← Κύπρος

EKMA FURNISHING LTD ν. Ιορδάνη Ιωάννου, Αρ.Αγωγής: 9729/07, 18/2/2013

EKMA FURNISHING LTD ν. Ιορδάνη Ιωάννου, Αρ.Αγωγής: 9729/07, 18/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 9729/07 Μεταξύ: EKMA FURNISHING LTD Εναγόντων και Ιορδάνη Ιωάννου Εναγομένου Αίτηση ημερ. 11.7.12 υπό του εναγομένου για αναστολή εκτέλεσης απόφασης λόγω έφεσης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο: ο ίδιος προσωπικά Για τους καθ΄ων η αίτηση - ενάγοντες: ο κ.Γ.Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.5.12 εκδόθηκε από το Δικαστήριο απόφαση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μετά από ακρόαση. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ο εναγόμενος καλείται να πληρώσει στην ενάγουσα εταιρεία συγκεκριμένο ποσό πλέον τόκο και επίσης να παραδώσει την φυσική κατοχή του επίδικου ακινήτου στους ενάγοντες και όπως μέχρι της παράδοσης καταβάλει στους ενάγοντες συγκεκριμένο ποσό ημερησίως ως αποζημιώσεις και/ή ενοίκια από 1.10.07, πλέον έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στις 22.6.2012 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στις 11.7.12 ο εναγόμενος προσωπικά καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 14.5.12 μέχρι της πλήρους αποπεράτωσης της έφεσης. Η αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 9.10.

  1. Την ημερομηνία εκείνη εμφανίστηκε δικηγόρος εκ πλευράς του εναγομένου-αιτητή, συγκεκριμένα ο κ.Δημ.Μιχαηλίδης, και ο δικηγόρος των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 19.11.12 δίνοντας οδηγίες όπως η ένσταση των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση καταχωρηθεί μέχρι 9.11.
  2. Η ένσταση των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις 15.10.
  3. Στις 19.11.12 που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση ζητήθηκε αναβολή από τον συνήγορο των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση, ο συνήγορος του εναγομένου-αιτητή δεν είχε ένσταση στο αίτημα και έτσι η αίτηση αναβλήθηκε για ακρόαση στις 12.12.
  4. Την εν λόγω ημερομηνία και πάλι δεν προχώρησε η ακρόαση της αίτησης λόγω διαφόρων γεγονότων και ενεργειών του εναγόμενου-αιτητή που, σύμφωνα με τα όσα είχαν αναφερθεί από τον συνήγορο του διαφαίνονταν ότι θα είχαν ως αποτέλεσμα την απόσυρση του συνήγορου του εναγόμενου-αιτητή και για το σκοπό αυτό ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης της αίτησης για να ξεκαθαρίσει το θέμα. Όντως στις 20.12.12 που το Δικαστήριο είχε ορίσει εκ νέου την αίτηση και έδωσε μάλιστα οδηγίες να ήταν παρών στο Δικαστήριο και ο ίδιος ο εναγόμενος-αιτητής, ο συνήγορος του κ.Δ.Μιχαηλίδης με την άδεια του Δικαστηρίου έπαυσε να εκπροσωπεί τον εναγόμενο-αιτητή. Ο αιτητής δήλωσε ότι θα εμφανιστεί προσωπικά και θα προωθήσει την αίτηση του και έτσι η αίτηση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 14.1.13 όπου και ολοκληρώθηκε η ακρόαση της. Η αίτηση του εναγομένου-αιτητή έχει ως νομική βάση την Δ.35 θ.θ.18 και 19, Δ.40 θ.θ. 2,3,7 και 11, Δ.44 θ11 και Δ.48 θ.θ.1,2,4,8 και 9, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του εφεσείοντα-αιτητή στην οποία αναφέρει ότι στις 22.6.12 καταχώρησε έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου και ότι έχει λάβει νομική συμβουλή ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Αναφέρει ότι είναι πρόθυμος να εκδώσει προς όφελος των εναγόντων τραπεζική εγγύηση για τα έξοδα και/ή άλλη εξασφάλιση σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης και αναφέρει ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και υποχρεωθεί να πληρώσει το ποσό που έχει επιδικαστεί εναντίον του υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να μην του επιστραφεί, εάν επιτύχει η έφεση του, γιατί οι ενάγοντες δεν έχουν επαρκείς οικονομικούς πόρους και εισοδήματα. Αναφέρει επίσης ότι εάν παραδοθεί η κατοχή του ακινήτου πριν από την εκδίκαση της έφεσης θα υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά καθότι τα μηχανήματα που βρίσκονται στο ακίνητο θα πρέπει να μεταφερθούν σε άλλο χώρο που συνεπάγεται έξοδα και δαπάνες πέραν των €17.000, αναφέρει επίσης ότι το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο υποστατικό ανήκουν σε εταιρείες των οποίων είναι διευθυντής και κύριος μέτοχος και επίσης αναφέρει ότι, κατά την άποψη του, η απόφαση του Δικαστηρίου αφήνει μετέωρο και υπό αμφισβήτηση το ποιος έχει την κατοχή του ακινήτου και ποιος την υποχρέωση παράδοσης. Επαναλαμβάνει, ότι η συμβουλή του δικηγόρου του είναι ότι η έφεση του έχει πολύ καλή επιτυχία. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια το αντίγραφο της συνταχθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 14.5.12 και αντίγραφο της ειδοποίησης έφεσης την οποία καταχώρησε προσωπικά στις 22.6.
  5. Η ένσταση των εναγόντων-καθών η αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί καταχωρήθηκε στις 15.10.
  6. Έχει την ίδια νομική βάση όπως η αίτηση και οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι ότι ο αιτητής δεν παραθέτει ούτε στην αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση του ικανοποιητικούς νομικά λόγους και στοιχεία για να στηρίξουν την έκδοση του αξιούμενου διατάγματος, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι συρρικνωμένες μέχρι ανύπαρκτες και αναφέρουν επίσης ότι η επίδικη διαφορά είναι χρηματική και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης οι καθ΄ων η αίτηση είναι αξιόχρεοι για την απόδοση τυχόν επιδικασθεισομένου ποσού με έξοδα και τόκους. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Μιχάλη Χατζηκωστή, διευθυντή των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση στην οποία αναφέρει ότι εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, η έφεση δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον αιτητή προς στήριξη της αίτησης του σε σχέση με την αδυναμία των εναγόντων να του επιστρέψουν το ποσό που θα καταβάλει σ΄αυτούς εάν επιτύχει η έφεση του είναι ανυπόστατοι, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής είναι πρόσωπο εντελώς αναξιόχρεο, δεν έχει εργασία ούτε και εισοδήματα, είναι άτομο που κρύβεται για να μην του επιδίδονται δικαστικά έγγραφα σε διάφορες διαδικασίες που αντιμετωπίζει, αρνείται ότι ο αιτητής μπορεί να δώσει τραπεζική εγγύηση για κάλυψη των εξόδων των εναγόντων αναφέροντας ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να πληρώσει ποσό €550 με νόμιμο τόκο 5,5% από 1.12.08 πλέον €100 πραγματικά έξοδα που διετάχθη να πληρώσει με διάταγμα του Δικαστηρίου στις 20.3.09 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να διαταχθεί να το πληρώνει με μηνιαίες δόσεις €20 εκάστη από 1.8.
  7. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες είναι αξιόχρεοι, έχουν μια επιτυχημένη επιχείρηση που αυξάνει σταθερά τον κύκλο εργασιών της και είναι κάτοχοι κινητής και ακίνητης περιουσίας πολύ μεγάλης αξίας, και σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση θα μπορούν να αποδώσουν άμεσα οποιοδήποτε ποσό τους ζητηθεί με τόκους και έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να χαθεί η σημασία της απόφασης που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο μετά από μακροχρόνια και επίπονη ακροαματική διαδικασία. Ζητεί συνεπώς την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω ο αιτητής προώθησε την αίτηση του προσωπικά, σημειώνω ότι και η αίτηση αλλά και η έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης έχουν επίσης ετοιμαστεί και καταχωρηθεί από τον ίδιο προσωπικά. Ο αιτητής αγόρευσε στο Δικαστήριο προφορικά και κατέθεσε και γραπτό κείμενο ενώ ο κ.Παπαθεοδώρου παρέθεσε στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση του μαζί με νομολογία. Σημειώνω ότι στο γραπτό κείμενο που δόθηκε από τον εναγόμενο-αιτητή έχουν επισυναφθεί αριθμός εγγράφων τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο στο στάδιο που έχουν κατατεθεί και με τον τρόπο που έχουν παρουσιαστεί καθότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την αγόρευση του, ήταν η θέση του αιτητή ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει, ανέφερε ότι είναι αξιόχρεο πρόσωπο και ασχολείται εκτός από την κατασκευή και πώληση μεταλλικών επίπλων και με κτηματομεσιτικές εργασίες, απέδωσε στον συνήγορο των εναγόντων εκδικητική συμπεριφορά, υποστήριξε ότι οι ενάγοντες είναι χρεωκοπημένη εταιρεία και τα ακίνητα της υποθηκευμένα, ο δε κύκλος εργασιών της ευρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης σε αντίθεση με τον ίδιο και τις εταιρείες του που δεν χρωστούν τίποτε και όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία είναι ξεχρεωμένα. Ανέφερε επίσης ότι θα καταθέσει ποινικές διώξεις εναντίον όλων των μαρτύρων της παρούσας υπόθεσης που ψευδομαρτύρησαν και επίσης ότι θα καταθέσει αγωγή εναντίον των εναγόντων για αξίωση πέραν των €200.
  8. Ο αιτητής επίσης ανέπτυξε την νομολογία και τις αρχές που αφορούν το υπό εκδίκαση θέμα αναφέροντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει το αίτημα του. Ο κ.Παπαθεοδώρου αναπτύσσοντας την νομολογία και τις αρχές που διέπουν το θέμα επανέλαβε την θέση ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης που έχει καταχωρήσει ο αιτητής, δεν υπάρχει κανένας λόγος με βάση τις αρχές της νομολογίας που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ανέφερε ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή περί αφερεγγυότητας των εναγόντων και περί της δικής του φερεγγυότητας είναι εντελώς ανυπόστατοι και αμφισβητούνται, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και σχολίασε το γεγονός ότι ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε από τον αιτητή προσωπικά και τελικά προωθήθηκε και από αυτόν προσωπικά, τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ο αιτητής αναφέρεται σε νομική συμβουλή που έχει λάβει χωρίς καν να αποκαλύπτει πιο είναι το πρόσωπο αυτό. Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εξεταστεί η παρούσα υπόθεση είναι πολύ καλά γνωστό. Η Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι μία έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου. Προτού δε εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Άφθονη είναι η νομολογία επί του υπό κρίση θέματος με τις αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα να καταλήγουν εις το ότι το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγατε αφ' ενός και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει την σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα αφετέρου. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επίλυση του θέματος. Το ορθό κριτήριο έγκειται στην εξισορρόπηση των πιο πάνω παραγόντων με την πιθανότητα επιτυχίας να περιορίζεται σε οριακή σημασία. Τέλος, η οικονομική δυσχέρεια του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος για την χορήγηση αναστολής. (Βλέπετε σχετικά, μεταξύ άλλων, ΑPB Holdings Ltd κ.α. v. Κιταλίδη κ.α.

(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 591), Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1(Ε) 1ΑΑΔ 592, Παπακόκκινου v. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 513 και Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1978 στην οποία ειπώθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Κραμβή. «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μία και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191/96, ημερ. 29.06.2001, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Εξετάζοντας τώρα την αίτηση, σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας η έφεση που έχει καταχωρήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου, αναφέρω ότι με βάση και την απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Aρχής Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω) οι προοπτικές επιτυχίας στη έφεση είναι ένας παράγοντας σχετικός, οριακής όμως σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων. Ο λόγος είναι σαφώς προφανής και έγκειται στο ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εκτενή διερεύνηση και αξιολόγηση της βασιμότητας της έφεσης. Το πλαίσιο για την διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι πάντα η ακρόαση της έφεσης και όχι οποιαδήποτε πρωτόδικη διαδικασία. Παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν παρέχεται κανένα στοιχείο το οποίο μπορεί να υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην άσκηση του για εξισορρόπηση των δύο βασικών παραγόντων που η νομολογία έχει καθορίσει σε αιτήσεις αυτού του είδους. Ο αιτητής προβάλλει ένα ισχυρισμό εντελώς επιδερμικό σύμφωνα με τον οποίο ο δικηγόρος του, που δεν γνωρίζουμε ποιος είναι εφόσον εμφανίζεται προσωπικά, του αναφέρει ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας να επιτύχει στην έφεση του, ισχυρίζεται ότι είναι σε θέση να δώσει τραπεζική εγγύηση ή άλλη ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόντων όχι για την απαίτηση κάτι που φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον από την ένσταση προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να πληρώσει ποσό εξόδων €505 με νόμιμο τόκο που είχε διαταχθεί να πληρώσει στις 20.3.2009 με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί τελικά αίτηση μηνιαίων δόσεων και να εκδοθεί διάταγμα αποπληρωμής του ποσού αυτού δια μηνιαίων δόσεων €20 εκάστη από 20.6.11. Ισχυρίζεται επίσης ο αιτητής ότι ως είναι διατυπωμένη η απόφαση του Δικαστηρίου αφήνει μετέωρο και υπό αμφισβήτηση το ποιος έχει την κατοχή του ακινήτου, θέση με την οποία διαφωνώ κάθετα και θεωρώ ότι η απόφαση του δικαστηρίου όχι μόνο καθορίζει τα θέματα αυτά αλλά και διατάττει τον εναγόμενο-αιτητή να προβεί σε συγκεκριμένες πράξεις και συγκεκριμένα να παραδώσει στους ενάγοντες κενή κατοχή του υποστατικού. Η άλλη θέση του αιτητή είναι ότι αν παραδοθεί η κατοχή του ακινήτου προ της εκδίκασης της αίτησης θα υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά καθότι τα μηχανήματα που βρίσκονται εκεί θα πρέπει να μεταφερθούν σε άλλο χώρο και αυτό θα συνεπάγεται έξοδα ύψους πέραν των €17.000, ποσό καθόλα αυθαίρετο και χωρίς να στοιχειοθετείται καθ΄οιονδήποτε τρόπο, ισχυρίζεται επίσης ότι από την μετακίνηση των μηχανημάτων θα υποστεί ζημιές που θα προκύψουν από τις φορτοεκφορτώσεις και μετακινήσεις, και πάλι εντελώς αυθαίρετος και αστήριχτος ισχυρισμός ο οποίος δεν εξειδικεύεται καθόλου και προβάλλει επίσης την θέση ότι το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο υποστατικό ανήκουν σε εταιρείες των οποίων είναι Διευθυντής και κύριος μέτοχος χωρίς και πάλι να επεξηγεί τον λόγο που αναφέρει τα πιο πάνω και την σημασία τους σε ό,τι αφορά την υπό κρίση αίτηση. Είναι κατά την άποψη μου σαφές από τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου ότι ο αιτητής δεν έχει προβάλει κανένα ισχυρό και βάσιμο λόγο για να μπορέσει να βοηθήσει το Δικαστήριο για να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και ακολουθώντας το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ΄ων η αίτηση-εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ................ Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.