← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού, Αρ. Αγωγής: 2171/05, 15/1/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού, Αρ. Αγωγής: 2171/05, 15/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2171/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Παναγιώτη Ζερβού
  2. Θεοδώρας Π. Ζερβού Εναγομένων ------------- Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Για τους εναγομένους: κ. Αντ. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους το ποσό των £20.540,21 πλέον τόκο προς 11,75% από 3.2.2005 επί του ποσού των £20.314,77 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99 καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση του ενυποθήκου κτήματος, που περιγράφεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Περαιτέρω, αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθεισών μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς (warrants) όπως περιγράφονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους (δ), (ε) και (στ) της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 6.11.2007, οι ενάγοντες ως τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών και ενώ μέχρι τις 11.7.2004 λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ, από τις 12.7.2004 έχουν μετονομαστεί ως αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής, ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι παραδέχονται. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης, δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 19.4.1999 σε γραπτή αίτηση του εναγομένου 1 που έγινε στη Λευκωσία στις 6.4.1999, με την οποία την ίδια ημέρα έγινε αποδεκτή από τον ίδιο έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 9.2.1999, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες εγκρίνουν την παραχώρηση στον εναγόμενο 1 δανείου για ποσό £23.000, υπό τους όρους που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες, ο ίδιος και η εναγομένη 2 υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων το κτήμα που περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης δυνάμει των υποθηκών ΑΥ.1672/87 και ΑΥ.1027/
  3. Το παραχωρηθέν δάνειο εξασφαλίστηκε επιπρόσθετα με την ενεχυρίαση προς τους ενάγοντες από τον εναγόμενο 1 των μετοχών, που περιγράφονται στις υποπαραγράφους (α)-(η) της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης με όρους που αναγράφονται στην εν λόγω παράγραφο
  4. Οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 το προαναφερθέν δάνειο, το οποίο κατά παράβαση της πιο πάνω αναφερθείσας συμφωνίας δεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 24.5.2004 κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να εξοφλήσει το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου του, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους του και περαιτέρω με επιστολή τους ημερομηνίας 31.12.2004 ειδοποίησαν τον εναγόμενο 1 ότι θα προχωρήσουν στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.2.2005 οι ενάγοντες κάλεσαν την εναγομένη 2 να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό δυνάμει των υποθηκών αλλά αυτή αμέλησε και/ή παρέλειψε να το πράξει. Με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση τους, που καταχωρήθηκε στις 20.11.2007, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται τα ακόλουθα. Το επίδικο δάνειο ήταν επενδυτικό δάνειο με αποκλειστική χρήση την αγορά μετοχών και την πλήρη εξασφάλιση του με τις ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων μετοχές, που συνήφθη εκ μέρους των εναγόντων χωρίς εξουσία και χωρίς νόμιμο δικαίωμα. Αποτελεί ισχυρισμό του εναγομένου 1 ότι στις 31.12.1999 οι ενάγοντες θα ρευστοποιούσαν όλες τις ενεχυριασμένες μετοχές της Τράπεζας Κύπρου προς πλήρη εξόφληση του δανείου σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων και είχαν αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης των μετοχών αλλά και υποχρέωση πώλησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Προβάλλονται, επίσης, διαζευκτικές θέσεις περί αμέλειας και/ή αδιαφορίας και/ή παράλειψης και/ή άρνησης των εναγόντων να τηρήσουν τις οδηγίες του εναγομένου 1 σύμφωνα με τους όρους του επίδικου δανείου καθώς και περί ετεροβαρούς συμφωνίας σε βάρος του εναγομένου 1 που την καθιστούν άκυρη ή ακυρώσιμη. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του εναγομένου 1 ότι ουδέποτε υπέγραψε έγκυρη σύμβαση επενδυτικού λογαριασμού δανείου, που εν πάση περιπτώσει είναι άκυρη αλλά και αν κριθεί ότι είναι έγκυρη το δάνειο ήταν πλήρως εξασφαλισμένο, με τη συμπεριφορά τους δε οι ενάγοντες και ειδικότερα με τις τροποποιήσεις επί της ισχυριζόμενης συμφωνίας δανείου που έγιναν μονομερώς από αυτούς κατήργησαν τη συμφωνία αυτή. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου εξουσιοδότησε τους ενάγοντες και/ή τη θυγατρική τους εταιρεία CISCO Ltd να διαχειρίζονται τις ενεχυριασμένες μετοχές με όρους που αναγράφονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του και οι ενάγοντες παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πωλήσουν 6.600 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ στις 31.12.1999 ως είχαν υποχρέωση προς εξόφληση του επίδικου δανείου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες παραγνωρίζοντας τις ρητές οδηγίες του εναγομένου 1 προς αυτούς περί τις αρχές Ιανουαρίου 2000 για ρευστοποίηση των 6.600 μετοχών προκάλεσαν σε αυτόν ζημιά ύψους £70.
  5. Παρέλειψαν ακόμη οι ενάγοντες να αφαιρέσουν από το επίδικο δάνειο ποσό £8.891 που κατέθεσε ο εναγόμενος 1 πλέον ποσό £4.027,49 που αφορούσε προϊόν από παράνομη εξαργύρωση εκ μέρους των εναγόντων της ασφάλειας ζωής του εναγομένου 1 με τη Eurolife. Ο εναγόμενος 1 απέστειλε σχετική επιστολή στους ενάγοντες στις 8.7.2003 και στη συνέχεια μέσω των δικηγόρων του την επιστολή ημερομηνίας 5.4.
  6. Απορρίπτει, επίσης, ο εναγόμενος 1 τη θέση των εναγόντων περί υποθήκευσης προς όφελος τους οποιουδήποτε ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης του επίδικου επενδυτικού δανείου. Παραθέτοντας στη συνέχεια λεπτομέρειες παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων από τη συμφωνία παρακαταθήκης/ενεχύρου καθώς και λεπτομέρειες απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων αλλά και λεπτομέρειες αμέλειας των εναγόντων ως προς τη διατήρηση του επίδικου λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία πλήρους εξασφάλισης του δανείου, ο εναγόμενος 1 απαιτεί από τους ενάγοντες αποζημιώσεις συνεπεία της ζημιάς που έχει υποστεί από τη συμπεριφορά και τις ενέργειες των εναγόντων. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τη θέση των εναγόντων ότι τους οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και απαιτούν ανταπαιτητικά από τους ενάγοντες αποφάσεις του Δικαστηρίου για ακύρωση της οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και κήρυξης της ως άκυρης και/ή για διαγραφή του ισχυριζόμενου εκ μέρους των εναγόντων χρέους των εναγομένων, αναγνωριστική απόφαση ότι η εναγομένη 2 ουδέποτε υπήρξε εγγυητής του εναγομένου 1 με τις προαναφερθείσες υποθήκες, ενόσω ο εναγόμενος 1 απαιτεί από τους ενάγοντες αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εκ μέρους των εναγόντων και τα ποσά των £70.000 και £12.018,49 ως πιο πάνω αναφέρθηκαν, πλέον τόκους και έξοδα. Με την τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση των εναγομένων, που καταχωρήθηκε στις 13.12.2007, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους και αρνούνται τους αντίθετους μ' αυτούς ισχυρισμούς των εναγομένων, απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση τους, προβάλλοντας ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι η επίδικη συμφωνία δεν αφορά επενδυτικό δάνειο ενόσω για τέτοιο δάνειο εκκρεμεί άλλη αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και
  7. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Ανδρέα Βανέζη (ΜΕ). Οι εναγόμενοι προσέφεραν τη μαρτυρία του εναγομένου 1 (ΜΥ). Αποτέλεσαν επίσης παραδεκτά γεγονότα ότι η μετοχή της Τράπεζας Κύπρου στις 31.12.1999 είχε αξία £10,90 και στις 9.2.1999 είχε αξία £5 καθώς και ότι δόθηκαν εκ μέρους του εναγομένου 1 προς ενεχυρίαση στους ενάγοντες 7.628 μετοχές. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, υπαλλήλου των εναγόντων, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγομένων, του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του εν λόγω λογαριασμού, τα έγγραφα του οποίου έχει στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. Οι ενάγοντες, όπως έχουν μετονομαστεί (βλ. Τεκμήριο 1), κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγομένου 1 ημερομηνίας 6.4.1999, στις 19.4.1999, ως φαίνεται στην επιστολή τους ημερομηνίας 20.4.1999 (Τεκμήριο 2) αποδέχθηκαν και συμφώνησαν δυνάμει και της έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 9.2.1999 (Τεκμήριο 3), όπως εγκρίνουν στον εναγόμενο 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των £23.000, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που φαίνονται επί των Τεκμηρίων 2 και
  8. Συγκεκριμένα, η αποπληρωμή του δανείου θα πραγματοποιείτο στις 31.12.1999 και στο μεταξύ θα καταβάλλοντο μηνιαίως οι δεδουλευμένοι τόκοι εκ του ποσού των £
  9. Ως επιτόκιο συμφωνήθηκε το ποσοστό 8% ετησίως επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων, θα έχουν δε οι ενάγοντες το δικαίωμα χωρίς προειδοποίηση προς τους εναγομένους να τερματίζουν οποιοδήποτε λογαριασμό και/ή να καταστήσουν απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις και να ζητήσουν αμέσως από τους εναγομένους την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών, χρεώνοντας τους εναγομένους με ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο επιτρεπόμενο από το Νόμο ποσοστό επιτοκίου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση προς τους ενάγοντες των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη 2 υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων το κτήμα που περιγράφεται στα έγγραφα υποθηκών με αρ. ΑΥ 1672/87 και ΑΥ 1027/99 (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα). Το παραχωρηθέν δάνειο και/ή οι τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφαλίστηκαν περαιτέρω με την ενεχυρίαση από τον εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες 7.628 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών ημερομηνίας 9.2.1999 (Τεκμήριο 6), που αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση υπέρ των εναγόντων με ρητό όρο ότι οποιαδήποτε μερίσματα πληρωτέα σε σχέση με τις ενεχυριασθείσες μετοχές καθώς και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα ή δικαιώματα που απορρέουν από αυτές θα θεωρούντο δεσμευμένα για εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες. Επιπρόσθετα με την εν λόγω συμφωνία ενεχυρίασης οι ενάγοντες είχαν απόλυτο δικαίωμα σε περίπτωση μη πληρωμής οποιουδήποτε οφειλομένου ποσού που εξασφαλίζετο με αυτήν, να πωλούν αμέσως τις ενεχυριασθείσες μετοχές και το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιείτο έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων του εναγομένου
  10. Δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 9.2.1999 οι ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του εναγομένου 1 λογαριασμό, ο οποίος μετά την παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου 1 των όρων της εν λόγω συμφωνίας, δείκνυε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους £20.540,21 με τόκο προς 11,75% από 3.2.2005 επί ποσού £20.314,77 μέχρις εξοφλήσεως. Κατόπιν αναφοράς στην τήρηση τραπεζικών βιβλίων σε ηλεκτρονική μορφή εκ μέρους των εναγόντων, ο ΜΕ καταχώρησε ως Τεκμήριο 7 τις καταστάσεις λογαριασμού που εκτυπώθηκαν κατόπιν εντολών του αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό του εναγομένου 1, τις οποίες οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς προς τους εναγομένους. Κατέθεσε ακόμη ως Τεκμήριο 8 ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού για την χρονική περίοδο μεταξύ 10.5.2009 και 8.2.2012, στην οποία εμφαίνονται οι συνολικές καταθέσεις του εναγομένου 1 στο λογαριασμό αυτό που λογίζοντο έναντι του οφειλόμενου ποσού και ανέρχονται στο ποσό των £12.918,
  11. Με επιστολή τους ημερομηνίας 24.5.2004 οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να εξοφλήσει το τότε υπόλοιπο ύψους £19.115,85 πλέον τόκους (Τεκμήριο 9), χωρίς όμως ανταπόκριση και με επιστολή τους ημερομηνίας 3.2.2005 κάλεσαν την εναγομένη 2, ως ενυπόθηκο οφειλέτη, να εξοφλήσει το οφειλόμενο δυνάμει των υποθηκών ποσό (Τεκμήριο 10), χωρίς επίσης ανταπόκριση. Οι εν λόγω επιστολές δεν επεστράφησαν στους ενάγοντες, έχοντας αποσταλεί στη διεύθυνση που είχε δοθεί από τον εναγόμενο 1, σύζυγο της εναγομένης
  12. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ, το συγκεκριμένο δάνειο δεν χορηγήθηκε για αγορά μετοχών αλλά, όπως αναφέρεται και στο Τεκμήριο 2, για να καλυφθεί η υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγομένου 1 (βλ. Τεκμήριο 11), που προέκυψε συνεπεία πληρωμής εγγυητικής επιστολής με ημερομηνία λήξης 31.3.1999 για το ποσό των £57.117,71 (Τεκμήριο 12), το οποίο πληρώθηκε στον Π. Σωτηρίου με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγομένου
  13. Ως Τεκμήριο 13, ο ΜΕ κατέθεσε ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού για τον επίδικο λογαριασμό για την χρονική περίοδο μεταξύ 10.5.1999 και 3.2.2005, όπου εμφαίνεται το ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες από τους εναγομένους, μειωμένο σε σχέση με το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης και που ανέρχεται στο ποσό των £19.854,06 με τόκο προς 8% από 3.2.2005 επί ποσού £19.705,18 μέχρις εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγομένου 1- (ΜΥ), η εναγομένη 2 - σύζυγος του δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή εμπλοκή με την παρούσα υπόθεση εφόσον δεν τον εγγυήθηκε για το συγκεκριμένο δάνειο ούτε η υποθήκη που επικαλούνται οι ενάγοντες κάλυπτε αυτό και δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία ή έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από τους ενάγοντες σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 2, η συμφωνία του ιδίου με τους ενάγοντες ήταν σαφής και αφορούσε δάνειο ύψους £23.000 που θα εξοφλείτο στις 31.12.1999 κατόπιν ρευστοποίησης από τους ενάγοντες των ενεχυριασμένων μετοχών του ιδίου προς πλήρη εξόφληση του δανείου. Οι ενάγοντες παρά τη συμβατική τους υποχρέωση, δεν πώλησαν τις ενεχυριασμένες μετοχές του. Εν όψει ρητού όρου της συγκεκριμένης συμφωνίας του με τους ενάγοντες δεν τίθεται θέμα δικαιώματος ή υποχρέωσης πώλησης των μετοχών, η αξία των οποίων κατά τις 31.12.1999 υπερκάλυπτε τόσο το επίδικο δάνειο όσο και τις λοιπές υποχρεώσεις του, εφόσον η τιμή της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν £10,95 και η συνολική αξία των 6.600 μετοχών του ήταν σχεδόν £72.
  14. Στις αρχές Ιανουαρίου του 2000, μόλις ο εναγόμενος 1 διεπίστωσε ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα, επισκέφθηκε τον Ανδρέα Πασχάλη, υπεύθυνο των εχεγγύων, ο οποίος χειρίζετο το δάνειο του και του δήλωσε ρητά ότι έπρεπε να πωλήσει άμεσα τις μετοχές. Ωστόσο, αυτός όχι μόνο δεν πώλησε τις μετοχές αλλά με παραπλανητικές δηλώσεις και υποσχέσεις του ανέφερε ότι η αξία των μετοχών θα διπλασιάζετο, αποκρύπτοντας του και τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν τη χορήγηση διευκολύνσεων για αγορά μετοχών. Με αναφορά στην έγκριση και τους όρους του επίδικου δανείου, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, προς εξασφάλιση του οποίου ενεχυριάστηκαν 3.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στις 14.5.1999, που αργότερα έγιναν 7.628 και θα ρευστοποιούντο στις 31.12.1999 σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, υποστηρίζοντας ότι το δάνειο χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού του μετά τη χρέωση της εγγυητικής επιστολής για ποσό £57.117,71 στις 26.3.1999 (βλ. Τεκμήριο 12), ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι μεγάλο ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού χρησιμοποιήθηκε για αγορά μετοχών. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 16 καταστάσεις κερδών του χαρτοφυλακίου στο Χ.Α.Κ., ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο κατάστασης του τρεχούμενου λογαριασμού του για την χρονική περίοδο μεταξύ 15.12.1999 και 16.1.2000, ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο απόφασης των εναγόντων ημερομηνίας 27.4.2000 αναφορικά με επανέγκριση του υφιστάμενου ορίου και προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού του, ως Τεκμήρια 19(α) και 19(β) αντίγραφα επιστολών του ημερομηνίας 16.7.2002 και 10.7.2003 αντίστοιχα προς τους ενάγοντες, ως Τεκμήριο 20 αντίγραφο επιστολής του δικηγόρου του ημερομηνίας 19.2.2004 προς τους ενάγοντες και ως Τεκμήριο 21 αντίγραφα πέντε εγκυκλίων επιστολών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 17 στις 30.12.1999 το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού του, που είχε όριο £30.000, ήταν πιστωτικό με ποσό £17.
  15. Συνεπώς τότε υπήρχε δυνατότητα εξόφλησης του δανείου και υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του ιδίου ενόσω επιπλέον υπήρχαν και οι ενεχυριασμένες μετοχές του που υπερκάλυπταν όλες τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες. Στις αρχές του 2000, ο κ. Πασχάλης του ενέκρινε επιπρόσθετο όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό του, όπως αυτό επιβεβαιώνεται με το Τεκμήριο
  16. Τόσο το δάνειο όσο και το προσωρινό επιπρόσθετο όριο δεν εξοφλήθηκαν στις 30.10.
  17. Στις 30.12.1999 η Βουλή ψήφισε νομοθεσία που ρύθμιζε τη φορολογία των κερδών του Χ.Α.Κ., με βάση την οποία ο ίδιος αποφάσισε μαζί με τους δύο υιούς του να ρευστοποιήσουν το χαρτοφυλάκιο τους με κέρδη πέραν των 3 εκατομμυρίων λιρών όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  18. Θεωρώντας ότι οι ενάγοντες σκόπιμα του απέκρυψαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας επειδή ήθελαν να κρατήσουν την τιμή της μετοχής τους ψηλά και να εισάξουν τη μετοχή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ο εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι με τις παραπλανητικές τους ενέργειες και με την εγκληματική και σκόπιμη αμέλεια τους οι ενάγοντες κατέστρεψαν το χαρτοφυλάκιο του και ανταπαιτεί από αυτούς τις ζημιές που έχει υποστεί, ως η ανταπαίτηση του. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόντων και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του ΜΕ και για την ορθότητα όσων αυτός ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να είναι πλήρως αποδεκτή. Ο ΜΕ ήταν σαφής και σταθερός στη μαρτυρία του, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, χωρίς άλλωστε να έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους των εναγομένων τα έγγραφα που αυτός κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην μεταβάλλεται η αντίληψη του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο ΜΕ δεν είχε άμεση εμπλοκή κατά την ετοιμασία όλων των εγγράφων, ως υπέδειξε ο κ. Παπαντωνίου. Από τη μαρτυρία του ΜΕ προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2, που δεν αποτελεί συμφωνία αλλά επιστολή έγκρισης της συγκεκριμένης και επίδικης χρηματοδότησης, δεν δημιουργεί από μόνο του νομικές υποχρεώσεις τόσο των εναγόντων όσο και του εναγομένου 1 αλλά σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 3, που προϋπήρχε και αποτελεί τη γενική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 αναφορικά με τη χορήγηση στον τελευταίο οποιωνδήποτε πιστωτικών διευκολύνσεων, είτε που είχαν γίνει μέχρι τις 9.2.1999 είτε που θα εγίνοντο μεταγενέστερα και διέπει τη λειτουργία τους. Περαιτέρω το δανεισθέν ποσό €23.000 και το επιτόκιο 8% επ' αυτού καθορίστηκε από το Τεκμήριο 2, όπου και ρητά προνοείται, στην παράγραφο (Β) της πρώτης σελίδας, ότι εξασφαλίσεις του δανείου αποτελούν οι υφιστάμενες εγγυήσεις εξασφαλίσεις. Συνεπώς οι συμβάσεις υποθήκευσης ακινήτων με αρ.Υ1672/87 ημερομηνίας 6.3.1987 και με αρ.Υ1027/99 ημερομηνίας 9.2.1999 (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα) που σαφώς είχαν γίνει προγενέστερα εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 προς όφελος των εναγόντων, ορθά λήφθηκαν υπόψη από τους ενάγοντες ως εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης και των δύο εν λόγω συμβάσεων, κάθε μια από τις εν λόγω υποθήκες αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των εναγομένων 1 και 2 για κάθε υποχρέωση τους προς τους ενάγοντες είτε είναι παρούσα είτε μέλλουσα. Κατ' επέκταση ακόμη και αν η εναγομένη 2 δεν ενημερώθηκε για τη σύναψη του επίδικου δανείου, όπως πιθανολόγησε ο ΜΕ, αυτή δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη της έναντι των εναγόντων με βάση τις προαναφερθείσες συμβάσεις υποθήκευσης. Όσον αφορά την ενεχυρίαση μετοχών προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 9.2.1999 συνάγεται ότι, όπως ορθά ανέφερε ο ΜΕ, ενεχυριάστηκαν 7.628 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ως επίσης εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Η θέση του ΜΕ ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές βρίσκει έρεισμα στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 6, όπου ρητώς προνοείται ότι οι ενάγοντες θα έχουν το απόλυτο δικαίωμα να προβούν σε πώληση των εν λόγω μετοχών. Όπως δε είναι διατυπωμένη η παράγραφος (β) της επιφύλαξης στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα των εναγόντων για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών μετατρέπεται σε υποχρέωση. Όσον αφορά τους τόκους που χρεώθηκαν εκ μέρους των εναγόντων για το επίδικο δάνειο είναι αποδεκτή η θέση του ΜΕ ότι ορθή χρέωση αποτελεί το επιτόκιο 8% ετησίως τόσο βάσει του Τεκμηρίου 2 όσο και βάσει του Τεκμηρίου
  1. Κατά συνέπεια οι υπολογισμοί του ΜΕ που έγιναν επί του Τεκμηρίου 8 με επιτόκιο 8%, που αποτελεί την ανακατασκευασμένη κατάσταση, όπως και το Τεκμήριο 13, οδηγούν στη μείωση του αξιούμενου ποσού εκ μέρους των εναγόντων, το οποίο είναι καταφανώς μικρότερο από αυτό που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  2. Η θέση άλλωστε του ΜΕ ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε με σκοπό την κάλυψη της υπέρβασης που δημιουργήθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό λόγω πληρωμής εγγυητικής επιστολής επιβεβαιώνεται τόσο από το Τεκμήριο 2 όσο και από τα Τεκμήρια 11 και 12, με τη θέση δε αυτή συμφωνεί και ο εναγόμενος
  3. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του εναγομένου 1- ΜΥ, προκύπτει ότι δεν αμφισβητούνται από τους εναγομένους η ύπαρξη τόσο της επίδικης συμφωνίας δανείου όσο και των συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτων αλλά και η ενεχυρίαση των μετοχών, που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Αξιολογώντας ωστόσο το σύνολο της μαρτυρίας του εναγομένου 1 είναι η αντίληψη μου ότι ο εναγόμενος 1 προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποποιηθεί της ευθύνης του ιδίου και της συζύγου του - εναγομένης 2 και της οφειλής τους προς τους ενάγοντες αναφορικά με το επίδικο δάνειο, χωρίς να μου διαφεύγει η σύγχυση που δημιουργείται από το περιεχόμενο των καταχωρηθέντων από αυτόν Τεκμηρίων 19(α), 19(β) και 20 ως προς τον αναμφισβήτητο σκοπό παραχώρησης του επίδικου δανείου. Η αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου 1 ως προς την απαίτηση των εναγόντων προέρχεται ουσιαστικά από την ερμηνεία που αυτός δίδει στις πρόνοιες του Τεκμηρίου 2 σε συνάρτηση με τις ενέργειες του ιδίου, τις οποίες αποδίδει σε υποσχέσεις και δηλώσεις αρμοδίου λειτουργού των εναγόντων και που έγιναν στις αρχές Ιανουαρίου του
  4. Όμως η θέση του εναγομένου 1 ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη συμφωνία με αυτόν που τους υποχρέωνε να ρευστοποιήσουν στις 31.12.1999 τις ενεχυριασθείσες μετοχές για εξόφληση του επίδικου δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ορθή. Όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 18 που ο εναγόμενος 1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και που αφορά το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού του, στις 27.4.2000 συμφώνησε με τους ενάγοντες όπως παραταθεί η εξόφληση του επίδικου δανείου μέχρι τις 31.10.
  5. Συνεπώς ήταν δική του ουσιαστικά η απόφαση να μην ρευστοποιηθούν οι ενεχυριασθείσες μετοχές στις 31.12.1999, ως ήταν ο σχετικός όρος παραχώρησης του επίδικου δανείου καθώς και επιλογή του να μην εξοφλήσει εγκαίρως το επίδικο δάνειο παρά την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου στον τρεχούμενο λογαριασμό του ως ισχυρίστηκε (βλ. Τεκμήρια 15 και 17). Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τις προτροπές του κ. Πασχάλη που τον οδήγησαν στο να λάβει αυτή την απόφαση δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε ήταν τραπεζικός υπάλληλος για 30 χρόνια, διευθυντής υποκαταστήματος και γνωρίζει τα θέματα της Τράπεζας. Συνεπώς δεν θα μπορούσε, με αυτό το υπόβαθρο, να παραπλανηθεί ή να πιστέψει σε απατηλές παραστάσεις του κ. Πασχάλη και να λάβει την απόφαση να μην πωληθούν οι ενεχυριασθείσες μετοχές. Άλλωστε η θέση του εναγομένου 1 για τις ισχυριζόμενες προς αυτόν παραστάσεις του κ. Πασχάλη δεν τέθηκε στον ΜΕ κατά την αντεξέταση του ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους ενάγοντες να δώσουν τη δική τους θέση επί του θέματος αυτού. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει αναφερθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους των εναγομένου 1 της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν (Τεκμήριο 3), κατόπιν έγκρισης δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των £23.000 (Τεκμήριο 2) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον των εναγομένων μετά την υποβολή γραπτώς της απαίτησης των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 με την επιστολή τους ημερομηνίας 24.5.2004 (Τεκμήριο 9) και προς την εναγομένη 2 με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.2.2005 (Τεκμήριο 10). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας, της επιστολής έγκρισης παραχώρησης του επίδικου δανείου, των δοθεισών εξασφαλίσεων, των καταστάσεων λογαριασμού και των επιστολών που στάληκαν από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, ουσιαστικά παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο ΜΕ, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 2-6 είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του εναγομένου 1, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Η νομολογία στην οποία βασίζεται η αντίθετη θέση του κ. Παπαντωνίου σαφώς διακρίνεται από την παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι με τη μαρτυρία του εναγομένου 1 επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη και το περιεχόμενο των κατατεθέντων από τον ΜΕ εγγράφων, στα οποία οι ενάγοντες βασίζουν την επίδικη απαίτηση τους. Η μαρτυρία του ΜΕ και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από αυτόν (Τεκμήρια 7, 8 και 13), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ειδικότερα η κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 7 αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες ενόσω οι ανακατασκευασμένες καταστάσεις (Τεκμήρια 8 και 13) έγιναν από τον ΜΕ, του οποίου η μαρτυρία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ως προς την ορθότητα τους (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η μαρτυρία δε που έχει δοθεί από τον ΜΕ αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης του Τεκμηρίου 7, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, το καθιστά αποδεκτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 Α του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (βλ. Κλώνη κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 714). Η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου περί του αντιθέτου δεν μπορεί να ευσταθήσει, η δε νομολογία που επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα, τόσο στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1390 όσο και στην υπόθεση Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, οι εναγόμενοι αμφισβητώντας τους κατατεθέντες λογαριασμούς εκ μέρους των εναγόντων προσήξαν μαρτυρία που κατέδειξε ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τους εναγομένους εμφαίνεται στο Τεκμήριο 13, που αποτελεί ανακατασκευασμένη κατάσταση για την χρονική περίοδο μεταξύ 10.5.1999 (ημερομηνία χρέωσης του επίδικου δανείου) και 3.2.2005 (χρονικό σημείο έναρξης των αξιούμενων τόκων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης) και ετοιμάστηκε από αυτόν με βάση το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου 8%, ανέρχεται δε στο ποσό των £19.854,06 με τόκο προς 8% από 3.2.2005 επί ποσού £19.705,18 μέχρις εξοφλήσεως, είναι δε μικρότερο του αξιούμενου από τους ενάγοντες ποσού στην έκθεση απαίτησης τους. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, ημερομηνίας 21.12.2011). Περαιτέρω, η μαρτυρία κατέδειξε ότι αντικείμενο της συμφωνίας στην παρούσα υπόθεση ήταν η παραχώρηση δανείου για να καλυφθεί η υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγομένου 1, που προέκυψε συνεπεία πληρωμής εγγυητικής επιστολής με ημερομηνία λήξης 31.3.1999 για το ποσό των £57.117,71 (βλ. Τεκμήρια 2, 11 και 12). Η θέση των εναγομένων στην έκθεση υπεράσπισης τους ότι επρόκειτο περί επενδυτικού δανείου δεν ευσταθεί, όπως δεν ευσταθούν και οι σχετικές εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου. Κατά συνέπεια ούτε και οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που κατατέθηκαν από τον εναγόμενο 1 ως Τεκμήριο 21 έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση ώστε να απασχολήσει το Δικαστήριο η εκ μέρους του εναγομένου 1 επίκληση τους. Αποτελεί εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί εφόσον δεν έγινε τερματισμός της συμφωνίας. Παρόλο που τέτοιο θέμα δεν εγείρεται στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων, παρατηρείται εν προκειμένω ότι η επίδικη συμφωνία αφορούσε δάνειο τακτής προθεσμίας με λήξη στις 31.12.1999, που ως προκύπτει από το Τεκμήριο 18 παρατάθηκε μέχρι τις 31.10.2000. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τη λήξη της συμφωνίας δανείου και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τους εναγομένους με τις προς αυτούς επιστολές ημερομηνίας 24.5.2004 (Τεκμήριο 9) και 3.2.2005 (Τεκμήριο 10), οι οποίες σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ απεστάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, σύμφωνα με τον όρο 14 του Τεκμηρίου 3, στα πρόσωπα στα οποία απευθύνοντο και δεν επεστράφησαν (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Ανεξάρτητα του ότι ο ΜΕ υποστήριξε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε στις 24.5.2004, θεωρώ ότι δεν απαιτείτο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να γίνει τερματισμός της συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου δανείου, η οποία είχε λήξει προ πολλού (βλ. σχετικά Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465). Σύμφωνα με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 3, οι ενάγοντες δικαιούντο να απαιτήσουν από τον εναγόμενο 1 το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου δανείου, όπως και έπραξαν. (βλ. και Γεώργιου Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2009, ημερομηνίας 11.6.2012). Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη (πιο πάνω), εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης στον εγγυητή δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Στην παρούσα υπόθεση από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή συνάγεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι έγινε γραπτή ζήτηση του χρέους από τον εγγυητή-εναγομένη 2 με την ταχυδρόμηση της επιστολής σ' αυτήν, που δεν επεστράφη. Ως προς τους τόκους, παρόλο που στην έκθεση απαιτήσεως αξιώνεται τόκος προς 11,75% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως, στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 13, χωρίς κεφαλαιοποίηση εξόδων και τόκων σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, φαίνεται ότι οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγομένους τόκο προς 8% έχοντας εγκαταλείψει την απαίτηση τους για τόκο προς 11,75% ετησίως έναντι των εναγομένων καθώς και για κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως. Συνεπεία των πιο πάνω οι τόκοι που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον των εναγομένων ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω)). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Ο κ. Παπαντωνίου έθεσε θέμα ερμηνείας των επίδικων συμφωνιών. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τι συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα υπόθεση, όπως σαφώς προνοείται στη συμφωνία του εναγομένου 1 με τους ενάγοντες ημερομηνίας 9.2.1999 (Τεκμήριο 3), οι ενάγοντες συμφώνησαν στη Λευκωσία με τον εναγόμενο 1, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτόν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και με τόκο που θα υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό επιτοκίου ίσο με το επιτρεπόμενο μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που ορίζεται κάθε φορά από το Νόμο αν υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα όρια, θα έχουν δε το δικαίωμα οι ενάγοντες χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο 1 να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις καθώς και να ζητήσουν από αυτόν την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Από το Τεκμήριο 2 προκύπτει ότι στις 20.4.1999 οι ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση στον εναγόμενο 1 δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των £23.
  1. Ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε την εν λόγω απόφαση των εναγόντων, πλην των δικαιωμάτων και της δόσης. Όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 2, έγινε σύσταση για να υλοποιηθεί η συμφωνία με την είσπραξη £100 ως δικαιωμάτων και για τη μη καταβολή δόσης. Από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι δεν χρεώθηκαν οποιαδήποτε δικαιώματα στον εναγόμενο 1 ούτε και αυτός κατέθετε το ποσό των £153 μηνιαίως, εφόσον δεν είχε αποδεχθεί αυτόν τον όρο. Το παραχωρηθέν δάνειο ήταν πληρωτέο εφάπαξ στις 31.12.1999 με ρευστοποίηση ενεχυριασθεισών μετοχών. Από το Τεκμήριο 18, που ο εναγόμενος 1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι συμφωνήθηκε παράταση εξόφλησης του υπό αναφορά δανείου μέχρι τις 31.10.
  2. Από τις κατατεθείσες δε καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 7, 8 και 13) συνάγεται ότι το ποσό των £23.000 χρεώθηκε στον λογαριασμό δανείου στις 10.5.1999 και ακολούθως πιστώθηκαν υπέρ του εναγομένου 1 τα κατατεθέντα από αυτόν κατά καιρούς ποσά που συμποσούνται σε £8.891, ως εδικαιούντο οι ενάγοντες να αποδεχθούν σύμφωνα με τον όρο 11 του Τεκμηρίου 3, καθώς και το ποσό των £4.027,49 που προήλθε από εξαργύρωση εκχωρημένης στους ενάγοντες ασφάλειας ζωής του εναγομένου
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το δανεισθέν ποσό των £23.000 και το επιτόκιο 8% επ' αυτού καθορίστηκε από το Τεκμήριο 2, όπου, ως ήδη αναφέρθηκε, ρητά προνοείται, στην παράγραφο (Β) της πρώτης σελίδας, ότι εξασφαλίσεις του δανείου αποτελούν οι υφιστάμενες εγγυήσεις εξασφαλίσεις. Συνεπώς οι συμβάσεις υποθήκευσης ακινήτων με αρ.Υ1672/87 ημερομηνίας 6.3.1987 και με αρ.Υ1027/99 ημερομηνίας 9.2.1999 (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα) που σαφώς είχαν γίνει προγενέστερα εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 προς όφελος των εναγόντων, ορθά λήφθηκαν υπόψη από τους ενάγοντες ως εξασφαλίσεις του επίδικου δανείου, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης και των δύο συμβάσεων, κάθε μια από τις εν λόγω υποθήκες αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των εναγομένων 1 και 2 για κάθε υποχρέωση τους προς τους ενάγοντες είτε είναι παρούσα είτε μέλλουσα, με αποτέλεσμα η εναγομένη 2 να ευθύνεται για το ποσό το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή εναντίον της. Όσον αφορά την ενεχυρίαση μετοχών προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 9.2.1999 ενεχυριάστηκαν 7.628 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ως εξασφάλιση, επίσης, του επίδικου δανείου. Τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι η ανταπαίτηση των εναγομένων εναντίον των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Η δοθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι το παραχωρηθέν δάνειο είχε τακτή προθεσμία εξόφλησης και παρατάθηκε η εξόφληση του κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου
  4. Οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα πώλησης των ενεχυριασθεισών μετοχών ενόσω ο εναγόμενος 1 αποφάσισε να μην πωληθούν οι μετοχές του αυτές, λαμβάνοντας παράταση εξόφλησης του παραχωρηθέντος δανείου. Από τους όρους της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6) που παρατέθηκαν πιο πάνω, προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους του εναγομένου 1 που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του. Από το λεκτικό δε της επιστολής έγκρισης του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 2) ουδόλως προκύπτει υποχρέωση πώλησης εφόσον στην παράγραφο (β) της επιφύλαξης στη δεύτερη σελίδα αναφέρεται ότι οι μετοχές «θα ρευστοποιηθούν για εξόφληση του νέου δανείου σας», αναφορά που δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι η Τράπεζα αναλαμβάνει ή δεσμεύεται να ρευστοποιήσει τις μετοχές, ώστε να θεωρηθεί βάσιμη η σχετική εισήγηση του κ. Παπαντωνίου. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν είτε βάσει της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6) είτε βάσει της επιστολής έγκρισης του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 2) υποχρέωση έναντι του εναγομένου 1 να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (πιο πάνω), το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση των εναγόντων για πώληση των αξιών καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ως είναι άλλη εισήγηση στην έκθεση υπεράσπισης, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο 1, όπως αυτός ισχυρίζεται και ανταπαιτεί. Όσον αφορά το ποσό των £12.018,49 που ο εναγόμενος 1 ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι το ποσό αυτό έχει πιστωθεί στον επίδικο λογαριασμό και έχει αφαιρεθεί από το συνολικό χρέος του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες. Καταλήγω ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου 1 περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε επίσης συμπεριφορά των εναγόντων περιέχουσα δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις που συνιστά απάτη ως ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος 1 (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €33.922,68, αντίστοιχου του ποσού των £19.854,06, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 3.2.2005 επί του αντίστοιχου σε ευρώ ποσού των £19.705,18 μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 10(β) και 10(γ), (δ), (ε) και (στ) της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Η ανταπαίτηση των εναγομένων εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.