Γιώργου Καμπανελλά ν. Γιώργου Χριστοφίδη κ.α., Αριθ. Αγωγής 8779/07, 26/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής 8779/07 Μεταξύ: Γιώργου Καμπανελλά Ενάγοντα και
- Γιώργου Χριστοφίδη, από τη Λευκωσία
- Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, Μέσω Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Επιτροπής Προστασίας, Ανταγωνισμού, από τη Λευκωσία
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.11.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.2.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Θεοδώρου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Παύλου) Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κ. Α. Αγγελίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Καλογήρου) Για εναγομένους 2, 3 και 4: κα Αχιλλέως για κ. Ρ. Μαππουρίδη & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων-αιτητής με την αίτηση ημερομηνίας 19/11/2012 αιτείται από το Δικαστήριο, διάταγμα που να διατάσσει την απόρριψη και/ή τον αποκλεισμό και/ή την διαγραφή των παραγράφων 8(α), 8(β), 8(γ), 8(δ), 8(ε), 8 (ζ), 8(η), 8(θ), 8(ια), 8(ιβ), 8(ιγ), 8(ιε), 8(ιστ), 8(ιη), (8κα), 8(κβ) και 8(κη) της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 για τον λόγο ότι το περιεχόμενό τους είναι άχρηστο, σκανδαλώδες, ενοχλητικό και άσχετο και/ή προκαλεί αμηχανία και/ή δυσμενείς εντυπώσεις και/ή αποτελεί μαρτυρία και/ή τείνει να προκαταβάλει και/ή περιπλέξει και/ή καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο Εναγόμενος 1 - καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή με την παρούσα αίτηση είναι απόλυτα σχετικοί με την υπεράσπιση του, υποβοηθητικοί για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς και διαφωτιστικοί στην αναζήτηση της αλήθειας. Είναι ισχυρισμός του εναγομένου 1 ότι η παράγραφος
(8)της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1, επιχειρεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στην αντίστοιχη παράγραφο
(7)της έκθεσης απαίτησης, καθώς επίσης και στις «Λεπτομέρειες» των υποπαραγράφων Α, Β, Γ, Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, I, ΙΑ, IB, ΙΓ, ΙΔ, ΙΕ, ΙΣΤ, ΙΖ, ΙΗ, ΙΘ, Κ, ΚΑ και ΚΒ, της ιδίας παραγράφου
(7), οι οποίες υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Είναι γι΄ αυτό που ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης του, παραθέτει, σε αντιπαράθεση των όσων επιχειρεί και ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς. Οι επιδιωκόμενες διαγραφές αφορούν το χαρακτήρα και την συμπεριφορά και τις πράξεις των διαδίκων, του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1, σε σχέση με την ΕΠΑ της οποίας πρόεδρος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο εναγόμενος 1 και εργοδοτούμενος ο ενάγων. Νομικοί Ισχυρισμοί: Νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.29 Κ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. «Η Δ.19 Κ.26 προβλέπει τα πιο κάτω: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «To Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να προκαλέσει βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη της αγωγής». Η πιο πάνω διάταξη έλκει την καταγωγή της από τους αγγλικούς θεσμούς ήτοι στο 0.19 r.27 συνεπώς τα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Προκύπτει δε μέσα από το πιο πάνω σύγγραμμα, πως, αναφορικά με μη αναγκαίο ή περιττό ισχυρισμό, εάν ένα θέμα διατυπώνεται αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες, με τέτοιο τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει και επομένως προκύπτουν θέματα άσχετα με τα επίδικα, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη δημιουργία εξόδων ή ταλαιπωρία ή καθυστέρηση στη δίκη, τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί. Επίσης αναφορικά με σκανδαλώδες θέμα, αναφέρεται πως ισχυρισμοί περί ανεντιμότητας και εξύβρισης δεν κρίνονται ως σκανδαλώδη κατ' ανάγκη και εάν αυτοί σχετίζονται με τα επίδικα θέματα δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις. Περαιτέρω όσον αφορά στο ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, προκύπτει πως τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι διατεθειμένα να δίδουν φιλελεύθερη ερμηνεία σ' αυτές τις λέξεις. Ωστόσο εάν ένας διάδικος δεν κάνει ξεκάθαρο στο δικόγραφο του ποιους ισχυρισμούς αποδέχεται και ποιους αρνείται τότε το δικόγραφο του θα κριθεί ότι προκαλεί αμηχανία. Ως προς το εάν ένα δικόγραφο προκαλεί βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents and Pleadings σελ. 147 (12η έκδοση) το οποίο είναι σε συνοχή με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958 και υιοθετήθηκε στην Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». To γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν εξυπακούει ταυτόχρονα και λόγο για διαγραφή. Επίσης ένα δικόγραφο δε θεωρείται ικανό για να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Ομοίως κρίθηκε ότι η πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. (Βλ. Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 787 και Vector Onega A.G. ν. Του πλοίου M/V Girvas κ.α.
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 16). Λέχθηκε επίσης ότι οι φράσεις «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial» της Δ.19 Θ.26 έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μη περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του». Η διαγραφή μέρους της Έκθεσης Υπεράσπισης όπως έχει νομολογηθεί, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου αλλά αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς, ξεκάθαρες και οφθαλμοφανείς όπως π.χ. όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα νομικά ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Cyber Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης και άλλοι
(2004)1 Α.Α.Δ 1852, Mavromoustaki ν. Yeroudis
(1965), 1 CLR, 176, 183-184, Δήμου Κάτση ν. Χριστοδούλου Γ. Βασιλειάδη κ.α. Αγωγή 2457/11, ημερ. 29/5/2012). Η κρίση δε του Δικαστηρίου οφείλει να είναι προσεκτική, γιατί η διαγραφή, σε περιπτώσεις που αυτό δεν είναι επιτακτικό, συνεπάγεται και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιο δικαστηρίου και να κριθεί δίκαια (Άρθρο 30 του Συντάγματος και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευστάθιου Ζουρίδη, Αγωγή 397/11, 29/2/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, είμαι της άποψης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την διαγραφή μέρους της Έκθεσης Υπεράσπισης. Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Εναγόμενος 1 στην έκθεση υπεράσπισής του είναι πραγματικά γεγονότα άμεσα συνδεδεμένα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην έκθεση απαίτησής του. Τέθηκαν ως δικαίωμα διάδικου και ως πραγματική υπεράσπιση έναντι των αξιώσεων του Ενάγοντα, χωρίς να είναι ισχυρισμοί αόριστοι και/ή σκανδαλώδεις και/ή άσχετοι. Τούτο έγινε σε συμμόρφωση προς τη Διαταγή 19.Θ.4, των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που επιτακτικά καθορίζει ότι, πρέπει στα δικόγραφα να καταγράφονται ισχυρισμοί και γεγονότα, που είναι ουσιώδη, αληθή, πραγματικά και σχετιζόμενα με το επίδικο θέμα το οποίο τίθεται προς εκδίκαση. Έχει, πρόσθετα λεχθεί κατά τη νομολογία ότι, γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά της δίκαιης διαδικασίας ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, εξετάζει μόνο τη σχετικότητα των γεγονότων/ισχυρισμών με τη βάση της αγωγής και δεν επεμβαίνει στην εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης σε βάθος, όπως επίσης δεν αξιολογεί την ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε συμπεράσματα ή ερμηνείες. Αυτό είναι έργο του Δικαστηρίου ΜΕΤΑ την ακρόαση και τη δίκαιη δίκη. Ούτε, φυσικά προχωρεί στη διαγραφή ισχυρισμών μόνο διότι είναι δήθεν αχρείαστοι και μη εμφανώς σχετικοί. Το τί είναι σχετικό γεγονός, εξαρτάται πάντοτε από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης (Bruce ν. Odhams Press Ltd
(1936)1 All Ε.R.294). Οι ειδικές συνθήκες και περιστατικά της παρούσας υπόθεσης σαφώς δικαιολογούν και επιβάλλουν την αναφορά του Εναγομένου 1 στην υπεράσπιση του, στα όσα συνθέτουν την προσωπική, κοινωνική, ηθική και επαγγελματική εικόνα που έχει ο Εναγόμενος 1 καθώς και τον χαρακτήρα του και τις ενέργειες του σε σχέση με τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του Ενάγοντα. Χωρίς την αναφορά αυτή ο Εναγόμενος 1 θα στερηθεί του δικαιώματος να παρουσιάσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να συνδέεται με την προσωπικότητα και το χαρακτήρα και την εν γένει συμπεριφορά και την ενασχόληση του τόσο στα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και στα θέματα της ΕΠΑ. Σημειώνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης έχει διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δώσει μια εντελώς αρνητική εικόνα για το ποιόν και το ήθος του Εναγομένου 1 καθώς και αρνητική χροιά στις ενέργειες και την συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προέδρου της ΕΠΑ. Αναφορικά με το ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις πιο πάνω λέξεις. Από τη μια θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη καταφυγή στο Δικαστήριο αλλά και για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και από την άλλη να επιδεικνύεται σεβασμός και τήρηση των κανόνων διαδικασίας, ισότητας των διαδίκων και δικογράφησης εγγράφων προτάσεων. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν θα προκόψει από τον Εναγόμενο 1 ή από την υπεράσπιση του και από τις σχετικές παραγράφους που ζητείται η διαγραφή τους αλλά από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ο οποίος ετεροχρονισμένα, μετά από χρόνια από την καταχώρηση της Έκθεση Υπεράσπισης (Απρίλη του 2008) θυμήθηκε να υποβάλει αίτηση για διαγραφή σχετικών ισχυρισμών του Εναγόμενου 1, λίγο πριν την ακρόαση της υπόθεσης στις 19/11/
- Πρόσθετα, είναι ο Ενάγοντας που επιδιώκει την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού αυτός ζήτησε η αγωγή να τεθεί εκτός πινακίου και στη συνέχεια είναι αυτός που υπέβαλε την παρούσα αίτηση μετά το κλείσιμο των δικογράφων και μετά που έγινε αποκάλυψη εγγράφων. Προφανώς, επιχειρεί συνεχώς τον εξοστρακισμό της διαδικασίας για σκοπούς συντήρησης μιας κατάστασης, που ουσιαστικά ταλαιπωρεί τον Εναγόμενο
- Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο ένας ισχυρισμός θα διαγραφεί ή όχι, λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σ' άλλα, τη φύση της αγωγής και εάν το σκανδαλώδες θέμα επηρεάζει αποφασιστικά το αποτέλεσμα της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζει το Δικαστήριο, τον βασικό Κανόνα, ότι δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους διάδικους, πώς να διατυπώσουν την απαίτηση τους ή την υπεράσπιση τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς, να θέτει την υπόθεση της με τον τρόπο που επιθυμεί (Βλ. Annual Practice Book 1958, σελ.477). Μόνο έτσι εξυπηρετείται ορθά η έννοια της απόδοσης της δικαιοσύνης (βλ. Σάββας Ευαγγέλου ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αρ. Αγωγής 3676/2008, ημερ. 2/12/2009). Στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα τα οποία εμπεριέχονται στις παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης των οποίων ο Ενάγοντας επιδιώκει την διαγραφή, είναι άμεσα σχετιζόμενα με τα επίδικα θέματα της αγωγής και δεν τέθηκαν κακόβουλα ή και σκανδαλωδώς. Αποτελούν υπεράσπιση ως δικαίωμα, που πρέπει να τύχει δικαστικής κρίσης σφαιρικά με την όλη μαρτυρία και όχι με πρόωρη αποσπασματική αντιμετώπιση που μπορεί να μην αποδώσει δικαιοσύνη. Εξάλλου, το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις περί διαγραφής ισχυρισμού, το φέρει ο Αιτητής. Είναι δε σημαντικό να τονιστεί ότι η αίτηση διαγραφής, κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο, το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (Σάββας Ευαγγέλου ν. Ο Φιλελεύθερος (ανωτέρω), In Re Pelmako Development Ltd. Δεν βρισκόμαστε ενώπιον μιας προφανούς και αδιαμφισβήτητης περίπτωσης που να δικαιολογεί την διαγραφή. Τούτο γιατί δεν στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος η υπεράσπιση υπό κρίση γενικά ή στα συγκεκριμένα θέματα και ισχυρισμούς του εναγομένου
- Σχετικό με το πιο πάνω θέμα είναι το απόσπασμα πιο κάτω, από την Πολιτική ΄Εφεση αρ. 11730, CYBER GROUP LTD και Κυριάκος Χαραλαμπίδης
(2004)1 Α.Α.Δ 1852: «Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι ζήτησαν τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης για το λόγο ότι «θεωρείται μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Βασίσθηκαν κυρίως επί της Δ.19 Θ.
- Η τελευταία επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ο αντίστοιχος θεσμός των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.
- Επεξηγείται στις σελ. 477-479 του Annual Practice
- Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 θ.26 (Αγγλική Δ.19 θ.27) δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.3 (Αγγλική Δ.25 Θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575). Επομένως η αίτηση για διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης έπρεπε να είχε προσεγγισθεί με βάση τις πιο πάνω αρχές. Η εξέταση σε βάθος της υπεράσπισης κρίνεται εσφαλμένη». Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το απόσπασμα από πρόσφατη απόφαση στην Έφεση αρ. 18/2001, Μιράντα Αγγελίδου και Σοφοκλή Μούσουλου, Πολιτική Έφεση αρ. 18/2011 ημερομηνίας 26/7/2012: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση, (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1(A) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ., ν. Σαββίδη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 685». Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που επικαλείται ο Εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισής του είναι ουσιώδη και σαφή και έχουν άμεση συνάφεια και σχέση με τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης, σε απάντηση αντίστοιχων γεγονότων και ισχυρισμών του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησής του και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μαρτυρία και/ή είναι άσχετα και/ή είναι σκανδαλώδη και/ή άσχετα με την παρούσα. Πέραν τούτων, είναι ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση/Εναγόμενου 1, ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται με αδικαιολόγητα μεγάλη χρονική καθυστέρηση όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη από αρκετό χρονικό διάστημα πριν από το Δικαστήριο για Ακρόαση με την σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα και όταν είχα ολοκληρωθεί όλα τα δικόγραφα και έγινε και αποκάλυψη εγγράφων. Σαφώς με βάση το λεκτικό του Κανονισμού 26 της Δ.19, το Δικαστήριο, μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει, καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Το ίδιο και η αίτηση, δύναται να καταχωρηθεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εντούτοις όμως, για σκοπούς καλύτερης εξυπηρέτησης και εφαρμογής της, θα πρέπει τέτοια αίτηση να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και κατά κανόνα αμέσως μετά την παράδοση του δικογράφου που προκαλεί το παράπονο, εν πάση δε περιπτώσει πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων. (Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank οf Lebanon (S.A.L)
(1998)1 ΑΑΔ 1338). Όμως εν προκειμένω, ο χρόνος είναι εκπληκτικά και απαράδεκτα μεγάλος αφού η έκθεση υπεράσπισης του Εναγόμενου 1, καταχωρήθηκε στις 7/4/
- Η αίτηση του Ενάγοντος για διαγραφή ισχυρισμών, επεδόθη στις 19/11/2012, δηλαδή σε τεσσεράμισι και πλέον χρόνια μετά. Να σημειωθεί ότι στις 14/12/2012 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση και ο Εναγόμενος 1 ήταν έτοιμος για την ακρόαση, ο Ενάγοντας αντί να προσέλθει για την ακρόαση, προτίμησε ένα σχεδόν μήνα προηγουμένως να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση χωρίς να την επιδώσει στον εναγόμενο 1 παρά μετά την 14/12/
- Το εύρος του αιτήματος του Ενάγοντα σχετικά με διαγραφή ισχυρισμών οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει άμεσα αισθητό και απαιτητό από τον Ενάγοντα ευθύς με την καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισης στον Ενάγοντα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ούτε ευθύς αμέσως αλλά και ούτε και στη συνέχεια σε κάποιο αναμενόμενο εύλογο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου είναι αβίαστο το συμπέρασμα ότι υπάρχουν δεύτερες σκέψεις από πλευράς του Ενάγοντα και προθέσεις που ασφαλώς δεν έχουν να κάνουν με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά με τον εξοστρακισμό της διαδικασίας και την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Πρόδηλα, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, επιφέρει σκόπιμα αδικαιολόγητη βραδύτητα στη διαδικασία και αποσκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας στον Εναγόμενο 1 και συνέχισης της εκκρεμότητας που υπάρχει. Είναι γι' αυτό που η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση των δικαιωμάτων από πλευράς του Ενάγοντα που με το πρόσχημα των σχετικών προνοιών των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιχειρεί να προσβάλλει και να καταπατήσει τα δικαιώματα του Εναγόμενου 1 για μια δίκαιη δίκη. Τα γεγονότα και ισχυρισμοί που ο Ενάγοντας επιδιώκει την διαγραφή τους δεν είναι σκανδαλώδη ούτε καν ενοχλητικά ούτε όταν καταχωρήθηκαν ούτε τώρα και γι' αυτό τον λόγο δεν υπόκεινται σε διαγραφή. Αντίθετα αποτελούν συστατικά στοιχεία παρουσίασης της υπόθεσης και της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 που ως σύνολο και/ή επί μέρους εξεταζόμενα, θα συντελέσουν στην αναζήτηση δικαστικής κρίσης που θα εκπληρώσει το καθήκον της δίκαιης δίκης. Μέσα από το δικόγραφο υπεράσπισης στο σύνολο του εγείρονται ζητήματα τα οποία είναι κατάλληλα για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο με σφαιρική σύγκριση της όλης μαρτυρίας και ισχυρισμών. Γι' αυτό και επιβάλλεται η διατήρηση της διαδικασίας, (βλ. Π.χ. Έρμος Χατζήκυριακος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1996)1 Α.Α.Δ 1119). Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα καταχρηστικά, καθυστερημένα και αβάσιμα. Συντέλεσε δε, με τον τρόπο και χρόνο που καταχωρήθηκε και την διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον Ενάγοντα ήδη στην καθυστέρηση της εκδίκασης της διαφοράς. Ο Ενάγοντας με την παρούσα αίτηση αναζητεί αδικαιολόγητα, σκανδαλωδώς, ετεροχρονισμένα αλλά και καταχρηστικά την διαγραφή μέρους της υπεράσπισης του Εναγόμενου 1, με σκοπό να εκτοπίσει και εκτρέψει τον Εναγόμενο 1, από την τροχιά της δικής του καθορισθείσας υπεράσπισης, παραβιάζοντας το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να καταφύγει για προστασία του, δυνάμει του αρ. 30 §1 του Συντάγματος (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Αργύρης Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ 704). Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους του πιο πάνω λόγους, η αίτηση του Ενάγοντα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου 1 καθ' ου η αίτηση 1 και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή επαναορίζεται για ακρόαση στις 23.4.2013 η ώρα 10.00 π.μ.ΗΗ [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο