ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΗΑΙΝΙΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8650/2005, 8651/05, 9/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8651/05 Μεταξύ:
- ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
- ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
- ΑΘΗΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόντων και
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΗΑΙΝΙΤΗ
- ΜΑΡΙΑΣ ΑΘΗΑΙΝΙΤΗ Εναγομένων Και κατόπιν διατάγματος συνένωσης ημερ. 28.9.2006 Αρ. Αγωγής: 8650/2005 Μεταξύ:
- ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
- ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
- ΑΘΗΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόντων και
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΗΑΙΝΙΤΗ
- ΜΑΡΙΑΣ ΑΘΗΑΙΝΙΤΗ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 31.8.2012 για τροποποίηση της ένστασης των εναγόντων και για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Nτ. Καλλής για Καλλή & Καλλή Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Μ. Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Στ. Αμερικάνος για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της ένστασης τους ημερομηνίας 12.6.2012 στην αίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων ημερομηνίας 20.3.2012, με την προσθήκη, μετά την παράγραφο 9 των λόγων ένστασης, τριών επιπλέον λόγων ένστασης με αρίθμηση 10, 11 και 12, το κείμενο των οποίων παρατίθεται στο αιτητικό και περαιτέρω άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία θα δίδονται περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κασάπη, που συνοδεύει την επίδικη ένσταση. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1-6, Δ.39 θ.θ. 1-3 και 16 και Δ.48 θ.θ. 1-4, 7 και 9, καθώς και το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Ανδρέα Κασάπη, ενάγοντα 4 στις επίδικες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, ο οποίος, ως αναφέρει, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση του και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, όσα δε γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του και για όσα αποτελούν νομικά θέματα βασίζεται σε συμβουλή των δικηγόρων του. Με αναφορά στο ιστορικό καταχώρησης της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2012 (στο εξής «η κυρίως αίτηση») και στο αιτητικό της καθώς και στην καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των εναγόντων στις 12.6.2012, η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 13.9.2012, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στον από 25.8.2012 διορισμό των δικηγόρων Καλλή & Καλλή Δ.Ε.Π.Ε. για να ενεργούν ως δικηγόροι τους μαζί με τους προηγούμενους δικηγόρους τους. Με βάση τη συμβουλή των νέων δικηγόρων τους, οι ενάγοντες προέβησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης λόγω του ότι κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της κυρίως αίτησης μετά από τη συγκέντρωση όλων των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση, διαπιστώθηκε ότι ουσιαστικοί λόγοι ένστασης καθώς και ουσιαστικά γεγονότα παραλείπονται από την αρχικά καταχωρηθείσα ένσταση τους. Ειδικότερα, προέκυψε ότι η κυρίως αίτηση δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο με αποτέλεσμα να πρέπει να αποτύχει. Επίσης, εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε στην αρχικά καταχωρηθείσα ένσταση ότι οι εναγόμενοι, με την αποστολή και παράδοση στους ενάγοντες δύο επιταγών εκ ποσού €38.450 έκαστη, δεν έχουν εκπληρώσει πλήρως τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, οι οποίες σημειωτέον ότι δεν καθορίστηκαν από το Δικαστήριο ως προκύπτει από την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 26.10.2011 (Τεκμήριο 1, στο εξής «η επίδικη δικαστική απόφαση»), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει η ειδική εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών εφόσον υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων των εναγόντων ως προς την έφεση με αρ. 443/11 που καταχωρήθηκε εναντίον της επίδικης δικαστικής απόφασης, αποτελεί θέση των εναγόντων ότι σύμφωνα με τον όρο 10 των επίδικων συμφωνιών ημερομηνίας 12.6.1998 (Τεκμήριο 2), οι ενάγοντες δικαιούνται 8% επιτόκιο από την έκδοση της τελικής έγκρισης και/ή της έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας, ενόσω σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για τα δύο οικόπεδα, όπως αναφέρεται στην επίδικη δικαστική απόφαση. Με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 6.3.2012 οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες το ποσό των €38.450 για κάθε οικόπεδο χωρίς να υπολογίσουν τόκους προς 8% από τις 2.12.2005 επί του ποσού αυτού, αμφισβητώντας ότι οφείλουν τόκους με αποτέλεσμα να υπάρχει οικονομική διαφορά μεταξύ των μερών όχι μόνο ως προς τους τόκους αλλά και για διάφορα άλλα έξοδα και τέλη που δημιουργήθηκαν με υπαιτιότητα των εναγομένων και δεν επιλύθηκαν με την επίδικη δικαστική απόφαση καθώς και για επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν στους ενάγοντες από κυβερνητικές και δημοτικές υπηρεσίες. Εν όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει με την έκδοση οδηγιών εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ των μερών, συνεπεία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την κυρίως αίτηση. Τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από τους ενάγοντες κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της κυρίως αίτησης και η συμπερίληψη τους στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αναγκαία ώστε να καθοριστεί με σαφήνεια η πραγματική θέση των εναγόντων και να διαλευκανθούν τα πραγματικά θέματα της κυρίως αίτησης. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι σημαντικές, απολύτως αναγκαίες και σχετικές με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης και θα πρέπει να δοθεί στους ενάγοντες η δυνατότητα να προχωρήσουν με αυτές για τον αποτελεσματικότερο προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς. Αν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη και/ή οποιαδήποτε ζημιά, η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Ωστόσο, αν δεν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εναγόντων αφού θα αποκλειστούν από του να προβάλουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία με αποτέλεσμα να μην τύχουν δίκαιης δίκης. Με την θέση ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται καλόπιστα και για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης καθώς και ότι υπάρχει καλός λόγος για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της υπό κρίση αίτησης των εναγόντων. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που καταχωρήθηκε στις 10.10.2012 και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1-6, Δ.39 θ.θ. 1-3 και 16 και Δ.48 θ.θ. 1-9 καθώς και στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως καθορίστηκαν από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία επί του θέματος η υπό κρίση αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να καθυστερήσει περαιτέρω η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ώστε να καταστεί ατελέσφορη, εφόσον σύμφωνα με το Νόμο οι εναγόμενοι έχουν προθεσμία ενός έτους για την ειδική εκτέλεση της απόφασης με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές σκοπεύουν να συμπληρώσουν τα κενά της ένστασης τους και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και/ή να ανακατασκευάσουν την υπόθεση τους, λειτουργώντας καταχρηστικά και κακόπιστα η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί που επιδιώκουν να εισάξουν οι αιτητές δεν εμφανίστηκαν τώρα αλλά ευρίσκοντο στη γνώση και κατοχή τους προγενέστερα ώστε αν επιτραπεί η επανόρθωση της παράλειψης τους να μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο λάθη και/ή παραλείψεις δικηγόρου δεν πρέπει να ενεργούν προς όφελος των μερών που αυτός εκπροσωπεί και εις βάρος των αντιδίκων υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία είναι η τρίτη αίτηση που καταχωρούν οι ενάγοντες, χωρίς να δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της η επιλογή των εναγόντων να ζητήσουν τις υπηρεσίες και άλλου δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο για την τροποποίηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση εφόσον τα γεγονότα που ισχυρίζονται ήταν γνωστά ή μπορούσαν εύλογα να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας με την υπό κρίση αίτηση παραβλέπονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των εναγομένων που δεν μπορούν να καλυφθούν με επιδίκαση εξόδων οι ενάγοντες ζητούν γενικά και αόριστα την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς να καθορίζουν για ποιους ισχυρισμούς θα δοθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οι αιτητές δεν έχουν δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ελλιπής, δεν αιτιολογεί το αιτητικό της αίτησης και όσα ζητά ο ενόρκως δηλών να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που δεν είναι δυνατόν να προβληθούν με ένορκη δήλωση τα θέματα που εγείρονται έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η αιτούμενη προσθήκη να είναι περιττή και το αίτημα να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η Δ.25 θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, δεν αφορά την τροποποίηση ένστασης η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα διακριβώσει τις μεταξύ των διαδίκων πραγματικές διαφορές αλλά αντίθετα θα προκαλέσει σύγχυση και καθυστέρηση στην εκτέλεση μιας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης η αιτούμενη τροποποίηση και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα συμβάλει στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης καθότι επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων, οι οποίοι θα υποστούν βλάβη που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με χρήμα δεν ακολουθείται η ορθή ή η ενδεδειγμένη διαδικασία με επισύναψη της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, υπό τις περιστάσεις. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Παναγιώτη Αθηαινίτη, εναγόμενου 1, ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 2 να προβεί στην ένορκη του δήλωση και αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης που γνωρίζει προσωπικά, εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά, έχοντας τη συμβουλή των δικηγόρων του για τα νομικά θέματα. Διαφωνεί με την ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, κάνοντας στη συνέχεια αναφορά στο ιστορικό έκδοσης της εφεσιβληθείσας επίδικης δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 26.10.2011 καθώς και στις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν μεταγενέστερα και εκκρεμούν. Υιοθετώντας τους λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών, έχοντας τη συμβουλή των δικηγόρων του, υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται κακόπιστα με μοναδικό σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία εκτέλεσης της επίδικης δικαστικής απόφασης ώστε αυτή να καταστεί ατελέσφορη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου αν οι εναγόμενοι δεν προχωρήσουν στην εκτέλεση του εκδοθέντος διατάγματος για ειδική εκτέλεση της σύμβασης εντός ενός έτους, το δικαίωμα τους παύει και καμιά εγγραφή της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να γίνει στο όνομα τους δυνάμει του διατάγματος. Απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται αφενός ότι η ειδοποίηση διορισμού των νέων δικηγόρων των εναγόντων καταχωρήθηκε στις 26.7.2012 και αφετέρου η κυρίως αίτηση στηρίζεται σε ορθή νομική βάση. Ως προς τους νέους ισχυρισμούς που επιχειρούν να εισάξουν οι ενάγοντες στην ένσταση τους με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα ήταν γνωστοί σε αυτούς από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και μάλιστα είχαν απορριφθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής από το Δικαστήριο, μπορούσαν δε να είχαν περιληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες ζήτησαν τις υπηρεσίες και άλλου δικηγόρου δεν παρέχει λόγο για τροποποίηση και η τυχόν αμέλεια και/ή παράλειψη των εναγόντων να θέσουν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποτελεί καλό λόγο για να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εφόσον άλλωστε το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι δεν υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων οι ενάγοντες οφείλουν να σεβαστούν την απόφαση του Δικαστηρίου και να μην καταχωρούν αλλεπάλληλες αιτήσεις, που οδηγούν σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, με σκοπό να αποστερήσουν τους εναγόμενους από τους καρπούς της επιτυχίας τους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι οικονομικές υποχρεώσεις των εναγομένων έναντι των εναγόντων με βάση την επίδικη δικαστική απόφαση έχουν εκπληρωθεί πλήρως με τις δύο αποσταλείσες επιταγές, εφόσον οι εναγόμενοι δεν οφείλουν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ως επιτόκιο προς τους ενάγοντες ούτε και οποιαδήποτε έξοδα και τέλη, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενόρκως δηλών των εναγόντων αποφεύγει να αναφερθεί σε συγκεκριμένα τέλη και έξοδα που δημιουργήθηκαν εξ υπαιτιότητας των εναγομένων. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται στην επίδικη δικαστική απόφαση ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες την καταβολή επιτοκίου 8% ενώ οι οικονομικές υποχρεώσεις των εναγομένων καθορίστηκαν στο ποσό των €38.450 για κάθε οικόπεδο, δεδομένου και του ότι η θέση των εναγόντων στις παρούσες αγωγές ήταν ότι ακύρωσαν τα πωλητήρια έγγραφα με επιστολή τους προς τους εναγόμενους. Η αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων μετά την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήρια Α, Β και Γ. Απορρίπτοντας όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών με την εισήγηση, επίσης, ότι με την αίτηση τους οι ενάγοντες επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου νομικούς ισχυρισμούς και άσχετα θέματα που θα επηρεάσουν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των εναγομένων, ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, στις 20.3.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων αίτηση, η κυρίως αίτηση, με την οποία ζητούν οδηγίες του Δικαστηρίου ώστε η αναφορά στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.2011, δηλαδή στην επίδικη δικαστική απόφαση, επί των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών, ως προς τον όρο ότι οι εναγόμενοι θα εκπληρώσουν όλες τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες-πωλητές και για τα δύο οικόπεδα με βάση τις επίδικες συμφωνίες, να θεωρηθεί ότι εκπληρώθηκε πλήρως για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με την αποστολή και παράδοση στους ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, στις 6.3.2012 δύο επιταγών εκ ποσού €38.450 έκαστη. Η κυρίως αίτηση ορίστηκε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28.3.2012 και εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενόψει καταχώρησης της ένστασης των εναγόντων στις 12.6.2012, της οποίας ζητείται η τροποποίηση με την υπό κρίση αίτηση. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι στις 19.6.2012 εκδόθηκε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 1.2.2012 για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης δικαστικής απόφασης. Στην υπό κρίση αίτηση, πρωταρχικά θα πρέπει να εξεταστεί η θέση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει την αιτούμενη τροποποίηση της ένστασης με την προσθήκη τριών νέων λόγων ένστασης, εφόσον η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται και αφορά την τροποποίηση της οπισθογράφησης ή των εγγράφων προτάσεων και όχι ένστασης ή αίτησης. Αποτελεί, αντίθετα, εισήγηση των συνηγόρων των αιτητών-εναγόντων ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση της ένστασης δυνάμει της Δ.25 θ.5, η οποία περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.5, το Δικαστήριο μπορεί καθ' οιονδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή όπως κρίνει δίκαιο, να τροποποιήσει οποιαδήποτε έλλειψη ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται για το σκοπό αποπεράτωσης του πραγματικού ζητήματος ή στοιχείου που εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία. Όπως ορθά εισηγούνται οι συνήγοροι των αιτητών, η Δ.25 θ.5, η οποία περιλαμβάνεται στις πρόνοιες που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης, είναι αντίστοιχη της Δ.28 θ.12 των Αγγλικών Θεσμών. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, στη σελίδα 637, όπου αναλύεται ο Αγγλικός Θεσμός Δ.28 θ.12, αναφέρεται ότι με βάση το Θεσμό αυτό τροποποιήσεις μπορούν να γίνουν σε νομικά έγγραφα οποιουδήποτε είδους και αναφέρονται περαιτέρω σχετικά παραδείγματα. Σκοπός τέτοιων τροποποιήσεων είναι ο καθορισμός της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια δεδομένου ότι η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που κατεχώρησαν οι αιτητές-ενάγοντες στις 12.6.2012 αποτελεί αναμφίβολα νομικό έγγραφο, είναι δυνατόν κατά την αντίληψη μου να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της δυνάμει της Δ.25 θ.5, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για το σκοπό αυτό, κατ' αναλογίαν των αρχών που διέπουν το επιτρεπτό τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω όπως τα επικαλούνται οι αιτητές, η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης διαφάνηκε στο στάδιο προετοιμασίας της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Στη διαπίστωση της έλλειψης ουσιαστικών λόγων ένστασης συνέτεινε ο διορισμός των νέων δικηγόρων των αιτητών, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο διορισμός των νέων δικηγόρων έγινε, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, στις 26.7.2012 και όχι στις 25.8.2012, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών των αιτητών. Μετά τη διαπίστωση των προαναφερθεισών παραλείψεων κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη λόγων ένστασης και η διαμόρφωση των ισχυρισμών των εναγόντων στην ορθή τους διάσταση προς παρουσίαση της θέσης τους στην ολότητα της κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Έχει ήδη επισημανθεί ότι είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών λόγων ένστασης δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγόντων. Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές κακόπιστα κατεχώρησαν την παρούσα αίτηση ώστε να καταστεί ατελέσφορη η επίδικη δικαστική απόφαση δεν με βρίσκει σύμφωνη δεδομένου ότι οι αιτητές συγκατατέθηκαν, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, στην ανανέωση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης των επίδικων εγγράφων συμφωνιών. Ούτε και θεωρώ ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεδομένου ότι η ένσταση των αιτητών είχε καταχωρηθεί στις 12.6.2012 και ο διορισμός των νέων δικηγόρων τους έγινε στις 26.7.2012, εν καιρώ δικαστικών διακοπών. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.8.2012, πριν από την ακρόαση της κυρίως αίτησης, που είχε οριστεί προγενέστερα από το Δικαστήριο για τις 13.9.
- Σύμφωνα με τη νομολογία, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους ενάγοντες καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης και της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ως προς το θέμα αυτό. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακρόασης της κυρίως αίτησης οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό στοιχείων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδεις και σχετικοί με τα επίδικα θέματα ισχυρισμοί ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι ενάγοντες του δικαιώματος να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους προτεινόμενους νέους λόγους ένστασης οι ενάγοντες προβάλλουν ουσιώδη θέματα, τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν ουσιώδεις ισχυρισμοί των εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικά καταχωρηθείσας ένστασης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Δεν μπορεί άλλωστε να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις και η οποιαδήποτε βλάβη τους μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Όπως διαπιστώνεται από το φάκελο της υπόθεσης, στις 16.11.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ανανέωσης του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης των επίδικων εγγράφων συμφωνιών, το οποίο είχε εκδοθεί στα πλαίσια έκδοσης της επίδικης δικαστικής απόφασης, για περίοδο ενός έτους από τις 16.11.
- Κατά συνέπεια η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον θα καταστεί ατελέσφορη η εκτέλεση της επίδικης δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ως προς το αίτημα των εναγόντων να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επισημαίνεται ότι στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνεται η Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αυτή η Διαταγή έχει τροποποιηθεί και εφαρμόζεται από τις 23.12.
- Δυνάμει του εδαφίου
(2)της Δ.48 θ.4 ο ενδιαφερόμενος μπορεί με προφορικό αίτημα ή και με γραπτή αίτηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για να του παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά την τροποποίηση αυτή, στις αιτήσεις που καταχωρούνται βάσει της Δ.48 δεν απαιτείται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη γεγονότων που αμφισβητούνται (βλ. την παλαιά υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Σύμφωνα με το ίδιο εδάφιο της Δ.48 θ.4 η ακρόαση τέτοιας αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Δ.39 και από το ίδιο εδάφιο πηγάζει και η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει για καλό λόγο μετά από σχετικό αίτημα, την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα υπόθεση, η κυρίως αίτηση είναι μια ενδιάμεση αίτηση που βασίζεται δικονομικά στη Δ.48 και αυτό προκύπτει και από τη νομική βάση τόσο της ίδιας της αίτησης όσο και της ένστασης σ' αυτή. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Ο καλός λόγος που προβάλλουν οι αιτητές σχετίζεται ουσιαστικά με την αναγκαιότητα προσθήκης νέων λόγων ένστασης και στην ως εκ τούτου ανάγκη υποστήριξης των λόγων αυτών με την παράθεση ουσιαστικών γεγονότων προς απόδειξη των θέσεων τους, χωρίς να θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να είχε επισυναφθεί στην αίτηση η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια δεδομένης της έγκρισης τροποποίησης της ένστασης των αιτητών, όπως αποφασίστηκε πιο πάνω, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των αιτητών και να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποστηρικτικής των νέων λόγων ένστασης. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση με την προσθήκη των λόγων ένστασης 10, 11 και 12 ως το αιτητικό 1 της αίτησης, ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Παραχωρείται, επίσης, άδεια στους αιτητές για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποστηρικτικής των νέων λόγων ένστασης. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη ειδοποίηση ένστασης των αιτητών-εναγόντων καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους τους καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και θα καταβληθούν στο τέλος της κυρίως αίτησης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο