← Κύπρος

Κατσιάρη Εύα κ.α. ν. MEXONA TRADING LTD κ.α., Αρ.αγωγής 10387/2012, 11/1/2013

Κατσιάρη Εύα κ.α. ν. MEXONA TRADING LTD κ.α., Αρ.αγωγής 10387/2012, 11/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 10387/2012 Μεταξύ:

  1. Κατσιάρη Εύα
  2. Κατσιάρη Μαρία
  3. Κατσιάρης Γιάννης Εναγόντων και
  4. MEXONA TRADING LTD
  5. Μιχάλης Χαραλάμπους Εναγομένων 11 Ιανουαρίου, 2013 Αίτηση ημερομηνίας 25.1.2012 και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2012 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες, αιτητές: κ.Σπ.Σπύρου Για εναγομένη, καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ.Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό αναθεώρηση προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα αποτελεί, σύμφωνα με το νόμο, αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο. Όμως, στην ουσία συνιστά συγχρόνως επέκταση του ήδη εκδοθέντος και οριστικοποιηθέντος, την 20.12.2010, όμοιας φύσεως και περιεχομένου διατάγματος. Το εν λόγω διάταγμα με ένα μέρος του εμποδίζει την εναγόμενη εταιρεία από του να αποξενώσει ή επιβαρύνει κατά οποιοδήποτε τρόπο μέρος του πακέτου μετοχών, ήτοι 10.285.714 τον αριθμό, που αυτή κατέχει στη δημόσια εταιρεία C.T.O. Public Company Ltd, μέχρι πέρατος της παρούσας αγωγής. Το άλλο μέρος του δεσμεύει ποσό €80.000 το οποίο βρίσκεται καταθειμένο σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης. Με το παρόν διάταγμα η εναγόμενη εμποδίζεται να αποξενώσει ή επιβαρύνει ένα πρόσθετο αριθμό μετοχών, ήτοι 5.714.286, μέρος και αυτές του πακέτου μετοχών που κατέχει στην προαναφερθείσα δημόσια εταιρεία. Η μονομερής αίτηση επί της οποίας το παρόν διάταγμα έχει εκδοθεί βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/1960 και στο άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/
  6. Στους πιο πάνω Νόμους γίνεται αναφορά στην ίδια την αίτηση. Ενώ προκύπτει εύλογα και από την ένορκη δήλωση η οποία την υποστηρίζει ότι είναι οι πρόνοιες των προαναφερθέντων άρθρων που αποτέλεσαν το νομικό υπόβαθρο για την έκδοση του. Κατά συνέπεια στις πρόνοιες αυτές θα βασιστεί και η αναθεώρηση του, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει συμπληρωθεί με την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Το άρθρο 9

(1)του Νόμου 31(Ι)/1992 αναφέρει ότι: «Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ... δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει». Η σημασία και οι συνέπειες ενός διατάγματος επιβάρυνσης καθορίζονται στα άρθρα 3 και 5, αντίστοιχα, του εν λόγω νόμου. Προφανώς, η διατύπωση του υπό εξέταση διατάγματος, όπως εκτίθεται συνοπτικά πιο πάνω, λαμβάνει ειδικά υπόψη τις πρόνοιες στο άρθρο 5
(1)(β) και
(2), ως προς τις συνέπειες του. Είναι δε οι όροι αυτοί που το καθιστούν προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης αφού συνάδει συγχρόνως και με ό,τι προβλέπεται στο άρθρο 9
(1), ανωτέρω. Η άσκηση της εξουσίας για έκδοση και αναθεώρηση του, αφού έχει οριστεί επιστρεπτέο και υπάρχει ένσταση στη συνέχιση του σε ισχύ, λαμβάνει υπόψη τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του προαναφερθέντος άρθρου. Αναφέρει: «Το Δικαστήριο εκδίδει το πιο πάνω διάταγμα μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει βάσιμη αξίωση και ότι με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου». Παρεμπιπτόντως, το άρθρο 4
(2)καθορίζει τα είδη των περιουσιακών στοιχείων τα οποία δυνατό να επιβαρυνθούν, με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου. Σ΄ αυτά περιλαμβάνονται και οι μετοχές αφού σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2
(1)συνιστούν ομόλογα τα οποία με τη σειρά τους αποτελούν περιουσιακό στοιχείο δυνάμει του εδαφίου 2(α)(ii) του άρθρου 4. Όπως αναφέρθηκε ήδη, στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα εμποδίζει την αποξένωση ή την επιβάρυνση μετοχών και μάλιστα δημόσιας εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, οι οποίες αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης εταιρείας. Ο όρος «βάσιμη αξίωση», μια από τις δύο προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος, είναι σύνθετος και εμπεριέχει δυο βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η «αξίωση». Δηλαδή, αναγνωρίσιμη νομικά αιτία για την οποία μπορεί να αποδοθεί νόμιμη θεραπεία. Σε σχέση με το πρώτο αυτό στοιχείο τίθεται από το άρθρο 9
(1)ο περιορισμός ότι η θεραπεία θα πρέπει να αφορά στην απόδοση κάποιου χρέους ή αποζημίωσης. Το δεύτερο στοιχείο αφορά στο ότι αυτή θα πρέπει να είναι «βάσιμη». Δηλαδή, να μπορεί να διαπιστωθεί με βάση την προσκομισθείσα σχετικά μαρτυρία η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αναγνωρισθείσας αιτίας, με την απόδοση της σχετικής θεραπείας. Επομένως, ο όρος «βάσιμη αξίωση» μπορεί να ταυτιστεί με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 9
(1)σαφώς αυτή είναι ίδια με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1). Η μόνη διαφορά είναι ότι η σχετική πρόνοια στο άρθρο 9
(1)είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Αναφέρεται ειδικά στην ανάγκη για διασφάλιση της ικανοποίησης της απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Συγκρίνοντας με την αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), σαφώς, η τελευταία με την αναφορά στην ανάγκη εξασφάλισης της απονομής πλήρους δικαιοσύνης είναι ευρύτερης εφαρμογής, όπως άλλωστε είναι γενικά οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ως σύνολο. Η ανάλυση η οποία γίνεται πιο πάνω σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του Νόμου 31(Ι) 1992 παραπέμπει στις τρεις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, αναφορικά με την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Πιστεύω πως δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους. Πρόσθετα, επισημαίνεται πως και η εξουσία του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 9
(2)είναι επίσης διακριτικής φύσεως∙ αυτό «δύναται» να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που αναφέρεται πιο πάνω. Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 32
(1). Κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας το δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τη μαρτυρία ως σύνολο, μπορεί να αποφασίσει με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας αν θα πρέπει να παραμείνει τελικώς το διάταγμα σε ισχύ ή όχι. Πρόκειται για το βασικό κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)σχετικά με το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο ένα προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα να εκδοθεί ή να συνεχίσει σε ισχύ. Ενώ από τα προλεχθέντα είναι επίσης φανερό ότι το έδαφος εφαρμογής των προαναφερθέντων προνοιών είναι το ίδιο∙ η έκθεση απαιτήσεως και η μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί με τις ένορκες δηλώσεις. Στο στάδιο δε της αναθεώρησης του διατάγματος περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ενιστάμενου μέρους. Αρχίζοντας από την ειδικώς οπισθογραφημένη έκθεση απαιτήσεως είναι σαφές ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος πώλησης μετοχών οι οποίες μεταβιβάστηκαν ήδη στην εναγόμενη εταιρεία ως η αγοράστρια αυτών. Πωλητές ήσαν οι ενάγοντες οι οποίοι με την παρούσα αγωγή απαιτούν την πληρωμή προς αυτούς ποσού €800.
  1. Είναι το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης των μετοχών που αναφέρθηκε προηγουμένως και για το οποίο είχε εκδοθεί κατά τη σύναψη της συμφωνίας μεταχρονολογημένη επιταγή, πληρωτέα στις 3.4.
  2. Γι΄ αυτό, στην έκθεση απαιτήσεως προβάλλεται διαζευτικά και αιτία η οποία αναφέρεται σε μη τιμηθείσα επιταγή. Η προαναφερθείσα συναλλαγή διέπετο από γραπτή συμφωνία την οποία τα μέρη είχαν συνάψει μεταξύ τους στις 3.3.
  3. Όπως δε αυτή προέβλεπε, η πρώτη δόση του τιμήματος, εκ ποσού €700.000, πληρώθηκε από την εναγόμενη την επομένη της υπογραφής της, στις 4.3.
  4. Ολόκληρο το τίμημα είχε συμφωνηθεί στο ποσό των €1.500.
  5. Τα πιο πάνω αναφέρονται με κάποια περισσότερη λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση την οποία ο ενάγων 3 ορκίστηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης. Υποστηριζόμενη, πρόσθετα, και με αναφορά στους όρους της επίδικης συμφωνίας και στην επιταγή, για τα οποία έγγραφα παραπέμπει στην μονομερή αίτηση με την οποία είχε εκδοθεί το προηγούμενο διάταγμα. Βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης αυτής. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση της πιο πάνω εκδοχής από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προβάλλουν ως δικαιολογία για την ανάγκη έκδοσης του νέου αυτού διατάγματος τη μείωση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών οι οποίες έχουν ήδη δεσμευτεί με το προηγούμενο διάταγμα. Η αξία τότε της κάθε μετοχής ήταν €0.
  6. Ενώ η αξία του συνόλου των 10.285.74 μετοχών που είχαν δεσμευθεί ανέρχετο σε €720.
  7. Κατά την έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος η αξία της εν λόγω μετοχής είχε μειωθεί στα €0.
  8. Συνεπώς, για να καλυφθεί το πιο πάνω ποσό χρειάζεται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, να δεσμευθούν ακόμα 5.714.286 μετοχές. Το διάταγμα έχει εκδοθεί γι΄ αυτό τον αριθμό μετοχών και για τον ίδιο σκοπό. Η αξία τους στην πιο πάνω τιμή στις 25.1.2012 έδινε ένα σύνολο, στην περίπτωση πώλησης τους, της τάξης των €720.
  9. Μαζί με το ποσό των €80.000 που είναι κατατεθειμένο στο δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό μόλις που καλύπτεται το ποσό της απαίτησης, αν αυτή επιτύχει. Η μόνη ένσταση η οποία εγείρεται εκ μέρους της εναγόμενης αναφορικά με την πιο πάνω πτυχή είναι ότι η αξία της εν λόγω μετοχής είχε μειωθεί πολύ πιο πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Από ένα έγγραφο του Χρηματιστηρίου το οποίο καταχωρίστηκε σχετικά με το θέμα αυτό προκύπτει ότι η πτωτική πορεία στην αξία της άρχισε από τις 11.4.2011 και κειμένετο μεταξύ €0.06 και €0.
  10. Εκτοτε δεν ανέκαμψε στην προηγούμενη της αξία. Οι ενάγοντες γνώριζαν γι΄ αυτή τη μείωση, όμως, δεν έλαβαν μέτρα πιο πριν. Επομένως, θεωρείται ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα ώστε να μη δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος και ειδικά στη βάση του κατεπείγοντος. Ενώ προβάλλεται πρόσθετα και η θέση ότι οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει από το δικαστήριο το πιο πάνω γεγονός. Καμιά από τις θέσεις ανωτέρω ευσταθεί. Η συγκεκριμένη μετοχή είναι κοινώς παραδεκτό ότι είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο. Επομένως, η τιμή της δεν είναι πάντοτε σταθερή. Διακυμαίνεται με βάση τους παράγοντες οι οποίοι ισχύουν στη συγκεκριμένη αγορά. Αν οι ενάγοντες είχαν αιτηθεί την έκδοση διατάγματος όπως το παρόν πιο νωρίς και ειδικά όταν η αξία της εν λόγω μετοχής ήταν για παράδειγμα στα €0.06 δε θα αποφεύγετο τελικά το ενδεχόμενο να χρειάζετο και μια τρίτη αίτηση, με δεδομένο ότι η αξία της έχει μειωθεί ακόμα πιο πολύ. Όμως, ανεξάρτητα και από αυτό οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν το χρόνο που θα υπέβαλλαν μια αίτηση όπως η παρούσα με κίνδυνο, βέβαια, οι μετοχές να είχαν στο μεταξύ αποξενωθεί. Ενώ η ευκολία με την οποία μπορεί αυτό να συμβεί και το σοβαρό ενδεχόμενο μια δικαστική απόφαση για το αξιούμενο ποσό να παραμείνει τελικώς ανικανοποίητη είναι ακριβώς ότι επιδιώκει να αποτρέψει το παρόν διάταγμα άλλα και ο Νόμος 31(Ι)/1992 δεδομένων των προνοιών του, ανωτέρω. Συναφώς, προς τα πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα 3 ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης ενάντια της εναγομένης, αυτή δε θα είναι σε θέση να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ενώ δεν παραλείπεται αναφορά και στην αρνητική στάση της τελευταίας για διευθέτηση της διαφοράς όταν αυτή ανέκυψε με τη μη πληρωμή της επιταγής, η οποία και πάλιν δεν αμφισβητείται. Με βάση λοιπόν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτουν τα δύο προαναφερθέντα άρθρα, ήτοι το άρθρο 9 του Νόμου 31(Ι)/1992 και το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 καθώς επίσης ότι είναι δίκαιο όπως το υπό εξέταση διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι πέρατος της αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. ΄Οσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων, αιτητών και εναντίον της εναγόμενης, καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................... Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.