουν και νέους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν δικογραφούνται από την τροποποίηση που οι ενάγοντες είχαν προβεί και συνεπώς δεν θα εξεταστούν. Ούτε και η προώθησή τους στο στάδιο των αγορεύσεων είναι δυνατό να διαφοροποιήσει την κατάσταση. Ως εκ τούτου τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα εξετάσει είναι αυτά που προβάλλονται εντός των δικονομικών πλαισίων. Με την αγόρευσή του ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την προδικαστική ένσταση των τελευταίων περί παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Περαιτέρω, επικαλείται ανυπαρξία των εναγόντων και παράλειψη τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, ως επίσης και παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμό. Οτιδήποτε άλλο αναφέρει είναι εκτός δικογραφημένων ισχυρισμών. Υπάρχουν φυσικά και δικογραφημένοι ισχυρισμοί οι οποίοι όμως δεν προωθήθηκαν, όπως η θέση ότι η επίδικη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν εικονική και καταρτίστηκε για την κάλυψη υποχρεώσεων τρίτου προσώπου, ήτοι του Κυριάκου Δημητρίου. Περί τούτου ουδέν ετέθη στους μάρτυρες των εναγόντων κατά την αντεξέτασή τους ούτε και προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία ως εκ τούτου η θέση αυτή θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. Το Δικαστήριο φυσικά, πέραν των θέσεων και εισηγήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης, θα εξετάσει κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities). Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η προδικαστική ένσταση η οποία εγείρεται από πλευράς εναγομένων και η οποία συνίσταται στο ότι η επίδικη διαφορά αφορά ΣΠΕ και μέλος της και άρα θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον διαιτησίας. Η πιο πάνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι γεγονός ότι όταν προκύψει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής εταιρείας και μέλους της, τότε αυτή η διαφορά δύναται να παραπεμφθεί προς επίλυση σε διαιτησία. Το πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα από το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Το εν λόγω άρθρο όμως προβλέπει ότι οι διατάξεις του σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο στη Δημοκρατία. Ενόψει τούτου δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο θα εμπόδιζε τους ενάγοντες να προχωρήσουν στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ως έπραξαν, ούτε φυσικά και να παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία από τον έφορο εφόσον του είχε ζητηθεί. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση των εναγομένων δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Υπάρχει επίσης ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι εναγόμενοι αγνοούν την ύπαρξη των εναγόντων. Κατά την αγόρευσή του ο συνήγορος των εναγομένων ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία συνήφθηκε από τη Νέα Σ.Π.Ε. Δερύνειας και όχι από τη Σ.Π.Ε. Δερύνειας ως φέρονται να είναι οι ενάγοντες στην αγωγή και άρα δεν νομιμοποιούνται οι τελευταίοι στην έγερση της αγωγής. Ούτε και αυτή η θέση των εναγομένων είναι βάσιμη. Είναι γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία τεκ.7 συνήφθηκε μεταξύ του εναγόμενου 1 και της Νέας Σ.Π.Ε. Δερύνειας. Το πιστοποιητικό εγγραφής τεκ.6 αναγράφει ότι στις 10.02.1940 ενεγράφει από τον ΄Εφορο Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών η Νέα Σ.Π.Ε. Δερύνειας (New Dherinia Co-Operative Credit Society). Υπάρχει όμως περαιτέρω η σημείωση ημερ. 21.09.1998 όπου αναφέρει ότι το όνομα της πιο πάνω εταιρείας μετατράπηκε σε «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας» και ότι αυτή είναι τώρα εγγεγραμμένη με το νέο της όνομα. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 29.05.2008 και συνεπώς ορθά καταχωρίστηκε με το νέο της όνομα. Δεν τέθηκε οτιδήποτε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες ως αναφέρονται στον τίτλο της αγωγής στερούνται νομιμοποίησης στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των εναγομένων ή και ότι είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο. Αρκετός λόγος έγινε σε σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας και αν οι επιστολές τερματισμού τεκ.3 και 4 παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους 1 και
- Η θέση των εναγόντων ήταν ότι οι σχετικές επιστολές στάληκαν συστημένες και ο Μ.Ε.1 δεν γνώριζε όμως αν παραλήφθηκαν. Σε σχέση με τις αναγραφόμενες επί των επιστολών διευθύνσεις, ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι δόθηκαν στους δικηγόρους τους από τους ίδιους τους ενάγοντες. Φυσικά δεν ανέφερε ο Μ.Ε.2 από πού εξασφάλισε τις εν λόγω διευθύνσεις και αν αυτές ήταν οι ορθές αφού στη συμφωνία τεκ.7 δεν αναγράφονται οιεσδήποτε διευθύνσεις ούτε του πρωτοφειλέτη αλλά ούτε και των εγγυητών. Θέση των εναγομένων ήταν ότι ουδέποτε παρέλαβαν τα τεκ. 3 και
- Ο Μ.Υ. μάλιστα ανέφερε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκ.3 είναι η διεύθυνση του εστιατορίου στην Αγία Νάπα που εργαζόταν τους καλοκαιρινούς μήνες μέχρι το 2001, ουδέποτε έδωσε τη διεύθυνση εργασίας του στους ενάγοντες, ενώ το 2008 που στάληκαν οι επιστολές τερματισμού ο ίδιος καθάριζε πισίνες στον Πρωταρά. Δεδομένο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι οι επιστολές τερματισμού τεκ.3 και 4 αλλά και οι προειδοποιητικές επιστολές τεκ.1 και 2 αποστάληκαν συστημένες στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί αυτών και δεν επιστράφηκαν πίσω. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε σχέση με τον εναγόμενο 2 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι η αναγραφόμενη επί των τεκμηρίων διεύθυνσή του είναι λανθασμένη. Αμφισβήτηση ως προς το ζήτημα αυτό υπήρξε μόνο σε σχέση με τη διεύθυνση του εναγόμενου
- Εκείνο όμως που θεωρώ ότι θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι κατά πόσο απαιτείτο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας έτσι ώστε το οφειλόμενο υπόλοιπο να καταστεί απαιτητό γεγονός που θα οδηγούσε στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την πρόνοια της επίδικης συμφωνίας τεκ.7 που προβλέπει για τον τερματισμό και η οποία έχει ως ακολούθως: «
- Την πληρωμήν του άνω ποσού οφείλομεν να κάμωμεν την 31.12.96, οιονδήποτε δε χρεωστικόν υπόλοιπον οφείλεται την ημερομηνίαν ταύτην θα είναι πληρωτέον υφ΄ ημών εις την άνω Εταιρείαν. Νοείται ότι η Εταιρεία θα έχη το δικαίωμα κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν να τερματίση την πίστωσιν ταύτην οποτεδήποτε προ της καθορισθείσης λήξεως και απαιτήση την αποπληρωμήν οιουδήποτε οφειλομένου υπολοίπου μετά των τόκων, κατόπιν εγγράφου ειδοποιήσεως οκτώ
(8)ημερών προς τους πρωτοφειλέτας.» Η συμφωνία τεκ.7, ως έχει προαναφερθεί, καταρτίστηκε στις 25.06.1991 και με βάση αυτή το οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να καταβληθεί την 31.12.
- Με βάση τον όρο της συμφωνίας, ως έχει ανωτέρω παρατεθεί, η ενάγουσα εταιρεία έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία πριν την καθορισμένη λήξη και να απαιτήσει την πληρωμή οιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου με τους τόκους κατόπιν εγγράφου ειδοποιήσεως προς τους πρωτοφειλέτες. Προκύπτει ξεκάθαρα από την εν λόγω συμφωνία ότι απαιτείτο τερματισμός και έγγραφη αποστολή ειδοποιήσεως 8 ημερών προς τον πρωτοφειλέτη μόνο στην περίπτωση που οι ενάγοντες επιθυμούσαν να τερματίσουν τη συμφωνία πριν τη λήξη της, δηλαδή πριν την 31.12.
- Στην παρούσα περίπτωση τέτοια πρόθεση δεν εκδηλώθηκε. Οι επιστολές τερματισμού αποστάληκαν στις 26.05.2008, αρκετά δηλαδή χρόνια μετά την καθορισμένη ημερομηνία που οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Περαιτέρω στη συμφωνία τεκ.7 καθορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής οιουδήποτε υπολοίπου, που είναι η 31.12.1996, χωρίς την προϋπόθεση τερματισμού της συμφωνίας για οιονδήποτε λόγο και απαίτηση του οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής η ίδια η αγωγή αποτελεί επαρκή απαίτηση (βλ. Γιάννης Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά.
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1322). Το τελευταίο θέμα που τίθεται προς εξέταση, ως αυτό εγείρεται στην υπεράσπιση των εναγομένων, είναι ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό με αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις ως επίσης και πέραν του νόμιμου επιτρεπόμενου ορίου του επιτοκίου ή και ανατοκισμό. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος των εναγομένων ανάφερε ότι ο περί Τόκου Νόμος 22/77 δεν επιτρέπει τη χρέωση τόκων πέραν του ύψους του αρχικού χρέους. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι ως προς τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων ο Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκε ούτε και ρωτήθηκε οτιδήποτε σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού τεκ. 11 που κατάθεσε, ούτε και υπήρξε εισήγηση ότι το υπόλοιπο θα έπρεπε να ήταν χαμηλότερο ή διαφορετικό ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία περί τούτου (βλ. Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Π.Ε. 12211 ημερ. 8.09.2006). Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση ούτε και αφαιρεί το βάρος απόδειξης από τους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν με επαρκή μαρτυρία το οφειλόμενο υπόλοιπο και κατ΄ επέκταση την απαίτησή τους (βλ. Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., Πολ. ΄Εφεση 227/07 ημερ. 16.06.2010). Οι ενάγοντες με την απαίτησή τους εξαιτούνται απόφαση για το ποσό των €67.764,00 (Λ.Κ.39.660,51), πλέον τόκο προς 9% από 1.01.2008. Από την κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 31.12.2007 είναι το ως άνω αναγραφόμενο ποσό. Παρά το ότι ο Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκε επί του τεκ.11, εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα που προκύπτει για το απαιτούμενο υπόλοιπο, λαμβανομένου υπόψη του ποσού της συμφωνίας που ήταν Λ.Κ.12.000,00 αλλά και τον περί Τόκου Νόμο 22/77. Ενόψει του γεγονότος ότι η σύμβαση φέρει ημερομηνία 25.06.1991 και ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο 160(Ι)/99 που τέθηκε σε ισχύ την 1.01.2001, θεωρώ ορθότερο όπως παρατεθεί το άρθρο 6
(1)του Ν. 22/77 που προβλέπει τα εξής: «6.-
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.» Περαιτέρω το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προβλέπει ότι: «
- Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνη το 9% ετησίως.» Εχει αναφερθεί πιο πάνω ότι ο Μ.Ε.2 ο οποίος και κατέθεσε ως τεκμήριο 11 την κατάσταση λογαριασμού δεν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση περί του περιεχομένου του και των διαφόρων καταχωρήσεων σ΄ αυτή. Ούτε όμως και ερωτήθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του προς επεξήγησή του. Παρατηρώντας όμως το τεκ. 15 και έχοντας υπόψη μου και τον περί Τόκου Νόμο ως ίσχυε μέχρι την 1.01.2001 κρίνω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν με επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία το ακριβές οφειλόμενο ποσό. Το γεγονός ότι ο Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκε δεν διαφοροποιεί την κατάσταση αφού προκύπτει ξεκάθαρα από το ίδιο το τεκ.11 ότι χρεώνετο τόκος επί τόκου πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση τον περί Τόκου Νόμο. Η συμφωνία τεκ.7 προβλέπει ότι θα χρεώνετο τόκος προς 9% ετησίως ο οποίος θα προστίθετο επί του κεφαλαίου κατά την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η οποιαδήποτε όμως κεφαλαιοποίηση του τόκου που θα είχε ως αποτέλεσμα τον ανατοκισμό είναι παράνομη και συνεπακόλουθα μη επιτρεπτή. Στο τεκ.11 φαίνεται ότι κάθε 31 Δεκεμβρίου μέχρι και το 2001 το ποσό του τόκου το οποίο χρεώνετο κάθε έτος είχε αυξητική τάση και δεν ήταν ποτέ σταθερό. Συγκεκριμένα, ενώ την 31.12.1993 υπήρχε τόκος του ποσού των Λ.Κ.1.239,81, την 31.12.1994 ανήλθε σε Λ.Κ.1.328,02 και την 31.12.1995 σε Λ.Κ.1.392,
- Είναι έκδηλο δηλαδή ότι το ποσό του τόκου εκάστου έτους προστίθετο στο οφειλόμενο υπόλοιπο και επανατοκιζόταν τον επόμενο χρόνο. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Food Products Ltd. κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 αναφέρεται ότι η είσπραξη τόκου επί του νέου κεφαλαίου θα σήμαινε χρέωση τόκου πέραν του 9% το χρόνο, το οποίο δεν είναι επιτρεπτό. Στην υπόθεση Elli Georghiou Savva v. Nicos Ioannou Ambiza
(1967)1 C.L.R. 24, στην οποία παραπέμπει η απόφαση Coudounaris (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι: «"2. The rate of interest on any debt or obligation. shall not exceed nine per centum per annum and no interest at a greater rate shall be recovered on any such debt or obligation". So that, if the Court allows interest to be charged on the first year's interest on the debt, the net result will be that the total amount to be recovered by the creditor will include interest on the debt at a rate exceeding 9 per cent per annum, which would exceed the maximum rate or interest allowed by law.» Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι το Δικαστήριο να μη μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο πραγματικό και ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο έστω και αν από την 1.01.2001 με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο 160(Ι)/99 τα δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αξίωση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. H ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς οιανδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο