John Hogarth κ.α. ν. Μιχάλη Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 900/2011, 29/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 900/2011 Μεταξύ: 1) John Hogarth 2) Pamela Hogarth Ενάγοντες - Καθ΄ών η αίτηση και Μιχάλη Μιχαήλ Εναγόμενου - Αιτητή _________ Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κ. Ζ. Νικολάου Για τον εναγόμενο - αιτητή: κ. Α. Κουμή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για ακύρωση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος) Ο εναγόμενος - αιτητής, καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή υπό διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την ακύρωση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος για το λόγο ότι καταχωρήθηκε στο έντυπο που προνοείται στη Διαταγή 2 Θ. 6 (Ο.2 r.6) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, ως άκυρου και ανυπόστατου και /ή ως αντικανονικού, καθώς σύμφωνα με τους Δικαστικούς Θεσμούς δεν θα έπρεπε να είχε γίνει σε αυτό το έντυπο αλλά στο έντυπο που προνοείται στη Διαταγή 2 Θ. 1 (O.2 r.1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Και αυτά ενόψει του ότι οι ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται δόλο και απάτη. Περαιτέρω αιτείται και διατάγματα ακύρωσης της επίδοσης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ως αντικανονικής και διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωση της όλης διαδικασίας ως αντικανονικής και ή ως άκυρης και ή ως ανυπόστατης. Παραθέτω το νομικό υπόβαθρο της αίτησης που είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.2 Θ. 1,2,3,6,7 και 8, Δ.5 Θ. 1,2,3 και 4, Δ.9 Θ. 1,2,10 και 11, Δ.16 Θ. 1 και 9, Δ.27 Θ. 1,2,3 και 4, Δ.33 Θ. 10, Δ.64 Θ. 1
(1)
(2),3 και 2 Δ.48 Θ. 1,2,3,8
(3)και
(4)και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου κ. Μιχάλη Μιχαήλ ο οποίος, πέραν του πιο πάνω λόγου για το λανθασμένο έντυπο που χρησιμοποιήθηκε από τους ενάγοντες, προβάλλει επιπρόσθετα και τον ισχυρισμό ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε έξω από την οικία όπου διαμένει ο γιός του χωρίς ο ίδιος να είναι παρών για να παραλάβει και να υπογράψει οποιοδήποτε άλλο άτομο για λογαριασμό του και ως εκ τούτου θα πρέπει να κριθεί ότι αυτή είναι άκυρη, ανυπόστατη και αντικανονική. Στην ένσταση τους οι ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση αναφέρουν σε σχέση με το έντυπο το οποίο χρησιμοποίησαν ότι πρόκειται για «καθαρό σαν κρύσταλλο νομικό και/ή δικονομικό διάβημα και/ή μέτρο» (σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιείται σε αυτή), που σε καμιά περίπτωση, ακόμα και να κριθεί και/ή αποφασιστεί από το δικαστήριο ότι πρόκειται για δικονομική παρατυπία, τούτο δεν συνεπάγεται την κήρυξη του κλητηρίου εντάλματος είτε ως άκυρου και/ή ως ανυπόστατου και τούτο σύμφωνα με την Διαταγή 64 και τη νομολογία, καθώς πρόκειται σε τελική ανάλυση για ¨απλή παρατυπία¨ που σε καμιά περίπτωση δεν καθιστά άκυρη την διαδικασία ή οποιοδήποτε βήμα στην διαδικασία. Σε σχέση δε με το ζήτημα της επίδοσης στον γιό του εναγόμενου και του τρόπου που αυτή έγινε, εκφράζει τη θέση ότι καλώς έγινε με τον τρόπο που έγινε εφόσον ο εναγόμενος κρυβόταν και απέφευγε την επίδοση σε αυτόν προσωπικά όπως ο ίδιος ο επιδότης ορκίζεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ουσιαστικά δε ο στόχος που επιδιώκεται με την επίδοση επετεύχθη εφόσον ο εναγόμενος έλαβε γνώση και γι΄αυτό καταχώρησε εμφάνιση έστω και υπό διαμαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι λόγος μια αντικανονική επίδοση να επιφέρει ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος. Το νομικό υπόβαθρο της ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 2, Θεσμοί 1 και 6, στη Διαταγή 48 Θεσμοί 2 - 9 και στη Διαταγή 64 και σε νομολογία η οποία και παρατίθεται. Επειδή το ζήτημα που προέκυψε είναι νομικής φύσεως, ορθά δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες για να αντεξεταστεί και έτσι οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις (μετά από άδεια του Δικαστηρίου), στις οποίες ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους και παρέπεμψαν σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν υπάρχει αμφιβολία, και αυτό γίνεται δεκτό και