← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη Θεμιστοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 5301/2011, 19/2/2013

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη Θεμιστοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 5301/2011, 19/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5301/2011 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Από Λευκωσία Ενάγοντες Και Δημήτρη Θεμιστοκλέους Χλόης Θεμιστοκλεόυς Εναγομένων _________________ 19.02.2013 Αίτηση ημερομηνίας 06.06.12 για παραμερισμό της απόφασης Για τους αιτητές/εναγόμενους: κος Χριστοδούλου Για τους καθ΄ων η αίτηση/ενάγοντες: κος Κωνσταντινίδης. Ενδιάμεση Απόφαση Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε την 06.06.12 στην απουσία τους. Η αίτηση των εναγομένων εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14, Δ.48 κκ.1-4, 9(h), Δ.57 και Δ.64, στο σύνταγμα, άρθρο 30, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Οι ενάγοντες δεν συνέναισαν στο αίτημα και την 02.11.12 καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.5 κ.1, Δ.16 κκ. 1,2 και 7, Δ.17 κκ. 3 και 10-13, Δ.26 κ.14 και Δ.48 κκ.1-4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και στην πρακτική. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ήτοι υπαλλήλου των εναγόντων. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι. «

(1)Δεν προβάλλονται σοβαροί, εύλογοι και δικαιολογημένοι λόγοι για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 24/11/2011.
(2)Η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη των Εναγομένων να εμφανιστούν στην παρούσα αγωγή εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να αποταθούν για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελούν ουσιαστικό λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης.
(3)Η αδιαφορία των Εναγομένων για την παρούσα αγωγή και η αργοπορία και καθυστέρηση τους σχετικά με την υποβολή της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Ενάγουσας, ώστε να μην είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση και να στερηθεί η Ενάγουσα των ευεργετημάτων που της παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός της την 24/11/2011.
(4)Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καλή και/ή καθόλου υπεράσπιση και μοναδικός σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η καθυστέρηση αποδόσεως στην Ενάγουσα των καρπών της επιτυχίας της στην παρούσα αγωγή.
(5)Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 1 που περιέχονται στην αίτηση του και στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του ημερομηνίας 6/6/12 είναι παραπλανητικοί, εκ δευτέρας σκέψης γενόμενοι, άσχετοι, αβάσιμοι, εκδικητικοί, ενοχλητικοί και σκανδαλώδεις και προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και όπως επηρεάσουν δυσμενώς, δυσκολέψουν και καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και δεν αποτελούν καλόπιστη λογική ή σχετική υπεράσπιση.
(6)Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
(7)Η δικαιολογία που δίδει ο Εναγόμενος για την μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης είναι προφανώς και αντικειμενικά ψευδής και/ή παραπλανητική με αποτέλεσμα να είναι δίκαιο να αγνοηθεί και/ή απορριφθεί. Συνιστά δε, περιφρόνηση του Δικαστηρίου.
(8)Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
(9)Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.» Καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Η αγόρευση των εναγομένων σημειώθηκε ως έγγραφο Α και των εναγόντων ως έγγραφο Β. Όπως έχει νομολογηθεί, αίτημα ως το επίδικο επικαλείται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, και αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Kατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893, 897, λέχθηκε ότι∙ «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101. Η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο κρίνεται ανεδαφική. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο λόγος που επικαλείται ο εναγόμενος ως την αιτία δια την οποία παρέλειψε να εμφανιστεί έγκαιρα στο δικαστήριο, εξετάζεται υπό το πρίσμα του δικαιώματος να ακουστεί και τις αρχές τελεσιδικίας, αρχές οι οποίες ουδόλως υποτιμόνται και καθιστούν αυστηρή την τήρηση των προθεσμιών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 951: «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους.» Είναι η θέση του εναγομένου, ομνύοντα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι μετά την επίδοση της αγωγής στον ίδιο και στην εναγομένη 2, επίδοση που επιτεύχθηκε την 12.09.11, επισκέφθηκαν δικηγόρο και του έδωσαν οδηγίες για καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Υποστηρίζει ότι τούτη η επίσκεψη έγινε την 26.09.
  1. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι στη συνάντηση που είχαν με το δικηγόρο, του κατέβαλαν το ποσό των €500 ώστε να τους εκπροσωπήσει σε δύο υποθέσεις, την παρούσα και άλλη μία, την 5081/
  2. Προς υποστήριξη τούτου ο εναγόμενος παρουσίασε απόδειξη είσπραξης για ποσό €500, ημερομηνίας 26.09.11, και αφορά, ως αναφέρεται στο έντυπο, έξοδα καταχώρισης δύο Σ/Ε - προφανώς εννοεί σημειωμάτων εμφάνισης - στις αγωγές 5081/11 και 5301/
  3. Η απόδειξη - τεκμήριο 4 - φέρει σφραγίδα, ήτοι το όνομα συγκεκριμένου δικηγόρου, άλλου από τον δικηγόρο που σήμερα εκπροσωπεί τους εναγομένους. Περαιτέρω, είναι η θέση του εναγομένου ότι όταν περί το τέλος Δεκεμβρίου 2011 και αρχές Ιανουαρίου 2012 ενημερώθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους, προσπάθησε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο, ανεπιτυχώς όμως, εφόσον το κινητό του τηλέφωνο ήταν κλειστό. Μετά από αρκετές προσπάθειες πληροφορήθηκε ότι ο δικηγόρος βρίσκετο στη φυλακή. Αυτός, διατείνεται ο εναγόμενος, είναι ο λόγος δια τον οποίο δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, παρότι πρόθεση και των δύο εναγομένων ήταν να αμφισβητήσουν την αξίωση των εναγόντων. Στη συνέχεια, αναφέρει ο εναγόμενος, αποτάθηκε σε άλλο δικηγόρο και μετά από έρευνα που έκανε στο φάκελο της αγωγής, η έρευνα έλαβε χώρα την 14.03.12, διαπίστωσε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Στον αντίποδα, ο ομνύων την ένορκη δήλωση των εναγόντων υποστηρίζει ότι. η αγωγή καταχωρίστηκε την 01.08.11, επιδόθηκε στους δύο εναγόμενους την 06.09.11, και την 16.11.11 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Ακολούθως, την 16.02.12 αποτάθηκαν στο κτηματολόγιο όπου υπέβαλαν αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, την οποία το κτηματολόγιο κοινοποίησε στην εναγομένη 2 την 03.05.
  4. Περαιτέρω, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι την 01.12.11 εκδόθηκε απόφαση και στην υπόθεση 5031/11 (βλ. τεκμήριο 2), ενώ την ίδια ημερομηνία επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 και η αγωγή 7106/
  5. Τέλος, ο ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του εναγομένου. Σε αυτή την απόρριψη είναι που εδράζονται οι ενάγοντες όταν υποστηρίζουν ότι οι εναγόμενοι δεν παρέχουν εύλογη εξήγηση για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στη διαδικασία. Θέση τους είναι πως για μόνο λόγο ότι αρνήθηκαν τους σχετικούς ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν τις θέσεις τους και κατ' επέκταση, αυτή η πτυχή του αιτήματος παρέμεινε αναιτιολόγητη. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων είναι ασαφείς και αόριστοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Οι πιο πάνω θέσεις των εναγόντων δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η σχετική πτυχή της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου είναι πλούσια σε λεπτομέρειες και πόρρω απέχει από αοριστία και ασάφεια. Από την άλλη, απλή και μόνο άρνηση ισχυρισμού, δηλαδή χωρίς επίκληση γεγονότων που επεξηγούν τούτη την άρνηση, φερειπείν αντικρουστικό ισχυρισμό, είναι ανίκανη να οδηγήσει θετικό ισχυρισμό σε απόρριψη. Και εξηγώ. το ότι οι ενάγοντες αρνούνται ότι ο δικηγόρος που επικαλείται ο εναγόμενος οδηγήθηκε στη φυλακή, χωρίς όμως να δίδουν οιονδήποτε λόγο για αυτή την άρνηση και χωρίς να προσφέρουν αντίθετη μαρτυρία, δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων δεν αποδείχθηκε. Υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε. Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συγκρούεται με το υπόλοιπο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου. Πέραν τούτου, στην προκείμενη περίπτωση ουσιώδες δεν είναι το κατά πόσο ο δικηγόρος οδηγήθηκε στη φυλακή, αλλά αν οι εναγόμενοι επεξηγούν με επάρκεια το λόγο που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Οι εναγόμενοι επικαλούνται εν προκειμένω εφησυχασμό, και αυτό γιατί μίσθωσαν τις υπηρεσίες συγκεκριμένου δικηγόρου. Τούτη η μίσθωση υπηρεσιών ξεκάθαρα προκύπτει από το τεκμήριο
  6. Η αναφορά του εναγομένου ότι μετά τη συνάντηση που είχαν με το δικηγόρο που ανέλαβε την υπόθεση, ο τελευταίος οδηγήθηκε στη φυλακή, επεξηγεί απλώς το λόγο που δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης. Μείζον, εντούτοις, καθίσταται το ότι αποτάθηκαν σε δικηγόρο και μίσθωσαν υπηρεσίες συνηγόρου, γεγονός που ευκρινώς προκύπτει από το τεκμήριο
  7. Η αντίδραση των εναγομένων και ο εφησυχασμός τους επεξηγείται από το τεκμήριο 4, δηλαδή την απόδειξη που φαίνεται να εξέδωσε ο συγκεκριμένος δικηγόρος. Η εν λόγω απόδειξη, η οποία φαίνεται να αφορά δικηγορικά έξοδα που καταβλήθηκαν έναντι υπηρεσιών που μισθώθηκαν, ήτοι αντιπροσώπευση στην παρούσα υπόθεση, δεν καταρρίπτεται από την απλή και στεγνή γεγονότων άρνηση των εναγόντων. Το τεκμήριο 4 υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και αποκαλύπτει ότι οι δύο εναγόμενοι δεν αδιαφόρησαν για την τύχη της αγωγής που τους επιδόθηκε. Περαιτέρω, το τεκμήριο 4, έγγραφο που συνέταξε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή ο δικηγόρος που επικαλούνται οι εναγόμενοι, παρέχει ευχέρεια αντεξέτασης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Εντούτοις, οι ενάγοντες προτίμησαν να μην κάνουν χρήση τούτης της πρόνοιας και απλώς αρνήθηκαν τον σχετικό ισχυρισμό. Καταλήγω λοιπόν ότι αφότου η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους, δηλαδή την 06.09.11, επισκέφθηκαν δικηγόρο και του κατέβαλαν το ποσό των €500 ώστε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης σε δύο υποθέσεις, μία εκ των οποίων η επίδικη. Η απόφαση που ζητείται να παραμεριστεί εκδόθηκε την 24.11.11 μετά από αίτηση που υπεβλήθη την 16.11.
  2. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν δικαιολογούν τη θέση των εναγόντων ότι αδιαφορία είναι η αιτία που κράτησε τους εναγομένους μακριά από τη διαδικασία. Έχω την αίσθηση ότι είναι απόλυτα λογικό, υπό τις περιστάσεις πάντα, ότι διάδικος που επισκέπτεται δικηγόρο και μισθώνει τις υπηρεσίες του, αναμένει ότι θα τύχει αντιπροσώπευσης. Ως εκ των πιο πάνω, η παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν, κρίνεται δικαιολογημένη. Τα πιο πάνω όμως αφορούν το πρώτο σκέλος της συμπεριφοράς των εναγομένων που άπτεται της καθυστέρησης. Η άλλη πτυχή τούτης είναι η αντίδραση των εναγομένων αφότου πληροφορήθηκαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, 947 και Mine Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, 30). Ορώμενοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου μέσα από αυτό το δικανικό πρίσμα δεν χωρεί αμφιβολία ότι αποκαλύπτουν ότι δεν αποτάθηκαν στο δικαστήριο αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης. Όπως αποκαλύπτει ο εναγόμενος, πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης περί το τέλος Δεκεμβρίου 2011 και αρχές Ιανουαρίου
  1. Ό,τι ξενίζει είναι πως η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 06.06.12, δηλαδή περί τους 5 με 6 μήνες αφότου πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, και ένα μήνα μετά που το κτηματολόγιο ενημέρωσε την εναγομένη 2 ότι υποβλήθηκε αίτηση για πώληση του ακινήτου που υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων. Δεν παραλείπω να σημειώσω εδώ ότι ο εναγόμενος αναφέρει πως ο νυν δικηγόρος του προέβη σε έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου την 14.03.
  2. Αυτό όμως και πάλιν αποκαλύπτει αδιαφορία, εφόσον δεν φαίνεται να αποτάθηκε σε δικηγόρο ευθύς μόλις πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης και ούτε καταχώρισε την επίδικη αίτηση σε σύντομο χρόνο. Έχω τη γνώμη πως όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι οι εναγόμενοι ολιγώρησαν να αποταθούν στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης, και παρέχουν δικαίωμα διαπίστωσης ότι ο λόγος που αποτάθηκαν τον Ιούνιο του 2012 οφείλεται στην ειδοποίηση που έλαβε η εναγομένη 2 από το κτηματολόγιο (βλ. τεκμήριο 1 στην ένσταση των εναγόντων). Επισημαίνω ότι η έρευνα των συνηγόρων, 14.03.12, δεν διαφοροποιεί το χρόνο που παρήλθε ούτε τα συμπεράσματα που προκύπτουν. Τούτη η έρευνα δεν αλλοίωσε την κατάσταση πραγμάτων και δεν ανέκοψε την πορεία της εκδοθείσας απόφασης. Αξιοσημείωτο είναι ότι η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε 3, σχεδόν, μήνες, μετά την έρευνα. Επί του προκειμένου οι αιτιάσεις των εναγόντων είναι εύστοχες και δικαιολογημένες. Αυτή η πτυχή της συμπεριφοράς των εναγομένων αναδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για την οποία ουδεμία επεξήγηση δόθηκε. Τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν την εξέταση του αιτήματος. Άλλωστε η διερεύνηση του Δικαστηρίου οφείλει να εξισορροπήσει δύο άκρα. Το ένα είναι εκείνο του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί και το άλλο η αναγκαιότητα για τελεσιδικία. Μείζονος σημασίας καθίσταται η υπεράσπιση που προβάλλει ο διάδικος που ζητά τον παραμερισμό της απόφασης. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο διάδικος που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης οφείλει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Mine & Quarry Services Ltd, πιο πάνω, στη σελ. 29). Η αναφορά σε εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι τέτοια διαπίστωση πρέπει να προκύπτει από την όψη των ισχυρισμών και δίχως αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται. Σύνοψη των πιο πάνω αποκαλύπτει ότι εκείνο που εξετάζεται σε αυτή τη διάσταση της διαδικασίας είναι. ποια είναι η υπεράσπιση που προβάλλουν οι εναγόμενοι, και αφετέρου, αφού διαπιστωθούν οι ισχυρισμοί που την προσδιορίζουν, ικανοποιείται το κριτήριο που θέτει η νομολογία, ήτοι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι παράγραφοι 8 έως 12 της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως αρχές του 2009 ο εναγόμενος ενεπλάκη σε σοβαρό ατύχημα το οποίο τον κράτησε μακριά από την εργασία του για 4 με 5 μήνες και είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει την εργασία και τα εισοδήματά του. Αυτός, διατείνεται, είναι ο κύριος λόγος που δημιουργήθηκε το υπόλοιπο στο λογαριασμό του. Υποστηρίζει, όμως, ότι ήλθε σε συνεννόηση με τους ενάγοντες. Από τα συμφραζόμενα στις παραγράφους 10, 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως, αφήνεται να νοηθεί ότι η συνεννόηση συνιστάται σε προφορική συμφωνία που είχε με τους ενάγοντες και αφορούσε. αφενός πίστωση χρόνου, και αφετέρου ότι οι μελλοντικές πληρωμές που θα έκανε θα κατανέμονταν εξίσου στους διάφορους λογαριασμούς ή δάνεια που διατηρούσε με τους ενάγοντες. Στη βάση αυτού του ισχυρισμού ο εναγόμενος διατείνεται ότι σε συγκεκριμένες ημερομηνίες προέβη σε κατάθεση μεγάλων ποσών. Επί του προκειμένου αναφέρει ότι την 08.05.09 και 13.05.09 προέβη σε κατάθεση ποσού €12.000, περίπου (βλ. τεκμήριο 5). Τούτο το ποσό, αναφέρει, είναι η αποζημίωση που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία για το δυστύχημα. Περαιτέρω, την 07.04.10 και 22.09.10, κατατέθηκαν ποσά πέραν των €5.000 στο λογαριασμό 0113-13-
  3. Θέση του είναι ότι και σε διάφορες άλλες ημερομηνίες διενεργήθηκαν πολλές άλλες μικρότερες καταθέσεις. Περαιτέρω, θέση του εναγομένου είναι ότι 'σε όλες ανεξαιρέτως τις καταθέσεις η ενάγουσα θα απέκοπτε και θα διαμοίραζε τα ποσά στα δάνειά μου ανάλογα ώστε να καλυφθούν οι άμεσες απαιτήσεις της' (βλ. παράγ. 10 ενόρκου δηλώσεως εναγομένου). Παραπέμποντας στο τεκμήριο 6 της ενόρκου δηλώσεως ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι την 10.05.10 οι ενάγοντες κατέθεσαν στο λογαριασμό του 0113-13-058354 το ποσό των €31.214,79, ποσό που διατηρούσε σε άλλο καταθετικό λογαριασμό. Είναι η θέση του πως η μεταφορά τούτου του ποσού έγινε χωρίς τη συγκατάθεση και ενημέρωσή του. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι το σύνολο των δόσεων του για τα διάφορα δάνεια που διατηρούσε με τους ενάγοντες, μόλις που υπερέβαιναν τα €1.000 μηνιαίως. Τα τεκμήρια 5 και 6 αποκαλύπτουν, σύμφωνα με τον εναγόμενο, καταθέσεις ύψους €48.000, περίπου. Ως εκ των πιο πάνω, διατείνεται ότι το σύνολο των καταθέσεων, €48.000, μπορούσε να ικανοποιήσει καθυστερημένες δόσεις τεσσάρων ετών. Εντούτοις, οι ενάγοντες κατένειμαν τούτο το ποσό ως οι ίδιοι θεώρησαν ορθό και οι ενέργειές τους, παράνομες και αυθαίρετες, οδήγησαν σε αδικαιολόγητο και παράνομο τερματισμό των λογαριασμών του, τη στιγμή μάλιστα που η προφορική συμφωνία τους προνοούσε πίστωση χρόνου. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των εναγόντων. Καταρχάς, οι ενάγοντες αρνούνται ότι συμφώνησαν με τον εναγόμενο για διευθέτηση των καθυστερημένων οφειλών του. Είναι η θέση τους ότι οι ισχυρισμοί για το δυστύχημα του εναγομένου και τις καταθέσεις που διενεργήθηκαν κατά ή περί το έτος 2010, είναι παντελώς άσχετοι με την παρούσα και δεν αποτελούν υπεράσπιση. Στην ίδια γραμμή πλεύσης, διατείνονται ότι το σύνολο των δόσεων του εναγομένου, δόσεις που αφορούν την παρούσα και τις αγωγές 5031/11 και 7106/11, ανέρχετο σε €1.403, μηνιαίως, ότι γραπτή εξουσιοδότηση που έδωσε ο εναγόμενος τους επιτρέπει συμψηφισμό για κάλυψη χρεωστικών υπολοίπων τρεχούμενων και άλλων λογαριασμών, η σχετική εξουσιοδότηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση των εναγόντων. και τέλος, ότι κατ΄επανάληψη ειδοποίησαν τους εναγομένους να καταβάλουν τις καθυστερημένες δόσεις τους και οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Απλή και μόνο ανάγνωση των πιο πάνω ισχυρισμών αποκαλύπτει ότι οι θέσεις των δύο πλευρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Παρότι πιο πάνω αναφέρθηκε ότι σε αυτή την έκφανση του αιτήματος η μαρτυρία δεν αξιολογείται, δεν λησμονείται ο λόγος της υπόθεσης Morris v. Saratoga Swimming Pools, Πολ. Εφ. 145/09, ημερ. 10.04.
  4. Λέχθηκε εκεί ότι. «Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Ως εκ τούτου εκεί όπου επιβάλλεται το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία δεν υποστηρίζει τις σχετικές θέσεις του εναγομένου. Το πρώτο που επισημαίνω είναι ότι ο εναγόμενος επικαλείται, αόριστα και χωρίς λεπτομέρειες, προφορική συμφωνία που είχε με τους ενάγοντες. Αφήνεται να νοηθεί ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία του παραχώρησε πίστωση χρόνου ώστε να διευθετήσει το υπόλοιπο που είχε δημιουργηθεί, και προέβλεπε ότι τα ποσά που θα κατατίθεντο στο λογαριασμό θα καταβάλλοντο εξίσου έναντι των αδιευθέτητων οφειλών. Τούτη η θέση, η οποία δεν βρίσκει σύμφωνους τους ενάγοντες, δεν υποστηρίζεται από οιεσδήποτε λεπτομέρειες. Με ποιον συμφώνησε τα πιο πάνω ο εναγόμενος και πότε. Ποια ήταν τα ποσά που όφειλε μέχρι εκείνη τη στιγμή και σε ποιους λογαριασμούς. Αναπάντητα αφέθηκαν τούτα τα ερωτήματα και γενικότητα και αοριστολογία είναι ό,τι χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό που προώθησε ο εναγόμενος. Ως προς την υποχρέωση που βαρύνει τον αιτητή για αποκάλυψη της υπεράσπισής του, σχετική είναι η υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294, όπου λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή» Εν πάση όμως περιπτώσει, γιατί οι ενάγοντες να συμφωνούσαν σε εξίσου κατανομή μεταξύ των λογαριασμών και όχι σε κατά προτεραιότητα εξόφληση αδιευθέτητων οφειλών; Επί του προκειμένου ο εναγόμενος διατείνεται ότι οι ενέργειες των εναγόντων είναι αυθαίρετες και παράνομες, εφόσον ουδέποτε ενημερώθηκε. Το περιεχόμενο όμως του τεκμηρίου 3 στην ένορκη δήλωση των εναγόντων αποκαλύπτει ότι οι τελευταίοι είχαν τη συγκατάθεση των εναγομένων, και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του εναγομένου περί μη συγκατάθεσης δεν υποστηρίζεται. Δυνάμει του τεκμηρίου 3, και της απερίφραστης θέσης του εναγομένου ότι ο σχετικός λογαριασμός παρουσίαζε εκκρεμείς οφειλές, δυσκολεύομαι να διακρίνω την υπεράσπιση των εναγομένων. Απλή και μόνο δυσαρέσκεια τους αναφορικά με νόμιμη ενέργεια των πιστωτών τους, δηλαδή συμψηφισμό καταθέσεων με εκκρεμείς οφειλές, που σκοπό είχε τη διαφύλαξη των συμφερόντων της τράπεζας, δεν παρέχει δικαίωμα υπεράσπισης. Διατείνεται ο εναγόμενος ότι το σύνολο των καταθέσεων που έγιναν στο λογαριασμό, €48000, ποσό που δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες, ικανοποιεί δόσεις τεσσάρων ετών, και ως εκ τούτου εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκε σε ένα μόνο λογαριασμό, δηλαδή τον επίδικο. Ό,τι παρατηρώ είναι πως ο εναγόμενος δεν υποστηρίζει ότι πριν τον συμψηφισμό ο επίδικος λογαριασμό ήταν χρεωμένος με ποσό μικρότερο εκείνου που συμψηφίστηκε. Τουναντίον, δέχεται ότι είχε δημιουργηθεί υπόλοιπο, το οποίο όμως δεν προσδιορίζει, και επεξηγεί ότι ο λόγος που δημιουργήθηκε οφείλεται στο δυστύχημα που είχε. Αυτό και μόνο, έχοντας ως δεδομένο ότι το τεκμήριο 3 παρέχει στους ενάγοντες δικαίωμα συμψηφισμού, δεν αφήνει περιθώριο υπεράσπισης. Ο συμψηφισμός και μόνο υποδηλώνει ότι τη δεδομένη στιγμή ο επίδικος λογαριασμός ήταν χρεωμένος με ποσό τουλάχιστον ανάλογο εκείνου που συμψηφίστηκε. Αυτό καταρρίπτει τη θέση που εμμέσως προωθείται, δηλαδή ότι το ποσό των €48000 μπορούσε να καλύψει τις δόσεις του. Εν ολίγοις, ο εναγόμενος βάλλει κατά των ενεργειών των εναγόντων με γενικότητα και αοριστία. Όπως έχει επεξηγηθεί όμως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου δεν αποκαλύπτουν ότι οι ενέργειες των εναγόντων ήταν αντισυμβατικές και παράνομες. Μοναδικός στόχος των ενεργειών των εναγόντων ήταν η διαφύλαξη των συμφερόντων τους στη βάση των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Κατ' επέκταση, ούτε αυτή η πτυχή του αιτήματος επιτυγχάνει. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των εναγομένων απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος τους. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και να επανέλθουν για έγκριση από το Δικαστήριο. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.