Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών ν. Άγγελος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αιτ. 1799/12, 1793/12 και 1829/12, 14/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 1799/12 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Αιτητών - και - 1. Άγγελος Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 2. Δημήτρης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 3. Νίκος Δημ. Χατζηκυπρή, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 4. Ανδρέας Φλουρέντζου. Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 5. Αλέξης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος Καθ' ων η Αίτηση Αρ. Αιτ. 1793/12 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Αιτητών - και - 1. Άγγελος Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 2. Δημήτρης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 3. Νίκος Δημ. Χατζηκυπρή, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 4. Ανδρέας Φλουρέντζου. Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 5. Αλέξης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος Καθ' ων η Αίτηση Αρ. Αιτ. 1829/12 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Αιτητών - και - 1. Άγγελος Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 2. Δημήτρης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 3. Νίκος Δημ. Χατζηκυπρή, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 4. Ανδρέας Φλουρέντζου. Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος 5. Αλέξης Δημητρίου, Αριστονίκου 4, 2045 Στρόβολος Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου, 2013 Αίτηση ημερομηνίας 12.11.12 για συνένωση ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Αιτητές: κ. Άγγελος Δημητρίου και κ. Δημήτρης Δημητρίου, προσωπικά Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ησαϊας ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος συνένωσης των Αιτήσεων 1799/12, 1793/12 και 1829/12 οι οποίες έχουν καταχωρηθεί. ΑΙΤΗΣΗ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.14,θ.2, Δ.48,θ.θ.2,9(
- d)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ν.39/62. Όσον αφορά τα γεγονότα της Αίτησης καταγράφονται στο σώμα της τα εξής: ü Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Αίτηση και μελλοντικά η Υπεράσπιση/Ένσταση είναι ότι υπάρχουν ταυτόσημα - κοινά νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα τοιαύτης σημασίας ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία και επιθυμητή τη συνένωση των. ü Οι Αιτήσεις δια κλήσεως αρ. 1799/12, 1793/12, 1829/12 έχουν τον ίδιο τίτλο και σκοπό. ü Η συνένωση στην εκδίκαση των είναι προς το συμφέρον τόσο των μερών όσο και του Δικαστηρίου σε πραγματικό χρόνο στη διαδικασία και αποφυγή περιττών εξόδων. ü Οι Αιτήσεις έχουν καταχωρηθεί από τον ίδιο δικηγόρο εναντίον των ιδίων Καθ΄ ων η Αίτηση και το θέμα είναι ο δανεισμός από τον ίδιο Δανειστή για το ίδιο έργο. ΕΝΣΤΑΣΗ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.14,θ.2, Δ.48,θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Άρθρο 52
(4)
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985, στα Άρθρα 12 και 30 και το Άρθρο 6 του Ν.39/60. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ø Η Αίτηση για συνένωση και συνεκδίκαση των πιο πάνω Αιτήσεων είναι άκυρη καθότι στη νομική βάση της Αιτήσεως δεν υπάρχουν νομικά ερείσματα για στήριξη της Αίτησης και περαιτέρω δεν προβλέπεται στην νομοθεσία και τους Κανονισμούς συνένωση τέτοιων πρωτογενών αιτήσεων. Ø Δεν υπάρχουν κοινά νομικά ζητήματα καθότι οι Αιτήσεις αφορούν αίτημα για καταχώρηση και εγγραφή προς εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες εξεδόθηκαν και επεδόθηκαν δεόντως στους ενδιαφερόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον αυτών δεν υπεβλήθη οποιαδήποτε έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών όπως προβλέπεται από το Άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Περαιτέρω, απόφαση μη εφεσιβληθείσα, ως ανωτέρω, είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να είναι απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (Άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Ø Δεν υπάρχουν κοινά νομικά σημεία προς συνένωση και ουδέν νομικό σημείο υπάρχει σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως. Όσον αφορά τα γεγονότα της Ένστασης αυτά καταγράφονται στο σώμα αυτής ως εξής: Οι Αιτήσεις των οποίων ζητείται η συνένωση αφορούν αίτημα εγγραφής διαιτητικών αποφάσεων προς εκτέλεση. Ουδεμία έφεση εναντίον των εν λόγω διαιτητικών αποφάσεων καταχωρήθη στο αρμόδιο Δικαστήριο εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με το Άρθρο 52
(4)
(5)του Ν.22/
- Το αντικείμενο των Αιτήσεων δεν είναι η εκδίκαση θεμάτων τα οποία αποφασίστηκαν με τις διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες θεωρούνται σύμφωνα με το Νόμο τελικές αποφάσεις Δικαστηρίου αν δεν εφεσιβληθούν δεόντως. Άρα ουδέν νομικό σημείο προς εκδίκαση υπάρχει επί της ουσίας της διαφοράς που αποτέλεσε αντικείμενο διαιτητικής απόφασης. Οι διαιτητικές αποφάσεις στις Αιτήσεις αυτές αφορούν ανεξάρτητα δάνεια, ποσά και διαιτητικές αποφάσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Όταν όμως προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με εργασίες Συνεργατικής Εταιρείας εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85) ως έχει τροποποιηθεί σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, ως έχει τροποποιηθεί. Παραθέτω στο σημείο αυτό το εδάφιο
(1)του Άρθρου 52 που περιλαμβάνει τα εξής: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου που αναφέρθηκε ανωτέρω και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομερείας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Ειδικότερα στο Άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί Διαιτησίας. Πaρομοίως, με βάση τον Κανονισμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση της σε διαιτησία. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της αποφάσεως.[1] Σε περίπτωση, όμως, που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου.[2] Στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια το Δικαστήριο εξετάζοντας μια τέτοια αίτηση, όπως είναι η υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Παραπέμπω σχετικά στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου στη σελ.831 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. " Eπίσης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Η δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης παρέχεται με βάση το εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Ν.22/85 που αναφέρθηκε ανωτέρω και, περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 56 του ιδίου Νόμου παρέχεται η δυνατότητα σε κάποιο που θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και, συνεπώς, και των διατάξεων που του παρέχουν εξουσία για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία, να προσβάλει τη σχετική απόφαση με ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Στην περίπτωση δε που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο.[3] Παραθέτω πιο κάτω τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85) που έχουν ως ακολούθως: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Περαιτέρω, παραθέτω πιο κάτω και τις πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
(1)Οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν αυτή αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή της εξουσίας του που προβλέπεται στα Μέρη VIA και VIB, δύναται εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτηση του, στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν. .......................................
(5)Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον
(1)προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρισιν προσφυγής, η απόφασις του Εφόρου δεν καθίσταται εκτελεστή.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε αιτήσεις του είδους που εξετάζουμε για να μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: I. Να έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση. II. Η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί/γνωστοποιηθεί στους διαδίκους έτσι ώστε να λάβουν γνώση γι΄ αυτή και το περιεχόμενο της. III. Να έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών - που καθορίζεται από τα εδάφια
(4)και
(5)του Άρθρου 52 του Ν.22/85 - από της γνωστοποιήσεως στους διαδίκους της διαιτητικής απόφασης και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ενώ αν έχει καταχωρηθεί έφεση, αυτή να έχει αποτύχει και IV. Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης να γίνει δια κλήσεως.[4] ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι αίτηση για συνένωση και συνεκδίκαση τέτοιας φύσεως Πρωτογενών Αιτήσεων όπως οι υπό εξέταση δεν προβλέπεται ούτε στη Νομοθεσία ούτε και στους σχετικούς Κανονισμούς. Η δε επίκληση της Δ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορεί να γίνει για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε αιτήσεις τέτοιου είδους. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν έχει επεξηγηθεί από πλευράς Αιτητών ποια είναι τα κοινά και πραγματικά γεγονότα που εγείρονται στην υπό κρίση περίπτωση με δεδομένο ότι αφορά αίτημα για καταχώρηση και εγγραφή προς εκτέλεση διαφορετικών διαιτητικών αποφάσεων, αίτημα το οποίο εξετάζεται και αποφασίζεται υπο το φως της διαπίστωσης της συνύπαρξης σωρευτικά των προϋποθέσεων στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω. Υπενθυμίζεται ξανά εδώ ότι στα πλαίσια των Αιτήσεων που έχουν καταχωρηθεί δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Τούτου λεχθέντος δεν μπορεί να εγείρεται οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό σημείο προς εκδίκαση επι της ουσίας της διαφοράς που αποτέλεσε αντικείμενο διαιτητικής απόφασης σε κάθε μία από τις τρεις υπό εξέταση Αιτήσεις για εγγραφή και εκτέλεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται τα έξοδα τους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν σε βάρος των Αιτητών και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA/ιnterim decisions [1] Δέστε εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Ν.22/85. [2] Δέστε εδάφιο
(5)του Άρθρου 52 του Ν.22/85. [3] Δέστε εδάφιο
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85. [4] Δέστε Αίτηση Αλέκου Αλεξάνδρου, αρ. 14/08,
(2008)1 Α.Α.Δ. 313 και Αίτηση Βασούλα Τάσου(Κακουρή) αρ.152/99
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο