← Κύπρος

Global Powersystems Incorporated ν. Rosevelt Limited (HE 278326) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2915/2012, 11/1/2013

Global Powersystems Incorporated ν. Rosevelt Limited (HE 278326) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2915/2012, 11/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2915/2012 Μεταξύ: Global Powersystems Incorporated, εκ Hong Kong Εναγόντων και

  1. Rosevelt Limited (HE 278326), εκ Λευκωσίας
  2. Potamos Services Limited (HE 138243), εκ Λευκωσίας
  3. Μαρίας Σκλαβάκη, εξ Ελλάδος
  4. Παναγιώτη Ποταμού
  5. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (HE 1), εκ Λευκωσίας Εναγομένων 11 Ιανουαρίου 2013 Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 2.5.2012 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 3.5.2012 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα, αιτήτρια: κ. Δ. Παπαδόπουλος Για εναγόμενους 1 έως 4, καθ΄ ων η αίτηση: κ.Λ.Παπαχαραλάμπους Για εναγόμενη 5, καθ΄ ης η αίτηση: κα Ν.Πετρίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βασικά η παρούσα αγωγή αφορά αιτία για υπεξαίρεση χρημάτων, ήτοι ποσού €4.816.999, με απάτη την οποία η εναγόμενη 3 Μαρία Σκλαβάκη φέρεται να διενήργησε σε βάρος της ενάγουσας εταιρείας Global Powersystems Incorporated. Με το υπεξαιρεθέν ποσό, κατ΄ ισχυρισμό, ωφελήθηκε άμεσα η εναγόμενη 1 εταιρεία Rosevelt Limited, η οποία έχει ως έδρα της τη Λευκωσία. Η εταιρεία αυτή παρείχε και το μέσο για διενέργεια της εν λόγω απάτης και υπεξαίρεσης. Μια βασική θεραπεία, επομένως, η οποία αξιώνεται εναντίον των πιο πάνω εναγομένων είναι για την αποζημίωση της ενάγουσας με το προαναφερθέν ποσό. Η συμπερίληψη στο κλητήριο ένταλμα και των άλλων τριών εναγομένων συνάδει με τις υπόλοιπες αιτίες και αξιώσεις οι οποίες είναι υποστηρικτικές της βασικής αιτίας και αξίωσης που αναφέρονται πιο πάνω. Επικουρικής σημασίας είναι και το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής, αμέσως μετά την καταχώρηση της. Αν συνεχίσει σε ισχύ θα αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο για την περίοδο μέχρι την περάτωσή της. Με το διάταγμα έχει επιτευχθεί η παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών καθώς και όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και 3 στην Κύπρο αξίας μέχρι €5.000.000 ευρώ. Ιδιαίτερη αναφορά στο διάταγμα γίνεται σε συγκεκριμένο λογαριασμό τον οποίο διατηρεί η εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 5 τράπεζα. Η μονομερής αίτηση επί της οποίας έχει εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Όταν πρόκειται για προσωρινής φύσεως απαγορευτικό διάταγμα, όπως το παρόν, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται από το πιο πάνω άρθρο για να δικαιολογείται αρχικά η έκδοση του. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να διαπιστώνεται, (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ικανοποιηθέντων των προϋποθέσεων αυτών το δικαστήριο εκδίδει προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Η εφαρμογή των πιο πάνω προϋποθέσεων και της αρχής που προβλέπονται στο άρθρο 32
(1)έχουν εξεταστεί και τύχει εφαρμογής σε σωρεία υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εξέχουσα θέση στη νομολογία όσο αφορά την ερμηνεία τους έχει η υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Από την πιο πάνω υπόθεση και την μεταγενέστερη αυτής νομολογία προκύπτει ότι για τη διαπίστωση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση η αναζήτηση γίνεται στην έκθεση απαιτήσεως και στην περίπτωση που αυτή δεν έχει ακόμα καταχωριστεί στην υποστηριχτική της ενδιάμεσης αίτησης ένορκη δήλωση, (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Και, είτε το δικόγραφο είτε η μαρτυρία θα πρέπει να αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση με την έννοια της αποκάλυψης μέσω ουσιωδών γεγονότων κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας για την οποία να μπορεί να αποδοθεί νομική θεραπεία. Η πιο πάνω είναι η πρώτη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 32
(1). Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, χωρίς αυτή να υποβάλλεται σε αξιολόγηση προς διαπίστωση γεγονότων, να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αποκαλυφθείσας αιτίας με την απόδοση και της ανάλογης θεραπείας. Επομένως, η προσκομισθείσα μαρτυρία για τους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας εξετάζεται ως έχει στην όψη της με κριτική διάθεση, βέβαια, αναλόγως του περιεχομένου της. Στην προκειμένη περίπτωση η μονομερής αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση άγγλου δικηγόρου της ενάγουσας ονόματι David Colin Brown. Όπως αναφέρει ο κ. Brown, όλες οι σχετικές πληροφορίες είχαν δοθεί στον οίκο όπου εργάζεται από το Στέφανο Κωνσταντίνου Σιάφακα. Ο τελευταίος ορκίστηκε και ο ίδιος μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία επιχειρεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης των εναγομένων 1 έως
  1. Την τελευταία έχει ορκιστεί η εναγόμενη 3, Μαρία Σκλαβάκη. Το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε αρχικά στη βάση μόνο των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Brown. Τώρα η αναθεώρηση του θα διεξαχθεί υπό το φως και της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί σχετικά από την πλευρά των εναγομένων. Οι προϋποθέσεις και η αρχή που πρέπει να ικανοποιηθούν είναι οι ίδιες, ήτοι αυτές που αναφέρονται πιο πάνω. Ενώ ίδιος, ασφαλώς, είναι και ο τρόπος εφαρμογής τους. Όμως, να σημειωθεί πως στο στάδιο αυτό η μαρτυρία θα εξεταστεί με αναφορά μόνο στις δύο πρώτες προϋποθέσεις, ανωτέρω, δεδομένου ότι, ως έχει, επικεντρώνεται ιδιαίτερα σ΄ αυτές. Πλέον σημαντική όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή είναι η μαρτυρία του κ. Brown. Είναι με βάση αυτή που το διάταγμα έχει αρχικά εκδοθεί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κ. Brown η ενάγουσα ασχολείται διεθνώς με συναλλαγές σε παράγωγα συμβόλαια (contracts for difference) αφορώντα στο εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας, έχοντας συσταθεί για το σκοπό αυτό κατά ή περί το τέλος Νοεμβρίου
  2. Ο κ. Σιάφακας, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι ο μοναδικός μέτοχος της, κατέχοντας το 100% του μετοχικού της κεφαλαίου. Έχει δε ως εντολοδόχο (nominee) σύμβουλο της εταιρικό πρόσωπο το οποίο έχει την έδρα του στο Χόνγκ Κονγκ και ενεργεί αποκλειστικά με βάση τις γραπτές οδηγίες του εν λόγω μετόχου της. Όσον αφορά την εναγόμενη 3, Μαρία Σκλαβάκη, ο κ. Brown αναφέρει ότι αυτή εργάζετο μαζί με τον κ. Σιάφακα σε μια ελληνική ενεργειακή εταιρεία από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι το Φεβρουάριο του
  3. Και ενώ είχε εργοδοτηθεί αρχικά ως γραμματέας, σταδιακά ανέλαβε καθήκοντα προσωπικής βοηθού του κ.Σιάφακα. Ευρισκόμενη στη θέση αυτή η κα Σκλαβάκη είχε εξουσιοδότηση από τον κ.Σιάφακα να λειτουργεί τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας σε συγκεκριμένη τράπεζα του Χόνγκ Κονγκ. Τα καθήκοντα της στον τομέα αυτό περιλάμβαναν την ετοιμασία εγγράφων οδηγιών πληρωμής για υπογραφή από τον κ.Σιάφακα και εξασφάλιση της υπογραφής του σ' αυτά. Όπως διευκρινίζει, οι οδηγίες για πληρωμή εγίνοντο στη βάση των κείμενων συμβολαίων του είδους που αναφέρεται προηγουμένως και η κα Σκλαβάκη είχε το πρόσθετο καθήκον να ελέγχει ότι οι οδηγίες πληρωμής συνήδαν με τους όρους των συμβολαίων αυτών. Αφού δε βεβαιώνετο ότι όλα ήσαν εντάξει απέστελλε τα έγγραφα με τις οδηγίες για πληρωμή, υπογραμμένα από τον κ.Σιάφακα, στον εντολοδόχο εταιρικό σύμβουλο στο Χόνγκ Κονγκ ο οποίος τα προωθούσε στην τράπεζα για πληρωμή. Ακολούθως, σε σχέση με ό,τι φέρεται να προκάλεσε την παρούσα αγωγή, ο κ.Brown αναφέρει ότι κατά την πρώτη ή δεύτερη ημέρα του Μαρτίου 2012 ο κ.Σιάφακας αντιλήφθηκε ότι είχαν μεταφερθεί κεφάλαια από τον προαναφερθέντα λογαριασμό της ενάγουσας. Όμως, δεν αναγνώρισε την κυπριακή εταιρεία, δηλαδή την εναγόμενη 1, προς την οποία είχαν εμβαστεί. Ενώ δεν είχε και ο ίδιος εξουσιοδοτήσει τη μεταφορά τους. Η κα Σκλαβάκη την οποία κάλεσε για να του δώσει εξηγήσεις προφασίστηκε κάποια άλλη υποχρέωση και έφυγε από το γραφείο της για να μην ξαναγυρίσει. Στη συνέχεια ο εσωτερικός έλεγχος ο οποίος διενεργήθηκε κατέδειξε ότι η κα Σκλαβάκη είτε κατασκεύασε η ίδια προσωπικά είτε προκάλεσε την κατασκευή από τρίτο πρόσωπο δυο ψεύτικων κείμενων συμβολαίων και ίδιο αριθμό γραπτών οδηγιών πληρωμής, οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν προκύψει από αυτά. Όμως, ήσαν όλα πλαστά αφού η υπογραφή του κ.Σιάφακα σ΄ αυτά είχε πλαστογραφηθεί. Ο ίδιος ο κ.Σιάφακας αρνείται κατηγορηματικά ότι τα έχει υπογράψει. Παραπέμπει δε σε μια γνήσια υπογραφή του τελευταίου για σκοπούς σύγκρισης. Ενώ, όπως επίσης αναφέρει, και από την πλευρά του εντολοδόχου εταιρικού συμβούλου, όταν έλαβαν τις γραπτές οδηγίες για πληρωμή είχαν διερωτηθεί για το γνήσιο της υπογραφής. Όμως, η κα Σκλαβάκη τους διαβεβαίωσε ότι ήταν η υπογραφή του κ.Σιάφακα. Ακολούθως, διαπιστώθηκε ότι με βάση τα έγγραφα αυτά είχαν, σε δυο περιπτώσεις, εμβαστεί από το λογαριασμό της ενάγουσας στο λογαριασμό της εναγομένης 1 στην Κύπρο δύο διαφορετικά ποσά. Το πρώτο για €1.958,999 εμβάστηκε στις 30.1.2012 και το δεύτερο για €2.858,000 εμβάστηκε στις 6.2.
  4. Τα δύο πιο πάνω ποσά ανέρχονται συνολικά σε €4.816,
  5. Είναι το συνολικό ποσό στο οποίο αφορά η ισχυριζόμενη υπεξαίρεση. Ο ενόρκως δηλών χαρακτηρίζει τα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία παρέθεσε από πληροφορίες τις οποίες του είχε δώσει ο κ.Σιάφακας, ως καθαρή περίπτωση απάτης σε βάρος της ενάγουσας, την οποία διενήργησε η κα Σκλαβάκη ενώ κατείχε θέση εμπιστοσύνης σε σχέση με τον κ.Σιάφακα και την ενάγουσα. Μέσα από τη δική της ένορκη δήλωση η κα Σκλαβάκη αναφέρει, κατ΄ αρχάς, ότι η ίδια είναι δικαιούχος της εναγομένης 1 εταιρείας η οποία συστάθηκε στις 9.12.2010 με βασικό σκοπό να ασχοληθεί με παράγωγα συμβόλαια στη διεθνή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και με άλλες συναφείς εμπορικές δραστηριότητες. Στη συνέχεια, αναφερόμενη στο θέμα της εργοδότησης της, εξηγεί ότι από την 1.12.2009 είχε προσληφθεί στην Energan ως γραμματέας του διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας αυτής. Και ότι με σχετική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού αποχώρησε από την υπηρεσία της στις 31.1.
  6. Οσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ήταν προσωπική βοηθός του κ.Σιάφακα, η κα Σκλαβάκη αρνείται ότι υπήρξε ποτέ τέτοια διευθέτηση ενώ εργοδοτείτο από την Energan. Για να συμπληρώσει ότι προσωπική βοηθός του κ.Σιάφακα στην εταιρεία αυτή μετά το διορισμό του στις 5.9.2011 ως εκτελεστικού συμβούλου ήταν κάποια κα Χρύσα Συνοδινού. Η κα Σκλαβάκη δεν ανάφερε να είχε οποιαδήποτε σχέση ως εργοδοτούμενη της ενάγουσας εταιρείας. Όμως, εξήγησε ότι έτυχε να γνωρίζει γι΄ αυτή από συναλλαγές τις οποίες είχε κάμει η τελευταία με την Energa σε σχέση με παράγωγα συμβόλαια στα πλαίσια των οποίων κέρδισε πολύ μεγάλα ποσά, της τάξης των €80 εκατομμυρίων σε βάρος της τελευταίας. ΄Οσον αφορά τη σχέση του κ.Σιάφακα με την ενάγουσα, ανάφερε ότι ήταν με μεγάλη έκπληξη της που πληροφορήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ότι αυτός είναι ο ιδιοκτήτης της. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία της η κα Σκλαβάκη σε σχέση με την αποδιδόμενη σε αυτή απάτη σε βάρος της ενάγουσας, με βάση τα όσα έχει αναφέρει, θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός και η εκδοχή που τον περιβάλλει είναι εντελώς ανυπόστατα. Ισχυρίζεται συναφώς ότι τα δύο επίδικα συμβόλαια είναι καθόλα νόμιμα και αφορούν σε δύο γνήσιες συναλλαγές στο συγκεκριμένο τομέα οι οποίες έτυχε να αποφέρουν στην εναγόμενη 1 το προαναφερθέν ποσό των €4.816.
  7. Οσον αφορά τα στοιχεία επικοινωνίας της ενάγουσας τα γνώριζε ήδη από συναλλαγές τις οποίες είχε κάνει η τελευταία με την Energa στον υπό αναφορά ενεργειακό τομέα. Με δεδομένο αυτό έγινε, όπως είπε, μια πρώτη επικοινωνία με αντιπρόσωπο της ενάγουσας στο Χονγκ Κονγκ λίγο πριν από την αποχώρηση της από την Energa. Στη συνέχεια συνήφθησαν τα δύο επίδικα συμβόλαια στις 10.1.2012 και στις 15.1.2012, αντίστοιχα. Πέραν της φραστικής αντίκρουσης του ισχυρισμού της απάτης με τη μέθοδο της πλαστογραφίας, η κα Σκλαβάκη επισύναψε στην ένορκη δήλωση της, ως τεκμήρια 6 και 7, τα πρωτότυπα των δύο επίδικων συμβολαίων. Υποδεικνύει ότι αυτά φέρουν τη σφραγίδα της ενάγουσας καθώς επίσης τη γνήσια υπογραφή της κας Lilian Cheung, η οποία υπέγραψε εκ μέρους της τελευταίας. Για να προσθέσει ότι η κα Cheung είναι η διαχειρίστρια της ενάγουσας στο Χονγκ Κονγκ. Πρόσθετα, η κα Σκλαβάκη επισύναψε στην ένορκη δήλωση της ως τεκμήρια 8 και 9, αντίστοιχα, και δύο άλλα παρόμοιας φύσεως συμβόλαια, τα οποία η ενάγουσα είχε συνάψει με δύο άλλες άσχετες με την υπόθεση εταιρείες τα οποία επίσης φέρουν τη γνήσια υπογραφή της κυρίας Cheung. Από κάποια άλλη μαρτυρία την οποία παραθέτει στην ένορκη δήλωσή της, τα δύο τελευταία συμβόλαια φέρεται να έχουν τιμηθεί από την ενάγουσα, ο δε σκοπός της παρουσίασης τους είναι για να γίνει σύγκριση της υπογραφής της κυρίας Cheung με την υπογραφή που, όπως έχει ισχυριστεί, έχει θέσει η κυρία Cheung και στα δύο επίδικα συμβόλαια. Στους ισχυρισμούς της κας Σκλαβάκη θέλησε να απαντήσει ενόρκως ο ίδιος ο κ.Σιάφακας. Λήφθηκε άδεια προς τούτο από το δικαστήριο, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να κατατεθεί μια μακροσκελής ένορκη δήλωση. Στην εντελώς πρώτη παράγραφο της ο κ.Σιάφακας ισχυρίζεται ότι η κα Σκλαβάκη, το πρόσωπο το οποίο διενήργησε την απάτη, ήταν η προσωπική βοηθός του στην ενάγουσα. Ενώ σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης του, αναφερόμενος στο καθεστώς εργοδότησης της κας Σκλαβάκη στην Εnerga, υποδεικνύει παραπέμποντας στο έγγραφο της προαναφερθείσας αναγγελίας, ότι στην πραγματικότητα η ειδικότητα της κας Σκλαβάκη ήταν γραμματέας διοίκησης και όχι απλή γραμματέας. Για να επανέλθει πιο κάτω στον αρχικό ισχυρισμό, ο οποίος είχε προβληθεί από τον κ.Brown, ότι η κα Σκλαβάκη ήταν προσωπική βοηθός του στην Energa την περίοδο Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2011, όταν αυτός κατείχε τη θέση εκτελεστικού διευθυντή σ΄ αυτή. Και μετέπειτα, όπως επίσης ισχυρίστηκε, στην ενάγουσα. Από τη θέση της δε αυτή η κα Σκλαβάκη ήταν ενεργά αναμεμειγμένη τόσο στην Energa όσο και στην ενάγουσα, γεγονός που της παρείχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και το προσωπικό του e-mail εκ μέρους του. Περαιτέρω, σε σχέση με το θέμα των επίδικων εγγράφων, ο κ.Σιάφακας παραδέχεται ότι αυτά φέρουν τη γνήσια υπογραφή της κας Cheung. Όπως εξηγεί, τα υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας με την εσφαλμένη αντίληψη ότι ήσαν νόμιμα και ότι την είχε εξουσιοδοτήσει να τα υπογράψει, έχοντας παραπλανηθεί γι΄ αυτό από την κα Σκλαβάκη. Με βάση αυτά καταλήγει ότι τα προαναφερθέντα δύο εμβάσματα στο λογαριασμό της εναγομένης 1 είναι προϊόν απάτης. ΄Οσον αφορά τις γραπτές εντολές πληρωμής, ισχυρίστηκε ότι η κα Σκλαβάκη επιβεβαίωσε προφορικά στην κα Cheung ότι είχαν εξουσιοδοτηθεί από τον ίδιο, γεγονός το οποίο αυτός απορρίπτει. Ενώ όσον αφορά την υπογραφή του σ΄ αυτές ισχυρίστηκε ότι είναι από σφραγίδα η οποία είχε κλαπεί. Στην ένορκη δήλωση του ο κ.Σιάφακας επιχειρεί επίσης, βασικά επιχειρηματολογώντας, να καταδείξει ότι η εναγόμενη 1 ελλείψει οικονομικών πόρων, τεχνογνωσίας και εξειδικευμένων συνεργατών δεν έχει τη δυνατότητα να συναλλάσσεται σε σχέση με παράγωγα συμβόλαια στον ενεργειακό τομέα. Η μαρτυρία αυτή δεν είναι χρήσιμη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας υπό τις δοσμένες περιστάσεις που αναφέρονται. Επομένως, δε θα τύχει οποιασδήποτε εξέτασης. ΄Ο,τι αναφέρεται πιο πάνω είναι οι ισχυρισμοί των δύο πλευρών σε σχέση με τις πιο σημαντικές πτυχές της υπόθεσης. Στο επίκεντρο αυτών είναι η προσπάθεια η οποία κατεβλήθη από μέρους της ενάγουσας να στοιχειοθετήσει την αιτία την οποία αυτή επικαλείται εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας και της εναγομένης 3 Μαρίας Σκλαβάκη. Τους αποδίδει ότι υπεξαίρεσαν χρήματα που ανήκαν στην ενάγουσα με απατηλό τρόπο. Εν ολίγοις ότι διενήργησαν σε βάρος της ενάγουσας απάτη, όρος ο οποίος έχει χρησιμοποιηθεί τόσο από τον κ.Brown ο οποίος ορκίστηκε την αρχική ένορκη δήλωση όσο και από τον κ.Σιάφακα. Όμως, ασφαλώς, η χρήση του όρου αυτού και μόνο δεν είναι αρκετή για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)που αναφέρεται πιο πάνω. Θα πρέπει να παρέχονται και όλες οι απαραίτητες λεπτομέρειες από τις οποίες να μπορεί να διαπιστωθεί ποια μορφή το προαναφερθέν αστικό αδίκημα στην πραγματικότητα προσλαμβάνει. Στη δική του ένορκη δήλωση ο κ.Brown είχε ισχυριστεί πλαστογράφηση των υπογραφών του κ.Σιάφακα σε όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω και ειδικά στα δύο επίδικα συμβόλαια. Προσπάθησε να καταδείξει την πλαστότητα τους παρουσιάζοντας μια δήθεν γνήσια υπογραφή του τελευταίου για σκοπούς σύγκρισης. Όμως, η κα Σκλαβάκη παρουσίασε με την ένορκη δήλωσή της τα αυθεντικά έγγραφα των δύο συμβολαίων φέροντα την υπογραφή της κας Cheung κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας. Και τότε ο κ.Σιάφακας άλλαξε την πιο πάνω εκδοχή άρδην. Παραδέχθηκε ότι ήσαν πρωτότυπα και ότι όντως έφεραν τη γνήσια την υπογραφή της κας Cheung. Επομένως, δεν έφεραν την υπογραφή του, έστω πλαστογραφημένη, όπως ο κ.Brown είχε αρχικά ισχυριστεί. Για να ισχυριστεί, όμως, στη συνέχεια ο κ.Σιάφακας ότι η κα Cheung έθεσε την υπογραφή της σ΄ αυτά αφού είχε παραπλανηθεί από την κα Σκλαβάκη ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές είχαν την έγκριση του. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η αιτία, θα πρέπει να αναζητηθεί στη μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει ειδικά η πλευρά της ενάγουσας, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δεν αποτελεί μειονέκτημα στη διαδικασία. Αν και, βέβαια, αυτό προκαλεί βαθμό δυσκολίας αφού τα ουσιώδη γεγονότα που την στοιχειοθετούν θα πρέπει να διαπιστωθούν μέσα από ένα ευρύτερο πεδίο ισχυρισμών. Εν πάση περιπτώσει, η οποιαδήποτε αιτία την οποία επικαλείται ένας ενάγοντας θα πρέπει να διέπεται από σχετική βεβαιότητα, και αυτό αφορά στην κάθε αιτία ξεχωριστά αν επικαλείται περισσότερες από μία. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα έχει βασικά επικαλεσθεί, μέσω της μαρτυρίας, μόνο το αστικό αδίκημα της απάτης, την οποία έχει προβάλει με δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους εκδοχές∙ αυτές που αναφέρονται πιο πάνω. Το αποτέλεσμα είναι η μια εκδοχή να ακυρώνει την άλλη ώστε να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί στα πλαίσια της δικογραφίας η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης, ακριβώς για το λόγο αυτό. Το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμα πιο έντονο όταν οι δύο προαναφερθείσες διαφορετικές εκδοχές απάτης εξεταστούν στο επίπεδο της μαρτυρίας, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η απάντηση σ΄ αυτό είναι ότι δεν υπάρχει καμία, τουλάχιστον στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Η αντιφατικότητα η οποία παρατηρείται να υπάρχει μεταξύ τους είναι τέτοια ώστε υπό κανονικές συνθήκες ακρόασης της υπόθεσης δε θα ήταν δυνατό κάποια από αυτές να γίνει αποδεκτή στο τέλος της δίκης. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός ότι η κα Cheung είχε παραπλανηθεί για το γνήσιο των δύο συναλλαγών δε θα μπορούσε να γίνει πιστευτός, αν προηγουμένως προβάλλεται από την ίδια πλευρά και ο ισχυρισμός ότι τελικώς τα δύο επίδικα συμβόλαια έφεραν την πλαστογραφημένη υπογραφή του κ.Σιάφακα, ο οποίος ισχυρισμός μάλιστα επιχειρήθηκε να αποδειχθεί με σχετική μαρτυρία. Η πιο πάνω συζήτηση των διαφόρων ισχυρισμών οι οποίοι προβλήθηκαν με την κατάθεση της ενάγουσας, οδηγεί ευλόγως στην έγερση και κάποιων άλλων ερωτημάτων. Για παράδειγμα ο κ.Σιάφακας ξεχώρισε ότι στα δύο επίδικα συμβόλαια υπήρχε η υπογραφή του πλαστογραφημένη. Ενώ αναμφίβολα η υπογραφή που υπάρχει σ΄ αυτά είναι της κας Cheung την οποία ο κ.Σιάφακας θα πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζει. Πρόσθετα, με δεδομένο αυτό, προκύπτει το ερώτημα γιατί ο κ.Σιάφακας έδωσε μια τόσο εμφανώς ανυπόστατη πληροφόρηση στον κ.Brown. Επειτα, αφού στην πραγματικότητα οι υπογραφές είναι της κας Cheung και όχι του κ.Σιάφακα, πώς συνέβηκε να διερωτηθεί γι΄ αυτές ο εντολοδόχος σύμβουλος που στην πραγματικότητα εκπροσωπείται από την ίδια την κα Cheung. Τέλος, πώς συνέβηκε η κα Cheung να αποδεχθεί την προφορική ενημέρωση της κας Σκλαβάκη για τις δήθεν εντολές πληρωμής του κ.Σιάφακα όταν, όπως αναφέρει ο κ.Brown, ο εντολοδόχος σύμβουλος, δηλαδή η κα Cheung, ενεργούσε πάντοτε με βάση τις γραπτές εντολές του κ.Σιάφακα. ΄Ενας άλλος τομέας στον οποίο υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις και ερωτηματικά είναι αυτός που αναφέρεται στη συνεργασία του κ.Σιάφακα με την κα Σκλαβάκη και την εργασιακή σχέση της τελευταίας με την Energa και την ενάγουσα. Ο κ.Brown ανάφερε στην ένορκη δήλωση του ότι οι δύο είχαν εργαστεί μαζί σε μια ελληνική ενεργειακή εταιρεία από τον Δεκέμβριο
  1. Αναφέρετο προφανώς στην Energa. Όμως, ο κ.Σιάφακας δήλωσε ότι ανέλαβε ως εκτελεστικός διευθυντής της εν λόγω εταιρείας μόλις το Σεπτέμβριο 2011 και εργάστηκε με την ιδιότητα αυτή μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του αναφέρει ότι η συνεργασία τους, με την κα Σκλαβάκη να ήταν η προσωπική βοηθός του, διάρκεσε μέχρι και το Φεβρουάριο 2012, παραβλέποντας το γεγονός ότι η κα Σκλαβάκη απεχώρησε οικιοθελώς από την Energa την 31.1.
  2. Τέλος, μια άλλη σοβαρή αντίφαση προκύπτει από την αναφορά και πάλιν του κ.Brown ότι η κα Σκλαβάκη ήταν προσωπική βοηθός του κ.Σιάφακα στην Energa ενώ ο κ.Σιάφακας ισχυρίστηκε αρχικά ότι η κα Σκλαβάκη κατείχε τη θέση αυτή σε σχέση με την ενάγουσα. Μετά ισχυρίστηκε και πάλι ότι ήταν στην Energa, για να συμπληρώσει «και έπειτα» στην ενάγουσα. Το ερώτημα το οποίο εγείρεται, εν πάση περιπτώσει, είναι πώς συνέβηκε η κα Σκλαβάκη να ήταν βοηθός του κ.Σιάφακα ενώ ήταν εργοδοτούμενη της Energa. Και πως έτυχε στις αρχές Μαρτίου 2012 να την είχε καλέσει ενώ βρισκόταν στο γραφείο της, να του δώσει εξηγήσεις σε σχέση με την παρούσα περίπτωση ενώ αυτή είχε ήδη αποχωρήσει από την Energa την 31.1.
  3. Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει πλήρης συσκότιση όσον αφορά τα θέματα αυτά από την πλευρά της ενάγουσας και του κ.Σιάφακα, η οποία ισοδυναμεί ουσιαστικά με παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων σχετικών με την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Είναι δε αυτός ένας πρόσθετος λόγος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την τύχη του υπό αναθεώρηση διατάγματος. Δύο σοβαρές αντιφάσεις στη μαρτυρία της ενάγουσας οι οποίες δε θα μπορούσε να περάσουν απαρατήρητες, είναι αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια. Ο κ.Brown ήταν κατηγορηματικός ότι ο κ.Σιάφακας είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος της ενάγουσας, κατέχοντας με τον τρόπο αυτό το σύνολο των μετοχών της. Το αναφέρει σε δύο περιπτώσεις στην ένορκη δήλωση του. Εν τούτοις, ο κ.Σιάφακας δηλώνει στη δική του ένορκη δήλωση ότι είναι ο απόλυτος δικαιούχος των μετοχών της ενάγουσας, οι οποίες κατέχονται κατά νόμο από κάποια άλλη εταιρεία, προφανώς στη βάση εμπιστεύματος. Υποτίθεται ότι όλες οι πληροφορίες, από τις οποίες προήλθε η μαρτυρία του κ.Brown, είχαν δοθεί από τον ίδιο τον κ.Σιάφακα. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, εγείρονται ερωτήματα και ως προς το είδος και περιεχόμενο της πληροφόρησης η οποία είχε δοθεί στους δικηγόρους της ενάγουσας. Η άλλη αντίφαση εντοπίζεται στον ισχυρισμό του κ.Σιάφακα, στην παράγραφο 12.β. της ένορκης δήλωσης του, ότι κάποια e-mails δείχνουν πως τα δύο επίδικα συμβόλαια είχαν υπογραφεί μετά την εμπορική περίοδο η οποία προβλέπετο σ΄ αυτά. Ενώ με βάση τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω e-mails, τα οποία κατέθεσε ως τεκμήριο Β, τα δύο συμβόλαια ήσαν ήδη υπογραμμένα και με αυτά, δηλαδή τα e-mails, επιχειρείτο η κοινοποίηση τους προς τον κ.Σιάφακα για σκοπούς ενημέρωσής του. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του κ.Σιάφακα αφορά περίπτωση παραπλάνησης του δικαστηρίου. Ενώ αν η επικοινωνία της κας Cheung έγινε με την κα Σκλαβάκη, η οποία εμφανίζετο στη θέση του κ.Σιάφακα, γιατί αυτή να ήθελε τα υπογραμμένα συμβόλαια αφού θα πρέπει να τα είχε ήδη η εναγόμενη
  4. Τελικώς, το συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία, είναι ότι η παρέμβαση του κ.Σιάφακα έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιζήμια για την υπόθεση της ενάγουσας, χωρίς να σημαίνει πως το αποτέλεσμα δε θα ήταν το ίδιο αν η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση του δεν είχε καταχωριστεί, με δεδομένη τη μαρτυρία της κας Σκλαβάκη, ειδικά σε ότι αφορά τα επίδικα συμβόλαια. Εν πάση περιπτώσει, υπό τις περιστάσεις ανωτέρω, το διάταγμα δεν μπορεί να συνεχίσει σε ισχύ. Η κατάληξη δε αυτή καθιστά αχρείαστη την εξέταση των άλλων παραγόντων που θέτει το άρθρο 32
(1), ανωτέρω. Επίσης, αχρείαστη καθίσταται και η εξέταση της ένστασης της εναγομένης 5 τράπεζας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 3.5.2012 ακυρώνεται και παύει να είναι σε ισχύ. Οσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων, καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας,αιτήτριας. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................. Γ.Ν.Γιασεμής /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.