← Κύπρος

Κυριάκος Πομηλορίδης ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5365/06, 28/2/2013

Κυριάκος Πομηλορίδης ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5365/06, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5365/06 Μεταξύ: Κυριάκος Πομηλορίδης, από την Λευκωσία Ενάγοντας και

  1. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
  2. Γιάννης Παπαδόπουλος Εναγόμενοι ------------------- 28.02.2013 Για τον Ενάγοντα: κος Α. Σ. Αγγελίδης Για τους Εναγόμενους: κος Αγαθοκλέους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αγωγή ο ενάγων αξιώνει από τους εναγομένους 1 και 2 αποζημιώσεις. Η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται σε δημοσίευμα που κυκλοφόρησαν οι εναγόμενοι και το οποίο συνιστά, σύμφωνα με τον ενάγοντα, δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Από τη δικογραφημένη εκδοχή των διαδίκων και την ακροαματική διαδικασία, διαπιστώνω ότι τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο. Τόσο σήμερα όσο και κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων είναι δημοσιογράφος-πολιτικός συντάκτης και εργάζεται στον ραδιοτηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1 (στη συνέχεια ο ΑΝΤ1). Έχει πολυετή πείρα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και είναι γνωστή προσωπικότητα και αναγνωρίσιμος στο ευρύ κοινό. Από την άλλη, για κάθε ουσιώδη χρόνο για την αγωγή η εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια της καθημερινής πρωινής εφημερίδας Πολίτης (στη συνέχεια ο Πολίτης), εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος 2 είναι εκδότης και κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας Πολίτης. Την 28.7.06 ο Πολίτης δημοσίευσε το ακόλουθο κείμενο. «Τα κλεφτρόνια του ΑΝΤ1 Η δημοσιογραφία θέλει ήθος και οι του ΑΝΤ1 (διευθυντές ειδήσεων, αρχισυντάκτες και ρεπόρτερ) αποδεικνύεται για πολλοστή φορά ότι δεν το έχουν. Ο εν λόγω τηλεοπτικός σταθμός ξεκίνησε χθες το κεντρικό του δελτίο ειδήσεων με το αποκαλυπτικό (!) ρεπορτάζ που ετοίμασε και εκφώνησε ο δημοσιογράφος Κυριάκος Πομηλορίδης για τις διαγραφές των τεσσάρων πρώην βουλευτών του ΑΚΕΛ από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος. Ο κ. Πομηλορίδης παρουσίασε το ρεπορτάζ ως πρωτογενή είδηση αποφεύγοντας - κατά παράβαση κάθε κανόνα δημοσιογραφικής δεοντολογίας - να κάμει οποιαδήποτε αναφορά στον «Πολίτη», που το είχε προβάλει στη χθεσινή του έκδοση στη θέση κυρίου θέματος. Εν ολίγοις το έγραψε η εφημερίδα μας, το διάβασε και ο κ. Πομηλορίδης και έκαμε απλώς follow up του θέματος χωρίς καμία αναφορά στην πηγή της είδησης. Αυτό συνιστά κλοπή και τα κλεφτρόνια (φώτο) πρέπει να διαπομπεύονται. «Π» Υ.Γ. Κύριε Πομηλορίδη έλα, εάν θες, να τα πούμε και στο Δικαστήριο.» Πιστό αντίγραφο της σελίδας από την εφημερίδα που αναγράφεται το δημοσίευμα προσκομίστηκε στο δικαστήριο και σημειώθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Ας σημειωθεί ότι πέραν του γραπτού κειμένου στην ίδια στήλη της εφημερίδας και εντός του πλαισίου που τέθηκε το επίδικο κείμενο, αναρτήθηκε φωτογραφία του ενάγοντα εν ώρα εργασίας. Γραπτό κείμενο και φωτογραφία αποτελούν το επίδικο δημοσίευμα. Κοινό τόπο αποτελεί ότι την προηγουμένη της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος, δηλαδή την 27.7.06, ο Πολίτης προέβη σε δημοσίευση είδησης που αφορούσε την αποβολή τεσσάρων βουλευτών του ΑΚΕΛ από την κεντρική επιτροπή του κόμματος. Τούτο το δημοσίευμα είναι το τεκμήριο
  4. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, 27.7.06, το βραδινό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 ασχολήθηκε με τη διαγραφή των τεσσάρων βουλευτών. Το πρόσωπο που επιμελήθηκε και παρουσίασε το ρεπορτάζ του ΑΝΤ1 είναι ο ενάγων. Τα τεκμήρια 2, 4α και 4β αποδίδουν αυτό ακριβώς το ρεπορτάζ του ενάγοντα με διαφορετικό τρόπο. Το τεκμήριο 2 είναι βιντεοταινία, το τεκμήριο 4α είναι ψηφιακός δίσκος και το τεκμήριο 4β είναι έγγραφο. Λόγω αυτού ακριβώς του ρεπορτάζ που επιμελήθηκε ο ενάγων, σε συνδυασμό με το ότι δεν επικαλέσθηκε τον Πολίτη ως την πηγή προέλευσης της είδησης, οι εναγόμενοι προέβησαν στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Παρεμβάλλω εδώ ότι είναι κοινός τόπος ότι το ρεπορτάζ του ενάγοντα το βράδυ της 27ης Ιουλίου 2006, δεν έκανε αναφορά στον Πολίτη. Αυτό άλλωστε διαπιστώνεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4β. Επιπλέον, γεγονός είναι ότι την 27.7.2006 το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων απέστειλε στον ΑΝΤ1 δύο τηλεγραφήματα που αφορούσαν αυτό ακριβώς το δημοσίευμα του Πολίτη, ημερομηνίας 27.7.
  5. Το πρώτο τηλεγράφημα -τεκμήριο 9 - απεστάλη η ώρα 09.12 πμ, το δεύτερο -τεκμήριο10- απεστάλη η ώρα 5.43μμ. Η ενασχόληση άλλων ΜΜΕ, έντυπων ή τηλεοπτικών, με το δημοσίευμα του Πολίτη ημερομηνίας 27.7.06, δηλαδή εκείνο που γνωστοποιούσε τη διαγραφή των τεσσάρων βουλευτών του ΑΚΕΛ από την κεντρική επιτροπή του κόμματος, προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 12α, 12β, 13α και 13β. Το τεκμήριο 12α, έντυπο, αποδίδει το ρεπορτάζ του Ρ.Ι.Κ. για το εν λόγω θέμα. Ανάλογα ισχύουν και για το τεκμήριο 12β, με μόνη διαφορά ότι τούτο αποδίδεται στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA. Τα τεκμήρια 13α και 13β αποδίδουν τον τρόπο με τον οποίο δύο εφημερίδες σχολίασαν το δημοσίευμα του Πολίτη. Σε αυτή την περίπτωση η ενασχόληση παραπέμπει στην 28.7.
  6. Το τεκμήριο 13α αφορά δημοσίευμα της εφημερίδας Αλήθεια και το τεκμήριο 13β της εφημερίδας Φιλελεύθερος. Απλή και μόνο ανάγνωση του περιεχομένου των τεκμηρίων 12α, 12β, 13α και 13β, φανερώνει ότι ο σχολιασμός της είδησης της αποβολής των τεσσάρων βουλευτών του ΑΚΕΛ από τα συγκεκριμένα ΜΜΕ, έγινε με αναφορά στο δημοσίευμα του Πολίτη. Μετά την δημοσίευση του επίδικου κειμένου, συγκεκριμένα αργότερα την ίδια ημέρα, ο τότε διευθυντής ειδήσεων του ΑΝΤ1 απέστειλε επιστολή στον Πολίτη, ως απάντηση στο επίδικο δημοσίευμα. Η επιστολή του τότε διευθυντή ειδήσεων του ΑΝΤ1, Παύλος Μυλωνάς, δημοσιεύτηκε αυτούσια στον Πολίτη την 29.7.
  7. Η εφημερίδα στην οποία δημοσιεύτηκε είναι το τεκμήριο
  8. Τέλος, το τεκμήριο 8, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του, καθιστά παραδεκτό γεγονός ότι την 28.7.06, ημερομηνία δημοσίευσης του επίδικου κειμένου, η εφημερίδα Πολίτης κυκλοφόρησε 11965 φύλλα εκ των οποίων πωλήθηκαν 8547 και επιστράφηκαν
  9. Όλα τα πιο πάνω υιοθετούνται ως ευρήματα του δικαστηρίου. Η υπόθεση του ενάγοντα περιορίστηκε στη μαρτυρία του ιδίου (στη συνέχεια ο ενάγων ή ο Πομηλορίδης), ενώ για την υπεράσπιση ως μάρτυρας κλήθηκε ο δημοσιογράφος Σωτήρης Παρούτη (στη συνέχεια ο Παρούτης). Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εκτενώς ό,τι ειπώθηκε από τους δύο μάρτυρες. Το σύνολο της μαρτυρίας τους έχει καταγραφεί και αξιολογηθεί από το δικαστήριο. Σημειώνω ότι και οι δύο -ενάγων και Παρούτης- αναλώθηκαν σε επεξήγηση ορολογιών όπως είδηση, γεγονός, πληροφορία, πρωτογενής είδηση και πηγή ή προέλευση είδησης. Περιττό να λεχθεί ότι ο ενάγων υποστήριξε ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αντεξέταση αμφότερων των συνηγόρων επεκτάθηκε και στο ρεπορτάζ του ενάγοντα, τεκμήριο 4β. Σε αυτό το πλαίσιο αντικείμενο συζήτησης απετέλεσε το κατά πόσο τούτο το ρεπορτάζ είναι το ίδιο με εκείνο του Πολίτη, ημερομηνίας 27.7.06, τεκμήριο
