Barclays Bank plc ν. Stavros Hotel Apartments Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2643/90, 13/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2643/90 Μεταξύ: Barclays Bank plc Αιτητές - και - 1. Stavros Hotel Apartments Ltd 2. Γρηγόρης Γρηγορίου 3. Δέσποινα Γρηγορίου 4. Χριστάκης Χριστοφόρου Καθ' ων η αίτηση -------------------- Αίτηση ημερ. 12.12.12 για ανανέωση και/ή εκτέλεση απόφασης Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Α. Σολουκίδου για Ιωάννης Κληρίδης και Υιοί Για τους Καθ'ων η αίτηση 1,2 και 3: κ . Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται Διατάγματος του Δικαστηρίου για ανανέωση της απόφασης και/ή για εκτέλεση της απόφασης εις τον υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή λόγω παρέλευσης 22 ετών από της ημερομηνίας που εξεδόθη και λόγω παρέλευσης του χρόνου για τον οποίο ανανεώθη ήδη η απόφαση. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.40,θ.8, Δ.48,θ(ι)(κκ), Δ.64,θ.θ.1,2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση της Άννας Πέτρου, υποδιευθύντριας στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Σ΄ αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Þ Δυνάμει του Νόμου 64(ι)/97 η Ελληνική Τράπεζα Λτδ ως εκδοχέας της εξ αποφάσεως Ενάγουσας Τράπεζας έχει δικαίωμα να προχωρήσει με την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως. Þ Η Ελληνική Τράπεζα Λτδ στις 6.6.05 με Ειδικό Ψήφισμα άλλαξε το όνομα της και έκτοτε ονομάζεται Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Þ Στις 8.10.90 εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των Λ.Κ.395.396,4 (€675.574,94) πλέον τόκοι προς 9% το χρόνο από 16.12.89 μέχρι εξοφλήσεως και Λ.Κ.414,45 (€708,13) έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης με τόκο επ' αυτού 6% το χρόνο από 8.10.90 μέχρι εξοφλήσεως. Þ Στις 28.11.08 εξεδόθη διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την ανανέωση της ως άνω απόφασης. Þ Οι Εναγόμενοι δεν έχουν εξοφλήσει το χρέος τους προς την Ενάγουσα και το μόνο ποσό που πληρώθηκε στην Ενάγουσα μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ήταν το ποσό των €119.602,10 (Λ.Κ.70.000) το οποίο καταβλήθηκε στην Ενάγουσα περί τις 22.3.07 και το οποίο έχει αφαιρεθεί από το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €1.240.087,00. Þ Στις 8.2.95 η Ενάγουσα Τράπεζα καταχώρησε αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος επί των μετοχών των Εναγομένων 2 και 3 ούτως ώστε να μην τις αποξενώσουν και/ή να μην τις μεταβιβάσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Στις 14.2.95 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Þ Στις 16.10.95 η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πτώχευσης εναντίον του Εναγομένου 2 με αρ. 966/95 η οποία δεν προωθήθηκε για το λόγο ότι τα μέρη βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις προς εξεύρεση κοινής πρότασης και σχεδίου για την αποπληρωμή των χρεών των Εναγομένων. Þ Η Ενάγουσα στις 30.5.97 καταχώρησε αίτηση πώλησης με αρ. φακ. ΠΕΑ 73/97 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για την πώληση των κτημάτων με αρ. εγγρ. 6774 και 6926 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 και τα οποία βαρύνονται με τον αρ. υποθήκης Υ1309/86 προς όφελος της Ενάγουσας. Η διαδικασία πώλησης μέσω του Κτηματολογίου εκκρεμεί. Þ Η Ενάγουσα στις 24.2.03 κατάθεσε ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 3 με αρ. ΕΒ129/03 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Þ Η Ενάγουσα στις 1.7.03 κατάθεσε ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 1 με αρ. ΕΒ461/03 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Þ Η Ενάγουσα στις 11.7.03 κατάθεσε ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 3 με αρ. ΕΒ491/03 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Þ Από το 2008 που εκδόθηκε το Διάταγμα ανανέωσης της απόφασης μέχρι και το 2011 που καταχωρήθηκε νέα αίτηση για ανανέωση της απόφασης μεσολάβησε ένα διάστημα που γίνονταν εκ μέρους των Εναγομένων διάφορες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες προς το σκοπό διευθέτησης του εξ΄ αποφάσεως χρέους εξ΄ ου και οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν στη λήψη μέτρων. Þ Στις 24.3.11 καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο αίτηση για ανανέωση της απόφασης και αίτηση για ανανέωση των ΜΕΜΟ 461/03 και 491/03. Þ Δόθηκαν οδηγίες για επίδοση των αιτήσεων και καταχωρήθηκαν ενστάσεις στις 9.6.11. Þ Η Αίτηση για ανανέωση της απόφασης ορίστηκε για ακρόαση στις 14.6.11. Στις 6.7.11 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για ανανέωση της απόφασης και συνέπεια της απόφασης αυτής αποσύρθηκε και η αίτηση για ανανέωση των ΜΕΜΟ. Έτσι, εν όψει της μη ανανέωσης της ισχύος των ΜΕΜΟ, αυτά εξέπνευσαν. Þ Οι Ενάγοντες προτίθενται να προχωρήσουμε με διαδικασία εκποίησης των ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ129/03 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.39,θ.θ.1-21, Δ.40,θ.θ8,11, Δ.48,θ.θ.1,2,4,8(ι)(κκ)(
- ii)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 14
(1), 26, 53-71 και 98 του ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 1-7 του περί Τόκου Νόμου, στο Άρθρο 30
(2)και 188 του Συντάγματος στην πρακτική, συμφυείς εξουσίες και γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι εξής: ü Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα. ü Η κατάχρηση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας. ü Η Αιτήτρια εμποδίζεται από τη συμπεριφορά της να δικαιούται το αιτούμενο διάταγμα. ü Η Αίτηση υπεβλήθη με μεγάλη καθυστέρηση που δεν έχει επεξηγηθεί. ü Το επίδικο θέμα της Αίτησης είναι δεδικασμένο. ü Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη του σχετικού Νόμου, των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και Διαδικαστικών Κανονισμών. ü Δεν συγκεκριμενοποιείται το ποσό που οφείλεται. ü Δεν αναφέρεται και δεν συγκεκριμενοποιείται από τους Ενάγοντες ποια μέτρα θα λάβουν για εκτέλεση της απόφασης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 2 στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Στην ουσία η Αιτήτρια με έμμεσο τρόπο προσπαθεί να επιτύχει την επαναφορά της Αίτησης της ημερ. 24.3.11 που απερρίφθη στις 6.7.11 που είναι δεδικασμένη. Παρόμοιο αίτημα για ανανέωση της απόφασης απερρίφθη στις 6.7.11 που είναι δεδικασμένη. Παρόμοιο αίτημα για ανανέωση της απόφασης απερρίφθη στις 6.7.11 με απόφαση του Δικαστηρίου η οποία δεν έχει απορριφθεί. Μοναδική συνέπεια της εν λόγω απόφασης, η οποία αποτελεί δεδικασμένο, είναι ότι η απόφαση έπαυσε να ισχύει. Η Αίτηση στερείται νομικού υποβάθρου γιατί στοχεύει στην εκτέλεση μιας μη ισχύουσας απόφασης. Η καταχώρηση εκ νέου Αίτησης με νέο παρόμοιο αιτητικό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ø Η Αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα αφού από την έκδοση της απόφασης ημερ. 8.10.90 έχουν περάσει πέραν των 22 ετών και δε δικαιολογείται η σημειωθείσα καθυστέρηση. Ø Η μόνη έγνοια της Ενάγουσας Τράπεζας ήταν η ανανέωση των ΜΕΜΟ. Έγιναν κάποιες προσπάθειες για εξεύρεση λύσης και/ή τρόπου αποπληρωμής των χρεών οι οποίες απέτυχαν. Ø Για τα κτήματα με αρ. εγγρ. 6774 και 6926 υπάρχει και η υποθήκη Υ752/
- Οι δύο πιο πάνω υποθήκες εξασφαλίζουν πλήρως τα χρέη της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Ø Η αξία των κτημάτων της Εναγομένης 1 υπερκαλύπτει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος. Ø Η συνέχιση του ΜΕΜΟ ΕΒ129/03 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας έπαυσε να υφίσταται και να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Ø Το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ129/03 με τη μη ανανέωση της απόφασης στις 6.7.11 έπαυσε να υφίσταται και να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Ø Το ΜΕΜΟ ΕΒ129/03 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας αφορά τα κτήματα της Εναγομένης 3 που προσδιορίζονται στην παράγρ. 18 της Ένορκης Δήλωσης. Ø Ορισμένα από τα κτήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο ΜΕΜΟ ΕΒ 129/30 έχουν αξία €5.787.000 και υπερκαλύπτουν το εξ αποφάσεως χρέος πέραν του ποσού που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι της οφείλεται κατά το πενταπλάσιο ποσό. Ø Η Ενάγουσα ενώ καλύπτεται πλήρως από τα ενυπόθηκα κτήματα χρησιμοποιεί τα ΜΕΜΟ για πίεση. Ø Τυχόν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης κανένα σκοπό εξυπηρετεί, αντίθετα επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων και τον τρόπο που αυτοί θέλουν να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους την οποία για 22 χρόνια δεν μπορούν να το κάνουν όπως αυτοί θέλουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για το υπό εξέταση θέμα θεωρώ σκόπιμο εν πρώτοις να αναφερθώ στην Δ.40,θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1] η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Εκτός όπου δικαστική απόφαση έχει ανασταλεί ή των περιπτώσεων, για τις οποίες γίνεται ειδική πρόνοια για το αντίθετο,[2] όσον αφορά τους αρχικούς διαδίκους, μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή τους διατάγματος. Μετά την παρέλευση 6 ετών[3], θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης "may" στη Δ.40,θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά[4]. Παρά το ότι η Δ.40,θ.8 δεν καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ. 1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με το Order 42,r.23 των Αγγλικών Θεσμών, με το οποίο η δική μας Δ.40,θ.8 είναι πανομοιότυπη: «.application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue» Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια - όπως ήταν η πρόνοια της Δ.40,θ.8 πριν την τελευταία τροποποίηση που την έχει επεκτείνει στα δέκα χρόνια - και ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δίδει εξηγήσεις για το λόγο της καθυστέρησης ή για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών (σήμερα 10 ετών) ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ότι της παρούσας Αίτησης προηγήθηκε η Αίτηση ημερ. 24.3.11 για ανανέωση της απόφασης η οποία εκδικάστηκε και είχε ως αποτέλεσμα, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6.7.11, να απορριφθεί. Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστήριξε ότι η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί δεδικασμένο και ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Αιτήτριας Τράπεζας. Η πλευρά της Αιτήτριας υποστήριξε από την άλλη ότι δεν επιδιώκεται η επαναφορά ή αναβίωση της απορριφθείσας Αίτησης ημερ. 24.3.11 και ότι η Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 24.3.11 στηρίχθηκε σε διαφορετικά γεγονότα και ήταν αυτοτελής και ανεξάρτητη από την υπό εξέταση Αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι τίποτα δεν εμποδίζει μετά την απόρριψη μιας Αίτησης την καταχώρηση άλλης νοουμένου ότι αυτή θα στηρίζεται σε άλλους λόγους και/ή γεγονότα τα οποία δεν περιέχονται στην πρώτη Αίτηση κάτι το οποίο, όπως επισημαίνεται, έγινε στην παρούσα περίπτωση. Προσεκτική εξέταση και σύγκριση αφ΄ ενός της υπό κρίση Αίτησης και αφ΄ ετέρου της Αίτησης ημερ. 24.3.11 αποδεικνύει ότι το μόνο επιπρόσθετο γεγονός που καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση της υπό κρίση Αίτησης είναι η παράγρ. 13 αναφορικά με το τι μεσολάβησε μεταξύ του 2008 και μέχρι το 2011 που είχε καταχωρηθεί η προηγούμενη Αίτηση και οι παραγρ. 14, 15 και 16 που, απλώς, αναφέρονται στο ιστορικό και το αποτέλεσμα της Αίτησης ημερ. 24.3.11. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η πλευρά της Αιτήτριας Τράπεζας δεν επικαλείται στην υπό εξέταση Αίτηση νέα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την απόρριψη της προηγούμενης Αίτησης ημερ. 24.3.11 αλλά γεγονότα που προϋπήρχαν. Είναι, επίσης, φανερό ότι η Αιτήτρια προσπαθεί μέσω της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης να διορθώσει, ενδεχομένως, παραλείψεις που οδήγησαν στην απόρριψη της Αίτησης ημερ 24.3.11 και ουσιαστικά επιδιώκει, εφόσον δεν θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα που να είχαν ακολουθήσει την έκδοση της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 6.7.11, να καταστήσει το παρόν Δικαστήριο Εφετείο της ίδιας της απόφασης του. Επανέρχεται σε θέματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Αίτηση της ημερ. 24.3.11 και την οποία, όπως ήδη αναφέραμε, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε, απέρριψε την Αίτηση. Είναι η θέση μου ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη δεδικασμένου ή όχι όλα τα πιο πάνω συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, ακόμη, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της[5]. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ 217 όπου στη σελ. 222 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σημαντικά σε σχέση με τη διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή σχετικών καταχρήσεων: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL), αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...". Όπως έχει αναφερθεί στην νομολογία που έχουμε επικαλεστεί, η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει μία ποικιλία μορφών. Αυτό δε που ξεκάθαρα δεν μπορεί ένας διάδικος να κάνει είναι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να επιδιώκει απόφαση του Δικαστηρίου την οποία έχει ήδη λάβει από το Δικαστήριο στο πλαίσιο παρόμοιας διαδικασίας που προηγήθηκε χωρίς να έχουν αλλάξει τα δεδομένα[6]. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει ότι η υπό κρίση Αίτηση για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, το επόμενο ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση ή αν θα διατάξει την αναστολή της ή, ενδεχομένως, αν μπορεί να πάρει άλλα διορθωτικά μέσα. Επισημαίνεται ευθύς εξ αρχής ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ευρισκόμαστε ενώπιον δύο παράλληλων διαδικασιών που η Αιτήτρια προωθεί αλλά σε διαδοχικά μέτρα με τα οποία ή μέσω των οποίων επιδιώκεται ο ίδιος στόχος. Πιο συγκεκριμένα, εκείνο το οποίο επιδιώκεται είναι η ανατροπή της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 6.7.
- Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα επιλογής ανάμεσα σε δύο διαδικασίες και, συνεπακόλουθα, διαταγής του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας όπως ήταν η περίπτωση σε διάφορες αποφάσεις που ασχολήθηκαν με το θέμα της κατάχρησης και στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω. Όπως είναι νομολογημένο κάθε Δικαστήριο δικαιούται μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία εάν αυτή είναι καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Η εν λόγω αρχή, έχω την άποψη, ότι βρίσκει πλήρη εφαρμογή στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. Ως εκ τούτου αυτό το οποίο θα πρέπει να γίνει στην προκειμένη περίπτωση είναι ο τερματισμός της διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως καταπιεστική και καταχρηστική. Κατά συνέπεια η υπό κρίση Αίτηση και η δυνάμει αυτής διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τερματίζονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων όσων προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και, συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δηλ. επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 δικαιούνται στα έξοδα τους. Η Αιτήτρια να καταβάλει, επομένως, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Η Δ.40, θ.8 έχει τροποποιηθεί στις 9.9.2011 με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του
- [2]Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που σύμφωνα με τους όρους της απόφασης διάδικος δικαιούται σε θεραπεία υπό την αίρεση εκπλήρωσης κάποιου όρου (βλ. Δ.40 θ.2). [3] Σήμερα ο χρόνος είναι 10 έτη. [4] Δέστε W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7. [5] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133. [6] Δέστε SAZEN FAST FOOD LTD ν. Χ΄ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ & ΣΙΑ ΛΤΔ κ.α. αρ. αγ. 5010/01 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 4.9.02 η οποία δόθηκε από τον Γ. Αρέστη, Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) και στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Μ. Καλλής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο