← Κύπρος

Κυριάκος Καπετάνιος Ανδρέας Τσαππαρέλλας Λτδ (Α/Ε 1382392) ν. Demari Pluton Ltd (Α/Ε 174689), Αρ. Αγωγής: 48/12, 13/12/2012

Κυριάκος Καπετάνιος Ανδρέας Τσαππαρέλλας Λτδ (Α/Ε 1382392) ν. Demari Pluton Ltd (Α/Ε 174689), Αρ. Αγωγής: 48/12, 13/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 48/12 Κυριάκος Καπετάνιος & Ανδρέας Τσαππαρέλλας Λτδ (Α/Ε 1382392) Ενάγοντες - Αιτητές και Demari Pluton Ltd (Α/Ε 174689) Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας: 18.1.

  1. Ημερομηνία: 13.12.
  2. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ε. Ανδρέου (για να ακούσει απόφαση η κα Μιχαήλ). Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Πιττάτζης (για να ακούσει απόφαση η κα Κωνσταντινίδου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με το γενικά οπισθογραφημένα κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν στις 18.1.2012, αξιώνουν από τους εναγομένους: «(Α) €20.400,- ως απώλεια κερδών και/ή ενοικιαστική αξία των επίδικων διαμερισμάτων και/ή απώλεια μηνιαίων ενοικίων μέχρι την 1.1.
  3. (Β) Ποσό εκ €1.200,- κάθε μήνα από 1.2.2012 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση, συμπλήρωση και παράδοση των διαμερισμάτων στους ενάγοντες. Διαζευκτικά (Γ) €360.000,- ως αποζημιώσεις και/ή απώλεια αγοραίας αξίας των επίδικων διαμερισμάτων. (Δ) Νόμιμο τόκο (Ε) Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία (Στ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 18.1.2012, η πλευρά των εναγόντων προχώρησε στην καταχώρηση και προώθηση μονομερώς, (ex-parte) της υπό συζήτηση αίτησης. Με αυτή επιζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη εταιρεία να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει τρία ακίνητα που κατέχει στην περιοχή Παραλιμνίου, ως αυτά ειδικότερα περιγράφονται στην αίτηση και/ή οποιοδήποτε μερίδιο κατέχει σε αυτά, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό συζήτηση αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έλειπε το στοιχείο του κατεπείγοντος, μετά από αίτημα των εναγόντων - αιτητών έδωσε οδηγίες όπως η υπό συζήτηση αίτηση επιδοθεί στην εναγόμενη. Η τελευταία, μετά την επίδοση της υπό συζήτηση αίτησης εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/1960) στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 και 4, Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση τέθηκε με ένορκη δήλωση του Ανδρέα Τσαππαρέλλα ημερ. 18.1.2012 επίσης, η οποία και την συνοδεύει. Την 1.6.2006, υποδεικνύει ο ως άνω ομνύον, εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και εκ των διευθυντών των εναγόντων ως ο ίδιος δηλώνει, οι ενάγοντες όντας εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του όλου μεριδίου των οικοπέδων με αρ. εγγραφής 17597 - τεμάχιο αρ. 382 (με προηγούμενο αριθμό τεμαχίου 278), 17604 - τεμάχιο αρ. 388 (με προηγούμενο αριθμό τεμαχίου 285) και 17611 - τεμάχιο 320 (με προηγούμενο αριθμό τεμαχίου 292), Φ/Σχ. 33/53Ε 1, στο Παραλίμνι, υπέγραψαν μαζί με την εναγόμενη της οποίας η κύρια δραστηριότητα είναι η ανάπτυξη γης, συμφωνία αντιπαροχής. Με την ως άνω συμφωνία οι ενάγοντες παραχώρησαν τα πιο πάνω οικόπεδα τους στους εναγομένους για να τα αναπτύξουν με την ανέγερση επί αυτών οικοδομής. Ως αντάλλαγμα μεταβίβασης μεριδίων επ΄ ονόματι των εναγομένων, συμφωνήθηκε όπως οι τελευταίοι παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν στους ενάγοντες τρία διαμερίσματα συγκεκριμένων διαστάσεων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.60.000 πληρωτέο σε τέσσερις δόσεις ήτοι την 31.12.2006, 31.6.2007, 31.12.2007 και 30.6.
  4. Ως η συμφωνία των μερών, οι εναγόμενοι θα αποπεράτωναν και παρέδιδαν τα διαμερίσματα το αργότερο σε 18 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, με δικαίωμα παράτασης δύο μηνών. Δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση όπως μεταβιβάσουν επ' ονόματι των εναγομένων τα 84/100 των εν λόγων οικοπέδων, πλην όμως κατόπιν αιτήσεως των τελευταίων, στις 7.3.2007, συμφώνησαν και μεταβίβασαν και ενέγραψαν επ' ονόματι των εναγομένων το όλο μερίδιο των οικοπέδων με αρ. τεμαχίου 382 και 388 και τα 101/161 μερίδια του οικοπέδου με αρ. τεμαχίου
  5. Στα πλαίσια της συμφωνίας μεταβίβασης επ΄ ονόματι των εναγομένων μεριδίων πέραν των συμφωνηθέντων και για σκοπούς κάλυψης των ζημιών που θα υφίσταντο οι ενάγοντες από τη μη έγκαιρη εκπλήρωση από τους εναγομένους των υποχρεώσεων τους, οι εναγόμενοι εξέδωσαν προς όφελος των εναγόντων εγγυητική επιστολή ημερ. 20.2.2007 για ποσό Λ.Κ.78.000 με ημερομηνία λήξης την 1.9.
  6. Την 11.6.2008 εγκρίθηκε η αίτηση για πολεοδομική άδεια που οι εναγόμενοι προγενέστερα είχαν υποβάλει σε σχέση με τα τεμάχια 320 και 388 ενώ στις 13.6.2008 εγκρίθηκε η αίτηση για πολεοδομική άδεια ανάπτυξης του τεμαχίου
  7. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν ξεκινήσει τις οικοδομικές εργασίες για την ανάπτυξη και ως εκ τούτου δεν έχουν παραδώσει τα τρία διαμερίσματα αντιπαροχής στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι, σύμφωνα με τους όρους της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, υπέβαλαν αίτηση και έλαβαν το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.78.
  8. Ακολούθησαν συναντήσεις μεταξύ των δύο πλευρών στα πλαίσια της προσπάθειας εξεύρεσης φιλικής διευθέτησης. Στις 5.10.2010 διαφάνηκε η προβαλλόμενη από τους εναγομένους θέση ότι η εγγυητική επιστολή κάλυψε το κόστος ανέγερσης και ως εκ τούτου, λόγω της πληρωμής της εγγυητικής, καμία άλλη υποχρέωση είχαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες. Στις 3.12.2010 αποφάσισαν τα μέρη να αναθέσουν το ζήτημα στους νομικούς τους συμβούλους για εξέταση του θέματος. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να ανταλλαγούν διάφορες επιστολές μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών. Με δεδομένο υποδεικνύει ο μάρτυρας ότι υπάρχει συγγενική σχέση μεταξύ διευθυντικών στελεχών των διαδίκων, οι ενάγοντες ευελπιστούσαν ότι θα κατέληγαν σε φιλική διευθέτηση και ως εκ τούτου δεν προωθήθηκε άμεσα η αγωγή σε βάρος των εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσμα της έρευνας στην οποία ο ίδιος προέβη στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο ήταν να διαπιστωθεί ότι οι εναγόμενοι υποθήκευσαν τα περί ου λόγος οικόπεδα προς όφελος τραπεζικού οργανισμού για €1.000.000 προς εξασφάλιση δανείου για την ανάπτυξη τους. Τα ακίνητα έκτοτε, μέχρι και σήμερα παραμένουν επιβαρυμένα με την εν λόγω υποθήκη. Αποτελεί θέση του ότι οι εναγόμενοι πέραν των ακινήτων που οι ενάγοντες έχουν μεταβιβάσει επ' ονόματι τους, δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση τυχόν δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον τους. Περαιτέρω επιβάρυνση δε των περί ου ο λόγος ακινήτων θα καταστήσει την εκτέλεση τυχόν απόφασης σε βάρος της εναγομένης αδύνατη, αφού αυτά αποτελούν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, υποστηρίζει, οι εναγόμενοι να προωθήσουν την αποξένωση των εν λόγω ακινήτων χωρίς να τα αναπτύξουν, αφού ήδη έχουν προτείνει στους ενάγοντες την πώληση του οικοπέδου με αριθμό
  9. Τέλος, προτάσσει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους εναγομένους ενώ αντίθετα η μη έκδοση του υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να προκαλέσει στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ένσταση στηρίζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.4-8 και Δ.25 θ.1-
  10. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «Α. Η Αίτηση είναι αβάσιμη νομικά. Β. Έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Γ. Δεν υποστηρίζεται από αποδεκτή μαρτυρία. Δ. Τα γεγονότα δεν δικαιολογούν την έκδοση τέτοιου διατάγματος.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση τίθενται στην ένορκη δήλωση του Πιέρου Μαρκουλλή, διευθυντή όπως δηλώνει της εναγομένης εταιρείας. Δεν αμφισβητεί ο ως άνω ομνύον την ύπαρξη της συμφωνίας αντιπαροχής για τα συγκεκριμένα ακίνητα όπως αυτή περιγράφεται από τον Ανδρέα Τσαππαρέλλα στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης του τελευταίου που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Ωστόσο, υποδεικνύει πως παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση για ανέγερση των οικοδομών προγραμματίζοντας την έναρξη των εργασιών, οι ενάγοντες αποδέχτηκαν από τους εναγομένους εγγυητική επιστολή για ποσό Λ.Κ.78.000 το οποίο ανταποκρινόταν στην υπολογιζόμενη αγοραία αξία των διαμερισμάτων, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό που εξακολουθούν να κατέχουν οι ενάγοντες στο οικόπεδο τεμάχιο 320 που ήταν μέρος της αντιπαροχής. Η μη έναρξη των εργασιών, υποστηρίζει ο ομνύον, δεν συνιστά παράβαση της συμφωνίας αφού οι ενάγοντες αποδέχθηκαν στο μεταξύ την ως άνω τραπεζική εγγύηση παραμένοντας ιδιοκτήτες σε ένα από τα οικόπεδα που ήταν μέρος της αντιπαροχής. Στα πλαίσια συνάντησης που οι δύο πλευρές είχαν, οι εναγόμενοι εξήγησαν στους ενάγοντες ότι η τότε οικονομική πραγματικότητα δεν επέτρεπε ουσιαστικά την προώθηση του έργου, υποδεικνύοντας ότι το ποσό που έλαβαν οι ενάγοντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας αντιπαροχής, ήτοι Λ.Κ.60.000, πλέον το ποσό της εγγυητικής η οποία εξαργυρώθηκε σε συνδυασμό με την παραμονή των εναγόντων ως συνιδιοκτητών σε οικόπεδο που ήταν μέρος της αντιπαροχής εθεωρείτο ως ικανοποιητική αποζημίωση και εξασφάλιση των εναγόντων. Παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι πρότειναν στους ενάγοντες να τους επιστρέψουν την κυριότητα των τεμαχίων της αντιπαροχής και οι ενάγοντες να επιστρέψουν τα ποσά που τους είχαν καταβληθεί, οι τελευταίοι δεν αποδέχτηκαν αυτή την πρόταση, συμφωνώντας ότι με όσα είχαν κάμει οι εναγόμενοι, εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αποτελεί ουσιαστικά θέση του ομνύοντα ότι οι ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί με το παραπάνω για τη συμφωνία αντιπαροχής αφού για τρία οικόπεδα συνολικού εμβαδού 1800 περίπου τετραγωνικών μέτρων έχουν λάβει ήδη €236.000, παραμένοντας συνιδιοκτήτες ενός εκ των τεμαχίων. Με δεδομένο άλλωστε υποδεικνύει ότι οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι συνιδιοκτήτες ενός εκ των τεμαχίων, καμία συναλλαγή, διάθεση, μεταβίβαση, υποθήκευση δεν είναι δυνατή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση τους. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, δεδομένης της οικονομικής κρίσης η αξία των επιδίκων διαμερισμάτων είναι δραματικά πιο χαμηλή κατά τρόπο που να είναι ίση με το ποσό της εγγυητικής που έλαβαν οι ενάγοντες. Στην προκειμένη περίπτωση, καταλήγει, δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος που θα δικαιολογούσε όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι έχουν παρέλθει δύο χρόνια από τον χρόνο που οι ενάγοντες έλαβαν το ποσό της εγγυητικής ως αντάλλαγμα και αποζημίωση της μη ανέγερσης των διαμερισμάτων ενώ ήδη από τις 7.4.2011 προηγήθηκε μέσω των δικηγόρων τους το παράπονο τους για τη μη παράδοση των διαμερισμάτων, καθιστούν την προσπάθεια τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθυστερημένη, χωρίς να προσφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτή την καθυστέρηση. Εξασφαλίζοντας και οι δύο πλευρές άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ο κ. Τσαππαρέλλας, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 10.4.2012, υποδεικνύει ότι σκοπός της εγγυητικής ήταν η κάλυψη αποζημιώσεων για καθυστέρηση του έργου και όχι για τη μη εκπλήρωση του, προβάλλοντας τη θέση πως ακόμη και μετά την εξαργύρωση της τραπεζικής εγγύησης ο διευθυντής των εναγομένων Πιέρος Μαρκουλλής διαβεβαίωνε τους ενάγοντες ότι θα προχωρούσαν κανονικά με την ανέγερση των οικοδομών. Υποδεικνύοντας ότι η πρώτη φορά που προβλήθηκε ισχυρισμός από τους εναγομένους ότι η εγγυητική αφορούσε τη συμφωνημένη αξία των τριών διαμερισμάτων ήταν σε επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων, ημερ. 19.4.2011, εξηγεί παράλληλα ότι η μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι των εναγομένων πριν από το χρόνο που προέβλεπαν οι συμφωνίες έγινε προς διευκόλυνση των εναγομένων στην εξασφάλιση δανειοδότησης για να ξεκινήσουν το έργο, πράγμα που έγινε με την υποθήκευση των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν επ΄ ονόματι τους στην τράπεζα Marfin Popular Public Co Ltd για ποσά που υπερβαίνουν το €1.000.
  11. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, η αξία των οικοπέδων κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας αντιπαροχής ανερχόταν περίπου στις €200.000 για το κάθε ένα ενώ η αγοραία αξία των διαμερισμάτων ήταν πέραν των €360.000 κατά το 2007, σημειώνοντας ότι οι εναγόμενοι δεν λαμβάνουν υπόψη την ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων. Ο Πιέρος Μαρκουλλής με τη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 15.5.12, αφού επαναλαμβάνει τη θέση ότι πριν και μετά την εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής για της Λ.Κ.78.000 συμφωνήθηκε ρητά ότι το σύνολο του ανταλλάγματος που δόθηκε στους ενάγοντες ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία των τριών διαμερισμάτων, υποδεικνύει το γεγονός ότι κατά το χρόνο που εξαργυρώθηκε η εγγυητική η αξία των ακινήτων μειώθηκε κατακόρυφα, κατά τρόπο που τα ποσά που συνολικά έλαβαν οι ενάγοντες να είναι μεγαλύτερα από την αξία των διαμερισμάτων που θα λάμβαναν. Υποδεικνύει παράλληλα ότι η αλληλογραφία μεταξύ δικηγόρων στα πλαίσια διαπραγματεύσεων η οποία φέρει τη σήμανση «άνευ βλάβης» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή σαν μαρτυρία, γεγονός που αποτελεί, ανάμεσα σε άλλα και αναγνωρισμένη αρχή στα πλαίσια των κανόνων δικηγορικής δεοντολογίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς, ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν προωθώντας την υπόθεση τους. Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v. Κιτταλίδη κ.α. (Αρ. 2)

(1994)1 ΑΑΔ 694, τονίστηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστατευτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54, εξάλλου, αποσαφηνίστηκε ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Νομικό υπόβαθρο της υπό συζήτηση Aίτησης, αποτελούν επίσης τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι φανερό, έχοντας υπόψη την αξίωση των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε συνδυασμό με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο γιατί, ως το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ.6 προβλέπει, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός εναγομένου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα, αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Καλά αναγνωρισμένη είναι από τη νομολογία μας η διασύνδεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Τα ως άνω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, παρά την ειδική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν, δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση των παρεμπίπτων διαταγμάτων. [βλ. ABP Holdings κ.α. (ανωτέρω)]. Γενικές προϋποθέσεις που τίθενται με το γενικότερο άρθρο 32 του Ν.14/60, εξακολουθούν να ισχύουν σε συνδυασμό με τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ.
  3. Όπου το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης στην οποία έχουν εφαρμογή τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 5 όσο και οι πρόνοιες του άρθρου 32, είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθεί ότι συνυπάρχουν τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο
  4. (βλ. σχετικά Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 CLR 520, Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 882 και Ζεμενίδης (ανωτέρω). Στην υπόθεση Λακαταμίτης, (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα, όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β ΑΑΔ 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1ΑΑΔ
  1. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο, στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση, υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών, υποστηρίζει η πλευρά των εναγομένων, καταρρίπτει από μόνη της τη θέση για το επείγον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υποδεικνύει, η καθυστέρηση που παρατηρείται είναι πέραν των δύο ετών από την συμβατική προθεσμία που τάχθηκε με την συμφωνία αντιπαροχής, καθυστέρηση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογήθηκε από την πλευρά των αιτητών. Σπεύδω να επισημάνω το γεγονός ότι το ζήτημα της καθυστέρησης στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα πρέπει να διασυνδέεται με την αναγκαιότητα ύπαρξης του επείγοντος, ως προϋπόθεσης για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.
  2. Το επείγον στην περίπτωση που μονομερώς ένας διάδικος απευθύνεται στο Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας, αποτελεί ασφαλώς δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατ' επείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1353 και Μ & Ch. Mitsigas Tr. Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791. Στην υπό συζήτηση περίπτωση κατά την εξέλιξη της διαδικασίας η αίτηση φαίνεται να έχει μετατραπεί σε δια κλήσεως αίτηση, κατά τρόπο δηλαδή που ελλείπει η αναγκαιότητα να πειστεί το Δικαστήριο ότι συντρέχει η προϋπόθεση του κατ' επείγοντος όπως τούτο, ας μου επιτραπεί ο όρος, προκαταβολικά θα ίσχυε στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα επιλαμβανόταν της αίτησης μονομερώς. Η επιδίωξη έκδοσης διατάγματος ως το υπό συζήτηση, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, στα πλαίσια αίτησης δια κλήσεως και χωρίς παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση, αποτελεί δυνατότητα καλά αναγνωρισμένη από τη νομολογία μας. Γεγονός παραμένει πάντως ότι ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός και σε ότι αφορά την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της ενάσκησης της διακριτικής του εξουσίας για παροχή ή όχι ενδιάμεσης θεραπείας κατά το δίκαιο της επιείκειας. Η αδικαιολόγητη δε καθυστέρηση, δυνατό να έχει αρνητική επίδραση στην περίπτωση όχι μόνο αιτήματος για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος (Βλ. Σκορδής ν. Λάντου κ.α.
(2008)1(Β) ΑΑΔ 844) αλλά, στις κατάλληλες περιπτώσεις και ολόκληρης της αγωγής. (Βλ. Ιερείδης κ.α. v Παναγιώτου
(2006)1(A) AAΔ.498). Χρήσιμη αναφορά, σχετική με το θέμα, εντοπίζεται στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England, 4η έκδοση (reissue), Τόμος 24, παρ. 862 όπου αναφέρονται: «Delay. A plaintiff must be able to show that he has not been guilty of improper delay in applying to the court, for delay, even if not amounting to acquiescence, may deprive him of the right to an interlocutory injunction». Στο σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre-emptive Remedies (3η έκδοση) των Goldrein, Wilkinson και Kershaw εξάλλου, το ζήτημα τίθεται ως εξής (σελ. 70):¨ «As with all equitable relief, delay is a relevant factor in interlocutory proceedings for injunctive relief: vigilantibus non dormientibus jura subvenient - a plaintiff should not sleep on his rights.» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι προηγήθησαν διάφορες συναντήσεις και εισηγήσεις μεταξύ διευθυντικών στελεχών των διαδίκων για εξεύρεση φιλικής διευθέτησης της διαφοράς που προέκυψε από τη μη υλοποίηση τελικά της συμφωνίας αντιπαροχής εντός των χρονικών πλαισίων που η ίδια έτασσε. Η ελπίδα άλλωστε για εξώδικη-φιλική διευθέτηση εδραζόταν και στο γεγονός ότι μεταξύ διευθυντών των εναγόντων και των εναγομένων υπάρχει συγγενική σχέση. Τον Δεκέμβριο του 2010 συμφωνήθηκε όπως τα μέρη αναθέσουν στους νομικούς τους συμβούλους το ζήτημα για εξέταση. Μεταξύ των νομικών συμβούλων υπήρξε διάσταση θέσεων σε ζητήματα που αφορούν την επίδικη διαφορά και ανταλλαγή επιστολογραφίας, με την επιστολή ημερ. 18.5.2011 εκ μέρους των δικηγόρων των εναγόντων - αιτητών, να αποτελεί την τελευταία επιστολή για το ζήτημα που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αισθάνομαι ότι η περίοδος των οκτώ περίπου μηνών που έχει διαρρεύσει από την τελευταία τουλάχιστον επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων για το ζήτημα, ήτοι στις 18.5.2011, μέχρι την καταχώρηση τον Ιανουάριο του 2012 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής με ταυτόχρονη προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, αντικειμενικά θεωρούμενη στο σύνολο των συνθηκών που φαίνεται να περιβάλλουν στην υπό εξέταση περίπτωση το ζήτημα, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρμετρα μεγάλο διάστημα το οποίο θα μπορούσε να επιδράσει καταλυτικά, είτε στην προώθηση της αγωγής είτε της υπό συζήτηση, δια κλήσεως προωθούμενης αίτησης. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αισθάνομαι ότι έχουν δοθεί επαρκείς εξηγήσεις για τον λόγο που δεν προωθήθηκε η αγωγή ενωρίτερα, εφόσον υπήρχε προσδοκία για εξώδικη και φιλική διευθέτηση και διάλογος σε εξέλιξη μεταξύ των δύο πλευρών, με την εμπλοκή μάλιστα σε κάποιο στάδιο και των νομικών τους συμβούλων. Η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε στη δρομολόγηση τελικά της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης από το οριστικό ναυάγιο της ως άνω προσπάθειας, δεν φαίνεται ικανή στην συγκεκριμένη περίπτωση να επιδράσει καταλυτικά στην προώθηση του αιτήματος σφραγίζοντας την περαιτέρω πορεία του. Στα πλαίσια της υπόθεσης Κώστας Χ¨Γαβριήλ v Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1(A) AAΔ.606, διάταγμα που εξεδόθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια μονομερώς προωθούμενης αίτησης, μετά από πάροδο επτά μηνών μεταξύ της δημιουργίας της κατ' ισχυρισμό υποχρέωσης μέχρι την προώθηση της αγωγής, επικυρώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, τονίζοντας το τελευταίο στην ως άνω απόφαση του ότι η προσδοκία εξώδικης διευθέτησης πρέπει να ενθαρρύνεται. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση αντικρουόμενων ισχυρισμών ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1B Α.Α.Δ. 788). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Σύμφωνα με την El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255: «... το Δικαστήριο δεν εμπλέκεται σε εξέταση εκείνων που συνιστούν την ουσία της αγωγής και δεν επιλύει αμφισβητήσεις σε σχέση με γεγονότα στα οποία θα στηριχθούν οι διάδικοι κατά την ακρόαση. Αντικείμενο της εξέτασης σ' αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο υπάρχει ζήτημα για εκδίκαση κατά την ακρόαση της αγωγής. (βλ The Ship 'Gloriana' and Another v. Breidi
(1982)1 C.L.R 409).» Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Jonitexo Ltd v. Adidas και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. [ανωτέρω]). Είναι σαφές ότι η ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ως πιο πάνω έχει ήδη υποδειχθεί, η προϋπόθεση της κατάδειξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο πέραν από την αναγκαιότητα να αποκαλυφθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δικογραφία. Ουσιαστικά, όπως η νομολογία των Δικαστηρίων μας καλά υποδεικνύει, η πρώτη προϋπόθεση η οποία θα πρέπει να συντρέχει έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης στην εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Η δεύτερη προϋπόθεση, που σε κάποιο βαθμό έχει κριθεί ότι είναι αλληλένδετη με την πρώτη, ουσιαστικά έχει να κάνει με την πραγματική θεμελίωση της αίτησης στην εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, σε σχέση πάντα με την προσφερόμενη μαρτυρία. Με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ενάγοντες έχουν θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων κατά τρόπο που φαίνεται να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Έχοντας υπόψη τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αυτές βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο της διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Τούτο γιατί η αξίωση τους αποτελεί αξίωση που νομικά μπορεί να θεμελιωθεί. Εδράζεται σε ισχυριζόμενη παραβίαση συμφωνίας και περιλαμβάνει αξιώσεις και διεκδικήσεις που απορρέουν από αυτή. Ομοίως, στη βάση όλων όσων η πλευρά των αιτητών έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς επ' ουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιοδήποτε δεσμευτικό και/η τελικό εύρημα ως προς τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, οι προβαλλόμενες από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία θέσεις δεν μπορεί να οδηγήσουν, άνευ άλλου τινός, στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Η τρίτη προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 32 του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί πανομοιότυπη ουσιαστικά προϋπόθεση όπως αυτή τίθεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με την οποία τυχόν μη έκδοση του διατάγματος δυνατό να εμποδίσει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Στα πλαίσια της εξέτασης του ζητήματος της ικανοποίησης ή μη και αυτής της προϋπόθεσης για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα μπορεί να κριθεί υπαρκτός, συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. μεταξύ άλλων Ninemia Maritime Corporation v. Trave Schiffahrtsgesellschaft m.b.h.
(1983)1 W.L.R. 1412). Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποïία "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 o σεβαστός Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης (όπως ήταν τότε) υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μία δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ.1)
(1992)1 ΑΑΔ 54: "Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων." Σε κάθε περίπτωση πάντως η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί πρόθεση αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί η αγωγή στη βάση της οποία οι ενάγοντες-αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελος τους. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1B AAΔ 1237, ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, ενώ παράλληλα, ως έχει εντοπιστεί στην Marketrents (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1759), η έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση δεν μπορεί να θεωρείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Σπεύδω εξαρχής να σημειώσω πως το γεγονός ότι τα ακίνητα για τα οποία επιζητείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι ήδη υποθηκευμένα για το συνολικό ποσό του €1.000.000, δεν εμποδίζει ασφαλώς την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, ούτε τούτο, από μόνο του, μπορεί να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιτυχία του αιτήματος. Δεδομένη είναι η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος σε σχέση με ακίνητα που βαρύνονται με υποθήκη. (βλ. Κιτρομιλήδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 1165). Όπως έχει υποδειχθεί στην Προκόπης Μελανθίου υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Γεώργιου Μελανθίου ν. Μελάνθης Μελανθίου Πολ. Έφεση αρ. 394/2008 ημερ. 28.12.2011, το προσωρινό διάταγμα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου (in rem) στο οποίο αναφέρεται, αλλά συνιστά προσωποπαγή υποχρέωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα, στο οποίο (πρόσωπο) απαγορεύει από το να πράξει κάτι (in personam). Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα αποτελεί προσωποπαγές βάρος, χωρίς να έχει ασφαλώς την ίδια νομική ισχύ και το ίδιο νομικό αποτέλεσμα με ένα εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου όπως είναι η επιβάρυνση του ακινήτου με υποθήκη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να συμμεριστεί και να υιοθετήσει τον προβληματισμό και τις όποιες ανησυχίες εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων για τις πιθανές επιπτώσεις που δυνατό να έχει τυχόν έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος στα δικαιώματα του τρίτου τραπεζικού ιδρύματος-ενυπόθηκου δανειστή. Σημαντική παράμετρο στο πλαίσιο της συζήτησης και της προβληματικής του Δικαστηρίου για το ζήτημα, αποτελεί το γεγονός πως παρά τη γενική άρνηση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας της θέσης που προβλήθηκε από τους ενάγοντες-αιτητές, ότι δηλαδή η εναγόμενη εταιρεία πέραν των τριών ακινήτων που μεταβιβάστηκαν από τους ενάγοντες επ' ονόματι της, ως αντικείμενο της συμφωνίας αντιπαροχής, δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία, η πιο πάνω θέση κατά την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας αλλά ουσιαστικά αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν αμφισβητήθηκε επίσης το γεγονός ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία αμέσως μετά τη μεταβίβαση της επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας, έχει επιβαρυνθεί με εγγραφή υποθήκης, στο σύνολο της, καλύπτοντας ποσό ύψους €1.000.000. Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι πέραν της απόλυτης κυριότητας την οποία η εναγόμενη εταιρεία έχει επί των δύο ακινήτων, οι ενάγοντες, σε σχέση με το τρίτο ακίνητο δεν φέρονται να είναι συνιδιοκτήτες εις ολόκληρο, παρά μόνο ιδιοκτήτες ενός μεριδίου (60 από τα 161 μερίδια του οικοπέδου με αρ. τεμαχίου 388 ως διαφαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου {Τεκμήριο 8}), κατά τρόπο που αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα αξιοποίησης του ακινήτου από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας, τουλάχιστον όσον αφορά το δικό της ξεχωριστό και προσδιορισμένο μερίδιο επί του ακινήτου. Δεν παραβλέπω ασφαλώς το γεγονός ότι έχει ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.60.000, ενώ παράλληλα η τελευταία εισέπραξε και το αντίστοιχο ποσό της εγγυητικής ύψους Λ.Κ.75.000, παρά το γεγονός ότι οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς τον σκοπό για τον οποίο το τελευταίο ποσό καταβλήθηκε. Ούτε βεβαίως αφήνει αδιάφορο το Δικαστήριο το γεγονός ότι οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι οι ιδιοκτήτες μεριδίου ενός εκ των ακινήτων κατά τον τρόπο που πιο πάνω έχει εξηγηθεί. Ωστόσο, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν διαθέτει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο ενώ ως έχει τεθεί, επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί από την πλευρά της εναγομένης, η τελευταία φέρεται ήδη να έχει υποβάλει πρόταση στους ενάγοντες για πώληση του οικοπέδου στο οποίο οι τελευταίοι είναι συνιδιοκτήτες κατά 60/161 μερίδια, συνεκτιμώντας παράλληλα το γεγονός ότι τα περί ου ο λόγος ακίνητα τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας είναι ήδη υποθηκευμένα για συνολικό ποσό €1.000.000, αισθάνομαι ότι υπαρκτός είναι ο κίνδυνος αν δεν εμποδιστούν οι εναγόμενοι να αξιοποιήσουν την περί ου ο λόγος ακίνητη περιουσία κατά τον τρόπο που επιζητείται στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, να εμποδιστούν οι ενάγοντες στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, κατά τρόπο που ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στην M. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605, αφού γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη σελ. 609 ότι: «When the above requirements are satisfied, the Court must proceed to examine whether the balance of convenience favours the grant or refusal of the interlocutory relief sough. In balancing matters relevant to convenience an important consideration centres round the need to preserve the status quo. By the expression "preservation of the status quo" we mean the position prevailing when the defendant embarked on the activity sough to be restrained. (The Cyanamid case; Smith and Others v. Inner London Education Authority, [1978] 1 All E.R.411; Bryanston Finance Ltd. v. de Vries (No.2), [1976] 1 All E.R. 25).» Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, σελ. 670, εξάλλου, υπεδείχθησαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα, (σε ελεύθερη μετάφραση) σε σχέση με τον προβληματισμό που θα πρέπει να αναπτύσσεται για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφασή του ήταν ΄εσφαλμένη΄ με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτήν την αρχή.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση φαίνεται να υπάρχει το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων το οποίο δικαιολογεί, υπό τις περιστάσεις, την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώκει κατ' ουσία να διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων η οποία ίσχυε πριν την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Στην περίπτωση δε που οι ενάγοντες-αιτητές αποτύχουν στην αξίωση τους, η πλευρά της εναγομένης δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που οι ενάγοντες-αιτητές επιτύχουν στις διεκδικήσεις τους και η πλευρά της εναγομένης στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος των εναγόντων είναι ορατός. Η έκδοση του διατάγματος στην υπό συζήτηση περίπτωση ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Το ως άνω εκδοθέν διάταγμα θα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες θα υπογράψουν εγγύηση ύψους €100.000 για πλήρη κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που οι πιο πάνω εναγόμενοι ήθελαν υποστεί από την έκδοση του παρόντος διατάγματος. Το Διάταγμα θα ισχύει μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412, παράγραφοι 795-796 και Χάσικος κ.α. v Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ 389) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-αιτητών και εναντίον της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.