Επί τοις αφορώσι την Μάρθα Λύτρα, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 248/12, 7/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου -Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 248/12 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι την Μάρθα Λύτρα, Πελοπίδα 1, Στρόβολος, Λευκωσία Οφειλέτιδα Ημερομηνία: 7.1.13 Εμφανίσεις: Για τον Πιστωτή: κα Χριστοδούλου για GEORGE PAMPORIDIS LLC Για την Οφειλέτιδα: κα Παπαμιχαήλ για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εταιρεία Ellinas Finance Public Co Ltd μέσω δικηγόρων καταχώρησε στις 21.2.12 αίτηση με την οποία ζητεί την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της Μάρθας Λύτρα. Σύμφωνα με την αίτηση, η Μάρθα Λύτρα είναι οφειλέτιδα της εταιρείας Ellinas Finance Public Co Ltd δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 15.9.11 στα πλαίσια της αγωγής 7417/02, η εκτέλεση της αναφερόμενης απόφασης δεν έχει ανασταλεί, στις 21.12.11 εκδόθηκε εναντίον της οφειλέτιδας το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθ. 053628 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο και η εν λόγω οφειλέτιδα έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 6 μηνών την διαμονή στη πόλη και επαρχίας Λευκωσίας. Σύμφωνα με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση μεταξύ των οποίων και πιστό αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 15.9.11, τα ποσά που οφείλει η οφειλέτιδα στους αιτητές είναι €70.173,18 με τόκους από το 2003, πλέον έξοδα €13.586,82 με τόκους από το 2002, πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση προσωπικά στις 18.3.12 η οποία μέσω δικηγόρου κατέθεσε αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 21.2.12, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε στις 21.3.12, βασίζεται στα άρθρα 3, 6, 87, 90 και 93 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 16,17,18 και 188, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.8, Δ.40 θ.7 και 11, Δ.48 θ.1-9, Δ.64, στα άρθρα 29, 31, 32 και 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν.14/60, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Μάρθας Λύτρα στην οποία εγείρει τα εξής θέματα: · Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε να έχει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα, καθότι είναι παράτυπη γιατί δεν αναφέρεται στο σώμα της η νομική βάση στην οποία στηρίζεται κατά παράβαση των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. · Οι αιτητές έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι η ίδια μέσω των δικηγόρων της στις 20.10.11 καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής 7417/02 ημερ. 15.9.11 στην οποία μεταξύ άλλων προωθείται η θέση ότι λανθασμένα το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την απαίτηση της και να εκδώσει απόφαση και είναι η θέση της ότι η καταχώρηση της έφεσης εμποδίζει την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης αφού η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν έχει τελεσιδικήσει. · Μέσω της έφεσης της προβάλλεται η θέση ότι στο διάταγμα/απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15.9.11 υπάρχει αοριστία και ασάφεια επί της κλίμακας των εξόδων που πρέπει να υπολογιστούν ως δικηγορικά έξοδα και γι΄αυτό και αμφισβητεί την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρεί ότι η απαίτηση των πιστωτών δεν είναι εκκαθαρισμένη. · Ισχυρίζεται ότι οι πιστωτές έχουν ενεργήσει εκδικητικά, καταχρηστικά και κακόπιστα καθότι επιδιώκουν να εισπράξουν το λαβείν τους επιδιώκοντας να εκδώσουν διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της με αποκλειστικό σκοπό να την εμποδίσουν να συνεχίσει την δικαστική διαδικασία στην έφεση υπ΄αριθμό 395/11 εναντίον τους. Σημειώνει ότι έχει μεγάλες πιθανότητες να επιτύχει στην έφεση της και να κερδίσει με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν πετύχει η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. · Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης χρησιμοποιείται από τους πιστωτές ως μέθοδος εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, πράγμα το οποίο δεν θα έπρεπε να γίνεται με βάση τον Νόμο. Στην ένορκη δήλωση της η κα Λύτρα επισυνάπτει ως Τεκμήρια την απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 7417/02, την ειδοποίηση έφεσης που έχει καταχωρήσει στις 20.10.11 και στην οποία εγείρονται 44 λόγοι έφεσης και αντίγραφα των δικογράφων της αγωγής 7417/02 και δη το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης της η οποία αποτελείται από 28 σελίδες. Στην αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε από τους πιστωτές ένσταση στις 12.9.12. Η ένσταση στηρίζεται στο Κεφ. 5, περί Πτωχεύσεως Νόμο Άρθρα 3, 6, 87, 90, 93 και 102, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, άρθρα 2, 16, 17, 18, 38-43 και 188, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18, Δ.40 θ7 και 11, Δ.48 θ1-9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 29, 31, 32 και 47, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση παραμερισμού είναι νομικά και τυπικά αστήρικτη και αδικαιολόγητη, δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων που αιτείται, η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι νομότυπη και σ΄αυτήν περιλαμβάνονται οι κανονισμοί επί τους οποίους βασίζεται αλλά και να υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία αυτή επιδέχεται θεραπείας και δεν έχει καμία καταλυτική σημασία για την αίτηση, δεν έγινε απόκρυψη του γεγονότος ότι καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης καθότι η άσκηση έφεσης δεν επηρεάζει την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και/ή την οποιαδήποτε έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας, η αίτηση δεν έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά, ούτε και διακόπτει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία που τυχόν εκκρεμεί ιδιαίτερα ενώπιον δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τον υπολογισμό και το ύψος των καταβλητέων απ' αυτήν δικηγορικών εξόδων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ούτε και έχει συμπεριλάβει ως λόγο έφεσης την λανθασμένη κρίση του Πρωτοκολλητή για τον υπολογισμό των εξόδων και σίγουρα δεν έχει κανένα εκδικητικό και/ή κακόπιστο και/ή καταχρηστικό χαρακτήρα. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Αιμίλιου Έλληνα ο οποίος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος των πιστωτών στην οποία αναπτύσσει όλους τους λόγους ένστασης με λεπτομέρεια μετά και από την συμβουλή που έχει λάβει από τον δικηγόρο του. Αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση η οφειλέτιδα δεν παρακωλύεται να συνεχίσει την διαδικασία που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο με την καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας η οποία δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης και η διαδικασία αυτή έχει γίνει για να εξασφαλιστούν οι πιστωτές από την αφερεγγυότητα της οφειλέτιδας. Σημειώνω ότι η αίτηση μέχρι και τις 30.10.12 εκκρεμούσε ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή λόγω λάθους με αποτέλεσμα να ανατεθεί στο δικό μου πρόγραμμα την εν λόγω ημερομηνία με οδηγίες του Διοικητικού Προέδρου. Η αίτηση για παραμερισμό ημερ. 21.3.12 οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους κατάθεσαν γραπτώς στο Δικαστήριο τις αγορεύσεις τους στις οποίες παραπέμπουν σε νομολογία. Σε ό,τι αφορά το θέμα του τύπου της αίτησης παραμερισμού που έχει επιλεγεί δηλαδή όχι καταχώρηση ένορκης δήλωσης η οποία επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού σύμφωνα με την νομολογία και τον Κανονισμό 40 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών αλλά την καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις: Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1ΑΑΔ 1694, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2008)1ΑΑΔ 425, όπως και στις παλαιότερες αγγλικές υποθέσεις Re Howes,
(1982)2 Q.B 628, Re H.B.
(2)1904 1 K.B. 94, In Re a Debtor (No. 30) of 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 All ER 216 όπως και στο Σύγγραμμα Williams and Muir Hunter "The Law and Practice in Bankruptcy" 19η έκδοση σελίδα 38, είναι σαφές ότι στην περίπτωση που ο Οφειλέτης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν των αναφερόμενων στο άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ. 5 που σχετίζονται με ανταπαίτηση ανταξίωση ή συμβιβασμό τότε θα πρέπει να καταχωρηθεί ειδική προς τούτο αίτηση δηλαδή αίτηση για ακύρωση και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς Κ.40,2. Μάλιστα σε τέτοια περίπτωση η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωση δεν ισχύει. Σχετική είναι η υπόθεση In Re Costas Louca(ανωτέρω) και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1AAΔ 788. Εδώ η οφειλέτιδα δεν εγείρει οποιαδήποτε θέματα ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού και επομένως κατά την άποψη μου, η οποία βασίζεται και σε όλη την νομολογία ανωτέρω, ορθά έχει επιλέξει να καταχωρήσει αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης και όχι απλά ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τον περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ.5 και ειδικά με το άρθρο 3
(1)(ζ) με πλαγιότιτλο «τι συνιστά πράξη πτώχευσης» αναφέρονται τα πιο κάτω: «αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του (οφειλέτη) τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση απόφασης ή διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και στην οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Στο άρθρο 3
(3)του Νόμου αναφέρονται τα εξής: «Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο: Νοείται ότι ειδοποίηση πτώχευσης- (α) ................................ (β) δεν θα ακυρώνεται εξαιτίας μόνο ότι το ποσό που ορίζεται στην ειδοποίηση ως το οφειλόμενο υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά οφείλεται, εκτός αν ο οφειλέτης μέσα στην προθεσμία που δόθηκε για πληρωμή δώσει ειδοποίηση στον πιστωτή ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση την ανακρίβεια αυτή, αλλά, αν ο οφειλέτης δεν δώσει τέτοια ειδοποίηση θα θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αν μέσα στην προθεσμία που δόθηκε λαμβάνει τέτοια μέτρα τα οποία θα συνιστούσαν συμμόρφωση προς την ειδοποίηση αν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό οριζόταν ορθά σε αυτή.» Στη παρούσα υπόθεση έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ των πιστωτών και εναντίον της οφειλέτιδας στα πλαίσια της αγωγής 7417/02 στις 15.9.11. Όπως αναφέρει η οφειλέτιδα γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους πιστωτές αλλά και που προς τούτο έχουν επισυναφθεί σχετικά Τεκμήρια στην υπό εξέταση αίτηση, η οφειλέτιδα έχει καταχωρήσει έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρουν οι πιστωτές και ενόψει της μη αμφισβήτησης του γεγονότος αυτού από την οφειλέτιδα, παραμένει αναντίλεκτο το γεγονός ότι η ισχύς εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης δεν έχει ανασταλεί. Είναι η θέση της οφειλέτιδας ότι η καταχώρηση της έφεσης και μόνο καθιστά την πρωτόδικη απόφαση μη τελεσίδικη. Επ΄αυτού του σημείου αναφέρω ότι υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει υιοθετηθεί σε πάμπολλες αποφάσεις ότι η καταχώρηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν εμποδίζει το μέρος που έχει πετύχει στη πρωτόδικη απόφαση να προχωρήσει να την εκτελέσει. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Οικονομίδης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1977)1ΑΑΔ 1255 όπου έχει αποφασιστεί ότι παρόλο που στο άρθρο 3.1 (ζ) του Κεφ.5 γίνεται λόγος για τελεσίδικη απόφαση, η λέξη «τελεσίδικη» που χρησιμοποιείται στον Νόμο δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση αλλά απλώς τελεσίδικη σε αντίθεση με την ενδιάμεση. Η καταχώρηση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην αγωγή. Μόνο με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτώχευσης. Αναφέρω βεβαίως ότι σύμφωνα με την πλούσια νομολογία η καταχώρηση αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης για να ακολουθήσει μετά αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας οφειλέτη δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Σχετική είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ.1 όπου επαναλήφθηκε η αρχή «είναι γνωστό νομολογιακά ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης αλλά είναι μια sui generis διαδικασία η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ως οιωνεί ποινικού χαρακτήρα». Είναι η θέση της οφειλέτιδας ότι η καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης έχει καταχωρηθεί εκδικητικά με μόνο σκοπό να την εμποδίσει να προωθήσει την έφεση της. Κατά την άποψη μου αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί, δεν εμποδίζεται χρεώστης εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής να προωθήσει οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα συμπεριλαμβανομένης και της έφεσης, αντίθετα υπάρχουν διαδικασίες όπου με την συγκατάθεση του επίσημου παραλήπτη, στην περίπτωση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, μπορεί να προχωρήσει και να συνεχίσει τις όποιες δικαστικές διαδικασίες, σε περίπτωση δε που απλά εκδίδεται εναντίον του διάταγμα παραλαβής αλλά δεν κηρύσσεται σε πτώχευση μπορεί να συνεχίσει χωρίς κανένα όρο και καμιά άδεια δικαστικές διαδικασίες. Είναι η θέση της οφειλέτιδας στην υπό κρίση αίτηση ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης χρησιμοποιείται ουσιαστικά από τους πιστωτές για να εκτελεστεί δικαστική απόφαση, πράγμα ανεπίτρεπτο, ειδικά εάν κατ΄αυτό τον τρόπο επιχειρείται η είσπραξη δικαστικών εξόδων. Επί τούτου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της οφειλέτιδας επικαλούνται τις αποφάσεις Εργατίδης v. Eργατίδης κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 741 και την υπόθεση Χρ.Θεμιστοκλέους ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γ.Μαραθοβουνιώτη κ.α. v. Μ.Σιαμμά, Π.Ε. 15/08 ημερ. 15.4.
- Οι εν λόγω αποφάσεις όμως διαχωρίζονται πλήρως από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού και στις δύο αναφερόμενες υποθέσεις είχαν επιδικαστεί έξοδα υπέρ ενός από τους διαδίκους στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση αφού εδώ έχει αποφασιστεί η ουσία της αγωγής με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στις 15.9.
- Έτσι, κατά την άποψη μου, το σκεπτικό των δύο αποφάσεων τις οποίες επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της οφειλέτιδας αν και ορθό βεβαίως και με το οποίο συμφωνώ δεν εφαρμόζεται στη παρούσα περίπτωση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της οφειλέτιδας έχουν στηριχθεί επίσης στη πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της αφορώσι τον Κλεάνθη Βασιλείου, Αρ.Ειδ.Πτωχ. 765/2010 ημερομηνίας 7.10.2010, στην οποία ακυρώθηκε και παραμερίστηκε η ειδοποίηση πτώχευσης επειδή το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι καταχωρίστηκε εκβιαστικά για να εμποδίσει την προώθηση της έφεσης και της αίτησης για αναστολή που είχε καταχωρήσει ο οφειλέτης στην οποία σημειώθηκε ότι ο πιστωτής δεν δεχόταν την καταβολή ποσών με όρους για να παρεμβάλει εμπόδιο στην προώθηση της έφεσης που είχε καταχωρήσει ο οφειλέτης και για να προλάβει την εκδίκαση της αίτησης για αναστολή κηρύσσοντας σε πτώχευση τον οφειλέτη. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εκ πλευράς της οφειλέτιδας ούτε και έχει γίνει οποιαδήποτε πρόταση για καταβολή οποιωνδήποτε ποσών εκ πλευράς της. Επομένως, θεωρώ ότι τα γεγονότα της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση αλλά σαφώς διαχωρίζονται απ΄αυτήν. Αναφέρω επίσης ότι σε αντίθεση με τις αποφάσεις που έχουν αναφερθεί όπου η καταχώρηση των αιτήσεων για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είχε χρησιμοποιηθεί, όπως είχε κριθεί από τα Δικαστήρια ως μέτρο εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα υπόθεση οι πιστωτές έχουν καταχωρήσει ένταλμα κατάσχεσης κινητών για εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης το οποίο επεστράφηκε ανεκτέλεστο. Δημιουργείται επομένως υπέρ των πιστωτών το ευεργέτημα ότι δεν είναι για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που έχουν καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Είναι συναφώς η θέση μου ότι οι ισχυρισμοί της οφειλέτιδας περί κακοπιστίας στην καταχώρηση της αίτησης, εκδικητικότητας, χρησιμοποίηση της παρούσας διαδικασίας καταχρηστικά για εκτέλεση ουσιαστικά της απόφασης και για παρεμπόδιση της προώθησης της έφεσης της απορρίπτονται στην ολότητα τους. ΄Ενας άλλος λόγος που επικαλείται η οφειλέτιδα για ακύρωση της αίτησης για ακύρωση και/ή παραμερισμό της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αφορά την μη αναφορά στο σώμα της αίτησης οποιαδήποτε νομική βάση στην οποία αυτή στηρίζεται με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τόσο οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και οι περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Βλέποντας την αίτηση είναι δεδομένο ότι όντως στο σώμα της δεν αναγράφεται νομική βάση. Στον τίτλο όμως της αίτησης αναφέρονται ευκρινώς τα εξής: «Ειδοποίηση πτώχευσης, οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί Κ.39, Κ.40
(1)
(2)
(3)». Έχοντας κατά νου και τις αποφάσεις Ιωσήφ Ηλία v. Kυπριακή Λαϊκή Τράπεζα Λτδ Πολ.Εφ. 260/07 ημερ. 8.3.10 στην οποία συζητήθηκε και το ζήτημα της μη παράθεσης στην αίτηση πτώχευσης της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε. Υπεδείχθη πως ο τίτλος της αίτησης συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο, για την περίπτωση, τύπο των Πτωχευτικών Κανονισμών και σε αυτόν αναφέρονται οι διατάξεις των σχετικών κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση. Κατ΄εφαρμογή της πιο πάνω απόφασης και κοιτάζοντας την αίτηση υπό εξέταση στην οποία ως αναφέρω πιο πάνω αναγράφονται οι κανονισμοί επί των οποίων στηρίζεται αλλά και που ο τύπος της είναι συμφώνως των προβλεπόμενων στους σχετικούς κανονισμούς και αυτός ο λόγος που προωθεί η οφειλέτιδα απορρίπτεται. Απομένει ουσιαστικά προς εξέταση ο τελευταίος λόγος που προβάλλεται και ο οποίος αφορά τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση του πιστωτή δεν είναι εκκαθαρισμένη. Σε ό,τι αφορά αυτό τον ισχυρισμό είναι η θέση των συνηγόρων της οφειλέτιδας ότι λανθασμένα έχει υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή το ύψος των εξόδων που έχει υπολογιστεί καθότι υπάρχει πάντοτε κατά την δική τους θέση ασάφεια σε ό,τι αφορά το ύψος των εξόδων και την κλίμακα στην οποία αυτά υπολογίστηκαν ενόψει της μείωσης της κλίμακας της αγωγής στην οποία είχε υπολογιστεί το ποσό των εξόδων και επομένως η απόφαση και για το θέμα των εξόδων είναι λανθασμένη και επί του θέματος αυτού εκκρεμεί έφεση. Είναι δε η θέση τους ότι ορθά αμφισβήτησαν τον επιδικασμό των εξόδων με την έφεση που έχουν καταχωρήσει, σχετικός είναι ο 42ος λόγος έφεσης γι΄αυτό είναι η θέση τους ότι για το οφειλόμενο ποσό υπάρχει ανακρίβεια. Είναι η θέση μου ότι ούτε η πιο πάνω εισήγηση ευσταθεί για τον απλούστατο λόγο ότι το άρθρο 3
(3)(β) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 που προνοεί ότι αν υπάρχει ανακρίβεια στο αιτούμενο ποσό τότε δεν μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία πτώχευσης αλλά και η απόφαση στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος της οφειλέτιδας η οποία είναι πρωτόδικη, αναφορικά με τον Οικονομίδη Θεοχάρη, αρ.ειδοποίησης πτώχευσης 1945/2009 ημερομηνίας 10.2.2010, αφορούν πολύ διαφορετικό θέμα απ΄αυτό που υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση που δεν είναι άλλο από την κατ' ισχυρισμό των συνηγόρων της οφειλέτιδας λανθασμένο υπολογισμό ποσού εξόδων με βάση την κλίμακα στην οποία αυτά υπολογίστηκαν και για το οποίο εκκρεμεί έφεση. Ούτε ο Νομοθέτης αλλά ούτε και η ερμηνεία της ανακρίβειας μπορεί να καλύψει την συγκεκριμένη περίπτωση, τυχόν διαφορετική θέση επί τούτου θα σήμαινε ότι το παρόν Δικαστήριο επεμβαίνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο είτε στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είτε στον υπολογισμό των εξόδων. Είναι κατακλείδι η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους που προβάλλονται από την οφειλέτιδα δεν ισχύει και/ή δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι η αίτηση της οφειλέτιδας ημερ. 21.3.12 για παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τον χρόνο για ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης ο οποίος έχει διακοπή με την καταχώρηση της αίτησης 21.3.12, συνεχίζει να προσμετρά από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών-καθ' ων η αίτηση στην αίτηση ημερ. 21.3.12 και εναντίον της οφειλέτιδας-αιτήτριας Μάρθας Λύτρα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο