Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας DEME-DAIRY LTD, Αρ. Αγωγής: 6394/05, 22/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6394/05 Μεταξύ:- Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων- Αιτητών - Και-
- DEME-DAIRY LTD (A.E. 0027781) Λεωφ. Λεμεσού αρ. 35
- DEME-PLASTOPACK LTD (ΔΤ Αρ. Ε.016366) Λεωφ. Λεμεσού αρ. 35, 2220 Λατσιά
- Χάρης Δημητρίου (Δ.Τ. 0340434) Λεωφ. Λατσιών αρ. 91 2220 Γέρι
- Χριστίνα Δημητρίου (Δ.Τ. 0622182) Λεωφ. Λατσιών αρ. 91, 2220 Γέρι Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 2.10.08 ΜΕΤΑΞΥ Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων- Αιτητών - Και-
- Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας DEME-DAIRY LTD
- DEME-PLASTOPACK LTD (ΔΤ Αρ. Ε.016366) Λεωφ. Λεμεσού αρ. 35, 2220 Λατσιά
- Χάρης Δημητρίου (Δ.Τ. 0340434) Λεωφ. Λατσιών αρ. 91 2220 Γέρι
- Χριστίνα Δημητρίου (Δ.Τ. 0622182) Λεωφ. Λατσιών αρ. 91, 2220 Γέρι Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση ---------------------- Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2013 Αίτηση ημερ. 21.12.12 για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές/Εναγόμενους: κ. Λ. Ιωαννίδης Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Στ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης έχει ξεκινήσει και βρίσκεται σε εξέλιξη. Συγκεκριμένα άρχισε στις 19.11.12 και αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος έτυχε αντεξέτασης τόσο στις 19.11.12, μετά την ολοκλήρωση της κύριας εξέτασης του όσο και στις 21.11.12 και 26.11.12 και η συνέχιση της εκδίκασης της υπόθεσης είχε οριστεί στις 22.01.13, μεσολάβησε η καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από μέρους των Εναγομένων στις 7.12.12 («η πρώτη Αίτηση»). Η εν λόγω Αίτηση ενώ είχε οριστεί για ακρόαση στις 20.12.12 και ώρα 8.30 π.μ., λόγω της παράλειψης εμφάνισης των Δικηγόρων των Εναγομένων στην ορισθείσα ώρα, απερρίφθη ένεκα παράλειψης προώθησης. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης στις 21.12.
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Οι επιζητούμενες τροποποιήσεις εξειδικεύονται στο σώμα της υπό κρίση Αίτησης στις παραγρ. (Α) και (Β) αυτής. Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ.25, θθ1-5, Δ.48,θθ1-3,8 και 9, Δ.63,θθ1-3, Δ.64,θθ1,2, τα Άρθρα 29, 31,32 του Νόμου 14/60 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου
- Σ΄ αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Þ Πρόσφατα άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης και στα πλαίσια της αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων Ανδρέα Βανέζη του υπεβλήθη από το δικηγόρο του ενόρκως δηλούντα ότι ούτε ο ίδιος, ούτε η σύζυγος του, Εναγομένη 4, είχαν παραλάβει τις επιστολές στις οποίες αναφέρονται οι Ενάγοντες στην παράγρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης τις οποίες διατείνονται οι Ενάγοντες ότι τους έστειλαν και τερμάτισαν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού. Þ Κατά την επόμενη δικάσιμο ο δικηγόρος του ενόρκως δηλούντα υπέβαλε στον εν λόγω μάρτυρα τον ισχυρισμό ότι η διεύθυνση διαμονής του ενόρκως δηλούντα και της συζύγου του είναι η οδός Αλέξανδρου Υψηλάντη 91 Γέρι, όπου φαίνεται να στάληκαν οι επιστολές τερματισμού, υποβολή η οποία δεν έγινε επιτρεπτή από το Δικαστήριο γιατί θεωρήθηκε ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχετο στην Υπεράσπιση. Αποτελούσε πρόθεση του δικηγόρου να υποδείξει στον εν λόγω μάρτυρα ότι η διεύθυνση της οικίας στην οποία διαμένει ο Εναγόμενος 3 και η Εναγομένη 4 από το 1987 ήταν η Λεωφ. Λατσιών 91 Γέρι, η οποία το 1996 άλλαξε σε οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη 9, Γέρι. Þ Με την πιο πάνω εξέλιξη και ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορούν πλέον οι Εναγόμενοι να υποβάλουν τη θέση τους και να προωθήσουν την υπεράσπιση τους σ΄ ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα, το ζήτημα της γνωστοποίησης ή μη του τερματισμού της συμφωνίας, πρόβλημα το οποίο θα έχουν και με τον επόμενο μάρτυρα των Εναγόντων όπως και όταν θα δώσει κατάθεση ο Εναγόμενος
