ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ.: 5213/2009, 23/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5213/2009 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγοντες -και- ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων 23 Ιανουαρίου,
- Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ. Γ. Σεραφείμ για τους κ.κ. Σεραφείμ και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Χρυσάνθου για τους κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία. Α π ό φ α σ η Οι ενάγοντες, ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί δυνάμει του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου (Ν. 7(Ι)/1998, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια, «ο Νόμος»), επέβαλαν στους εναγομένους, μια ιδιωτική εταιρεία η οποία είναι ιδιοκτήτρια ενός αδειούχου παγκύπριου τηλεοπτικού σταθμού, διοικητικό πρόστιμο ύψους Λ.Κ.21.500 (ισόποσον €36.734,93). Η σχετική απόφαση των εναγόντων λήφθηκε στις 15.2.
- Οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το πρόστιμο και οι ενάγοντες κατεχώρισαν, στις 7.9.2009, την προκείμενη αγωγή. Οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγόντων και ζητούν απόρριψη της αγωγής. Εξ αρχής σημειώνω πως, δυνάμει του Νόμου [άρθρο 3
(1)], οι ενάγοντες αποτελούν ένα ανεξάρτητο όργανο (δείτε και την απόφαση στις συν. προσφυγές αρ. 341/2004 κ.ά Παιδικό Κανάλι το Ένα Λίμιτεδ ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 27.4.05) και έχουν αρμοδιότητες ελέγχου, προληπτικού και κατασταλτικού, ώστε οι εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό και μεταδίδονται από τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς να είναι σύμφωνες με το Νόμο καθώς και με τους δυνάμει τούτου εκδοθέντες Κανονισμούς. Εάν δε διαπιστωθεί παράβαση των νομοθετημάτων αυτών, οι ενάγοντες έχουν εξουσία επιβολής διοικητικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων (άρθρα 41Α και 41Β του Νόμου). Η υπεράσπιση είναι πολυσχιδής, η δε επιχειρηματολογία που την υποστηρίζει είναι συχνά κοινή για τα επιμέρους ζητήματα ή διαπλέκεται. Ακολουθεί σύνοψη της υπεράσπισης και των επιχειρημάτων που προβάλλονται από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων: (α) Η προκείμενη αγωγή είναι κακόπιστη, πεισματική και, εν πάση περιπτώσει, πρόωρη γιατί η διοικητική απόφαση επί της οποίας αυτή εδράζεται αποτελεί το αντικείμενο εκκρεμούσας αναθεωρητικής έφεσης. Η διοικητική αυτή απόφαση δεν έχει τελειωθεί. Είναι δε ανυπόστατη, πραγματικά και νομικά, και άκυρη. (β) Οι ενάγοντες στερούνται εξουσίας και δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την προκείμενη αγωγή: Ο Καν. 48
(1)των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000), ο οποίος προβλέπει για το δικαίωμα των εναγόντων να λαμβάνουν δικαστικά μέτρα για να εισπράττουν διοικητικά πρόστιμα (που οι ίδιοι επέβαλαν) ως χρέη οφειλόμενα στους ιδίους είναι ultra vires εφ' όσον ευρίσκεται εκτός του πλαισίου που καθορίζουν τα άρθρα 41Α και 41Β
(3)του Νόμου. Το άρθρο 41Α ορίζει πως οι ενάγοντες έχουν την εξουσία να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις σε σταθμούς που παραβιάζουν το Νόμο και τους δυνάμει τούτου εκδοθέντες Κανονισμούς. Όμως, τέτοια εξουσία ασκείται μόνον σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41Α έως και 41Στ. Το δε άρθρο 41Β
(3)διαλαμβάνει τα εξής: «41Β
(3)Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Αρχή διοικητικών προστίμων, η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία». Η καταληκτική φράση της παρα.
(3)του άρθρου 41Β του Νόμου δίδει αφορμή στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων να ισχυρίζεται πως ο Νόμος δεν επιτρέπει την έκδοση κανονισμού ο οποίος να δίδει στους ενάγοντες την εξουσία να εισπράττουν διοικητικά πρόστιμα ως χρέος οφειλόμενο στους ιδίους. (γ) Η είσπραξη οιουδήποτε ποσού από τους ενάγοντες αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα»), τα οποία ρυθμίζουν, κατά τρόπον εξαντλητικό, την είσπραξη από το Κράτος των εσόδων του καθώς και οιουδήποτε άλλου ποσού οφειλομένου σε αυτό. Όταν εισπραχθούν, τα ποσά αυτά κατατίθενται σε ένα λογαριασμό του Δημοσίου ο οποίος καλείται «λογαριασμός παγίου ταμείου της Δημοκρατίας» (Άρθρο 165.2 του Συντάγματος). (δ) Η είσπραξη οιουδήποτε ποσού από τους ενάγοντες αντίκειται στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Κυρωτικός Νόμος 39/1962, «η Ευρωπαϊκή Σύμβαση») καθώς και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό γιατί, εν προκειμένω, οι ενάγοντες ενήργησαν υπό την πολλαπλή ιδιότητα του οργάνου που διερεύνησε την κατηγορία εναντίον τους, του κατηγόρου, του δικάζοντος οργάνου και του οργάνου που θα εισπράξει το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο και θα το καρπωθεί. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη. Περιορίσθηκε στην από κοινού κατάθεση εγγράφου περιέχοντος παραδεκτά γεγονότα (έγγραφο αρ. 1). Το έγγραφο αυτό, καταγράφει τα ακόλουθα: «... 1. Είναι κοινό παραδεκτό γεγονός, η ύπαρξη της διοικητικής απόφασης της Ενάγουσας ημερομηνίας 15/2/2006 , με την οποία η Ενάγουσα επέβαλε στην Εναγομένη το διοικητικό πρόστιμο των Λ.Κ. 21,500 για παράβαση του άρθρου 34
(2)του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7 (Ι)/
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι η απόφαση της Ενάγουσας ημερομηνίας 15/2/2006, με την οποία η επέβαλε στην Εναγομένη το διοικητικό πρόστιμο των Λ.Κ. 21,500, προσβλήθηκε από την Εναγομένη με την προσφυγή 726/06, η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 16/4/
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι εναντίον της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε από την Εναγομένη η Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 58/08, η οποία απορρίφθηκε στις 4/2/
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι η Εναγομένη δεν κατέβαλε το διοικητικό πρόστιμο των Λ.Κ. 21,500 που της επεβλήθη με την απόφαση της Ενάγουσας ημερομηνίας 15/2/2006, παρ' όλο ότι εκλήθη με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 13/4/2006 να το καταβάλει.
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι τα διοικητικά πρόστιμα που εισπράττει η Αρχή, κατόπιν διοικητικής απόφασης, κατατίθενται στο Ταμείο της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 38
(1)(δ) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7 (Ι)/
- ....» Επίσης, διά της υπεράσπισης, οι εναγόμενοι παραδέχονται τις ακόλουθες δύο παραγράφους της έκθεσης απαίτησης: "
- Η Ενάγουσα είναι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7
(1)του 1998 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») και εγείρει την παρούσα αγωγή με βάση το άρθρο 3 εδάφιον
(3)παράγραφος (α) του Νόμου.
- Η Εναγομένη είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια/αδειούχος του τηλεοπτικού σταθμού «ΑΝΤΕΝΝΑ»". Σημειώνω εξ αρχής το ουσιώδες γεγονός πως δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρία περί αναστολής εκτέλεσης της απόφασης των εναγόντων ημερομηνίας 15.2.
- Τα μόνα τα οποία δηλώθηκαν, ως παραδεκτά, είναι: (α) το γεγονός της προσβολής της διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 15.2.2006 δια της προσφυγής υπ' αριθμόν 726/2006 η οποία απερρίφθηκε στις 16.4.2008 και (β) το γεγονός της καταχώρισης, εναντίον της απορριπτικής απόφασης ημερ. 16.4.2008 της αναθεωρητικής έφεσης αρ. 58/2008 η οποία, επίσης, απερρίφθηκε στις 4.2.
- Έχω διεξέλθει τα ζητήματα που εγείρονται εν προκειμένω, υπό το πρίσμα των παραδεκτών γεγονότων (ως αυτά εκτίθενται στο έγγραφο αρ. 1) και των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται (ως αυτά εκτίθενται στις παρα. 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης). Διαπιστώνω, κατ' αρχάς, πως το κεντρικό ζήτημα της φύσης της απόφασης των εναγόντων ημερ. 15.2.2006 καθώς και του ένδικου μέσου δια του οποίου αυτή ελέγχεται, όσον αφορά στη συνταγματικότητα και τη νομιμότητά της, έχει επιλυθεί με σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια άσκησης δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας. Ομοίως, έχει επιλυθεί το δεύτερο κεντρικό ζήτημα της δυνατότητας άμεσης εκτέλεσης της απόφασης αυτής καθώς και των συνεπειών τέτοιας δυνατότητας. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί, κατά τρόπον οριστικό και αμετάκλητο, πως οι αποφάσεις των εναγόντων δια των οποίων επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα ανήκουν στην κατηγορία των εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων. Ως τέτοιες, οι αποφάσεις αυτές ελέγχονται, ως προς τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητά τους, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας τους με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, μόνον από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια του ένδικου μέσου της προσφυγής (Άρθρο 146 του Συντάγματος). Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εξετάσει τέτοια θέματα. Επιπλέον, ως εκτελεστές διοικητικές αποφάσεις, οι αποφάσεις των εναγόντων περί επιβολής διοικητικών προστίμων παράγουν αμέσως έννομα αποτελέσματα. Έτσι, εάν το εκάστοτε επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο δεν εξοφληθεί εμπροθέσμως, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τα κατάλληλα δικαστικά μέτρα (με την καταχώριση αγωγής) για να το εισπράξουν. Τυχόν εκκρεμότητα προσφυγής ή αναθεωρητικής έφεσης εναντίον της εκτελεστής διοικητικής απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου δεν αναστέλλει, αφ' εαυτής, την άμεση εκτελεστότητα της εν λόγω απόφασης. Τέτοια αναστολή μπορεί να διαταχθεί μόνον από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια σχετικής ενδιάμεσης διαδικασίας κατά την εκδίκαση των ένδικων αυτών μέσων. Εν πάση περιπτώσει, ο Καν. 47 της Κ.Δ.Π. 10/2000 ρητώς ορίζει πως: «
- Τα τέλη ή διοικητικά πρόστιμα ή οποιεσδήποτε άλλες οφειλές καταβάλλονται στην Αρχή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή». Παραπέμπω στις εξής αποφάσεις: Sigma Radio T.V. Ltd κ.ά. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1601 και απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 3/2008 κ.α. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ημερ. 12.7.
- Εφ' όσον λοιπόν η απόφαση των εναγόντων ημερ. 15.2.2006, η οποία στηρίζει την επίδικη αξίωση, αποτελεί εκτελεστή διοικητική απόφαση και δύναται να ελεγχθεί, ως προς τη συνταγματικότητα και νομιμότητά της, μόνον από το Ανώτατο Δικαστήριο, και εφ' όσον δεν διετάχθηκε η αναστολή της, αυτή παράγει αμέσως όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Νομίμως, συνεπώς, οι ενάγοντες κατεχώρισαν, εκκρεμούσης της αναθεωρητικής έφεσης αρ. 58/2008, την προκείμενη αγωγή, η οποία εντάσσεται στα μέτρα εκτέλεσης της απόφασής τους ημερ. 15.2.
- Ως έχουν τα πράγματα, η προκείμενη αγωγή ούτε κακόπιστη, ούτε πεισματική ούτε πρόωρη μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ούτε μπορεί να κριθεί, στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, η διοικητική απόφαση ημερ. 15.2.2006, ως ατελής, ανυπόστατη ή άκυρη. Περαιτέρω, ως αβάσιμες κρίνονται και οι αιτιάσεις της πλευράς των εναγομένων οι οποίες σχετίζονται με την καταληκτική φράση της παρα
(3)του άρθρου 41Β του Νόμου. Η πλευρά των εναγομένων ερμηνεύει τη φράση αυτή εσφαλμένα, παραγνωρίζοντας τις ουσιώδεις πρόνοιες του Νόμου περί του ανεξαρτήτου χαρακτήρα των εναγόντων [άρθρο 3
(1)] και περί της αυτόνομης ικανότητάς τους να ενάγουν και να ενάγονται [άρθρο 3
(3)]. Έχοντας αυτά ως δεδομένα δεν μπορεί η φράση «... η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» [άρθρο 41Β
(3)] να ερμηνεύεται κατά τρόπον που να καθιστά τους ενάγοντες ως όργανο του Κράτους (της κεντρικής διοίκησης). Δεν μπορεί η φράση αυτή να ερμηνεύεται κατά τρόπον που να καθιστά τους ενάγοντες εισπράκτορα χρημάτων που οφείλονται στο Κράτος. Η μόνη ορθή και λογική ερμηνεία της καταληκτικής φράσης της παρα.
(3)του άρθρου 41Β του Νόμου είναι ότι οι ενάγοντες, για να εισπράξουν τα οφειλόμενα σε αυτούς, ακολουθούν διαδικασίες ανάλογες με αυτές που το Κράτος ακολουθεί για να εισπράξει όσα του οφείλονται ως αστικά χρέη. Και η ρύθμιση αυτή είναι λογική και δικαιολογημένη δεδομένου του γεγονότος ότι οι ενάγοντες, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατ' αρχήν, δεν ενεργούν ως ιδιώτης. Δραστηριοποιούνται και ασκούν αρμοδιότητες δημοσίου χαρακτήρα, εξυπηρετώντας την ανάγκη της καθ' ύλην διοικητικής αποκέντρωσης, και ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τα αμέσως πιο πάνω δίδουν απάντηση και στα επιχειρήματα των εναγομένων περί παραβίασης των Άρθρων 165, 166 και 167 του Συντάγματος. Εάν παραμείνει απλήρωτο ένα διοικητικό πρόστιμο, το οποίο επέβαλαν οι ενάγοντες, αυτοί μπορούν να διεκδικήσουν την εξόφλησή του εγείροντας οι ίδιοι αγωγή και ακολουθώντας δικαστικές διαδικασίες ανάλογες με αυτές που ακολουθεί το Κράτος (η κεντρική διοίκηση) για να εισπράξει όσα του οφείλονται ως αστικά χρέη. Και εάν επιτύχουν και κατορθώσουν να εισπράξουν τα οφειλόμενα, οι ενάγοντες θα τα καταθέσουν στο δικό τους Ταμείο, ως ορίζει το άρθρο 38
(1)(δ) του Νόμου. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσόν των €36.734,93 (ισόποσον Λ.Κ.21.500). Το ποσόν αυτό θα φέρει τόκο, με νόμιμο επιτόκιο, από τις 7.9.2009, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) ............... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο