← Κύπρος

Εν Πτωχεύσει: Βίκη Δημητρίου, Αίτηση Πτώχευσης: 361/12, 30/1/2013

Εν Πτωχεύσει: Βίκη Δημητρίου, Αίτηση Πτώχευσης: 361/12, 30/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 361/12 Εν Πτωχεύσει: Βίκη Δημητρίου 30 Ιανουαρίου 2013 Αίτηση ημερομηνίας 6.11.2012 για Τροποποίηση της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης Για την οφειλέτιδα/αιτήτρια: κος Μιχαηλίδης Για τους πιστωτές/καθ' ων η αίτηση: κα Χαραλάμπους. Ενδιάμεση Απόφαση Η επίδικη αίτηση, ημερομηνίας 06.11.12, παρεμβάλλει στο πλαίσιο αίτησης πτώχευσης που είναι η κυρίως αίτηση στη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου (στη συνέχεια η αίτηση πτώχευσης). Η αίτηση πτώχευσης καταχωρίστηκε από τους πιστωτές, καθ΄ων η αίτηση στην επίδικη αίτηση, την 30.08.

  1. Ακολούθως, την 27.10.12 η οφειλέτιδα, αιτήτρια στην επίδικη αίτηση, καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση πτώχευσης. Η επίδικη αίτηση, στην οποία αιτητής είναι η οφειλέτιδα, αιτείται τροποποίηση της ένστασης που καταχωρίστηκε την 29.10.12, ήτοι προσθήκη νέων λόγων ένστασης. Ζητούμενο είναι η προσθήκη των πιο κάτω. «(1β) Η Χρεώστιδα δεν οφείλει το ποσό το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης δεδομένου ότι κατόπιν συμφωνίας μετά των Αιτητών ημερομηνίας 20/4/2001 το οφειλόμενο ποσό το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης περιλήφθηκε σε νέα Συμφωνία μετά των Αιτητών αναφορικά με το σύνολο των οφειλομένων ποσών από, μεταξύ άλλων και την Χρεώστιδα, και κατ΄ακολουθία της εν λόγω Συμφωνίας η Χρεώστιδα και/ή τα υπόλοιπα πρόσωπα τα οποία αποτελούσαν συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω Συμφωνίας κατέβαλαν εις τους Αιτητές το ποσό το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης. (ιγ) Δεν αναφέρεται στην αίτηση το πραγματικό ποσό που κατέβαλε η Χρεώστιδα στους Αιτητές καθώς επίσης το ποσό το οποίο εισέπραξαν οι Αιτητές με βάση τη Συμφωνία ημερομηνίας 20/4/
  2. (ιδ) Η Χρεώστιδα δεν έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης και επομένως οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση αίτησης πτώχευσης.» Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25 κκ.1-5 και Δ.48 κκ.1, 2, 3, 8 και 9, στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, στον κ. 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και επί της πρακτικής, των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, των γενικών αρχών του νόμου και της νομολογίας. Η αίτηση για τροποποίηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την οφειλέτιδα. Τούτην τη δήλωση ορκίζεται η κα Ανίτα Σολουκίδου. Όπως αναφέρει εκ παραδρομής και αβλεψίας δεν περιλήφθησαν στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης οι παράγραφοι που σήμερα ζητείται να προστεθούν. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι η τροποποίηση θα θέσει το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν επηρεάζει τα συμφέροντα των πιστωτών. Η πορεία της επίδικης αίτησης ανεκόπη από ένσταση που καταχώρισαν οι πιστωτές την 27.11.
  1. Η ένσταση των πιστωτών έχει ανάλογη νομική βάση με εκείνη της οφειλέτιδας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση ομνύων τούτη τη δήλωση είναι ο κος Μάριος Γεωργίου ο οποίος τελεί στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών των πιστωτών. Είναι αρκετό να λεχθεί εδώ ότι ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει και διατείνεται ότι. η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση, θα θέσει τους πιστωτές σε υπέρμετρη δυσμένεια που δεν θεραπεύεται με έξοδα, σκοπό έχει μόνο την καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας και τέλος, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία. Αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως. «(α) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια θέλει να προσθέσει ως νέους λόγους ένστασης, λόγους τους οποίους ήδη αναφέρονται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης ημερ. 27/11/
  2. (δ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων και προσθηκών της υφιστάμενης ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης. (ε) Η παρούσα Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία της παρούσας Αίτησης και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. (στ) Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων τροποποίησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στη διόρθωση και την ορθή παρουσίαση της ένστασης της οφειλέτιδας - Αιτήτριας αλλά έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. (ζ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες δε δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις. (η) Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε αντικανονική και/ή αβάσιμη ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης.» Για ολοκλήρωση της εικόνας αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε σημειώνω ότι καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση και όταν η επίδικη αίτηση ορίστηκε για ακρόαση αμφότερες οι πλευρές προσκόμισαν γραπτές αγορεύσεις. Η αγόρευση της αιτήτριας σημειώθηκε ως έγγραφο «Α» και των καθ΄ων η αίτηση ως έγγραφο «Β». Ως θέμα τάξης και λογικής, το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι οι λόγοι ένστασης που παραπέμπουν σε κατάχρηση διαδικασίας. Όπως έχει νομολογηθεί, θετική διαπίστωση τέτοιας εισήγησης επιβάλλει ανακοπή της πορείας της αίτησης, ως μέτρο καταστολής της κατάχρησης (βλ. αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. 342/10, ημερομηνίας 01.07.11). Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση η κατάχρηση δεν εγείρεται ως αμιγώς νομικό ζήτημα αλλά συναρτάται με γεγονότα. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται να αποφανθεί το Δικαστήριο για τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο αίτημα. Πηγή άντλησης των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου είναι βεβαίως το περιεχόμενο του φακέλου και οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Η αναφορά σε ένορκες δηλώσεις δεν παραγνωρίζει ότι οι πιστωτές υποστηρίζουν πως το Δικαστήριο πρέπει να αγνοήσει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. Αυτός λοιπόν ο λόγος, λόγος (α) της ένστασης, είναι εκείνος που πρέπει να εξεταστεί πρώτος. Προς υποστήριξη τούτου του λόγου οι πιστωτές επικαλούνται τα αναφερόμενα στον κ. 6 της Δ.
  3. Υποστηρίζουν ότι στη δοσμένη περίπτωση η δικηγόρος που ορκίστηκε τη δήλωση δεν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την οφειλέτιδα και περαιτέρω, ότι δεν αποκαλύπτει από πού αντλεί την πληροφόρησή της. Τέλος, επικαλούμενοι τη νομολογιακή αρχή ότι ανεπιθύμητο είναι δικηγόρος να καθιστά τον εαυτό του μάρτυρα (παραπέμπουν στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) αφήνουν να νοηθεί ότι η επίδικη ένορκη δήλωση πρέπει να αγνοηθεί και γι΄αυτό το λόγο. Έχω την αίσθηση ότι η πρώτη παράμετρος αυτού του λόγου ένστασης οφείλεται σε λανθασμένη ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Στην πρώτη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως η ομνύουσα αναφέρει ότι «... ορκίζομαι την παρούσα . βάσει οδηγιών του πελάτου και συμβουλών του δικηγόρου της και εξ΄όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω.» Η παραπομπή της ομνύουσας σε οδηγίες που έλαβε από την πελάτιδα της δεν ερμηνεύεται ως τίποτα άλλο από εξουσιοδότηση να προβεί στην υπό συζήτηση ένορκη δήλωση. Αυτό μάλιστα αποκαλύπτει ότι οι οδηγίες άπτονται όχι μόνο της καταχώρισης της αίτησης αλλά και του περιεχομένου τούτης. Κατ΄επέκταση είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ομνύουσα είχε εξουσιοδότηση της οφειλέτιδας και ότι από αυτήν και το δικηγόρο της είναι που έλαβε την αναγκαία πληροφόρηση για το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως. Η νομολογιακή αρχή ότι ανεπιθύμητο είναι όπως δικηγόρος προβαίνει σε ένορκη δήλωση, εύγλωττα συμπυκνώνεται στο λόγο της υπόθεσης Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ. 82, 93 και 94. Όπως εκεί αναφέρεται. «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Δεν κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ περαιτέρω αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Το μόνο που αξίζει να προστεθεί είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα, εδράζεται σε παραδρομή και αβλεψία συμπερίληψης των σχετικών παραγράφων στο έντυπο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Αυτή και μόνο η θέση της ομνύουσας φανερώνει ότι στη δοσμένη περίπτωση κατάλληλο πρόσωπο για να δώσει οιανδήποτε εξήγηση δεν ήταν η οφειλέτιδα αλλά πρόσωπο που γνωρίζει τούτην την παραδρομή, φυσιολογικά από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την οφειλέτιδα, εφόσον εκεί είναι που έτυχε η παραδρομή. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως ούτε με τη σχετική νομολογία. Ο λόγος (α) απορρίπτεται. Έχοντας διαπιστώσει ό,τι σχετικό της εγκυρότητας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, στρέφομαι στους λόγους (β), (ε) και (στ) της ένστασης, με τους οποίους οι πιστωτές διατείνονται κατάχρηση διαδικασίας και προσπάθεια της οφειλέτιδας να καθυστερήσει και ή εκτροχιάσει την όλη διαδικασία. Από το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτεται ότι η αίτηση πτώχευσης καταχωρίστηκε την 30.08.12 και ορίστηκε την 08.10.12. Στο μεσοδιάστημα, 03.10.12, επιδόθηκε στην οφειλέτιδα. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο την 08.10.12 αλλά την επόμενη δικάσιμο, δηλαδή την 16.10.12. Ζήτησε χρόνο για ένσταση και έτσι η αίτηση πτώχευσης ορίστηκε για οδηγίες την 23.10.12 και ακολούθως την 29.10.12, εφόσον την πρώτην εκ των δύο ημερομηνιών δεν έγινε κατορθωτό να καταχωριστεί ένσταση. Εντέλει η ένσταση καταχωρίστηκε την 29.10.12. Η δε αίτηση πτώχευσης ορίστηκε για ακρόαση την 01.11.12, για να αναβληθεί όμως, λόγω κωλύματος του συνηγόρου της οφειλέτιδας. Επαναορίστηκε για ακρόαση την 06.11.12, ημερομηνία όμως που και πάλι δεν αξιοποιήθηκε καθότι ουδείς εκ των εμπλεκομένων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο λόγω απεργίας των δικηγόρων. Εν τω μεταξύ την 06.11.12 η οφειλέτιδα καταχώρισε την επίδικη αίτηση τροποποίησης. Κρίσιμος χρόνος είναι εν προκειμένω το διάστημα μεταξύ της επίδοσης της αίτησης πτώχευσης, 03.10.12, και της καταχώρισης της παρούσας, 06.11.12. Δεν συμφωνώ με τη θέση των πιστωτών πως ο ένας μήνας που παρήλθε συνιστά καθυστέρηση που εξομοιώνεται με κατάχρηση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κ. 60
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προβλέπει ότι αίτηση πτώχευσης πρέπει να εκδικάζεται εντός επτά ημερών. Το ιστορικό της διαδικασίας, ως πιο πάνω αναφέρεται, αποκαλύπτει πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις του κανονισμού. Αυτή όμως η πρόνοια δεν οδηγεί, επαγωγικά, σε συμπέρασμα ότι ο ένας μήνας που παρήλθε από την επίδοση της αίτησης πτώχευσης μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης συνιστά καθυστέρηση. Δεν παραγνωρίζω περαιτέρω ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα της Ανίτας Σολουκίδου, η μη συμπερίληψη των παραγράφων των οποίων η προσθήκη επιθυμείται, οφείλεται σε παραδρομή και αβλεψία. Η ομνύουσα δεν αντεξετάστηκε από τους πιστωτές και ο ισχυρισμός της παρέμεινε αναντίλεκτος. Αν και οι καθ΄ων η αίτηση αρνούνται το σύνολο των ισχυρισμών της επίδικης αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει, ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αντικρούεται με γεγονότα. Αυτή η προσέγγιση των πιστωτών κρίνεται ανίκανη να ακυρώσει τον ισχυρισμό ότι η ανάγκη για τροποποίηση ερείδεται σε πλημμελή αποτύπωση των οδηγιών της οφειλέτιδας από τους συνηγόρους της. Η σημασία τούτου του ισχυρισμού έγκειται στο ότι προσδιορίζει, και συν τω χρόνω περιορίζει, το χρόνο που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Ως αφήνει να νοηθεί, εφόσον η ένσταση καταχωρίστηκε την 29.10.12 είναι μετά από αυτή την ημερομηνία που η οφειλέτιδα αντιλήφθηκε την παραδρομή που αναφέρει η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Κατ΄επέκταση η καθυστέρηση της αιτήτριας περιορίζεται ακόμη περισσότερο, δηλαδή σε επτά ημέρες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ατεκμηρίωτος και ανυπόστατος κρίνεται ο ισχυρισμός των πιστωτών ότι σκοπός της επίδικης αίτησης είναι η καθυστέρηση και ο εκτροχιασμός της διαδικασίας, και ότι η μέχρι σήμερα στάση της οφειλέτιδας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Ορώμενη η πορεία της αίτησης πτώχευσης υπό το πρίσμα των ενεργειών της οφειλέτιδας, δεν υποστηρίζει τις αιτιάσεις των πιστωτών. Επί της ουσίας της επίδικης αίτησης παρατηρώ ότι ο σχετικός νόμος, Κεφ. 5, και οι σχετικοί τούτου κανονισμοί, δεν κάνουν ρητή αναφορά σε δικαίωμα τροποποίησης ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας. Έχω τη γνώμη πως αυτό δεν σημαίνει ότι ο διάδικος, στην προκείμενη περίπτωση η οφειλέτιδα, δεν κέκτηται τέτοιου δικαιώματος. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης προσλαμβάνει τη μορφή δικογράφου και ως εκ τούτου δεν νοείται κατακλυσμιαία και εκ προοιμίου απαγόρευση αιτήματος τροποποίησης. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση διαδίκου να θέσει σε ορθή βάση τις θέσεις του. Από την άλλη, ο κ. 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών ρητά προβλέπει ότι στην περίπτωση που κάποιο ζήτημα δεν επιλύεται από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, εφαρμογής τυγχάνουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι πρόνοιες τούτων δεν συγκρούονται με τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Τέλος, η νομολογία αποκαλύπτει ότι η τροποποίηση αίτησης πτώχευσης, και κατά λογική προέκταση η τροποποίηση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και σε εκείνο της έφεσης (βλ. Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716). Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι παρέχεται ευχέρεια για τροποποίηση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης που υποβάλλεται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας. Εφόσον με την επίδικη αίτηση ζητούμενο είναι η τροποποίηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, επιβάλλεται παράθεση των αρχών που αφορούν ανάλογο αίτημα. Η έκδοση διατάγματος τροποποίησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25. Η θεμελιακή αρχή με ευκρίνεια αποδίδεται στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρεται ότι. «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα. "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Παρά την ομολογουμένως φιλελεύθερη προσέγγιση, η νομολογία καθιέρωσε παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης και καθορίζουν την τύχη του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ.223, 228 η οποία περιόρισε την άσκηση της γενικής αρχής ως ακολούθως. "Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτεται πως οι κυριότεροι παράγοντες, μεταξύ άλλων, που λαμβάνονται υπόψη είναι. (α) η δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος (βλ. SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). (β) η γνησιότητα και το καλόπιστο των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44) (γ) το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης και η δυνατότητα αποζημίωσης του αναίτιου μέρους (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 A.A.Δ. 560), και (δ) κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση εγείρει νέα βάση αγωγής η οποία θα διαφοροποιήσει ριζικά το χαρακτήρα της αγωγής, σε βαθμό τέτοιο, που θα ήταν ευχερέστερο να εκδικαστεί ξεχωριστά (βλ. Περικτίονη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι αμέλεια δικηγόρου να θέσει εξ΄αρχής το θέμα στο σωστό πλαίσιο, και υποβολή αιτήματος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν αποτελούν εμπόδιο έγκρισης του, νοουμένου ότι κρίνεται δίκαιο να διαταχθεί η τροποποίηση (βλ. Χριστοδούλου, (πιο πάνω). Δεν παραγνωρίζεται εντούτοις ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, δηλαδή ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο αλλά η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω στρέφω την προσοχή μου στην ουσία του αιτήματος. Οι λόγοι (β), (ε), και (στ) έχουν ήδη εξεταστεί και δεν πρόκειται να απασχολήσουν εκ νέου. Ορώμενη η αίτηση υπό το φως των αρχών που διέπουν αίτημα τροποποίησης δεν αποκαλύπτει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και ελλιπής αιτιολόγηση τυχόν καθυστέρησης δεν οδηγεί έγκυρο και εύλογο αίτημα τροποποίησης σε απόρριψη (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Στη δοσμένη περίπτωση το περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων η οφειλέτιδα επιθυμεί την προσθήκη είναι ουσιώδες και εφόσον διαπιστωθεί ενδέχεται να απαλλάξει την οφειλέτιδα από τις επιπτώσεις της αίτησης πτώχευσης. Από την άλλη, όλα τα πιο πάνω, αποκαλύπτουν ότι η παράλειψη συμπερίληψής τους οφείλεται σε καλόπιστο λάθος. Ως εκ τούτου δεν συμφωνώ ούτε με τους λόγους (δ) και (ζ) της αίτησης. Επιπλέον, απλή και μόνο ανάγνωση της ένστασης στην αίτηση πτώχευσης και των παραγράφων που ζητείται η προσθήκη, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπεριέχεται στην υφιστάμενη ένσταση. Ούτε ο λόγος (γ) δικαιολογείται. Τέλος, οι πιστωτές διατείνονται ότι η τροποποίηση είναι ανεπίτρεπτη καθότι η ένσταση που επιθυμείται να τροποποιηθεί είναι αντικανονική. Η αντικανονικότητα της ένστασης οφείλεται, σύμφωνα με τους πιστωτές, στο ότι δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση όπως ο κ. 4 της Δ.48 ορίζει. Δεν αποφαίνομαι επί τούτου οριστικά, εφόσον είναι ζήτημα που άπτεται της κυρίως αιτήσεως και όχι της παρούσας που επιθυμεί να τροποποιήσει την ένσταση. Υποδεικνύω εντούτοις ότι ο κ. 59 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών διέπει ό,τι σχετικό της ένστασης που υποβάλλεται σε αίτηση πτώχευσης και παραπέμπει στο έντυπο υπ΄αριθμό 8 των Bankruptcy Forms. Το εν λόγω έντυπο (Νο. 8) διαφέρει από το έντυπο που προβλέπεται στον κ.4 της Δ.48. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω θετικά τη διακριτική μου εξουσία και εγκρίνω το αίτημα της οφειλέτιδας. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως το (α) της επίδικης αίτησης. Εντός πέντε ημερών από σήμερα η οφειλέτιδα να καταχωρήσει τροποποιημένη ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Τυχόν διαφυγόντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών. Τα έξοδα εκδίκασης της αίτησης τροποποίησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επίσης επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών, μειωμένα όμως στο ½. Ο λόγος μείωσης τούτων οφείλεται στο εύλογο και δικαιολογημένο του αιτήματος της οφειλέτιδας και την αντίθεση των πιστωτών που οδήγησε, αχρείαστα, στην εκδίκαση του αιτήματος. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.