- Þ Οι Ενάγοντες, μέσω του πιο πάνω μάρτυρα τους παρουσίασαν και κατάθεσαν ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα στα οποία οι Εναγόμενοι εντοπίζουν στοιχεία τα οποία θεωρούν ότι ενισχύουν την υπεράσπιση τους και είναι απαραίτητο να εισαχθούν στην υπεράσπιση τους. Þ Παρά το γεγονός ότι η Υπεράσπιση είναι αρκετά λεπτομερής και καλύπτει πολλές πτυχές των επίδικων θεμάτων, δεν συμπεριλαμβάνει, όπως είναι φυσικό, ισχυρισμούς σε σχέση με τα πιο κάτω θέματα που εξειδικεύει ο ενόρκως δηλών τα οποία προέκυψαν με βάση τα νέα στοιχεία τα οποία εντόπισε ο ενόρκως δηλών μελετώντας τα έγγραφα που πρόσφατα καταχωρήθηκαν ως Τεκμήρια. Þ Συγκεκριμένα έχει, μεταξύ άλλων, αποκαλυφθεί η ύπαρξη άλλων λογαριασμών της Εναγομένης. Μελετώντας τα πιο πάνω έγγραφα και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 19, Τεκμήριο 15 και Τεκμήρια 11(Α),(Β) και (Γ) εντόπισε στοιχεία ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε «μεικτό δανεισμό» και ανάγκαζαν την Εναγομένη να συνάπτει δάνεια ενοικιαγοράς με τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ τα οποία έφεραν τόκο 9% ετησίως το οποίο υπολόγιζαν επί του αρχικού υπολοίπου του δανείου και όχι του πραγματικού υπολοίπου με αποτέλεσμα να επιβαρύνουν το δάνειο με τον τόκο που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο επιτόκιο και, συνακόλουθα, χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό της 'Εναγομένης με δόσεις δανείου που δεν είχε υποχρέωση να καταβάλλει. Στα δάνεια δε αυτά δεν υπήρχε πραγματικό αντικείμενο ενοικιαγοράς αλλά εικονικά αντικείμενα. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης ημερ. 7.12.12 («πρώτη Αίτηση») ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όταν στις 12.12.12 ορίστηκε για ακρόαση για τις 20.12.12 η δικηγόρος Μαρία Καϊμη, η οποία εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων, δεν κατέγραψε συγκεκριμένη ώρα γιατί δεν άκουσε το Δικαστήριο να καθορίζει ώρα. Όταν η δικηγόρος μετέβη στο Δικαστήριο γύρω στις 9 π.μ. με σκοπό να συναντήσει την αντίδικο της και, αφού προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς χωρίς επιτυχία, γύρω στις 9.15 π.μ. τη συνάντησε στο Δικαστήριο που την πληροφόρησε ότι η αίτηση τροποποίησης είχε απορριφθεί λόγω καθυστέρησης εμφάνισης στις 8.30 π.μ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση καταχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.25,θθ1-6, Δ.48,θθ1-4,8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Ν.14/60και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ø Η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας λόγω, μεταξύ άλλων, της καταχώρησης προγενέστερης πανομοιότυπης αίτησης για τροποποίηση η οποία είχε καταχωρηθεί στις 7.12.12 και η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο στις 20.12.12 λόγω μη προώθησης της. Ø Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης με την οποία ζητείται τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφορικά με γεγονότα τα οποία είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Εναγόμενους. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Ø Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης έχει αρχίσει από τις 19.11.12 και η Αίτηση αποτελεί ξεκάθαρα προσπάθεια των Εναγομένων να συμπεριλάβουν ισχυρισμούς τους οποίους δεν περιέλαβαν στην αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους αδικαιολόγητα εφόσον πρόκειται για ισχυρισμούς και/ή έγγραφα τα οποία ήταν και/ή όφειλαν να είναι σε γνώση τους. Επίσης αποτελεί προσπάθεια τροποποίησης θετικών ισχυρισμών των Εναγομένων στην παράγρ. 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Ø Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας των Αιτητών και/ή κακής συνεννόησης με τους δικηγόρους τους αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής και προσπάθεια να ξεπεραστούν προβλήματα που ανεφάνησαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ø Με την Αίτηση οι Εναγόμενοι εισαγάγουν νέα θέματα με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην και/ή τροποποιούν την ουσία της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με νέους ισχυρισμούς που αναπόφευκτα συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ø Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα θέσει του Ενάγοντες σε υπέρμετρη αδικία εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει από τις 19.11.12 και έχει ήδη ολοκληρωθεί η μαρτυρία και εξέταση του πρώτου τους μάρτυρα. Ø Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψεως των Εναγομένων και δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι για την αναγκαιότητα της. Έχει δε ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει την όλη διαδικασία. Τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει την επανακλήτευση μαρτύρων προς το σκοπό περαιτέρω διευκρινήσεων επί των «επίδικων θεμάτων» όπως αυτά δυνατόν να διαμορφωθούν. Ø Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Ενάγοντες που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιώθούν με έξοδα. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Βανέζη, υπαλλήλου στην υπηρεσία των Εναγόντων και πρόσωπο που κατάθεσε στην παρούσα υπόθεσης ως Μ.Ε.
- Σ' αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ü Οι Εναγομένοι έδειξαν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά γεγονότα τα οποία ήταν και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Αιτητές από το 1995, έτος κατά το οποίο συνήφθη η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση και/ή κατά το 2005 κατά την καταχώρηση της αγωγής και/ή ακόμα το 2008, χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε έγγραφα και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 19, 11 και 15 τα οποία ήταν εν γνώσει τους και/ή όφειλαν να έχουν στην κατοχή τους. ü Είναι ξεκάθαρο ότι αιτία για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης είναι το ότι δεν έγινε επιτρεπτή η υποβολή του δικηγόρου των Εναγομένων δύο φορές, ενόψει του ότι στην παράγρ. 10 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι παραδέχονται ρητά την αποστολή των επιστολών. ü Ο ισχυρισμός περί της αλλαγής διεύθυνσης των Εναγομένων ήταν γνωστός από το έτος 1996 και αδικαιολόγητα δεν συμπεριλήφθηκε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους η οποία καταχωρήθηκε το
- ü Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται ρητά την αποστολή των αναφερόμενων επιστολών χωρίς να αμφισβητούν με οποιονδήποτε τρόπο τη διεύθυνση στην οποία στάληκαν οι επιστολές στην παράγρ. 10 της Υπεράσπισης. ü Σχετικά με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Ενάγοντες, το Τεκμήριο 19 που αποτελεί σειρά επιστολών του Εναγομένου 3 και το Τεκμήριο 15, αποτελούν επιστολές και έγγραφα των ιδίων των Εναγομένων. ü Δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε αίτηση αποκάλυψης εγγράφων από τους Εναγόμενους ενώ μπορούσαν να το κάνουν και, επομένως, δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί «νέων στοιχείων» επειδή τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και μελετήθηκαν πρόσφατα τα οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι έγγραφα υπογραμμένα από τους Εναγόμενους. ü Τα Τεκμήρια 11, 15 και 19 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ήταν γνωστά στους Εναγόμενους εφόσον πλείστα εξ' αυτών είναι υπογραμμένα από τους ιδίους και/ή όφειλαν να τα έχουν στην κατοχή τους. ü Όσον αφορά το Τεκμήριο 11 αφορά και καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονταν ανελλιπώς στους Εναγόμενους στη δοθείσα υπό τους ιδίους διεύθυνση κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
- ü Το Τεκμήριο 15 αφορά δέσμη 11 εγγράφων, πρακτικά συνεδρίας του Δ.Σ της Εναγομένης 1, ενώ το Τεκμήριο 19 αφορά επιστολές του Εναγομένου 3 και του πρώην δικηγόρου του προς τους Ενάγοντες. Συνεπώς το περιεχόμενο των Τεκμηρίων αυτών ήταν και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστό σε αυτούς προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. ü Με την αιτούμενη τροποποίηση και, κατά συνέπεια, την έγερση νέων ισχυρισμών εκ μέρους των Εναγομένων αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ως, επίσης, και η παρεμπόδιση της ακροαματικής διαδικασίας για πολλοστή φορά σε μια αγωγή τόσο παλαιά, ειδικότερα τη στιγμή που η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει εφόσον η μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα έχει ολοκληρωθεί και, συνεπώς, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την επανακλήτευση του προς το σκοπό περαιτέρω διευκρίνισης επί των «επίδικων θεμάτων» όπως αυτά δυνατόν να διαμορφωθούν. ü Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης και τρόπος να ξεπεραστούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν με τις δύο προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. ü Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει χρονοβόρες συνέπειες και θα περιπλέξει τα εγειρόμενα επίδικα θέματα με μόνο αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής η οποία εκκρεμεί από το
- Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρεται και στα γεγονότα που προηγήθηκαν της απόρριψης λόγω προώθησης προηγούμενης πανομοιότυπης αίτησης τροποποίησης ημερ. 7.12.12 που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους και ισχυρίζεται ότι θα πρέπει γι΄ αυτό και μόνο το λόγο να απορριφθεί και η υπό κρίση Αίτηση ως καταχρηστική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 Θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties". Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4]΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Naviagation
(1989)1(Ε) A.A.Δ 33.[5]
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 ΑΑΔ 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81). Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης και τη σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και στις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, σχετική είναι η υπόθεση Sait Electronic S.A v. Του Πλοίου "DOMINIQUE" κ.α. (αρ. 1)
(1992)1(A) A.A.Δ 264. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή στη σελ. 271 της απόφασης:- «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση. Αυτό προκύπτει ευθέως από την πρόσφατη απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Katteman v. Hansel Propertis Ltd
(1988)1 All E.R. 38. Το ακόλουθο απόσπασμα συνοψίζει το ανεπιθύμητο έγκρισης της τροποποίησης κατά το τέλος της δίκης:- «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση:- «Περαιτέρω, η έγκριση τροποποίησης πριν την έναρξη της δίκης είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την έγκριση της κατά το πέρας της δίκης για το σκοπό παροχής στον προφανώς ανεπιτυχή εναγόμενο (ο διάδικος που διεκδικούσε την τροποποίηση σε εκείνη την υπόθεση) ευκαιρίας να ανανεώσει τον αγώνα πάνω σε εντελώς διαφορετική υπεράσπιση.» Από τη νομολογία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή συναντάται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητά της έχει διαφανεί από πριν, αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημά του[9]. (βλ. Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 CLR 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)2 CLR 24). Πάντοτε επίσης ο παράγων της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Άδεια για τροποποίηση δικογράφων μπορεί να δοθεί από το Δικαστήριο διαρκούσης της ακρόασης μιας υπόθεσης αλλά το Δικαστήριο δεν θα δώσει εύκολα άδεια για τροποποίηση κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσης η αναγκαιότητα της οποίας ήταν αρκούντως εμφανής μήνες προηγουμένως και δεν ζητήθηκε. Άκρως σχετική και διαφωτιστική με τα υπό συζήτηση θέματα είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση William Patrick Jack of Scotland and another v. Philiappa Estates of Potamos Yermasoyias
(1988)1 C.L.R 607 στη σελ. 613:- «Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago, and then not asked for. (Hibgrave v. Case 28 Ch.D. 356) At any rate if would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case (Rawding v. London Brick Co
(1971)K.I.R 207 C.A.)." ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ (Ι) Κατά πόσο η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας Ένας από τους λόγους Ένστασης στην παρούσα υπόθεση είναι το ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) λόγω της καταχώρησης προγενέστερης πανομοιότυπης αίτησης για τροποποίηση η οποία είχε καταχωρηθεί στις 7.12.12 λόγω μη προώθησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό το Δικαστήριο που ως γνωστόν συνιστά και τη μόνη αυθεντική πληροφόρηση περί των όσων έχουν λάβει χώρα, ενώ η συνήγορος των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση είχε εμφανισθεί κανονικά στις 20.12.12 ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.30 π.μ. που είχε ορισθεί η ακρόαση της αίτησης τροποποίησης ημερ. 7.12.12 και ήταν έτοιμη για την ακρόαση της, ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων/Αιτητών μέχρι τις 9.17 π.μ. οπόταν το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της αίτησης λόγω παράλειψης προώθησης της. Με την υπό κρίση Αίτηση η δικαιολογία που προβάλλεται για τη μη προσέλευση του δικηγόρου των Εναγομένων/Αιτητών κατά την ορισθείσα ώρα ακρόασης της Αίτησης ήταν ότι η δικηγόρος Μαρία Καϊμη, η οποία εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή Λ. Ιωαννίδη, στις 12.12.12 που ήταν ορισμένη η αίτηση ημερ. 7.12.12 και είχε κατ΄ εκείνη την ημέρα οριστεί για ακρόαση στις 20.12.12 δεν είχε καταγράψει συγκεκριμένη ώρα γιατί δεν άκουσε το Δικαστήριο να καθορίζει ώρα. Όπως έχει επισημανθεί σε σχετική νομολογία στην οποία με έχει παραπέμψει η κα Πολυβίου που αφορούσε αιτήσεις επαναφοράς, ο ισχυρισμός δικηγόρου ότι δεν είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα ώρα ακρόασης επειδή δεν είχε ακούσει την ώρα της ακρόασης κρίθηκε ότι ούτε σοβαρός ήταν αλλά ούτε και εύλογος[10]. Πολύ σχετική κρίνεται η υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρεϊνμπόου Πλητσικγκ και Νταϊγκ κο Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 1014 στην οποία, επίσης, έχω παραπεφθεί από την κα Πολυβίου, όπου κρίθηκε ότι η υποβολή αίτησης για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης για τρίτη φορά στην απουσία αποδεκτής εξήγησης αναφορικά με τα δύο προηγούμενα διαβήματα, συνιστούσε κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, ο εφεσείων 2 είχε αποσύρει την πρώτη αίτηση του, ενώ η δεύτερη απερρίφθη λόγω της απουσίας του αιτητή και του δικηγόρου του κατά την ημέρα της ακρόασης. Στη δεύτερη περίπτωση ο αιτητής είχε αποδώσει τη μη εμφάνιση του δικηγόρου του κατά την ακρόαση της δεύτερης αίτησης σε λάθος της δικηγόρου του η οποία είχε σημειώσει ως ώρα ακρόασης την 11 π.μ. αντί την 9.30 π.μ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η εξήγηση για τη μη παρουσία του αιτητή ή του δικηγόρου του κατά την ημερομηνία της ακρόασης της δεύτερης αίτησης δεν ήταν ικανοποιητική αλλά φτωχή. Το Ανώτατο Δικαστήριο λοιπόν, αφού έκρινε ότι η υποβολή του ιδίου ένδικου διαβήματος για τρίτη φορά στην απουσία αποδεκτής εξήγησης αναφορικά με τα δύο προηγούμενα διαβήματα συνιστούσε κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, απέρριψε την αίτηση αφού εξέτασε προηγουμένως και την ουσία της αίτησης. Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, ακόμη, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της[11]. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, υπεδείχθη ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του.» Εξετάζοντας λοιπόν την υπό κρίση περίπτωση και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές διαπιστώνω ότι η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με πανομοιότυπο περιεχόμενο όπως και η αίτηση ημερ. 7.12.12 («η πρώτη Αίτηση») χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική και/ή αποδεκτή εξήγηση για την προηγούμενη αίτηση ημερ. 7.12.12 η οποία, επαναλαμβάνω, απερρίφθη λόγω έλλειψης προώθησης της συνιστά, εν προκειμένω, περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, γεγονός που οδηγεί στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης σε αυτή τη βάση. Η δικαιολογία που προβλήθηκε ότι η δικηγόρος Μαρία Καϊμη δεν κατέγραψε συγκεκριμένη ώρα γιατί δεν άκουσε το Δικαστήριο να καθορίζει ώρα δεν αποτελεί ικανοποιητική και αποδεκτή εξήγηση για την παράλειψη των δικηγόρων των Εναγομένων να εμφανιστούν στην ορισθείσα ώρα ακρόασης της αίτησης ημερ. 7.12.12 η οποία προηγήθηκε της υπό κρίση. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα και άνευ ετέρου στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί η ουσία της, κρίνω σκόπιμο, σε περίπτωση που κριθεί κατ΄ έφεση λανθασμένη η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου, να αποφασίσω την παρούσα Αίτηση και επί της ουσίας της ούτως ώστε να υπάρχει η απόφαση του Δικαστηρίου και επί αυτού του ζητήματος. (ΙΙ) Εξέταση της ουσίας της Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη ενώ η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης είχε ήδη ξεκινήσει και αφού μεσολάβησε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα από πλευράς Εναγόντων ως, επίσης, και η κατάθεση αριθμού Τεκμηρίων. Έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω ότι όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλεται μια αίτηση τροποποίησης τόσο πιο αυξημένο είναι το βάρος του αιτούμενου την τροποποίηση να δείξει ότι αυτή είναι αναγκαία και δεν θα επηρεάσει αρνητικά τον αντίδικο του. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Η πλευρά των Εναγομένων για να δικαιολογήσει το αίτημα στο παρόν στάδιο επικαλείται την ύπαρξη νέων στοιχείων τα οποία προέκυψαν κατόπιν μελέτης από τον Εναγόμενο 3 των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και, συγκεκριμένα, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15, και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α, Β και Γ. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19 αφορά πρακτικά του Δ.Σ. της Εναγομένης 1, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 επιστολές των Εναγομένων και του τότε δικηγόρου τους, ενώ το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α,Β,Γ είναι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από τους Ενάγοντες προς το σκοπό απόδειξης της απαίτησης τους. Το ερώτημα, ωστόσο, που πρέπει ευθύς εξ αρχής να απαντηθεί είναι το κατά πόσο αυτά τα στοιχεία τα οποία αφορούν και αναφέρονται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 15, 19 και 11Α,Β,Γ αποτελούν στοιχεία και γεγονότα τα οποία ήσαν γνωστά στους Εναγόμενους ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους Εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Αναφερόμενη πρώτα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 που, επαναλαμβάνω, συνιστά επιστολές των Εναγομένων και του τότε δικηγόρου τους όπως, επίσης, και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19 που αφορά πρακτικά του Δ.Σ. της Εναγομένης 1, διαπιστώνω ότι αυτά τα έγγραφα, τα οποία οι ίδιοι οι Εναγόμενοι υπογράφουν, ήταν σε γνώση των Εναγομένων και δεν μπορούν, επομένως, σήμερα να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι αποτελούν «νέα στοιχεία». Όσον αφορά δε τις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11 Α, Β, Γ, πέραν του ότι στην ακροαματική διαδικασία προεβλήθη η θέση από τον Μ.Ε.1 ότι αποστέλλονταν στη δοθείσα από τους Εναγόμενους διεύθυνση ανελλιπώς και ότι, επομένως, θα έπρεπε να ήταν σε γνώση τους, θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι μέσα στα πλαίσια υποβολής αιτήματος αποκάλυψης εγγράφων και, συνακόλουθα, έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης να λάβουν γνώση όλων των σχετικών με την παρούσα υπόθεση εγγράφων και όχι να αναμένουν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και στο στάδιο κατάθεσης Τεκμηρίων για να διαπιστώσουν σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης κατόπιν μελέτης των εγγράφων που κατατίθενται ως Τεκμήρια. Όπως είναι νομολογημένο η αποκάλυψη εγγράφου η οποία προβλέπεται στη Δ.28,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες. Κάθε έγγραφο που μπορεί δε να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Πέραν των πιο πάνω, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τους Εναγόμενους γιατί να μην ήταν στη γνώση των Εναγομένων οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοιχθεί από τους Ενάγοντες μέσα στα πλαίσια παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων όπου πρωτοφειλέτης ήταν η Εναγόμενη εταιρεία 1 και εγγυητές οι Εναγόμενοι 2,3 και 4 και να έπρεπε να έλθουν στη γνώση τους και/ή να περιέλθουν στην αντίληψη τους για πρώτη φορά στο στάδιο καταχώρησης των εγγράφων αυτών στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. Να επισημάνω εδώ, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, ότι ακόμη και στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 20.3.06 η οποία κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Αίτησης ημερ. 20.3.06 για παραμερισμό της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί στις 8.3.06 εναντίον των Εναγομένων, ο Εναγόμενος 3 έκαμνε αναφορά σε καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης 1 και μάλιστα κατέθεσε μέρος αυτών ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αποτελούμενο από 8 σελίδες δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αποτελούσε μέρος από τις πάμπολες καταστάσεις που είχε στην κατοχή του και του απέστελλαν κατά καιρούς οι Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι όφειλαν να δικαιολογήσουν με επάρκεια την παράλειψη τους να αποταθούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα. Εκείνος δε που έχει στους ώμους του ένα τέτοιο βάρος έχει συνάμα και καθήκον να δείξει την καλοπιστία του τόσο για το τί έγινε μέχρι τώρα όσο και για να δικαιολογήσει την αδράνεια του. Είναι η κρίση μου ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν πλήρως να δικαιολογήσουν το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση σε σχέση με τη δυνατότητα πιο έγκαιρης προσφυγής στο Δικαστήριο. Όπως τονίσθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Μ. Πική στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ 607 στη σελ. 611: "Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας σαν δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος." Όπως δε εύστοχα τονίσθηκε και στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ 44 η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Πιο απλά φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία όχι αόριστα η παρέλευση μακρού χρόνου αλλά η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που δημιουργήθηκαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι, κατά την γνώμη μου, δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι τα στοιχεία τα οποία περιγράφουν ως «νέα στοιχεία» ήταν όντως νέα στοιχεία υπό την έννοια ότι δεν ήταν στη γνώση τους και/ή δεν θα μπορούσαν εύλογα να τα εντοπίσουν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προέκυψε ήταν ότι, τουλάχιστον καθ΄ όσον αφορά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19, επρόκειτο για έγγραφα υπογεγραμμένα από τους ίδιους και, ως τέτοια, στοιχεία που γνώριζαν και/ή αναμένετο να γνωρίζουν πριν από το στάδιο της κατάθεσης τους ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια. Όσο αφορά δε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α,Β,Γ που αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού και αυτά τα στοιχεία φαίνεται να ήταν σε γνώση τους, ή, αν δεν ήταν σε γνώση τους, είχαν τη δυνατότητα να τα εντοπίσουν και να τα εξασφαλίσουν προτού αυτά παρουσιασθούν και κατατεθούν στο Δικαστήριο. Δεν μπορούν, επομένως, οι Εναγόμενοι να ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί «νέων στοιχείων» επειδή τα έγγραφα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια και ότι μελετήθηκαν τα έγγραφα πρόσφατα. Λέω εδώ σε συμφωνία με τα όσα ανέπτυξε η κα Πολυβίου, ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά περίπτωση επίδειξης αμέλειας από πλευράς των Εναγομένων και/ή κακής συνεννόησης των δικηγόρων με τους Εναγόμενους η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην παρουσιασθούν τα σχετικά γεγονότα και υπερασπίσεις των Εναγομένων στο δικόγραφο τους εγκαίρως. Υπενθυμίζω εδώ τη νομολογιακή αρχή ότι από τη στιγμή που δεν κρίνεται ότι υπάρχει κακοπιστία στην εισαγωγή μιας αίτησης ή κατάχρηση διαδικασίας, τότε η αμέλεια από μόνη της δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη εμπόδιο ή κώλυμα στην έγκριση της αίτησης για τροποποίηση. Όπως έχει επισημανθεί και προηγουμένως πολύ διαφορετικά αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο η περίπτωση όπου η αίτηση για τροποποίηση γίνεται εν μέσω της ακροαματικής διαδικασίας όταν μάρτυρες έχουν ήδη αρχίσει να καταθέτουν και οι θέσεις των διαδίκων έχουν αρχίσει να αποκρυσταλλώνονται με μαρτυρία που προσφέρεται στο Δικαστήριο προς αξιολόγηση. Από τη νομολογία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή συναντάται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητά της έχει διαφανεί από πριν, αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημα του[12]. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ 223 η αίτηση για τροποποίηση προωθήθηκε εν μέσω της διαδικασίας ακρόασης και ενώ βρισκόταν και συνεχιζόταν αντεξέταση μάρτυρος. Δεν υπήρχε επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση που σημειώθηκε και το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση ότι η αίτηση θα μπορούσε να εγκριθεί. Στις υποθέσεις United Sea Transport Ltd ν. Ζάκου
(1980)1 C.L.R 501 και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ 607 είχαν, επίσης, απορριφθεί τα αιτήματα για τροποποίηση όχι μόνο διότι το υλικό το οποίο σκοπείτο να εισαχθεί μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ήταν στη γνώση των αιτητών από πολύ προηγουμένως, αλλά και ιδιαίτερα διότι είχαν γίνει πολύ καθυστερημένα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτιλιακή Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ 607, δεν επετράπη τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε διαπιστωθεί από μήνες προηγουμένως, αλλά δεν είχε έγκαιρα ζητηθεί. Παρομοίως, στην υπόθεση United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R 501, 510, η αίτηση απερρίφθη διότι το υλικό που θα εισαγόταν με την τροποποίηση βρισκόταν με τον Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια τουλάχιστον 16 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης. Οι υποθέσεις αυτές, καθώς και άλλες, δείχνουν επίσης τη φειδώ με την οποία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια μετά την έναρξη της δίκης όταν πια το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης καθώς, επίσης, και τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου που θα επιφέρει μια τέτοια αίτηση που υποβάλλεται καθυστερημένα. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι επιδιώκουν περαιτέρω την εισαγωγή ισχυρισμού για μη παραλαβή των επιστολών των Εναγόντων που αναφέρονται στην παράγρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης παρόλο που στην παράγρ. 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ρητά την αποστολή των εν λόγω επιστολών. Ουσιαστικά επιδιώκουν την τροποποίηση του ισχυρισμού τους και, αφού προηγήθηκε η έκδοση από το Δικαστήριο ενδιάμεσης απόφασης (ruling), με την οποία δεν επετράπη σχετική υποβολή του συνηγόρου των Εναγομένων σχετικά με τη μη παραλαβή των εν λόγω επιστολών από τους Εναγόμενους και, πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τη διεύθυνση των Εναγομένων και αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της δοθείσας διεύθυνσης και της διεύθυνσης που αυτοί διαμένουν από ένα χρονικό σημείο και μετά. Με άλλα λόγια η υπό εξέταση Αίτηση αφορά περίπτωση όπου μέσω του αιτήματος τροποποίησης επιδιώκεται από τους Εναγόμενους να αντιμετωπιστούν και/ή να ξεπεραστούν τυχόν κωλύματα και προβλήματα που ανεφάνησαν κατά την ακροαματική διαδικασία ενόψει ενδιάμεσης απόφασης που έδωσε το Δικαστήριο ενόψει της παραγρ. 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης όπου, επαναλαμβάνω, γίνεται ρητή παραδοχή από μέρους των Εναγομένων η αποστολή των επιστολών τερματισμού που αναφέρονται από τους Ενάγοντες στην παράγρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης τους. Περαιτέρω, και σε συμφωνία με τα όσα υποστηρίχθησαν από την πλευρά των Εναγόντων, επισημαίνω ότι, ενώ από τη μία στην παράγρ. 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι ρητά παραδέχονται την αποστολή των αναφερομένων επιστολών χωρίς να αμφισβητούν με οποιοδήποτε τρόπο τη διεύθυνση στην οποία στάληκαν οι επιστολές, από την άλλη επιδιώκουν, μέσω της παρούσας Αίτησης, να εισάξουν ισχυρισμό περί της αλλαγής της διεύθυνσης τους στο χρονικό στάδιο που προσδιορίζουν για να προωθήσουν, τελικώς, τη θέση περί μη παραλαβής από μέρους τους αυτών των επιστολών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και, αφού έχω συνεκτιμήσει κάθε σχετικό παράγοντα στην υπό εξέταση Αίτηση, είναι η κρίση μου ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς την κατεύθυνση απόρριψης της Αίτησης που υποβλήθηκε. Ως αποτέλεσμα η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγομένων/Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 44 [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 ΑΑΔ 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 ΑΑΔ 607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560. [9] Δέστε. Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 CLR 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)2 CLR 24. [10] Δέστε Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλα Ουρπανκοβα
(2003)1 Α.Α.Δ 308, και Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & Τ. Andreou Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ 1296. [11] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133. [12] Δέστε Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 C.L.R 231 και Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)2 C.L.R 24. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο