← Κύπρος

Bauxite Company of Guyana Inc κ.α. ν. Andrey Raykov κ.α., Αρ. Αγωγής: 2058/12, 31/1/2013

Bauxite Company of Guyana Inc κ.α. ν. Andrey Raykov κ.α., Αρ. Αγωγής: 2058/12, 31/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2058/12 Μεταξύ:

  1. Bauxite Company of Guyana Inc
  2. United Company Rusal Alumina Limited Εναγόντων -και-
  3. Andrey Raykov
  4. Ramdeo Kumar
  5. Hilbert Shields
  6. BAUXTRADE LTD
  7. VESTCONSUL LTD
  8. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 31.1.2013 Αίτηση ημερομηνίας 23.3.2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Κωνσταντίνου για Μ. Βορκά Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 6: κ. Χρ. Βελάρης, κ. Γ. Παρμακλής για να ακούσει την απόφαση. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η ενάγουσα 1 ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α.
  9. Να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο της Εναγομένης Αρ. 6 η οποία: (δ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει τους λογαριασμούς και/ή τα τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο και στο εξωτερικό και/ή στα πρόσωπα στα οποία έγινε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή εντολή μεταφοράς από τον Εναγόμενο 1 από το άνοιγμα των Τραπεζικών λογαριασμών που καλύπτονται από την παράγραφο Α1(α) ανωτέρω και να αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή τιμολόγια και/ή δικαιολογητικά που κατατεθήκαν και/ή υποβλήθηκαν στους Εναγόμενους Αρ. 6 από τον Εναγόμενο 1 για την πραγμάτωση και/ή διενέργεια των ως άνω μεταφορών και/ή εμβασμάτων και/ή πληρωμών και/ή εντολών μεταφοράς.
  10. Να παρουσιάσουν και παραδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α1(α), Α1(β), Α1(γ) και Α1(δ) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, αντίγραφα των Τραπεζικών Καταστάσεων, οδηγιών και άλλων εγγράφων που έχουν στην κατοχή και/ή έλεγχο τους αναφορικά με τους εν λόγω Τραπεζικούς Λογαριασμούς που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α1(α) ανωτέρω ως και τις μεταφορές και/ή εμβάσματα και/ή πληρωμές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α1(β) ανωτέρω, και συγκεκριμένα να λάβουν πλήρεις λεπτομέρειες και όλα τα επιμέρους έγγραφα που δικαιολογούν το κάθε ένα έμβασμα (swift) ξεχωριστά και/ή την αιτιολογία για την οποία έγινε το κάθε έμβασμα (swift) και τι πραγματικά αφορά η κάθε πληρωμή που έγινε στον προσωπικό λογαριασμό του Εναγομένου 1 αναφορικά με τα ακόλουθα εμβάσματα: (α) Έμβασμα (swift) ποσού USD100.701,00 ημερομηνίας 8/8/2008 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 υπ΄αρ. 140-07-
  11. (β) Έμβασμα (swift) ποσού USD107.615,00 ημερομηνίας 27/8/2008 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 υπ΄ αρ. 140-07-
  12. (γ) Έμβασμα (swift) ποσού USD120.390 ημερομηνίας 9/10/2008 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 υπ΄ αρ. 140-07-
  13. (δ) Έμβασμα (swift) ποσού USD129.965 ημερομηνίας 6/4/2009 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 υπ΄ αρ. 140-07-
  14. (ε) Έμβασμα (swift) ποσού USD111.484 ημερομηνίας 18/9/2009 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 υπ΄ αρ. 140-07-50959401». Παρενθετικά αναφέρω ότι ενδιάμεσο συντηρητικό διάταγμα (Gagging Order) με το οποίο απαγορευόταν στην εναγομένη 6 να αποκαλύψει στους υπόλοιπους εναγομένους ο,τιδήποτε σε σχέση με την παρούσα διαδικασία, μέχρι την αποκάλυψη των πιο πάνω εγγράφων, έχει γίνει απόλυτο και ως εκ τούτου δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του William Robert Spiegelberger, νομικού συμβούλου του Ομίλου εταιρειών της UC Rusal Group, που θ΄ αναφέρεται μετά απλώς ως «UCR». Πρόκειται για πολυσέλιδο έγγραφο το οποίο υποστηρίζεται από μεγάλο όγκο τεκμηρίων. Θα περιορισθώ σε σύνοψη της ένορκης δήλωσης, στο βαθμό που κατά την άποψη μου είναι αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η αιτήτρια είναι μια εκ των θυγατρικών εταιρειών του ομίλου εταιρειών UCR. Ασχολείται με την παραγωγή και παροχή πρώτων υλών (βωξίτη) και υποπροϊόντων. Τον Αύγουστο του 2010 διεξήχθη έρευνα στους διακομιστές (servers) της UCR, των θυγατρικών εταιρειών της, ως προς την εξιχνίαση πιθανών ατασθαλιών ενός πρώην διευθυντή της UCR, του εναγομένου
  15. Από τη διερεύνηση προέκυψε ότι ο εναγόμενος 1 και ο εναγόμενος 2, που ήταν οικονομικός διευθυντής της αιτήτριας, είχαν εξασφαλίσει προσωπικά οικονομικά ωφελήματα σε βάρος της αιτήτριας και κατ΄ επέκταση του ομίλου εταιρειών UCR. Ο εναγόμενος 1 έλαβε ωφελήματα σε σχέση με συμβόλαια μεταξύ της αιτήτριας και της εναγομένης
  16. Τα συμβόλαια αφορούσαν το εμπόριο βωξίτη. Η αιτήτρια προμήθευσε την εναγομένη 4 με βωξίτη έναντι του ποσού των USD 25.181.
  17. Στα πλαίσια της πιο πάνω συναλλαγής ο εναγόμενος 1 έλαβε προμήθειες ύψους USD 570.
  18. Ο όμιλος UCR, μέσω άλλων θυγατρικών εταιρειών, κατεχώρησαν την αγωγή 3582/11 εναντίον του εναγομένου 1 και άλλων προσώπων. Η αγωγή 3582/11 βασίζεται σε απάτη από μέρους του ως άνω Εναγόμενου 1 και κατάχρηση της διευθυντικής του θέσης στον όμιλο UCR ως και σε υπεξαίρεση χρημάτων σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα δια μέσω κυπριακών εταιρειών, με αποτέλεσμα θυγατρικές εταιρείες του ομίλου και κατ΄ επέκταση ο ίδιος όμιλος να υποστούν ζημιές ύψους τουλάχιστον USD669.022,
  19. Τα χρήματα εμβάσθησαν κατά το 2007 στον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμό 140-07-50959401 του εναγόμενου 1 στην Ελληνική Τράπεζα, εναγομένη 6 στην παρούσα διαδικασία. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και των εκδοθέντων διαταγμάτων, η Ελληνική Τράπεζα απεκάλυψε ενόρκως και κατέθεσε έγγραφα, πληροφορίες και καταστάσεις λογαριασμού που το επιβεβαιώνουν. Με βάση τα στοιχεία που απεκάλυψε η Ελληνική Τράπεζα, οι εναγόμενες 4 και 5, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, είχαν εμβάσει διάφορα ποσά στο προσωπικό λογαριασμό του εναγομένου 1 που διατηρεί στην πιο πάνω τράπεζα. Στην παράγραφο 22 της ενόρκου δηλώσεως διαβάζουμε τα πιο κάτω. «Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πιστεύω πως ο Εναγόμενος 1, έχοντας την πλήρη εξουσία και έλεγχο όλων των ναυλώσεων, παραγωγής και προμηθειών που αφορούσαν προϊόντα και υποπροϊόντα βωξίτη και αλουμίνας του Ομίλου, φαίνεται πως συνωμότησε με τους Εναγομένους 2 και 3 και τις Εναγόμενες εταιρείες 4 και 5 με αντάλλαγμα την πληρωμή στον προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1 ποσού ύψους USD 570.155,00 για 'freight consulting and costs for bauxites sales' και για 'sale commission for bauxite sales' όπως αυτά περιγράφονται στις πιστωτικές σημειώσεις που ενόρκως κατέθεσε η Ελληνική Τράπεζα (Τεκμήριο 5), παράνομα και κατά παράβαση της Συμφωνίας (Τεκμήριο 9) και των συμβατικών υποχρεώσεων του (Τεκμηρίου 8), ποσό που αποτελεί προϊόν ξεπλύματος παράνομου χρήματος». Η εναγομένη 6-καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Δεν αμφισβητεί τα όσα αναγράφονται στην αίτηση, επικαλείται μόνο ένα λόγο για απόρριψη του αιτήματος, το τραπεζικό απόρρητο. Είναι η θέση της ότι η HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD δεσμεύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με λογαριασμό/ούς οιουδήποτε πελάτου της εκτός, κατόπιν συγκαταθέσεως αυτού ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάσει των όρων τέτοιου διατάγματος. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Νάτιας Χαρίτωνος. Η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της επαναλαμβάνει τα πιο πάνω ήτοι, ότι η τράπεζα έχει εκ του νόμου υποχρέωση να μην αποκαλύψει ο,τιδήποτε εκτός αν διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στην υπό κρίση υπόθεση εκείνο το οποίο στην ουσία αξιώνει η αιτήτρια είναι διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών που αφορούν τους τραπεζικούς λογαριασμούς προσώπων που κατ΄ ισχυρισμό αναμίχθηκαν σε παράνομες ενέργειες σε βάρος της. Διατάγματα τέτοιας φύσεως εκδίδονται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners of Customs and Excise[1], όπου λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose». Η πιο πάνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της πράξης, έστω και αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών είναι να παρέχουν στον αιτητή βοήθεια, η οποία συνίσταται στην αποκάλυψη πληροφοριών. Προτού χορηγηθεί η αιτουμένη θεραπεία, ήτοι προτού αποκαλυφθούν οι πληροφορίες, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Mitsui & Co v Nexen Pertroleum UK Ltd[2]. «

(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". ............................. "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that the claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully a properly plead a breach of the first limb . . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought". In my judgment despite the argument of Mr Carr QC that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is claimant's case that the defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e g Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943, at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: se John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The Jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις είναι τέσσερις: Ι. Έχει διαπραχθεί ή υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση ότι κάποια παράνομη πράξη έχει διαπραχθεί σε βάρος του αιτητή από το βασικό αδικοπραγήσαντα. ΙΙ. Η αποκάλυψη των στοιχείων είναι αναγκαία για να διευκολυνθεί ο ενάγοντας στην καταχώρηση αγωγής εναντίον του. ΙΙΙ. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα πρέπει να έχει εμπλακεί αθώα ή μη με τρόπο ώστε να έχει διευκολύνει την παρανομία και να είναι σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες για να καταστεί εφικτή η προσαγωγή του βασικού αδικοπραγήσαντα ενώπιον της δικαιοσύνης. IV. Το τρίτο μέρος, από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες, να είναι η μόνη εφικτή πηγή πληροφοριών. Οι αρχές της Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη διερεύνηση μιας παρανομίας όχι όμως να υποβοηθήσουν «το ψάρεμα μαρτυρίας», δηλαδή δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν στοιχεία ότι έχει διαπραχθεί τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο αιτητής απλώς υποψιάζεται ότι έχει γίνει κάποια παρανομία σε βάρος του. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία εφαρμόζουν το δίκαιο της επιείκειας, έχουν εξουσία όπως χορηγούν τέτοιας φύσης διατάγματα εκτός στις περιπτώσεις όπου η χορήγηση τους απαγορεύεται από το νόμο. Είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση-εναγομένης 6, ως αναφέρω και ανωτέρω, ότι η ίδια εμποδίζεται από το τραπεζικό απόρρητο και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/1997, να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου για σκοπούς εύκολης αναφοράς. «29(Ι) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει , κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της». Το πιο πάνω εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε διάφορες περιπτώσεις οι οποίες καταγράφονται στο εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση όπου η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η καταστολή δολίων και ή παρανόμων πράξεων, εμπίπτει στην κατηγορία αυτή και υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης πελάτη και τράπεζας. Σχετική επί του θέματος είναι η Αγγλική υπόθεση Tournier v National Provincial and Union Bank of England Ltd[3]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Banker΄s Trust Co v Shapira & Others[4], σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής έχει το δικαίωμα να ανασηκώσει το μάνταλο από την πόρτα του τραπεζίτη και ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα να του κλείσει την πόρτα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right tin equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it». Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει εκ πρώτης όψεως και ή συζητήσιμη υπόθεση ότι ο εναγόμενος 1 εξασφάλισε προσωπικά οικονομικά ωφελήματα σε βάρος της αιτήτριας ύψους USD 570.155. Τα χρήματα κατατέθησαν στην εναγομένη 6 τράπεζα. Η αποκάλυψη των στοιχείων που ζητά η αιτήτρια είναι αναγκαία για να μπορέσει η αιτήτρια να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του αδικοπραγήσαντα. Η εναγομένη 6 κατέχει τα στοιχεία αυτά και δηλώνει ότι θα τα αποκαλύψει μόνο σε περίπτωση που διαταχθεί από το Δικαστήριο να το πράξει. Οι πληροφορίες δε είναι τέτοιας φύσης που μόνο η εναγομένη 6 θα μπορούσε να τις γνωρίζει. Η αποκάλυψη των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία για την καταστολή των παράνομων ενεργειών που έλαβαν χώραν. Σύμφωνα με την αιτήτρια, πρόκειται για θέμα δημοσίου συμφέροντος, το οποίο υπερέχει της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ πελάτη και τράπεζας και εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 29
(2)(η) του Νόμου. Η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνη. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, ως εκτίθονται ανωτέρω, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί. Εκδίδονται τα αιτούμενα διατάγματα. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Τα διατάγματα εκδίδονται υπό τους ακόλουθους όρους: (α) Η αιτήτρια θα αποζημιώσει την καθ΄ ης η αίτηση τράπεζα για οποιαδήποτε ζημιά και ή έξοδα αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσης της προς το διάταγμα. (β) Η αιτήτρια εμποδίζεται από το να Η χρησιμοποιεί οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του παρόντος διατάγματος για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της υπόθεσης, τον τρόπο που έχει εμπλακεί η καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1973)2 All ER 943. Βλέπετε επίσης σχετικά Banker's Trust Co v Shapira and others
(1980)1 WLR 1274 και TBF (Cyprus) Ltd κ.α v Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 153. [2]
(2005)3 All E.R. 511,518. [3]
(1923)All ER Rep. 550, 554. [4] Βλέπετε υποσημείωση 1, ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.