ΖΗΝΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗΣ ν. ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΙΖΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5742/08, 18/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5742/08 Μεταξύ: ΖΗΝΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗΣ, από τη Λευκωσία Εναγόντων - Αιτητών Και
- ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΙΖΟΥ από τη Λευκωσία
- MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD, από τη Λευκωσία
- ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.Υ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ από τη Λευκωσία Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου,
- Προδικαστική εκδίκαση Νομικού Σημείου ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Αιτήτρια/Εναγομένη 2: κ. Μ. Λοίζου για Γιώργος Γ. Γιάγκου & Σία. Για τον Καθ' ου η Αίτηση/Ενάγοντα: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ. ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με Αίτηση της ημερ. 14.1.11 η Εναγομένη 2/Αιτήτρια αξίωσε όπως εκδικαστεί προδικαστικά το νομικό σημείο που εγείρεται με την παράγρ. 1 (υποπαράγρ. (α) και (β) αυτής) της Υπεράσπισης της. Ότι, δηλαδή, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω του ότι συνιστά παράλληλο ένδικο μέσο για την επίτευξη του ιδίου σκοπού με την Ανταπαίτηση που έχει εγείρει ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή ως Εναγόμενος στην αγωγή υπ΄ αρ. 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Το ίδιο νομικό σημείο εγείρεται μέσω προδικαστικής Ένστασης και στην Υπεράσπιση της Εναγομένης 3[1]. Παρά το γεγονός ότι αρχικά κατεχωρήθη Ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, τελικώς υπήρξε συγκατάθεση για να εκδικαστεί προδικαστικά το νομικό σημείο που εγέρθηκε στην Υπεράσπιση, όπως αναφέρεται ανωτέρω. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Τα γεγονότα στη βάση των οποίων στηρίχθηκε η Αίτηση της Εναγομένης 2 ημερ. 14.1.11 (αναφορικά με το κατά πόσο θα έπρεπε το Δικαστήριο να προχωρήσει προδικαστικά σε εξέταση του πιο πάνω αναφερόμενου νομικού σημείου), βάσει των οποίων καλείται σήμερα το Δικαστήριο να εξετάσει προδικαστικά το θέμα κατά πόσο προωθούνται από τον Ενάγοντα, δύο παράλληλες διαδικασίες σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια με όμοιο αντικείμενο έτσι ώστε η συνύπαρξη των δύο αυτών διαδικασιών να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασία, φαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του Κυριάκου Αναστασιάδη ημερ. 14.1.11 η οποία υποστηρίζει την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση όπως, επίσης, και από το φάκελο της υπόθεσης. Þ Η Εναγομένη 2 καταχώρησε στις 18.11.05 εναντίον του Ενάγοντα (στην παρούσα αγωγή) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου την αγωγή με αρ. 993/05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση κ. Αναστασιάδη ημερ. 14.1.11). Þ Στις 2.5.07 ο Ενάγοντας (Ζήνων Σωκράτη Ηλιάδης) καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εναντίον της Εναγομένης 2 την οποία έστρεψε και εναντίον του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) και της Εναγομένης 3/Λαϊκή Επενδυτική ΕΠΕΥ Δημόσια Εταιρεία Λτδ) τους οποίους συνένωσε σ΄αυτήν ως εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β στην Ένορκη Δήλωση κ. Αναστασιάδη ημερ. 14.1.11). Þ Στις 8.11.07 το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, μετά από σχετική αίτηση που υπέβαλε ο Εναγόμενος 1 (Κωστάκης Λοίζου), εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 993/05 με την οποία διατάχθηκε ο αποκλεισμός και διαχωρισμός της Ανταπαίτησης του Ενάγοντα (Ζήνων Σωκράτη Ηλιάδη) εναντίον του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος και τη διαγραφή του από διάδικο σε εκείνη την αγωγή μετά της σχετικής τροποποίησης του τίτλου της, δηλ. διαγραφή του ονόματος του από τον τίτλο. Þ Στις 16.9.10 με δεύτερη ενδιάμεση απόφαση του το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 993/05 απέρριψε αίτημα της Εναγομένης 2 για διαγραφή από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση όλων των παραγράφων του Ενάγοντα που αναφέρονταν και/ή σχετίζονταν με το πρόσωπο του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) Þ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα (Ζήνων Σωκράτη Ηλιάδη) στις 8.10.08 εναντίον της Εναγομένης 2, του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) και της Εναγομένης 3 (Λαϊκής Επενδυτικής ΕΠΕΥ Δημόσιας Εταιρείας Λτδ). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, ακόμη, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της[2]. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ 217 όπου στη σελ. 222 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σημαντικά σε σχέση με τη διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή σχετικών καταχρήσεων: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides ν. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου.» Στην υπόθεση Αίτηση της BEOGRADSKA DD
(1996)1 A.A.Δ 911, αφού έγινε αναφορά στις υποθέσεις Περέλλα (ανωτέρω) και Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248 αλλά και σ άλλες αποφάσεις που προηγήθηκαν, έγινε αναφορά και στην σχετική επί του θέματος της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αγγλική νομολογία. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την απόφαση στις σελ. 918-920: «Στην Lawrence v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Μετάφραση στα ελληνικά: "Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις." (Βλ. και Hardy ν. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.) Η υπόθεση Wright ν. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Μετάφραση στα ελληνικά: "Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή." Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R.
- Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Μετάφραση στα ελληνικά: "Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό." Δόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η προώθηση της μεταγενέστερης διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της προηγούμενης διαδικασίας. Η αρχή της Thames Launches (πιο πάνω) εφαρμόστηκε στην Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments [1971] 3 All E.R. 558 στην οποία διατάχθηκε αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας.» Επίσης στη σελ. 921 διαβάζουμε τα εξής σχετικά με την επί του θέματος αγγλική νομολογία: «Στην ν Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL) αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι' άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, 104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα.» Στην Αίτηση BEOGRADSKA DD (ανωτέρω) τονίσθηκε, ακόμη, ότι η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης[3] όσο και το μέτρο της αναστολής[4] της μιας από τις δύο διαδικασίες. Τονίσθηκε δε ότι, χωρίς να επιχειρείται η διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται ενώ εκεί όπου καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα διαπιστώνονται τα πιο κάτω ουσιώδη δεδομένα: ü Η Ανταπαίτηση του Ενάγοντα (Ζήνων Σωκράτη Ηλιάδη) στην αγωγή 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που εγείρεται, μεταξύ άλλων, και εναντίον της Εναγομένης 2 (Marfin Popular Bank) βασίζεται σε ισχυριζόμενη συμπαιγνία που αποσκοπούσε σε καταδολίευση του, ισχυριζόμενο δόλο και συνομωσία καθώς, επίσης, και σε ισχυριζόμενη παράβαση καθηκόντων από την Εναγομένη 2 και την Εναγομένη 3 και του Εναγομένου
- ü Η Απαίτηση του Ενάγοντα που εγείρεται μεταξύ άλλων και εναντίον της Εναγομένης 2 στην παρούσα αγωγή έχει την ίδια βάση και εδράζεται στα ίδια γεγονότα που βασίζεται η Ανταπαίτηση του στην αγωγή 993/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου εναντίον της Εναγομένης
- Όπως προκύπτει, οι θεραπείες που επιδιώκονται εναντίον της Εναγομένης 2 με την παρούσα αγωγή είναι ταυτόσημες με αυτές που επιδιώκονται με την Ανταπαίτηση του Ενάγοντα στην αγωγή 993/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου κάτι το οποίο φαίνεται να παραδέχεται και ο ίδιος ο Ενάγοντας όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στην παράγρ. 2(ii) της Ένορκης Δήλωσης του ημερ. 3.5.11 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης του. Το ότι τα γεγονότα στη βάση των οποίων έχει εγερθεί η παρούσα αγωγή από τον Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης 2 και της Εναγομένης 3 είναι τα ίδια με τα γεγονότα στη βάση των οποίων είχε εγερθεί και η Ανταπαίτηση του εναντίον της Εναγομένης 2 και της Εναγομένης 3 στα πλαίσια της αγωγής 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, προκύπτουν από μια απλή εξέταση και σύγκριση των δικογραφημένων ισχυρισμών και στις δύο διαδικασίες. Εν πάση δε περιπτώσει δεν αμφισβητείται το γεγονός αυτό από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην παράγρ. 2(ii) της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ. 3.5.11 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης του στην Αίτηση για εκδίκαση του υπό κρίση νομικού σημείου προδικαστικά ημερ. 3.5.11: «Ο Ενάγοντας δοκίμασε να προβάλει ανταπαίτηση για τις ίδιες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 για ζημιά που του προκλήθηκε από δόλιες ενέργειες που διαπράχθηκαν σε συμπαιγνία από τους εναγόμενους 1,2 και 3 στην αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας με αρ. 993/2005.» Το τι βασικά ισχυρίζεται ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση είναι ότι επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στην αγωγή 993/05 με την Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 8.11.07 διέγραψε τον Ενάγοντα 1 (Κωστάκη Λοίζου) από εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο, δεν μπορεί πλέον να παραχθεί εναντίον του στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας δεδικασμένο όσον αφορά τις επιδιωκόμενες από τον Ενάγοντα θεραπείες εναντίον του Εναγομένου 1, όπως αυτές προβάλλονταν εναντίον του πριν τη διαγραφή της εν λόγω Ανταπαίτησης, καθώς, επίσης, και όσον αφορά την ισχυριζόμενη από μέρους του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) συμπαιγνία και δόλιες ενέργειες με τις Εναγόμενες 2 και
- Σχετική είναι η παράγρ. 2(iii) της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ. 3.5.11 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης του στην παρούσα Αίτηση. Την παραθέτω: «
- Συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου ότι η αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 ημερ. 14.1.2011 δεν ευσταθεί διότι: (i) ................................... (ii) .................................... (iii) Το Ε.Δ Λάρνακας με σχετική ενδιάμεση απόφαση του διέγραψε τον Εναγόμενο 1 από εξ Ανταπαιτήσεως διάδικο στην 993/2005 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παραχθεί εναντίον του δεδικασμένο στην αγωγή 993/2005 όσον αφορά τόσο τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και την ισχυριζόμενη συμπαιγνία και δόλιες ενέργειες. (iv) ..................................... (v) ..................................... (vi) .....................................» Επιπλέον η πλευρά του Ενάγοντα επικαλείται ότι «τυχόν απόρριψη της αγωγής των εδώ Εναγομένων 2 και 3 θα καταλήγει στο παράδοξο ότι το κατά πόσο υπήρξε ή όχι δόλια συμπαιγνία μεταξύ των Εναγομένων 1,2 και 3 θα αποφασιστεί όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όσον αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.»[5] Έχοντας σημειώσει τις πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ευρισκόμαστε ενώπιον της ύπαρξης δύο παράλληλων διαδικασιών που στρέφονται εναντίον της Εναγομένης 2 και της Εναγομένης 3, όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και τις επιζητούμενες, σ' αυτές θεραπείες και το ζητούμενο, βέβαια, είναι το κατά πόσο, υπό αυτές τις συνθήκες, προκύπτει ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας. Στην προκειμένη δε περίπτωση ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος εξέτασης των προδικαστικών νομικών σημείων που εγέρθηκαν. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της BEOGRADSKA D.D
(1996)1 A.A.Δ 911 στη σελ. 922: «Θεωρούμε ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας - εδώ της παρούσας Έφεσης.» Στην προκειμένη, λοιπόν, περίπτωση είναι το σημερινό στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις. Ο κ. Χαβιαράς εισηγήθηκε ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχαν οι προϋποθέσεις για εύρημα κατάχρησης, τότε θα πρέπει να δοθεί στον Ενάγοντα το δικαίωμα επιλογής κατά πόσο, δηλ. η Εναγομένη 2 θα παραμείνει εδώ διάδικος ή θα διατηρηθεί η Ανταπαίτηση στη Λάρνακα. Είναι γεγονός ότι στη σχετική νομολογία στην οποία έχουμε ήδη κάνει αναφορά ανωτέρω έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα επιλογής από το διάδικο της διαδικασίας που επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί θέμα αναστολής[6]. Λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το κρίσιμο χρόνο για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας που είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας, επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να προβεί στην επιλογή του πριν φτάσουμε στο στάδιο εξέτασης του ζητήματος της κατάχρησης που είναι και το στάδιο που υφίσταται σήμερα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Λέω, δε, σε συμφωνία με τα όσα ανέπτυξε ο κ. Λοίζου στην αγόρευση του, ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε είτε να αποσύρει την απαίτηση του εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στην παρούσα αγωγή ενόψει της υφιστάμενης Ανταπαίτησης του στην αγωγή 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, είτε να αιτηθεί αδείας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου να αποσύρει με επιφύλαξη την Ανταπαίτηση του εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στην αγωγή 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και μετά να καταχωρήσει την μεταγενέστερη αγωγή, δηλ. την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αντί των πιο πάνω ενεργειών, όπως προκύπτει, ο Ενάγοντας προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο με την υπ΄ αρ. 81/11 πρωτογενή Αίτηση με την οποία αιτήθηκε τη μεταφορά της αγωγής 5742/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δηλ. της παρούσας αγωγής, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου το οποίο συνεδριάζει στη Λάρνακα, με σκοπό τη συνένωση και συνεκδίκαση των εν λόγω αγωγών, δηλ. της αγωγής 5742/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και 993/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ή υπαλλακτικά τη μεταφορά της αγωγής 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με σκοπό τη συνένωση και συνεκδίκαση της με την αγωγή 5742/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση της Ολομέλειας ημερ. 20.7.12 απέρριψε το εν λόγω αίτημα του Ενάγοντα κρίνοντας ότι αυτό αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να καταστήσει ανενεργή και να ανατρέψει την τελεσίδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 3.6.08 με την οποία είχε αποφασισθεί ο αποκλεισμός της Ανταπαίτησης του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου 1 και τη διαγραφή του ονόματος του από τον τίτλο της αγωγής, η ορθότητα της οποίας δεν είχε ποτέ αμφισβητηθεί από τον ίδιο εφόσον δεν είχε εφεσιβληθεί. Παραθέτω στο σημείο αυτό αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας: «Όπως ήδη αναφέραμε το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο απέκλεισε την εκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή, θεωρώντας ότι τούτο δεν ήταν πρόσφορο και ότι θα περιέπλεκε την υπόθεση. Με την παρούσα του αίτηση ο αιτητής στοχεύει, τελικά, στο να επιτύχει διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο θα μεταφερθεί η μία εκ των δύο αγωγών, για συνένωση και συνεκδίκασή τους. Δηλαδή, στην ουσία, με αυτό τον τρόπο ζητά να παραμερίσει και να καταστήσει ανενεργή την πρωτόδικη απόφαση, την οποία, όπως παρατηρήσαμε, δεν έχει εφεσιβάλει. Τούτο θα ήταν καθόλα ανεπίτρεπτο. Περαιτέρω, ο αιτητής θεωρεί ως δεδομένο πως, εάν μεταφερθεί η μία από τις δύο αγωγές, το δικαστήριο θα εγκρίνει συνεκδίκασή τους. Κάτι τέτοιο, κατά την άποψη μας, είναι εκ προοιμίου καταδικασμένο να αποτύχει, αφού θα σήμαινε ουσιαστικά, ανατροπή της απόφασης ενός Επαρχιακού Δικαστηρίου από άλλο.» Επαναλαμβάνω. Ο Ενάγοντας ενώ επέλεξε να μην αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 3.6.08 με την οποία απεκλείσθη και διεχωρίσθη η Ανταπαίτηση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) υπό την ιδιότητα του εκεί ως εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1, με έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, προχώρησε, στη συνέχεια, στις 8.10.08, να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον και του Εναγομένου 1 (Κωστάκη Λοίζου) αλλά και εναντίον της Εναγομένης 2 και Εναγομένης 3 που ήταν ήδη διάδικα πρόσωπα ως εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και Εναγομένη 3 στην αγωγή 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και καθοδηγούμενη από τις σχετικές νομικές αρχές όπως αυτές έχουν καταγραφεί ανωτέρω, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμούν δύο δικαστικές διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στα ίδια γεγονότα και επιδιώκονται και στις δύο όμοιες θεραπείες σε σχέση με τις Εναγόμενες 2 και 3, αφενός την Ανταπαίτηση του Ενάγοντα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου υπ΄ αρ. 993/05 και αφετέρου την παρούσα αγωγή εναντίον του. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενες 2 και 3 αντιμετωπίζουν δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους. Έχοντας, λοιπόν, διαπιστώσει ότι η παρούσα απαίτηση, που συνιστά και τη μεταγενέστερη διαδικασία που ακολούθησε την Ανταπαίτηση στην αγωγή 993/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, θεωρώ ότι πρέπει να προκριθεί το μέτρο της απόρριψης της παρούσας αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα καθ΄ όσον αφορά τις Εναγόμενες 2 και 3 απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενες 2 και 3/Αιτήτριες δικαιούνται τα έξοδα τους. Ο Ενάγοντας/Καθ΄ ου η Αίτηση να καταβάλει, επομένως, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA/ιnterim decisions [1] Δέστε παράγρ. 1(α) και 1(β) της Υπεράσπισης της Εναγομένης 3. [2] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133. [3] Δέστε υπόθεση Περέλλα (ανωτέρω). [4] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κα. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ 347. [5] Δέστε παράγρ. 2(v) της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ. 3.5.11 που καταχώρησε προς Υποστήριξη της Ένστασης του. [6] Δέστε Slough Estates v. Slough B.C
(1967)2 All E.R. 271 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.α. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ 347 οι οποίες αποφάσεις αναφέρθηκαν στην υπόθεση BEOGRADSKA D.D (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο