ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΣΙΑΛΗ ν. ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 389/2012, 20/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: M. Aμπίζα, Α.Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 389/2012 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΣΙΑΛΗ Ενάγοντα -και- ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγόμενου Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 25.6.
- Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Κ. Ανδρέου. Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: κα Χριστοφή για κ. Δημητρίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση του, ο Εναγόμενος-Αιτητής επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε εναντίον του στις 6.6.
- Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ άλλων, Δ.17 Θ.10, καθώς επίσης στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου ημερομηνίας 25.6.
- Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερομηνίας 15.10.2012, ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό. Οι λόγοι ένστασης στους οποίους βασίζεται ο Ενάγοντας συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της αίτησης υπό 1 -
- Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του Ενάγοντα ημερομηνίας 15.10.
- Από μια αναδρομή στο ιστορικό της παρούσας αγωγής, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και από τις θέσεις των δύο πλευρών, διαφαίνεται ότι το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε κατά τη 19.4.2012 και επιδόθηκε στον εναγόμενο προσωπικά στις 9.5.
- Κατά την 28.5.2012 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, η οποία ορίστηκε στις 6.6.2012 οπόταν και λήφθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. Ακολουθεί, στις 25.6.2012, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος-Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι έχοντας λάβει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, εγκαίρως και εντός της προθεσμίας από την ημερομηνία επίδοσης, ανέθεσε το χειρισμό της υπόθεσης στον τότε δικηγόρο του κ. Φαίδωνα Βαλιαντή για να καταχωρήσει εμφάνιση και υπεράσπιση. Ανέμενε ότι αυτός καταχώρησε την εμφάνιση αλλά για άγνωστο λόγο παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση και να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είχε ενημέρωση από τον κ. Βαλιαντή αλλά πίστευε ότι ως δικηγόρος θα προέβαινε σε όλες τις δέουσες ενέργειες για να τον εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο. Πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του την 21.6.2012 σε διαδικασία άλλη που εκκρεμεί στο Δικαστήριο μεταξύ του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση και εταιρείας στην οποία τυγχάνει να είναι μέτοχος και την επόμενη μέρα έδωσε οδηγίες σε άλλο δικηγόρο να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ο Εναγόμενος-Αιτητής αναφέρεται περαιτέρω στους ισχυρισμούς του επί της ουσίας της απαίτησης παραθέτοντας τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τις διάφορες συμφωνίες μεταξύ του Ενάγοντα και συγκεκριμένης εταιρείας καθώς επίσης της πώλησης από τον ίδιο προς τον Ενάγοντα δικού του οικοπέδου, έναντι του οποίου έλαβε μόνο €2.000,- ως προκαταβολή. Η πώληση δεν προχώρησε για λόγους που αφορούν τον Ενάγοντα και λόγω της άρνησης του Εναγομένου-αιτητή να επιστρέψει τις €2.000, ο Ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή βασιζόμενος σε ψευδείς ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί αυτοί εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου-Αιτητή και τυγχάνουν ανάλυσης από το συνήγορο του στη γραπτή του αγόρευση που προσκόμισε κατά την ακρόαση της αίτησης και θεωρώ ότι δεν θα εξυπηρετούσε να τους επαναλάβω. Από την πλευρά του ο Ενάγοντας παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις αναφορικά τόσο με την υπόθεση όσο και την επίδοση της αγωγής και παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί, ισχυριζόμενος ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρεται δε σε ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος είναι πτωχεύσας. Αμφότερες οι πλευρές περιορίστηκαν στο περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και κατέθεσαν γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το σύνολο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων έχει τύχει λεπτομερούς μελέτης από το Δικαστήριο. Η Δ.17 υπό τον τίτλο "Default of appearance" ("Παράλειψη εμφάνισης") στο Θ.10 αναφέρει τα ακόλουθα: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just". Όπως εμφανώς προκύπτει από το λεκτικό της ως άνω πρόνοιας και από την άφθονη επί του θέματος νομολογία ο παραμερισμός ή όχι εκδοθείσας δικαστικής απόφασης αποτελεί θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συντρέχουν για να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι πρώτο ότι ο Εναγόμενος έχει δείξει καλήν υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο να δείξει ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία ή την καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Στην Πολ. Έφ. 9686, ημερ. 8.8.97, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης, αναλύονται οι σχετικές αρχές και υιοθετούνται οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην απόφαση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης η οποία είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Όπως αναφέρεται, εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Τονίζεται δε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως λέχθηκε στη Milouca (ανωτέρω): «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Πέραν των ως άνω σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, και οι υποθέσεις Evans v. Bartlam
(1937)2 All.E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Cristoforou v. Kyriakouli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου), Πολ. Εφ. 8041, ημερ. 28.1.1983, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. 10531, ημερ. 2.2.2000, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου, Πολ. Εφ. 10334, ημερ. 15.3.2000, Εταιρείας Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ ν. Φαντάκη, Πολ. Εφ. 10742, ημερ. 23.3.2001. Στην παρούσα υπόθεση και εξετάζοντας πρώτο το κατά πόσο έχει αποδειχτεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου θα πρέπει να σημειωθεί ότι το τι εξετάζεται από το Δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχτεί η υπεράσπιση. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Σχετική είναι η Πολ. Εφ. 10015 Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. ΄Αριστου Κανναουρίδη ημερ. 26.4.1999). Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία είναι εμφανές ότι συγκεκριμένα θέματα που εγείρει ο Εναγόμενος, όπως παρατίθενται συνοπτικά ανωτέρω, φαίνεται να αφορούν και να επηρεάζουν ενδεχομένως την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του. Από αυτό το μέρος των ισχυρισμών του ικανοποιούμαι ότι προκύπτει η ύπαρξη συζητήσιμου θέματος και συνειδητά αποφεύγω να παραθέσω περισσότερη λεπτομέρεια σε σχέση με τη διαπίστωση μου αυτή προς αποφυγή εμπλοκής του Δικαστηρίου στα θέματα ουσίας της υπεράσπισης σε βαθμό πέραν του επιτρεπτού στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Προχωρώντας με την εξέταση και της δεύτερης σχετικής προϋπόθεσης σαφώς προκύπτει ότι από την χρονική στιγμή λήψης γνώσης από πλευράς του αιτητή για την έκδοση απόφασης εναντίον του μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δηλαδή της λήψης μέτρων προς διόρθωση της κατάστασης, παρήλθε μικρό χρονικό διάστημα, ήτοι χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης από πλευράς εναγομένου στην αντίδραση του ώστε να αποταθεί στο Δικαστήριο επιζητώντας τη θεραπεία που ζητά. Παραμένει συνεπώς η εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η μη εμφάνιση του εναγομένου μετά που επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Δεν αμφισβητείται η επίδοση της αγωγής, όμως παρατίθεται με λεπτομέρεια η εξήγηση για τη μη ύπαρξη εμφάνισης από μέρους του Εναγομένου. Θεωρώ ότι δεν υφίσταται οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, ούτε η θεώρηση του Ενάγοντα επί του προκειμένου λόγω καταδίκης του εν λόγω δικηγόρου σε φυλάκιση, μπορεί, δίχως άλλο, να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Το ζητούμενο δεν είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Εναγόμενος ενήργησε λογικά ορθά αλλά το κατά πόσο η συμπεριφορά του Εναγομένου ήταν τέτοια που να μπορεί να χαρακτηριστεί ασυγχώρητη και περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, αποδεχόμενος ότι ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες σε συγκεκριμένο δικηγόρο ο οποίος παρέλειψε να εμφανιστεί, κάτι τέτοιο δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω. Το τι παραμένει, κατά την άποψη μου, να εξεταστεί, είναι κατά πόσον ο ισχυρισμός περί του ότι ο αιτητής είναι πτωχεύσας επηρεάζει την παρούσα αίτηση. Αφήνω κατά μέρος την αναφορά του κου Ανδρέου περί αποκατάστασης του αφού πουθενά στο μαρτυρικό υλικό δεν υφίσταται τέτοιος ισχυρισμός. Το θέμα, ως τίθεται από τον ενάγοντα, αφορά το ότι εφόσον αυτός έχει πετύχει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του αιτητή, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας, του επιτρέπεται με μια απλή επαλήθευση του ποσού της απόφασης να διεκδικήσει το ποσό που του αναλογεί από την περιουσία του Εναγομένου. Με άλλα λόγια, ο Ενάγοντας εισηγείται ότι θα πρέπει να στερηθεί το δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί, λόγω της πτώχευσης, παραβλέποντας ότι όλες οι συναλλαγές και πράξεις που κατ΄ ισχυρισμόν έγιναν, ως επίσης και η αγωγή και λήψη απόφασης έγιναν, ως ισχυρίζεται, καθ΄ ον χρόνον ο αιτητής ήταν πτωχεύσας. Ασχέτως του αν το γνώριζε ο ενάγοντας ή όχι. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 281/2006, ημερομηνίας 9/9/2011: «Η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου, όπως αυτή έχει περιγραφεί στη Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, είναι εκείνη που εξυπακούεται από τη φύση της λειτουργίας του ως δικαστήριο της δικαιοσύνης. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργ. Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 155-156) "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι΄ αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο 'σύμφυτη'. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της."» Υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία να εξετάσει τον παραμερισμό της εκδοθείσας υπό τας ως άνω συνθήκες απόφασης. Για όλους δε τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, είμαι της άποψης ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης, δίδοντας την ευκαιρία στον Εναγόμενο να ακουστεί στην υπόθεση του, παρουσιάζοντας την υπεράσπιση του. Κρίνω ότι ουδείς από τους λόγους ένστασης ευσταθεί και ότι τα δικαιώματα του Ενάγοντα ουδόλως θα πληγούν ανεπανόρθωτα με το να δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.6.2012. Θεωρώντας ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε περί του αντιθέτου λόγος, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου όλα τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της παράλειψης του (thrown away), καθώς επίσης και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλην των εξόδων της ακρόασης της παρούσας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος έχει δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εντός 10 ημερών από σήμερα. (Υπ.)............... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο