← Κύπρος

THOMAS HUNT κ.α. ν. EMPORIKI BANK-CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1608/12, 23/1/2013

THOMAS HUNT κ.α. ν. EMPORIKI BANK-CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1608/12, 23/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 1608/12 THOMAS HUNT, από την Αγγλία EMMA BLACKMORE,από την Αγγλία Ενάγοντες και EMPORIKI BANK-CYPRUS LTD, Ιώνος 4, 2406, Έγκωμη, Λευκωσία CREDIT AGRICOLE SA, 91-93 Bd Pasteur, 75015 Paris, France Εναγομένων ____________________ Αίτηση Εναγομένων 2 ημερ. 22.8.12 23 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2-αιτητές: κ. Χ''Ευθυβούλου. Για Ενάγοντες-Καθ'ων η αίτηση: κα Πιτσιλλίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση των Εναγομένων 2 (στο εξής οι αιτητές) αποσκοπεί στη διαγραφή και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμό και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής εναντίον τους, για τον λόγο ότι δεν περιέχει εύλογη αιτία ή βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και η αγωγή εναντίον τους, είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση - η οποία βασίζεται στη Δ.27 θ.3, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 7 και 9 (ο) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση), η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άνθιας Σαββίδου, ημερ. 23.11.
  2. Όπως διατείνονται οι αιτητές, στην Έκθεση Απαίτησης, εκτός από την παράγραφο 3, καμία άλλη αναφορά γίνεται σε γεγονότα που να εμπλέκουν τους αιτητές έτσι ώστε να αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και στα οποία να μπορούν να βασιστούν στις επιδιωκόμενες θεραπείες που αξιώνουν οι καθ' ων η αίτηση. Η αναφορά στην παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι αιτητές κατέχουν το 67% του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 1, δεν συνιστά από μόνη της αιτία αγωγής και οι Εναγόμενοι 1 αποτελούν χωριστή νομική προσωπικότητα από τους αιτητές. Οι καθ' ων η αίτηση, με την ένσταση τους προέβαλαν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας η διαγραφή και/ή παραμερισμός της αγωγής εναντίον των αιτητών. Οι καθ' ων η αίτηση κωλύονται να καταχωρήσουν την παρούσα ανεδαφική και καταχρηστική αίτηση, η οποία έχει μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης της διαδικασίας. Η Άνθια Σαββίδου, στην ένορκη της δήλωση επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι, οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, αλλά το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να εξετάσει αν υπάρχει εύλογη αιτία ή βάση αγωγής εναντίον των αιτητών, όταν θα εξετάζει την ουσία της αγωγής. Ισχυρίζεται επίσης ότι στην Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα στις παρ. 3, 7, 8, 9, 10 και 11 αυτής, γίνεται ρητή αναφορά στην εμπλοκή των αιτητών στη συμφωνία δανείου ημερ. 26.6.
  3. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.27 θ3 στην οποία οι αιτητές βασίζουν την αίτηση τους, έχει ως ακολούθως: "Δ.27, θ.
  4. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just". Στην υπόθεση IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD

(1991)1 Α.Α.Δ. 246 στη σελ. 254 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα πιο κάτω σε σχέση με αίτηση για διαγραφή αίτησης διάλυσης εταιρείας, στη βάση της Δ.27 θ.3: «Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των εφεσειόντων εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Ενώ η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του (Re Newman and Howard, Ltd. [1961] 2 All E.R. 495 και Re Fildes Bros Ltd) [1970] 1 All E.R.923" και στη σελ. 255 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος». Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316 αναφέρθηκαν τα εξής: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Και πιο κάτω αναφέρονται τα εξής: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. Of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθηκαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας». Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238)". (Βλ. επίσης Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305.) Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Όπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται (Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704). Στην υπόθεση Knowies v. Roberts 38 Ch D. 270, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στα μέρη πώς να συντάσσουν τα δικόγραφα και ότι αυτός ο κανόνας θα πρέπει να τηρείται σαν ιερός. Από την άλλη όμως ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι τα μέρη δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες ετοιμασίας των δικογράφων και αν κάποιος διάδικος εισάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση των αιτητών ευσταθεί και το θέμα που εγείρουν, μπορεί να στηρίξει και δικαιολογήσει το αίτημα τους στη βάση της Δ.27 θ.3 ανωτέρω. Και τούτο γιατί, από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι η μόνη αναφορά των καθ' ων η αίτηση στους αιτητές, γίνεται στην παρ. 3 αυτής, όπου απλώς διευκρινίζεται ότι αυτοί κατέχουν το 67% του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 1, καθιστώντας έτσι τους Εναγόμενους 1 θυγατρική εταιρεία των αιτητών. Η αναφορά αυτή, αναμφίβολα δεν μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει εύλογη αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή του εταιρικού δικαίου ότι κάθε εταιρεία θεωρείται από τον νόμο ως ξεχωριστή νομική οντότητα, ανεξαρτήτως του απόλυτου ελέγχου που ασκείται από ένα ή περισσότερα άτομα στην εταιρεία (βλ. Salomon v. Salomon
(1897)A.C.22 και Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244). Η αναφορά των καθ' ων η αίτηση σε «εναγομένους» στις παρ. 7, 8, 9, 10 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν καθιστά εμφανή την εμπλοκή των αιτητών στη συμφωνία δανείου ημερ. 26.6.07, ως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση σε καμία παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρουν, ούτε ισχυρίζονται, ούτε εξειδικεύουν με ποιό τρόπο οι αιτητές εμπλάκηκαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και ούτε καν προβλήθηκε ισχυρισμός εκ μέρους τους ότι αυτή υπογράφτηκε τόσο από τους Εναγόμενους 1, όσο και από τους αιτητές. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι οι καθ' ων η αίτηση, παρόλο που οι αιτητές ισχυρίστηκαν στη γραπτή αγόρευση τους ότι η επίδικη συμφωνία δανείου υπογράφτηκε μεταξύ των καθ' ων η αίτηση και των Εναγομένων 1 μόνο, οι καθ' ων η αίτηση όχι μόνο δεν προέβαλαν οποιοδήποτε αντίθετο και/ή διαφορετικό ισχυρισμό στη δική τους γραπτή αγόρευση, αλλά κυριότερα, καμία αναφορά έκαμαν περί πρόθεσης τους να προβούν σε τροποποίηση της Έκθεση Απαίτησης τους, με αναφορά σε εξειδίκευση στον ισχυριζόμενο τρόπο εμπλοκής των αιτητών στη συμφωνία δανείου, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε η Έκθεση Απαίτησης να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιτρέψει, σύμφωνα με την υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελάδος Α.Ε. (ανωτέρω). Διαφωνώ με την εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι νόμω αβάσιμη, εφόσον αυτή στηρίζεται, όπως ανέφερα πιο πάνω, στη Δ.27 θ.3 της οποίας οι πρόνοιες παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Διευκρινίζεται επίσης ότι, η αίτηση ορθά δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, εφόσον τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται περιέχονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Και τούτο, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 (ο). Τέλος, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση ορθά καταχωρήθηκε στο στάδιο μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και πριν την καταχώρηση υπεράσπισης, εφόσον έτσι δεν προκαλείται περισσότερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και εξοικονομούνται δικαστικά έξοδα. Για όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί απλή, προφανή και ξεκάθαρη περίπτωση εφαρμογής της Δ.27 θ.3, εφόσον είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση εναντίον των αιτητών και δεν τεκμηριώνει εύλογη βάση αγωγής εναντίον τους. Επομένως, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα διαγραφής και απόρριψης της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.