από πλευράς των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση, ότι το συγκεκριμένο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με την Διαταγή 2 Θ. 6 (Ο.2.r.6), το οποίο εμπεριέχει μεταξύ άλλων και ισχυρισμούς των εναγόντων ότι ο εναγόμενος ενήργησε με δόλο και απάτη, λανθασμένα και παράτυπα έχει καταχωρηθεί σε αυτόν το τύπο αντί του γενικά οπισθογραφημένου εντύπου σύμφωνα με την Διαταγή 2 Θ. 1 (Ο. 2 r.1). Είναι γι΄αυτόν τον λόγο εξάλλου που υπήρξε άμεση αντίδραση εκ μέρους του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση με την καταχώρηση εκ μέρους του εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα της παρούσας αίτησης. Το ζήτημα επομένως το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί και το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Διαταγή 64 όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, την οποία επικαλείται η πλευρά των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση, μπορεί να θεραπεύσει αυτή την παρατυπία. Η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού ή παράτυπου μέτρου και κάθε μορφής παρέκκλιση από τους θεσμούς εξισώνεται πλέον με αντικανονικότητα ή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί σύμφωνα με τη Διαταγή 64 όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό Αρ. 2 του 1995. Για σκοπούς κατανόησης παραθέτω στη συνέχεια ολόκληρη τη Διαταγή 64 όπως αυτή έχει τροποποιηθεί: «1
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επισυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει ούτε και διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός αν οι θεσμοί ειδικά διαλαμβάνουν τέτοια πρόβλεψη (βλ. Σκάρου v. Χριστοδούλου,
(1996)1 (Β) 1333 και Μιχαήλ v. Ττουνιά,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 113). Πέραν της παρ. 1
(1)της Διαταγής 64, η παρ. 1
(3)της ίδιας Διαταγής είναι κατά την άποψη μου περισσότερο σαφής ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί επί του ερωτήματος που θέτει η παρούσα αίτηση. Θεωρώ όμως σκόπιμο για καλύτερη κατανόηση να παραπέμψω στα όσα αναφέρθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση, αν και είχε εκδοθεί πριν από την τροποποίηση της Διαταγής, των κ.κ. Π.Καλλή, Π.Ε.Δ. και Γ. Ερωτοκρίτου, Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην Αγωγή με αριθμό 2476/1990 του Ε.Δ. Λεμεσού με ημερ. 4.08.1994 στη σελ. 9 και επ. η οποία αφορούσε ακριβώς το ίδιο ελάττωμα και με τα οποία συμφωνώ: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι σε ποιο βαθμό επηρεάζει αυτή η παρατυπία την όλη διαδικασία και κατά πόσο διορθώνεται. Προτού προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα, θα πρέπει να αναφέρουμε τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο τύπων κλητηρίων όπως αυτές φαίνονται από τα ίδια τα κλητήρια και οι οποίες εξ όσων μπορέσαμε να εντοπίσουμε είναι:
- Διαφορά στον τίτλο του κλητηρίου,
- ότι στο μεν ένα αναφέρεται ότι η αξίωση του ενάγοντα εκτίθεται στην όπισθεν του κλητηρίου γενική οπισθογράφηση, εις δε το άλλο ότι εκτίθεται εις την όπισθεν του κλητηρίου Έκθεση Απαίτησης,
- ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο προβλέπει ότι « εάν ο εναγόμενος παραλείψει να παραδώσει υπεράσπισιν εντός δεκατεσσάρων ημερών από της τελευταίας ημέρας του διά την εμφάνισην του ορισμένου χρόνου, δύναται να εκδοθεί απόφασις εναντίον του άνευ ειδοποιήσεως εκτός εάν εν τω μεταξύ έχει επιδοθεί εις αυτόν αίτησις προς έκδοσιν αποφάσεως. Πλην των πιο πάνω, το υπόλοιπο λεκτικό στους δύο τύπους κλητηρίου είναι πανομοιότυπο. Η πιο ουσιαστική ομοιότητα είναι η γενική διαταγή προς τον εναγόμενο να καταχωρήσει εμφάνιση. Από τις πιο πάνω διαφορές φαίνεται ότι οι κύριες επιπτώσεις στη διαδικασία είναι:
- Στην περίπτωση κλητηρίου με Γενική Οπισθογράφηση, ο εναγόμενος μπορεί να καταχωρήσει εμφάνιση σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την έκδοση απόφασης (Δ.16 Θ. 7). Σε περίπτωση παράλειψης του, τότε ο Ενάγων μπορεί να προχωρήσει στην λήψη απόφασης εναντίον του σύμφωνα με τις συγκεκριμένες πρόνοιες της Δ.17 Θ. 2 -
- Στην προκείμενη περίπτωση λόγω της φύσεως της απαίτησης, που δεν είναι εκκαθαρισμένη και δεν καλύπτεται από την Δ.17 Θ. 2 -11, η ενάγουσα θα μπορούσε να ζητήσει απόφαση με μονομερή αίτηση μόνο μετά από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της,
- Στην περίπτωση κλητηρίου με Γενική Οπισθογράφηση, ο ενάγων δεν μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει συνοπτική απόφαση όπως μπορεί να κάμει ο ενάγων με Ειδική Οπισθογράφηση. Όμως η Δ.18 Θ. 1 (β) προβλέπει σε μετάφραση ότι: (β) Εάν κατά την ακρόαση οποιασδήποτε αίτησης σύμφωνα με αυτό τον κανονισμό, φανεί ότι οποιαδήποτε απαίτηση, η οποία δεν έπρεπε να είχε οπισθογραφηθεί ειδικά σύμφωνα με τη Διαταγή 2, Κανονισμός 6, είχε περιληφθεί στην οπισθογράφηση του κλητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί, εάν το θεωρήσει κατάλληλο, να τροποποιήσει αμέσως την οπισθογράφηση με τη διαγραφή αυτής της απαίτησης, ή μπορεί να χειριστεί την ειδικά οπισθογραφημένη απαίτηση ωσάν να μη είχε περιληφθεί άλλη απαίτηση στην οπισθογράφηση, και να επιτρέψει να προχωρήσει η αγωγή όσον αφορά το υπόλοιπο της απαίτησης.» Τα πιο πάνω βέβαια πριν την τροποποίηση της Διαταγής
- Τα γεγονότα της υπόθεσης MI Holdings Public Ltd v. Παναγή,
(2006)1 (A) A.A.Δ. σελ. 298, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, δεν μπορούν να συσχετισθούν με τα γεγονότα της παρούσας. Το ζήτημα που απασχόλησε εκεί το εφετείο, το οποίο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, αφορούσε απόφαση που εκδόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση σε αγωγή η οποία, προφανώς εκ παραδρομής, καταχωρήθηκε επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντί της Δ.2 Θ. 6, και όπου θεωρήθηκε απλή παρατυπία και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς η επισήμανση από το Εφετείο στην ίδια αυτή απόφαση με παραπομπή και στην Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 81,84 ότι η Δ.64, ότι δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Η υπόθεση Κυριάκου κ. ά. v. Φραντζίδη,
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2035, αφορούσε λανθασμένη έναρξη διαδικασίας καθώς οι ενάγοντες είχαν εγείρει αντιπροσωπευτική αγωγή ενώ στερούνταν της απαραίτητης αντιπροσωπευτικής ιδιότητας και κρίθηκε ότι δεν ήταν θεραπεύσιμη παρατυπία δυνάμει της Δ.64 και η αγωγή ήταν εξ υπαρχής άκυρη. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά v. Νικολάου,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 634, η οποία αφορούσε αίτηση - έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρουσίαζε παρατυπία στον τίτλο της κάτι που κατά το πρωτόδικο δικαστήριο κρίθηκε ότι συνιστούσε σφάλμα μη θεραπεύσιμο με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 όπως τροποποιήθηκαν. Κρίθηκε ότι ήταν λανθασμένη αυτή η αντίληψη του πρωτόδικου δικαστηρίου αν και σαφώς συνιστούσε απλή παρατυπία, η οποία όμως θα μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προνοείται στη Διαταγή 64 και έτσι διατάχθηκε η επανεκδίκαση της. Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά v. Παναγιώτου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 366, εξετάστηκαν σε έκταση οι παράγοντες τους οποίους το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να θεραπεύσει μια παρατυπία με βάση τη νέα Διαταγή 64 αλλά και την αγγλική νομολογία. Η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτηση παρακοής διατάγματος στην οποία δεν περιλήφθηκε το άρθρο 42 του Νόμου 14/60 το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας. Πρωτόδικα απορρίφθηκε η αίτηση και για το λόγο αυτό. Κρίθηκε όμως κατ΄ έφεση ότι επειδή επρόκειτο απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και δεν επρόκειτο για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παράβαση βασικών νομικών αρχών ότι επρόκειτο για θεραπεύσιμη παρατυπία. Μελέτη επομένως της νομολογίας στη βάσει της τροποποιηθείσας Διαταγής 64 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση και τους λόγους στους οποίους αυτή στηρίζεται εφόσον πέραν των πιο πάνω ούτε τα δικαιώματα του εναγόμενου - καθ΄ού η αίτηση έχουν επηρεαστεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς ούτε και ο εναγόμενος έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Καταλήγω ότι με την λανθασμένη καταχώρηση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και η ειδική οπισθογράφηση των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον του εναγομένου όπως έγινε και το πολύ αρχικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, ναι μεν συνιστά παρατυπία, όμως δεν είναι τέτοια η οποία οπωσδήποτε θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή την ακύρωση του με το οποίο άρχισε η διαδικασία. Καταλήγω επομένως ότι πρόκειται περί θεραπεύσιμης παρατυπίας. Η πλευρά του αιτητή επισημαίνει ότι δεν έγινε προσπάθεια διόρθωσης της εκ μέρους των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση. Προς τούτο παρέπεμψε στην υπόθεση Πετρίχου (πιο πάνω), όπου λέχθηκε ότι: «τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από το ενδιαφερόμενο διάδικο για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες». Στην Φιλίππου v. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1996)
(3)Α.Α.Δ. σελ. 178 είχε καταχωρηθεί έφεση η οποία κρίθηκε ως παράτυπη, είχαν παρέλθει 5 χρόνια τα οποία είχε στη διάθεση του ο Εφεσείων για να προβεί σε διορθωτικά μέτρα κάτι όμως που δεν έκανε. Κατά παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Οικονομίδου v. Φλουρέντζου Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ,
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1157 η μη έγκαιρη αντίδραση με τη διόρθωση της υφιστάμενης παρατυπίας αν και υπήρχε η ευκαιρία την οποία δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί η εναγόμενη - εφεσείουσα. Εξετάζοντας την πορεία της παρούσας υπόθεσης εύκολα διαπιστώνεται ότι δεν παρασχέθηκε περιθώριο ή ευκαιρία ή και δυνατότητα στην πλευρά των καθ΄ών η αίτηση να αντιδράσουν και να προβούν σε διορθωτικά μέτρα εφόσον η αντίδραση της πλευράς του εναγομένου υπήρξε άμεση και δραστική. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1960 ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η οπισθογράφηση του κλητηρίου είναι λανθασμένη, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό να ακυρώσει τη διαδικασία (βλ. επίσης Annual Practice 1967 παρ. 6/1/2 και Annual Practice 1958 σελ. 13). Εφόσον δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά διαβήματα από πλευράς του εναγομένου και χωρίς να διαπιστώνεται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχει η Δ.64 Θ.1
(2)κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί διαταγή για άρση της παρατυπίας (βλ. Leal v. Dunlop Bio - Process
(1984)1 W.L.R.874 και Wunderlich (πιο πάνω). Η διαταγή προς άρση της παρατυπίας κατά την άποψη μου πρέπει να συνοδευτεί και με ανάλογη διαταγή για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης εκ μέρους των εναγόντων σύμφωνα με τους θεσμούς η οποία θα αντικαταστήσει την δικονομική ορθότητα και τάξη η οποία να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Στη συνέχεια σε σχέση με τις προθεσμίες για την καταχώρηση άλλων δικογράφων να ακολουθηθούν οι θεσμοί (βλ. Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου,
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 945). Η υπό διαμαρτυρία εμφάνιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου διά του παρόντος καθίσταται χωρίς επιφύλαξη. Σε σχέση με το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, όπως σωστά ετέθη το ζήτημα από την πλευρά των καθ΄ών η αίτηση, δεν μπορεί να οδηγήσει στον παραμερισμό ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος. Η επίδοση έλαβε χώρα κατά τον τρόπο που περιγράφει ο επιδότης στην ένορκη του δήλωση και το κατά πόσο αυτή είναι ανυπόστατη και αντικανονική, κατά την άποψη μου ξεφεύγει της παρούσας αίτησης. Σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος έλαβε γνώση της διαδικασίας η οποία άρχισε εναντίον του με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και εναπόκειται σε αυτόν να καταχωρήσει υπεράσπιση εάν το επιθυμεί. Για το ζήτημα της καταχώρησης της ένστασης χωρίς αυτή να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση κρίνεται ότι δεν απαιτείτο τέτοια υποστήριξη εφόσον στην ένσταση προβάλλονται μόνο νομικοί λόγοι και γεγονότα που εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ενόψει της φύσης της αίτησης, η διαταγή μου ως προς τα έξοδα δεν θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της αίτησης και κρίνω ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο