Σοφοκλής Κυπριανού Λτδ ν. Αντώνης Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 1783/08, 29/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1783/08 Μεταξύ: Σοφοκλής Κυπριανού Λτδ Ενάγοντες Και Αντώνης Αντωνίου Εναγομένου _________________ 29.01.2013 Αίτηση ημερομηνίας 12.09.12 για τροποποίηση της υπεράσπισης Για τον αιτητή/εναγόμενο: κος Χατζηλοΐζου Για τους καθ΄ων η αίτηση/ενάγοντες: κα Τίκκου. Ενδιάμεση Απόφαση Αντικείμενο της παρούσας είναι η αίτηση του εναγομένου (στη συνέχεια ο αιτητής) με την οποία αιτείται τροποποίηση της υπεράσπισής. Σε αυτή την αίτηση οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι καθ΄ων η αίτηση) έφεραν ένσταση. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.25 κ.1 και Δ.48 κκ. 2 έως
- Περαιτέρω, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Η ένσταση εδράζεται σε νομική βάση ανάλογη με εκείνη της αίτησης και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των καθ΄ων η αίτηση. Με τους λόγους ένστασης οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι. «α) Το αίτημα του Εναγομένου για τροποποίηση της Υπεράσπισης γίνεται πάρα πολύ καθυστερημένα, ήτοι 31/2 χρόνια μετά την καταχώρηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. β) Ο εναγόμενος δεν προβάλλει καμία εξήγηση και/ή καμία ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή στην υποβολή του αιτήματος του για τροποποίηση και/ή εξήγηση την οποία προβάλλει δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος του. γ) Η παρούσα αίτηση τροποποίησης γίνεται κακόπιστα και αποσκοπεί στο να εισάξει στην Υπεράσπιση ισχυρισμούς που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και ουσιαστικά να αλλάξει εκ βάθρων τη γραμμή Υπεράσπισης του Εναγομένου και είναι αόριστη. δ) Η αιτούμενη τροποποίηση προσβάλει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του Ενάγοντα για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης και η διατήρηση της εκκρεμοδικίας παραβλάπτει τα συμφέροντα του. ε) Δεν τηρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης.» Εφόσον με την επίδικη αίτηση ζητούμενο είναι η τροποποίηση της υπεράσπισης, πριν οτιδήποτε άλλο σπεύδω να αναφέρω τις σχετικές νομολογιακές αρχές. Η έκδοση διατάγματος τροποποίησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Η θεμελιακή αρχή με ευκρίνεια αποδίδεται στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρεται ότι. «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα. "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Παρά την ομολογουμένως φιλελεύθερη προσέγγιση, η νομολογία καθιέρωσε παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης και καθορίζουν την τύχη του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ.223, 228 η οποία περιόρισε την άσκηση της γενικής αρχής ως ακολούθως. "Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι οι κυριότεροι παράγοντες, μεταξύ άλλων, που λαμβάνονται υπόψη είναι. (α) η δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος (βλ. SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). (β) η γνησιότητα και το καλόπιστο των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44) (γ) το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης και η δυνατότητα αποζημίωσης του αναίτιου μέρους (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 A.A.Δ. 560), και (δ) κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση εγείρει νέα βάση αγωγής η οποία θα διαφοροποιήσει ριζικά το χαρακτήρα της αγωγής, σε βαθμό τέτοιο, που θα ήταν ευχερέστερο να εκδικαστεί ξεχωριστά (βλ. Περικτίονη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι αμέλεια δικηγόρου να θέσει εξ΄αρχής το θέμα στο σωστό πλαίσιο, και υποβολή αιτήματος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν αποτελούν εμπόδιο έγκρισης του, νοουμένου ότι κρίνεται δίκαιο να διαταχθεί η τροποποίηση (βλ. Χριστοδούλου, πιο πάνω). Δεν παραγνωρίζεται εντούτοις ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, δηλαδή ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο αλλά η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Επανερχόμενος στα δικόγραφα παρατηρώ ότι η αξίωση των καθ΄ων η αίτηση εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο, σύμφωνα με τις αιτιάσεις των τελευταίων, προέκυψε από δοσοληψίες που είχαν οι διάδικοι κατά την περίοδο 01.01.00 και 31.12.
- Περαιτέρω, υποστηρίζουν πως παρότι ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά, την 31.12.05 ο λογαριασμός εδείκνυε το αξιούμενο ποσό. Με την υφιστάμενη υπεράσπιση ο αιτητής παραδέχεται τη νομική υπόσταση και έδρα των καθ΄ων η αίτηση, ότι ασχολούνται με την εμπορία ειδών υγιεινής, και ότι μεταξύ της περιόδου 01.01.00 και 31.12.05 είχαν εμπορικές δοσοληψίες. Εν κατακλείδι, με τις παραγράφους 4, 5 και 6 της υπεράσπισης ο αιτητής αρνείται την αξίωση των καθ΄ων η αίτηση, χωρίς όμως να προβάλλει οιονδήποτε ισχυρισμό. Η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει αντικατάσταση υφιστάμενων παραγράφων, προσθήκη νέων και αναρίθμηση άλλων. Συγκεκριμένα αιτείται. «1.Α. Την τροποποίηση των παραγράφων 2, 3 4 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως ακολούθως:
- Ο Εναγόμενος παραδέχεται τας παραγράφους 2 και 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
- Ο Εναγόμενος εκ της παραγράφου 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως παραδέχεται ότι διατηρούσε λογαριασμό επί πιστώσει με τους Ενάγοντες και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι εξόφλησε τους Ενάγοντες.
- Ο Εναγόμενος εκ της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως αρνείται ότι ο λογαριασμός κατά λη περί την 31.12.2005 εδείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο £6633 ή €11333,15 και περαιτέρω εις υπεράσπιση του ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «Α. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι οι Ενάγοντες του παρέδωσαν όλες τις ισχυριζόμενες ποσότητες εμπορευμάτων. Β. Για οτιδήποτε ποσότητες εμπορευμάτων παρέδωσαν οι Ενάγοντες είτε στον ίδιο, είτε σε αντιπρόσωπο και/ή υπηρέτη αυτού, ο Εναγόμενος τις πλήρωσε στους Ενάγοντες και/'η τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών. Β. Την προσθήκη της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως ακολούθως:
- Ο Εναγόμενος αρνείται την παράγραφο 6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Γ. Οι παράγραφοι 5 και 6 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως να αντικατασταθούν με τους αριθμούς 6 και 7 αντίστοιχα.» Ένας εκ των λόγων ένστασης είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει εκ βάθρων την υπεράσπιση του αιτητή και ότι είναι αόριστη. Περαιτέρω, οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και σκοπεί στο να εισάξει ισχυρισμούς που συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Από την πιο πάνω σύνοψη του περιεχομένου της υφιστάμενης υπεράσπισης και της αιτούμενης τροποποίησης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τελευταία εισάγει νέους ισχυρισμούς. Προηγουμένως η υπεράσπιση συνιστούσε άρνηση της αξίωσης και καλούσε τους καθ΄ων η αίτηση σε απόδειξη, ενώ σήμερα προσθέτει δύο, τουλάχιστον, νέους ισχυρισμούς. Ο πρώτος διατείνεται γενική εξόφληση (βλ. παράγραφο Α.3 της αίτησης), και ο δεύτερος, ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν παρέδωσαν στον αιτητή όλες τις ισχυριζόμενες ποσότητες εμπορευμάτων. Εις επίμετρον, ο αιτητής διατείνεται ότι πλήρωσε όλες τις ποσότητες που του παραδόθηκαν. Η διαπίστωση και μόνο ότι προωθείται νέα βάση υπεράσπισης δεν οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας, 25.04.12, όπου αναφέρθηκε ότι. «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707).» Ως εκ των πιο πάνω, η εισαγωγή και μόνο νέας βάσης υπεράσπισης, δεν είναι καταστροφικό για την αίτηση. Στη δοσμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω λόγο απόκλισης από την πιο πάνω νομολογιακή αρχή. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι αιτιάσεις των καθ΄ων η αίτηση περί κακοπιστίας και υστεροβουλίας δεν υποστηρίχθηκαν από γεγονότα και παρέμειναν μετέωρες. Κατ΄επέκταση ο λόγος (γ) της ένστασης απορρίπτεται. Έχω την άποψη ότι πρόσφορο είναι οι λόγοι ένστασης (α), (β) και (δ) να εξεταστούν σωρευτικά. Ό,τι διατείνονται οι καθ΄ων η αίτηση είναι πως η επίδικη αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και χωρίς οιανδήποτε επεξήγηση αυτής της καθυστέρησης ή του λόγου που οδήγησε στη διαπίστωση της ανάγκης για τροποποίηση. Είναι αναγκαίο να σημειωθεί εδώ ότι από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 04.04.08 και επιδόθηκε στον αιτητή την 27.11.
- Ο τελευταίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 09.12.
- Η υπεράσπιση δια την οποία υποβάλλεται το αίτημα τροποποίησης καταχωρίστηκε την 27.04.
- Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 12.09.
- Η αιτιολόγηση της αναγκαιότητας για τροποποίηση προωθείται μέσω της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν πως τέτοια ένορκη δήλωση, δηλαδή δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος, είναι ανεπίτρεπτη και αντικανονική, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τούτη η θέση προωθείται στη βάση των αναφερομένων στη σελ. 555 του Supreme Court Practice,
- Ιδιαίτερης σημασίας, για ό,τι αφορά αυτή την πτυχή της αίτησης, είναι η παράγραφος 2 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, η οποία αναφέρει ότι. «
- Μετά την καταχώρηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως περιήλθαν στην κατοχή μας έγγραφα και γεγονότα τα οποία πρέπει να περιληφθούν στην Υπεράσπιση.» Απλή και μόνο αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, υπό το πρίσμα βεβαίως των αναφερομένων στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, αποκαλύπτει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, ο χρόνος κατά τον οποίο διεπιστώθη η ανάγκη για τροποποίηση, και ο λόγος που διαπιστώθηκε κατ΄εκείνο το χρόνο, δεν αιτιολογείται. Αοριστία και παντελής έλλειψη λεπτομερειών είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τούτης της ενόρκου δηλώσεως. Το μόνο που αφήνει να νοηθεί είναι ότι σε κάποιο χρόνο μετά την καταχώριση της υπεράσπισης, δηλαδή μετά την 27.04.09, περιήλθαν στην αντίληψη τους έγγραφα και γεγονότα που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι. πότε έλαβαν γνώση τούτων των στοιχείων. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται εδώ ότι ο χρόνος που παρήλθε από την καταχώριση της υπεράσπισης μέχρι την καταχώριση της αίτησης είναι πέραν των τριών ετών. Ο ενόρκως δηλών δεν προσδιορίζει κατά πόσο τούτα τα στοιχεία λήφθηκαν λίγες ημέρες πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο, φερειπείν λίγες ημέρες μετά την 27.04.09 που καταχωρίστηκε η υπεράσπιση. Από την άλλη η αιτούμενη τροποποίηση, και συγκεκριμένα οι νέοι ισχυρισμοί που επιθυμείται να εισαχθούν στην υπεράσπιση, δεν πλαισιώνονται και δεν συναρτώνται με έγγραφα, διαπίστωση που ακυρώνει τον ισχυρισμό του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι, έγγραφα, μεταξύ άλλων, είναι εκείνα που επιβάλλουν την τροποποίηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, πότε, πώς και γιατί τούτα τα έγγραφα και γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της υπεράσπισης μετά την καταχώριση του δικογράφου της. Εν κατακλείδι, ποία είναι τούτα τα έγγραφα και ποία τα γεγονότα δυνάμει των οποίων ο αιτητής διατείνεται ότι δικαιούται σε τροποποίηση 31/2 έτη μετά την καταχώριση της υπεράσπισης του. Εν ολίγοις, το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση δεν πλαισιώνει με λεπτομέρειες την πενιχρή και λιτή επεξήγηση στην οποία στηρίζεται το αίτημα, και δεν δικαιολογεί το χρονικό διάστημα που παρήλθε, αφενός για να λάβει γνώση των εγγράφων και γεγονότων που ούτως ή άλλως δεν αποκαλύπτει, και αφετέρου για την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Όλα τα πιο πάνω απάδουν των νομολογιακών αρχών που επιβάλλουν αιτιολόγηση της καθυστέρησης και των συναφών τούτης λόγων. Το παντελώς αναιτιολόγητο του αιτήματος δεν συμβιβάζεται με το βασικό συνταγματικό δικαίωμα των καθ΄ων η αίτηση για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Αν και η μη επαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης δεν συνιστά ικανοποιητικό λόγο για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005,
(1009), το εντελώς αναιτιολόγητο, αναφορικά με υπεράσπιση που καταχωρίστηκε 31/2 έτη προηγουμένως, δεν επιτρέπει αντιμετώπιση άλλη από απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι αρμόζουσα περίπτωση να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου εξουσία. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο