← Κύπρος

Κώστα Θεμιστοκλέους ν. Ζαχαρία Κουλία, Αρ. Αγωγής: 3775/06, 23/1/2013

Κώστα Θεμιστοκλέους ν. Ζαχαρία Κουλία, Αρ. Αγωγής: 3775/06, 23/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3775/06 Μεταξύ: Κώστα Θεμιστοκλέους Ενάγοντα -και- Ζαχαρία Κουλία Εναγομένου Ημερομηνία: 23.1.2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Παπαπέτρου Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Αγγελίδης με τον κ. Σ. Αγγελίδη και την κα Στ. Αγγελίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για δυσφήμιση που περιέχεται σε παρέμβαση του εναγομένου που μεταδόθηκε στη Λευκωσία από την εκπομπή του Ράδιο Πρώτο, «Πρώτη Εκπομπή», την 26.5.2006 και δημοσιεύθηκε σε ολόκληρη την Κύπρο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό δημοσίευμα: «.Όσα άκουσα από συναδέλφους του Δημοκρατικού Συναγερμού μετά προσοχής και να πω τα εξής. Η πρώτη ενέργεια αυτού του ανδρός ποια ήταν. Να επισκεφθεί σας παρακαλώ ποιον; Τον κατοχικό ηγέτη. Σημαντική προσωπικότητα για την εθνική μας υπόθεση. Έτσι απερίφραστα λέγω ότι είναι μια πισώπλατη μαχαιριά στην εθνική υπόθεση του τόπου και του λαού μας. Διότι είναι άνθρωπος ο οποίος εκυβέρνησε για 10 χρόνια τον τόπο. Ένας άνθρωπος ο οποίος αμέσως μετά τις εκλογές το κόμμα στο οποίο ευρίσκεται και πρωτοστατούσε να το ενισχύσει ο κόσμος προβάλλοντας τον κομματικό πατριωτισμό και πήρε το 30.6% αμέσως μετά την πρώτη πολιτική ενέργεια αυτού του ανδρός ποια ήταν; Να επισκεφθεί σας παρακαλώ ποιον. Τον κατοχικό ηγέτη στο ούτω καλούμενο προεδρικό μέγαρο. Αυτό κι αν είναι πισώπλατη μαχαιριά εις βάρος των δικαίων και των δικαιωμάτων του λαού μας. Δηλαδή μόνο αφελείς δεν μπορούν να κατανοήσουν τα πολιτικά μηνύματα που εκπέμπει αυτή η απαράδεκτη ενέργεια και μάλιστα συνοδευόμενος από ποιον; Από τον κ. Θεμιστοκλέους ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω θα σας θυμίσω πρόσφατα εισέπραξε και ένα ποσό σεβαστό ΛΚ.7.000 από τουρκική εταιρεία και την επομένη πήγε σ΄ ένα τηλεοπτικό σταθμό και έλεγε δεν υπάρχει ψευδοκράτος. Και θέλω επίσης να επισημάνω ότι αυτό στην ουσία είναι αναβάθμιση αυτού που επιδιώκουν οι Εγγλέζοι και οι Αμερικάνοι του ψευδοκράτους. Από ποιους; Από τους δικούς μας ανθρώπους. Και αυτός είναι ένας τεράστιος ορρός εις την τουρκική αδιαλλαξία. Γιατί οι Τούρκοι να αλλάξουν τις θέσεις τους άμα οι δικοί μας άνθρωποι και δη άνθρωποι οι οποίοι κατείχαν αξιώματα με την έγκριση του λαού μας έχουν αυτές τις θέσεις. Δηλαδή αν είμαστε στη θέση των Τούρκων εμείς θα αλλάσσαμε θέσεις. Δηλαδή όταν βλέπεις ανθρώπους οι οποίοι ενήργησαν με αυτό τον τρόπο και έπαιρναν όρκους σας παρακαλώ στα ιερά ευαγγέλια να περάσει το σχέδιο Ανάν γιατί ήταν μάννα εξ ουρανού. Πρέπει να είναι θεότρελοι να αλλάξουν στάση και θέσεις. Και να επισημάνω ακόμα κάτι. Ότι οι άνθρωποι οι οποίοι έκαμναν αιτήσεις στην UNOPS να πάρουν κονδύλια όπως τον κ. Στυλιανίδη ήταν αυτούς που επιβράβευσε ο κομματικός πατριωτισμός στον ΔΗΣΥ να έλθουν πρώτοι σε σταυρούς προτίμησης. Αυτά και αν είναι μηνύματα τα οποία παίρνουν οι τούρκοι και ξέρουν πολύ καλά τη δουλειά τους οι τούρκοι. Και νομίζω ότι εδώ πρέπει να επισημανθεί η ευθύνη όλου αυτού του κόσμου ο οποίος εν τη αφελεία του πιστεύει ότι ο κομματικός πατριωτισμός είναι υπεράνω των συμφερόντων του τόπου και του λαού. Πρέπει πρώτα να διασώσουμε τον κομματικό μας πατριωτισμό ή την ταμπέλα που γράφει ΔΗΣΥ. Ας πάει όπου θέλει ο τόπος. Και ας τουρκέψει ο τόπος. Και όταν πήγε ο κ. Κληρίδης με τη συνοδεία του κ. Θεμιστοκλέους και της κόρης του χθες σίγουρα πήγε και με τη συνοδεία όλων αυτών των χιλιάδων των ψήφων που εισέπραξαν αυτοί οι κύριοι. Είναι θλιβερή η εξέλιξη των πραγμάτων .». Η υπόθεση εκδικάσθηκε από αδελφό δικαστή. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατετέθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα παραθέτω αυτούσια για να γίνει πιο εύκολα κατανοητή η ουσία της διαφοράς των δύο μερών. «

  1. Το δημοσίευμα αναφέρεται και στον ενάγοντα.
  2. Η εκπομπή μεταδίδεται και ακούγεται σε ολόκληρη την Κύπρο και στο εξωτερικό.
  3. Ο Γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) έδωσε συγκεκριμένη πρόταση λύσης του κυπριακού προβλήματος γνωστή ως «Σχέδιο Ανάν», το οποίο τέθηκε σε δημοψήφισμα στις 24.4.04 και απορρίφθηκε. Ο ενάγων τάχθηκε υπέρ του σχεδίου αυτού ενώ ο εναγόμενος εναντίον.
  4. Ο ενάγων διατηρεί την άποψη ότι το «Σχέδιο Ανάν» μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία λύσης του κυπριακού προβλήματος και ότι η απόρριψη του εν λόγω σχεδίου έδωσε το μήνυμα προς τα έξω ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα δεν επιθυμεί λύση στο κυπριακό πρόβλημα.
  5. Ο ενάγων τον Ιανουάριο του 2005, προέβη δημοσίως σε δηλώσεις ότι τουρκοκύπριοι πολιτικοί του ανέφεραν ότι οι αναφορές στο ψευδοκράτος προκαλούν ενόχληση και δεν συντείνουν στη δημιουργία κατάλληλου κλίματος για λύση του κυπριακού προβλήματος. Ως θέμα διεθνούς ορολογίας ο ενάγων εξέφρασε την άποψη ότι ο όρος παράνομο ή μη αναγνωρισμένο κράτος θα ήταν πιο δόκιμος.
  6. Ο ενάγων ήταν μεταξύ των προσώπων στα οποία ο τουρκοκύπριος ηγέτης Mehmet Ali Talat παράθεσε δείπνο το Μάιο
  7. Ο ενάγων ήταν πολιτικό πρόσωπο και υπηρέτησε ως Υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση Γλαύκου Κληρίδη.
  8. Ο εναγόμενος είναι πολιτικό πρόσωπο αναμεμειγμένο στα κοινά και κατέχει το αξίωμα του βουλευτή». Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή[1]. Αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι το παράπονο του ενάγοντα που εστιάζεται στο συγκερασμό των τοποθετήσεων του εναγομένου περί είσπραξης χρηματικού ποσού από τουρκική εταιρεία και των δημόσιων δηλώσεων του την επομένη περί μη ύπαρξης ψευδοκράτους, με τρόπο που να καταδεικνύει στο μέσο λογικό άνθρωπο ότι χρηματίστηκε με σκοπό να προωθήσει δημοσίως την υπό αναφορά θέση, δεν ευσταθεί. Επρόκειτο για δύο ξεχωριστά γεγονότα αιτιωδώς ασύνδετα μεταξύ τους. Η πιο πάνω απόφαση εφεσιβλήθηκε και το Εφετείο στην ομόφωνη απόφαση του έκρινε ότι το δημοσίευμα ήταν όντως δυσφημιστικό και ότι μεταξύ των δύο αναφορών του εναγομένου σε σχέση με τον ενάγοντα, ήτοι της λήψις των Λ.Κ.7.000 από τουρκική εταιρεία και της δήλωσης του την επομένη ημέρα ότι δεν υπήρχε ψευδοκράτος, υπήρχε συσχετισμός[2]. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, από άλλο δικαστή. Ενόψει της πιο πάνω διαταγής, το μόνο θέμα που έχει να αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο είναι το ύψος της αποζημίωσης. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σχετικά σύντομη καθότι ο μόνος που κατέθεσε ήταν ο ενάγοντας, Κώστας Θεμιστοκλέους. Η υπεράσπιση επέλεξε να μη καλέσει οποιονδήποτε μάρτυρα. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας είναι απόφοιτος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο κλάδο των οικονομικών, ως ανέφερε όμως ο ίδιος χαρακτηριστικά «.ατύχησε η οικονομία και τον κέρδισε η πολιτική». Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, το 1972, εργοδοτήθηκε ως έμμισθος του ΑΚΕΛ, στο παράρτημα του κόμματος στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε εκεί ως το 1977 που επέστρεψε στην Κύπρο. Από το 1977 μέχρι το 1982 εργάσθηκε ως επαγγελματικό στέλεχος της ΕΔΟΝ και από το 1982 μέχρι το 1990 ως επαγγελματικό στέλεχος της ΠΕΟ. Υπήρξε επίσης επαγγελματικό στέλεχος του ΑΔΗΣΟΚ και στη συνέχεια των Ενωμένων Δημοκρατών (ΕΔΗ). Για κάποια περίοδο και συγκεκριμένα μετά τη λήξη της υπουργικής του θητείας, το Φεβρουάριο του 2003, ήταν άνεργος και ελάμβανε επίδομα από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για έξι μήνες. Στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στο τομέα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα γεωργίας και «στο υδατικό». Ίδρυσε για το σκοπό αυτό μαζί με δύο άλλους Τουρκοκυπρίους την εταιρεία Bradgate Enterprises Ltd. Η εταιρεία ιδρύθηκε τη 12.10.2004, μετά όμως από τις επίδικες δηλώσεις και κάποιο δημοσίευμα στην εφημερίδα «το Ποντίκι», που είχε προηγηθεί των επιδίκων δηλώσεων, δεν έκανε οποιανδήποτε εμπορική πράξη. Οι δύο συνέταιροι του δε, μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω άρθρου στο Ποντίκι, υπήρξαν «αντικείμενο μεγάλης επίθεσης στον Τουρκοκυπριακό τομέα». Το πιο πάνω δημοσίευμα κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 11 και φέρει τον τίτλο «Η επιχειρηματική δράση του τέως Υπουργού Γεωργίας Κώστα Θεμιστοκλέους∙ Δουλειές με Τούρκους! Αποκαλύπτουμε επιταγή τουρκικής τράπεζας που εξαργύρωσε στις ελεύθερες περιοχές!». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό άρθρο, το οποίο δημοσιεύεται στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας και επαναλαμβάνεται και στην τρίτη σελίδα, καθότι ο ενάγοντας αναφέρθηκε πολλές φορές σ΄ αυτό. «Μετά την απώλεια της πολιτειακής θέσης (του υπουργικού θώκου), από την ήττα του Γλαύκου Κληρίδη, ο τέως Υπουργός Γεωργίας, Κώστας Θεμιστοκλέους ανέπτυξε τους ορίζοντες του και μπήκε (δυναμικά) στον επιχειρηματικό κόσμο. Με πρωτοποριακό όμως τρόπο, για τα κυπριακά δεδομένα. Συνέστησε εταιρία με δύο τ/κ (Ramiz Manyera και Bulent Semiler), είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος και είναι μάλιστα ο Διευθυντής της εταιρίας. Η εταιρία όπως θα δείτε μέσα από τα έγγραφα που αποκαλύπτει σήμερα το «Κυπριακό Ποντίκι», έχει την δυνατότητα να ασχοληθεί με ένα ευρύτατο πεδίο επιχειρηματικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Την άκρη του νήματος αποτέλεσε επιταγή της τουρκικής τράπεζας TYRKIYE IS BANKASI, την οποία εξέδωσε ο Ramiz Manyera στην εταιρία BRATGATE LTD, διευθυντής-γραμματέας και κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο Κώστας Θεμιστοκλέους. (Φωτοτυπία της επιταγής παραπλεύρως)». Ο ενάγοντας ασχολήθηκε, ως αναφέρει χαρακτηριστικά στη γραπτή δήλωση του «.με τα κοινά και ήταν ανανεμειγμένος στην πολιτική ζωή της Κύπρου για πάρα πολλά χρόνια». Υπηρέτησε ως Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση Γλαύκου Κληρίδη από το 1998 μέχρι το
  9. Προηγουμένως διετέλεσε Γενικός Γραμματέας των Ενωμένων Δημοκρατών (ΕΔΗ) και του ΑΔΗΣΟΚ. Εκλέγηκε και υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Στροβόλου. Στις προεδρικές εκλογές του 2008 ήταν υποψήφιος για την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφερόμενος στην παρέμβαση του εναγομένου στη ραδιοφωνική εκπομπή «Πρώτη Εκπομπή» την 26.5.2006, είπε ότι αυτή του προκάλεσε «άγχος, δυσφορία και αναστάτωση». Η επίδικη παρέμβαση ήταν, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ιδιαίτερα σκληρή μειωτική και προσβλητική, καθότι τον παρουσίαζε ως προδότη που υιοθετεί και προβάλει την προπαγάνδα και τις θέσεις της Τουρκίας, μιας εχθρικής χώρας, έναντι χρηματικής αμοιβής. Οι λέξεις και τα σχόλια που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος επλήγωσαν ανεπανόρθωτα την τιμή και την αξιοπρέπεια του και εμείωσαν το σεβασμό και την εκτίμηση του λογικά σκεπτόμενου μέσου Κύπριου, προς το πρόσωπο του. Μέχρι και σήμερα αισθάνεται αποστροφή και ψυχρότητα εκ μέρους των απλών ανθρώπων ενώ οι φίλοι, οι γνωστοί και οι συνεργάτες του δεν του δείχνουν την ίδια εκτίμηση και σεβασμό που του έδειχναν προηγουμένως. Προσπαθούν ν΄ αποφύγουν την οποιαδήποτε επικοινωνία και συναναστροφή μαζί του. Η δυσφήμιση που έτυχε ο εναγόμενος από τον ενάγοντα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του τελευταίου, είχε αντίκτυπο και στην επαγγελματική του καριέρα. Ήταν αδύνατο να εργοδοτηθεί λόγω «δυσπιστίας» του κόσμου και εξίσου δύσκολο ήταν να αυτοεργοδοτηθεί. Αναγκάσθηκε τελικά να καταφύγει στην Κακοπετριά για να μπορέσει «να επιζήσει», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Σήμερα συντηρείται με την σύνταξη που λαμβάνει λόγω του υπουργικού αξιώματος που κατείχε στο παρελθόν. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι το 2007 είχε εργοδοτηθεί στην εταιρεία Amperia, με ψηλές απολαβές, τελικά διαφάνηκε όμως ότι επρόκειτο για εταιρεία «πυραμίδα» που «εκρέμασε πολλούς πελάτες», ήταν «η γκάφα της ζωής του» ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναφερόμενος στο σταθμό «Ράδιο Πρώτο» είπε ότι ήταν παγκύπριας εμβέλειας και είχε τη μεγαλύτερη ακροαματικότητα στην Κύπρο, ενώ η εκπομπή «Πρώτη Εκπομπή», στην οποία είχε παρέμβει ο εναγόμενος, μεταδίδεται τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας παρουσίασε έρευνα του διαφημιστικού γραφείου BBDO Telia & Pavla στην οποία φαίνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι η ακροαματικότητα του Ράδιο Πρώτο είναι «σχεδόν 50%». Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έχει μέχρι σήμερα απολογηθεί στον ενάγοντα και ότι έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σε σχέση με την απόφαση του Εφετείου, με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε κακοδικία. Ο εναγόμενος παραδέχεται τα πιο πάνω, ισχυρίζεται όμως ότι η προσφυγή του στο ΕΔΑΔ δεν δικαιολογεί την επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατετέθησαν τα τρία δημοσιεύματα που αφορούν την προσφυγή του εναγομένου στο πιο πάνω Δικαστήριο. Στα δημοσιεύματα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις επίδικές δηλώσεις και δεν σχολιάζεται η απόφαση που εξεδόθηκε από το Εφετείο. Όλα τα δημοσιεύματα επικεντρώνονται στο γεγονός ότι ο γιος, ενός εκ των τριών δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εξέδωσαν την απόφαση, εργαζόταν ως δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον ενάγοντα στο στάδιο της έφεσης. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ενάγοντα ήταν κατά πόσο επηρεάστηκε η επαγγελματική σταδιοδρομία του τελευταίου, μετά τις επίδικες δηλώσεις. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας είναι κάτοχος πτυχίου στα οικονομικά, ουδέποτε εργάσθηκε ως οικονομολόγος. Μετά την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο μέχρι και το διορισμό του στη θέση του Υπουργού, δηλαδή για εικοσιέξι περίπου χρόνια, που είναι τα πλέον ευδόκιμα στην καριέρα ενός ατόμου, εργάσθηκε ως έμμισθος, επαγγελματικό στέλεχος διαφόρων πολιτικών κομμάτων και της ΠΕΟ. Μετά τη λήξη της υπουργικής του θητείας δεν μπόρεσε να εργοδοτηθεί ξανά ως έμμισθος υπάλληλος κάποιου κόμματος, για λόγους που ανέλυσε κατά την αντεξέταση του και καμία σχέση είχαν με τις επίδικες δηλώσεις. Συγκεκριμένα, δεν μπορούσε να απευθυνθεί στο ΑΚΕΛ για εργασία καθότι είχε αποβληθεί από το κόμμα το 1990, ενώ από τη ΠΕΟ είχε αποβληθεί «καθέτως και οριζοντίως», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, πολύ πριν γίνουν οι επίδικες δηλώσεις. Οι Ενωμένοι Δημοκράτες δεν μπορούσαν να τον επαναπροσλάβουν γιατί είχαν ήδη προσλάβει κάποιο άλλο πρόσωπο σε αντικατάσταση του και στο ΔΗΣΥ δεν μπορούσε να προσληφθεί καθότι δεν ήταν μέλος αυτού. Επισημαίνω δε ότι τα προβλήματα του για εξεύρεση εργασίας άρχισαν πολύ πριν τις επίδικες δηλώσεις, αμέσως μετά τη λήξιν της υπουργικής του θητείας. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι από το Φεβρουάριο του 2003 μέχρι τον Οκτώβρη του ιδίου έτους, πολύ πριν αρχίσει ο εναγόμενος να «τον υποσκάπτει», ήταν άνεργος και ελάμβανε ανεργιακό επίδομα για περίοδο έξι μηνών. Δικαιολόγησε το γεγονός αυτό λέγοντας ότι οι δυσκολίες που αντιμετώπισε στον τομέα αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε εμπλακεί σε «οικονομικές δραστηριότητες», αλλά ήταν «κυρίως σε δραστηριότητες στον πολιτικό τομέα». Ως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ήταν φυσιολογικό την πρώτη περίοδο μετά το Υπουργικό Συμβούλιο να μην μπορέσω να δραστηριοποιηθώ αμέσως διότι δεν είχα κάτι να συνεχίσω όπως οι άλλοι που ήταν δραστηριοποιημένοι και έκαναν Υπουργοί και πήγαιναν πίσω στις δουλειές τους». Σε σχέση με την περαιτέρω επαγγελματική του πορεία παρατηρώ ότι η μαρτυρία του είναι κάπως συγχυσμένη. Αρχικά ανέφερε ότι είχε εισόδημα ως αυτοτελώς εργαζόμενος και είχε και εισόδημα «.τον ένα χρόνο που απασχολείτο στην εταιρεία που εργαζόταν», προφανώς εννοούσε την εταιρεία Amperia. Καθ΄ όλο αυτό το διάστημα κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις ως αυτοεργοδοτούμενος οι οποίες ήταν ανάλογες με τα εισοδήματα που εδήλωνε στο Φόρο Εισοδήματος. Το ύψος των εισοδημάτων δεν δηλώθηκε στο Δικαστήριο. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του όμως ανέφερε ότι η προσπάθεια του για αυτοεργοδότηση η οποία διήρκησε από το τέλος του 2003 μέχρι το 2005, πριν γίνουν οι επίδικες δηλώσεις, απέτυχαν. Την αποτυχία αυτή την απέδωσε στο δημοσίευμα που έγινε στη σατυρική εφημερίδα «το Ποντίκι», τον Ιούνιο του
  10. Την ίδια περίπου περίοδο δημιούργησε με δύο άλλους Τουρκοκύπριους συνεταίρους την εταιρεία Bradgate Enterprises Ltd για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Δεν διευκρινίζεται κατά πόσο επρόκειτο για μια δεύτερη επιχείρηση πέραν των συμβουλευτικών υπηρεσιών που παρείχε ο ίδιος από το 2003 και εντεύθεν ή για την ίδια επιχείρηση. Η εταιρεία αυτή δεν μπόρεσε να κάνει ούτε μια πράξη εμπορική. Την αποτυχία της πιο πάνω εταιρείας ο μάρτυρας την απέδωσε στις επίδικες δηλώσεις και σε διάφορες άλλες δηλώσεις που είχε κάνει ο εναγόμενος και οι οποίες εστρέφονταν εναντίον του. Καταλυτική επίδραση είχε και το δημοσίευμα στη σατυρική εφημερίδα «το Ποντίκι», ημερομηνίας 10.6.
  11. Παρατηρώ ότι οι επίδικες δηλώσεις έγιναν ενάμιση περίπου χρόνο μετά την ίδρυση της εταιρείας Bradgate Enterprises Ltd ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε συσχετισμός μεταξύ της αποτυχίας της εταιρείας να δραστηριοποιηθεί τουλάχιστο την αρχική περίοδο λειτουργίας της και των επιδίκων. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ ότι ο σκοπός για τον οποίον ιδρύθηκε η πιο πάνω εταιρεία, με βάση τα στοιχεία που κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας ήταν για να διεξάγει εργασίες «σ΄ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου», οι εργασίες δεν θα περιορίζονταν στη μικρή μας χώρα, αλλά υπήρχαν μεγαλεπήβολα σχέδια. Παραθέτω ενδεικτικά σχετικό απόσπασμα από το καταστατικό της εταιρείας, τεκμήριο
  12. «
  13. Οι σκοποί για τους οποίους ιδρύεται η Εταιρεία είναι: 1) Να διεξάγει την επιχείρηση και να ενεργεί σαν έμπορος επιχειρηματίας, αντιπρόσωπος επί προμήθεια, πλοιοκτήτης, μεταφορέας, ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα και να εισάγει, εξάγει, αγοράζει, πωλεί, ανταλλάσσει, αντικαταβάλλει, ενεχυριάζει, κάνει καταβολές για ή διαφορετικά συναλλάσσεται με εμπορεύματα, προϊόντα, πράγματα και αγαθά, και να προσφέρει παντός είδους υπηρεσίες σ΄ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. 2) Να εγκαθιδρύει ή αποκτά ή διαχειρίζεται σ΄ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου γραφεία, επιχειρηματικά γραφεία, εργοστάσια, αποθήκες, σταθμούς και να αγοράζει, ενοικιάζει ή διαφορετικά αποκτά, διαχειρίζεται, αναπτύσσει και βελτιώνει σ΄ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου οποιαδήποτε επιχείρηση ή εμπράγματη ή ακίνητη ή προσωπική ή κινητή περιουσία ή οποιοδήποτε αδιαίρετο ή άλλο συμφέρον κάθε φύσης σε αυτές. 3) Να αποκτά, διαθέτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, αγοράζει, πωλεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε οποιαδήποτε έργα, ή εμπορικά σήματα σε όλο τον κόσμο και να πραγματοποιεί όλες τις διαδικασίες για την εγγραφή ή αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων». Λαμβάνοντας υπόψιν την φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρείας και τους σκοπούς για τους οποίους ιδρύθηκε δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι επίδικες δηλώσεις είχαν αντίκτυπο στην πιο πάνω εταιρεία σε τέτοιο βαθμό που αυτή δεν κατάφερε να δραστηριοποιηθεί είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Με βάση δε τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα προκύπτει ότι η πιο πάνω επιχείρηση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, για λόγους εντελώς ανεξάρτητους από τις επίδικες δηλώσεις, που αφορούσαν όχι τον ίδιο αλλά τους δύο συνεταίρους του. Μετά την αποκάλυψη στον τύπο ότι ιδρύθηκε η εν λόγω εταιρεία, οι δύο Τουρκοκύπριοι συνέταιροι του ενάγοντα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του τελευταίου, «. είχαν να αντιμετωπίσουν μεγάλη επίθεση στον Τουρκοκυπριακό τομέα ότι πρόδωσαν την Τουρκοκυπριακή πλευρά και ενέγραψαν εταιρεία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Τουρκοκύπριοι που γράφουν εταιρείες στην Κυπριακή Δημοκρατία, για τους εξτρεμιστές της ΤΜΤ θεωρούνται προδότες και μέχρι που δέχθηκαν κατά κάποιο τρόπο απειλές για τη ζωή τους». Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αδυναμία της εταιρείας Bradgate Enterprises Ltd να δραστηριοποιηθεί οφειλόταν στις επίδικες δηλώσεις. Κανένας συσχετισμός δεν μπορεί να γίνει επίσης μεταξύ των επιδίκων δηλώσεων και της αποτυχημένης επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ενάγοντα, ως εργοδοτουμένου της εταιρείας Amperia. Η εργοδότηση του στην πιο πάνω εταιρεία, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, δεν λειτουργούσε πάνω σε ορθές βάσεις, επρόκειτο για εταιρεία «πυραμίδα». Ο ενάγοντας, προς υποστήριξη της θέσης του ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν ο λόγος που δεν κατάφερε να εργοδοτηθεί, εσύγκρινε τον εαυτό του με άλλους πρώην υπουργούς που κατάφεραν να εργοδοτηθούν σε εταιρείες με «παχουλούς μισθούς». Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο σε ποιους πρώην υπουργούς αναφερόταν και ως εκ τούτου οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ άλλων πρώην υπουργών και του ιδίου δεν ενισχύει τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Κατά πόσο κάποιος μπορεί να εργοδοτηθεί σε κάποια θέση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα τα προσόντα, η προηγούμενη πείρα, ο χαρακτήρας και η ηλικία του υποψηφίου, οι συστάσεις από προηγούμενες εργασίες, κατά πόσο υπήρχαν κενές θέσεις στην αγορά και διάφορα άλλα. Εξάλλου ο ίδιος ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι οι άλλοι υπουργοί μετά τη θητεία τους επέστρεψαν στις δουλειές τους, αυτός όμως ήταν αδύνατο να επαναπροσληφθεί σε παρόμοια θέση για τους λόγους που ο ίδιος ανέφερε και περιγράφω πιο πάνω. Τέλος θα ήθελα εν κατακλείδι να παρατηρήσω ότι η αναφορά του ενάγοντα στις προσπάθειες που κατέβαλε για πρόσληψη του, σε κάποια εργασία ήταν γενική και αόριστη και παρέλειψε να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τις προσπάθειες του αυτές. Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, σε ποιο τομέα προσπάθησε να εργοδοτηθεί, κατά πόσο έκανε αίτηση για συγκεκριμένη θέση ή θέσεις και αν όντως έκανε αίτηση, τη φύση των καθηκόντων και τα προσόντα που απαιτούνταν για τη θέση αυτή και τους λόγους που δεν κατέστη δυνατή η εργοδότηση του στη συγκεκριμένη θέση ή θέσεις. Ερωτηματικά μου προκάλεσε και η παράλειψη του να αναφέρει ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου κατά την πρώτη ακρόαση ότι κατά το χρόνο που αυτός κατέθετε ήταν άνεργος, εφόσον απαιτούσε έκτοτε αποζημιώσεις για επηρεασμό της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του. Η εξήγηση που έδωσε ότι «τώρα» είναι ο χρόνος για να τα πει δεν με ικανοποιεί. Με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία του ενάγοντα έχει επηρεασθεί από τις επίδικες δηλώσεις και ότι η στάση του εναγομένου ήταν αυτή που τον οδήγησε να αποσυρθεί στην Κακοπετριά. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, παρατηρώ ότι ακόμη και το 2006 που έγιναν οι δηλώσεις ο ενάγοντας ήταν προχωρημένης ηλικίας, πολύ κοντά στη συντάξιμη ηλικία και οι προοπτικές του για εργοδότηση, στην ηλικία αυτή, ήταν, σε συνδυασμό με την επαγγελματική του πείρα, αρκετά περιορισμένες. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων. Το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης συναρτάται με τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση του στην κοινωνία, τη φύση της δυσφήμισης και τον τρόπο και την έκταση της. Λαμβάνεται επίσης υπόψιν η συμπεριφορά του εναγομένου από την ώρα που το λιβελλογράφημα δημοσιεύθηκε μέχρι την ημέρα που εκδίδεται η υπόθεση[3]. Η απόσυρση του λιβελλογραφήματος ή η απολογία συνιστούν επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel[4]: «.The jury is entitled to take into their consideration the conduct of the claimant, his position and standing, the nature of the libel, the mode and extent of publication, the absence of refusal of any retraction or apology, and the conduct of the defendant from the time when the libel was published down to the verdict». Το δικαίωμα του ενάγοντα σε αποζημιώσεις, γεννάται με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων γίνεται κατά πάγια νομολογία την ημέρα της δίκης. Η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, ήτοι να βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο. Ο ενάγοντας καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε πέραν της μιας φοράς ότι ο εναγόμενος είχε προβεί και στο παρελθόν, πριν την 26.5.2006, σε διάφορες δηλώσεις για το ίδιο θέμα. Οποιεσδήποτε και εάν ήταν οι δηλώσεις αυτές δεν θα μπορούσαν βέβαια να θεωρηθούν ως επίδικες καθότι δεν έχουν συμπεριληφθεί στα δικόγραφα. Πέραν τούτου όμως δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψιν σε σχέση με τη γενική συμπεριφορά του εναγομένου καθότι το ακριβές περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών παρέμεινε αδιευκρίνιστο. Για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσα να λάβω ως ελαφρυντικό παράγοντα, σε σχέση με τον εναγόμενο, το γεγονός ότι ο ενάγοντας τον είχε αποκαλέσει πέραν της μιας φοράς «ψεύτη, πολιτικό απατεώνα» καθότι παρέμειναν αδιευκρίνιστες οι δηλώσεις που είχαν προηγηθεί. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε εκτεταμένα με δυσμενή σχόλια στο δημοσίευμα στην εφημερίδα «το Ποντίκι», η οποία πρώτη αποκάλυψε την ίδρυση της εταιρείας Bradgate Enterprises Ltd από τον ενάγοντα και δύο άλλους Τουρκοκυπρίους συνεταίρους του, αντεξετάσθηκε γιατί δεν προχώρησε δικαστικά εναντίον της εφημερίδας αυτής και επέλεξε να προχωρήσει μόνο εναντίον του εναγομένου. Το γεγονός ότι η ίδρυση της εταιρείας είχε αποκαλυφθεί νωρίτερα, πριν τις επίδικες δηλώσεις, δεν στερεί από τον ενάγοντα το δικαίωμα να αξιώνει αποζημιώσεις[5]. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Gatley (ανωτέρω)[6] «.At common law every republication of a libel is a new libel and, if committed by different persons, each one is liable as if the defamatory statement has originated with him». Ανεξαρτήτως τούτου όμως παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος στο «Ποντίκι» διαφέρει από τις επίδικες δηλώσεις. Στο δημοσίευμα γίνεται αναφορά στην ίδρυση της εταιρείας και λήψιν κάποιου χρηματικού ποσού υπό μορφή επιταγής, ενώ με τις επίδικες δηλώσεις συσχετίζεται η λήψις του ποσού αυτού με τη δήλωση του ενάγοντα περί ψευδοκράτους. Στην υπό κρίση περίπτωση οι δηλώσεις του εναγομένου αποτέλεσαν μέρος μιας μεγαλύτερης αναφοράς η οποία είχε στόχο να καταδείξει ότι είναι δύσκολο οι Τούρκοι να αλλάξουν τις θέσεις τους, σε σχέση με το εθνικό μας ζήτημα, έχοντας υπόψιν τη στάση κάποιων πολιτικών. Αρχικά σχολίασε με πολύ καυστικό τρόπο την ενέργεια πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας να επισκεφθεί τον κατοχικό ηγέτη, στο «ούτω καλούμενο προεδρικό μέγαρο» και στη συνέχεια αναφέρθηκε σε μικρή έκταση στον ενάγοντα, προσωπικά, ο οποίος συνόδευε τον Πρόεδρο λέγοντας: «.Δηλαδή μόνο αφελείς δεν μπορούν να κατανοήσουν τα πολιτικά μηνύματα που εκπέμπει αυτή η απαράδεκτη ενέργεια και μάλιστα συνοδευόμενος από ποιον; Από τον κ. Θεμιστοκλέους ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω να σας θυμίσω πρόσφατα εισέπραξε και ένα ποσό σεβαστό Λ.Κ.7.000 από τουρκική εταιρεία και την επομένη πήγε σε ένα τηλεοπτικό σταθμό και έλεγε δεν υπάρχει ψευδοκράτος». Συνεχίζει δε λέγοντας ότι αυτό επιθυμούν και οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί, ήτοι αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Καταπιάνεται μετά με το σχέδιο Ανάν, την ενέργεια στελέχους του ΔΗΣΥ να υποβάλει αίτηση στην UNOPS και τελειώνει με «τον κομματικό πατριωτισμό». Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η παρέμβαση του εναγομένου δεν ήταν στοχευμένη για να πλήξει αποκλειστικά τον ενάγοντα, αλλά είχε ως στόχο να κατακρίνει κάποιες λανθασμένες, κατά την άποψη του, ενέργειες πολιτικών προσώπων που συνδέονται με τον κομματικό χώρο του ΔΗΣΥ, οι οποίες, σύμφωνα πάντα με την άποψη του, ευνοούσαν τις θέσεις της Τουρκίας σε σχέση με το εθνικό μας ζήτημα. Παρά το γεγονός ότι η αναφορά που έγινε στον ενάγοντα ήταν μικρή, αυτή έπληξε την ηθική υπόσταση του. Ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως πρόσωπο αναξιοπρεπές, ο οποίος έχοντας ως κίνητρο το οικονομικό του συμφέρον, αμφισβήτησε την ορθότητα του όρου «ψευδοκράτος». Ως ανέφερε χαρακτηριστικά το Εφετείο σε σχέση με τις επίδικες δηλώσεις: «.Ο συνδυασμός των δύο πιο πάνω ενεργειών, με τις χρησιμοποιούμενες λέξεις και τη σύνθεση που έκαμε ο εφεσίβλητος δεν αφήνουν κατά την αντίληψη μας, άλλη ενέργεια παρά ότι υπαινίσσεται, ότι ο εφεσείων ενήργησε όπως κατ΄ ισχυρισμό ενήργησε αφού προηγήθηκε η ανάληψη των χρημάτων από την τουρκική εταιρεία. Συμπεριφορά η οποία, στο πλαίσιο του περιβάλλοντος της Κύπρου, της τουρκικής εισβολής και κατοχής του βορείου τμήματος από τα τουρκικά στρατεύματα, μπορεί να δημιουργήσει στο μέσο λογικό αναγνώστη στην απουσία άλλης αναφοράς, αισθήματα μίσους, περιφρόνησης και χλευασμού του εφεσείοντα». Το πλήγμα που δημιούργησε η δυσφήμηση στην υπόληψη του ενάγοντα δεν έχει αμφισβητηθεί. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η δήλωση του ότι το δημοσίευμα του προκάλεσε άγχος, δυσφορία και αναστάτωση, στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο για τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Παράλληλα όμως λαμβάνω υπόψη ότι η κριτική που γίνεται σε πολιτικά πρόσωπα έχει μικρότερο αντίκτυπο από την κριτική που γίνεται σε άλλα πρόσωπα[7] και ότι λίγο χρόνο αργότερα ο ενάγοντας είχε την αναγκαία αυτοπεποίθηση, προφανώς και την αναγκαία υποστήριξη, για να υποβάλει υποψηφιότητα για το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, ήτοι του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τον ισχυρισμό του δε ότι μέχρι σήμερα αισθάνεται αποστροφή και ψυχρότητα εκ μέρους των απλών ανθρώπων προς το πρόσωπο του, τον θεωρώ κάπως υπερβολικό. Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι ένα άτομο έξυπνο και λογικό ως ο ενάγοντας θα υπόβαλλε υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενάμιση περίπου έτος μετά τις επίδικες δηλώσεις, ενώ ένοιωθε την αποστροφή και τη ψυχρότητα του κόσμου. Σε σχέση με τον τρόπο που έγινε η δυσφήμιση λαμβάνω υπόψη ότι αυτή ήταν με προφορικές δηλώσεις, μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής. Η εκπομπή σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ενάγοντα επί του σημείου αυτού είχε μεγάλη ακροαματικότητα, το μέγεθος της ακροαματικότητας όμως δεν έχει καθορισθεί. Δόθησαν κάποια στοιχεία που ετοίμασε διαφημιστική εταιρεία, τεκμήριο 8, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, τα στοιχεία αυτά όμως δεν δίδουν κάποια ένδειξη σε σχέση με τον αριθμό των ακροατών που άκουσαν τη συγκεκριμένη εκπομπή. Πρόκειται για ένα πίνακα στον οποίο σημειώνεται το ποσοστό ακροαματικότητας των διαφόρων ραδιοσταθμών ανάλογα με την ηλικία των ακροατών. Το ποσοστό 50% στο οποίο αναφέρθηκε ο ενάγοντας αφορά ακροατές συγκεκριμένης ηλικίας, ήτοι μεταξύ 35-49 ετών. Η ακροαματικότητα του συγκεκριμένου ραδιοσταθμού, με βάση τον πίνακα, ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία των ακροατών και κυμαίνεται από 18% μέχρι 50%. Ο ενάγοντας αποδίδει στον εναγόμενο κακοβουλία σε σχέση με τις επίδικες δηλώσεις του. Προς ενίσχυση της θέσης του ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος συνεχίζει μέχρι και σήμερα να «τον ταπελλώνει» ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Αντεξεταζόμενος όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία, περιορίστηκε στην ενέργεια του εναγομένου να προσφύγει στο ΕΔΑΔ, κατά της απόφασης του Εφετείου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, τουλάχιστο με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η προσφυγή ήταν η σύνθεση του Εφετείου, πρόκειται για ένα καθαρά διαδικαστικό θέμα το οποίο αγγίζει το θέμα της δίκαιης δίκης. Το γεγονός αυτό δεν φανερώνει οποιανδήποτε κακοβουλία εκ μέρους του ενάγοντα. Αποτελεί δικαίωμα του κάθε πολίτη που κρίνει ότι τα δικαιώματα του, στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, έχουν θιγεί, να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση από μέρους μου θα μπορούσε να θεωρηθεί ωσάν το παρόν Δικαστήριο προδικάζει το αποτέλεσμα της προσφυγής και καταδικάζει την ενέργεια του εναγομένου και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που προσφεύγουν στο ΕΔΑΔ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Το βάρος ήταν στους ώμους του ενάγοντα ν΄ αποδείξει την ισχυριζομένη κακοβουλία του εναγομένου και ή τα κίνητρα που τον ώθησαν να προβεί στις συγκεκριμένες δηλώσεις. Στη περίπτωση αυτή απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε κακοβουλία ή κακοπιστία εκ μέρους του εναγομένου. Εξετάζοντας δε ολόκληρο το κείμενο των δηλώσεων του εναγομένου προκύπτει ότι εκείνο που ήθελε να καταδείξει ήταν ότι κάποιες ενέργειες, όχι μόνο του ενάγοντα αλλά και άλλων πολιτικών, ιδιαίτερα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, δίδουν στους Τούρκους τα λάθος μηνύματα και δεν βοηθούν το εθνικό μας ζήτημα. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι το ποσό των €25.000 είναι εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τη δυσφήμιση που υπέστη ο ενάγοντας από τις δηλώσεις του εναγομένου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €25.000 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Απόφαση ημερομηνίας 30.6.
  14. [2] Π.Ε. 297/2008, ημερομηνίας 24.1.
  15. [3] Βλέπετε σχετικά Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v Νικολάου

(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] 10η έκδοση παρ. 9.
  2. [5] Truth NZ Ltd v Holloway [1960] 1 WLR 997 P.C 1002-
  3. [6] Παρ. 6.
  4. [7] Βλέπετε σχετικά σύγγραμμα Gatley on Libel (ανωτέρω) παρ. 2.33, Gorton v A.B.C
(1973)22 F.L.R. 181, 189, Bacon v Hansch [2001] 1 ASSC 42, Jutch v Roberson
(1981)SLT 21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.