  10. Επ' αυτού η θέση του ενάγοντα είναι ότι το δικό του ρεπορτάζ μεταφέρει τη δήλωση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΑΚΕΛ αναφορικά με τη διαγραφή των τεσσάρων βουλευτών από την κεντρική επιτροπή του κόμματος, και περαιτέρω, αποκαλύπτει ότι για ένα εξ αυτών, το Δώρο Χριστοδουλίδη, η απόφαση που λήφθηκε ήταν για διαγραφή όχι μόνο από την κεντρική επιτροπή αλλά και από το κόμμα, και ότι ο λόγος αυτής της απόφασης ήταν η στάση που τήρησε ο εν λόγω βουλευτής στο δημοψήφισμα. Από την άλλη ο Παρούτης υποστηρίζει ότι το ρεπορτάζ του Πομηλορίδη είναι κατ' ουσίαν το ίδιο με εκείνο του Πολίτη και ότι οι όποιες πρόσθετες πληροφορίες συνιστούν απλώς follow up της είδησης που απεκάλυψε ο Πολίτης. Σε μείζον αναδείχθηκε και το κατά πόσο ο κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας -τεκμήριο 3- επιβάλλει στο δημοσιογράφο να ονοματίζει το μέσο που πρώτο δημοσίευσε μια είδηση, ως επίσης η επιστολή που απέστειλε στον Πολίτη ο Παύλος Μυλωνάς. Αντικείμενο συζήτησης κατέστη και το κατά πόσο ο Πολίτης ανταποκρίνεται σε αυτά που απαιτεί από τα άλλα ΜΜΕ, δηλαδή κατά πόσο αποκαλύπτει το μέσο που πρώτο δημοσιεύει μια είδηση. Προς υποστήριξη τούτου ο Παρούτης προσκόμισε το τεκμήριο
  11. Είναι τούτο δέσμη εγγράφων που αποτελείται από φωτοτυπίες εφημερίδων που κυκλοφόρησε ο Πολίτης και στις οποίες αναφέρονται ειδήσεις που παραπέμπουν σε άλλο ΜΜΕ, δηλαδή εκείνο που πρώτο απεκάλυψε την είδηση. Τα δε τεκμήρια 14α και β υπεδείχθησαν στον Παρούτη από το συνήγορο του ενάγοντα και του υπεβλήθη ότι αναφορικά με συγκεκριμένη είδηση, εν προκειμένω της αποχώρησης του υπουργού Κίκη Καζαμία από το υπουργικό συμβούλιο, ο Πολίτης δεν ανταποκρίθηκε σε ό,τι απαιτεί, δηλαδή δεν απεκάλυψε το μέσο που πρώτο δημοσίευσε την είδηση. Η σχετική υποβολή απερρίφθη από τον Παρούτη απαντώντας ότι η εν λόγω είδηση ήταν εις γνώση των ιδίων από προηγουμένως. Έχω την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων-Πομηλορίδη και Παρούτη- που αφορά το επίδικο δημοσίευμα, δεν είναι επί πραγματικών γεγονότων. Επί του προκειμένου περιορισμένη είναι η συμβολή των δύο μαρτύρων. Μοναδική, ίσως, αποκάλυψη του Παρούτη, είναι ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα, παρ' ότι υπογράφεται με το γράμμα Π, γράμμα το οποίο αποδίδει συντομογραφικά, όπως εξήγησε, τη λέξη Πολίτης. Περαιτέρω, ο Παρούτης δέχθηκε ότι ενόσω διεξάγετο η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση υπόθεσης, ο Πολίτης δημοσίευσε λεπτομέρειες που άπτονταν της διαδικασίας και σε κάθε περίπτωση δημοσίευε εκ νέου το επίδικο κείμενο, τεκμήριο
  12. Οι εν λόγω εφημερίδες παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και κατατέθηκαν ως τεκμήρια (τεκμήρια 15 και 16). Ελαφρώς μεγαλύτερη είναι η συμβολή του Πομηλορίδη στην γκάμα πραγματικών γεγονότων. Εν πρώτοις, και ο ίδιος έκανε λόγο για εκ νέου δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος και προς υποστήριξη τούτης της θέσης προσκόμισε την εφημερίδα τεκμήριο
  13. Ερωτηθείς από το συνήγορο υπεράσπισης ανέφερε ότι το πρωινό της 27.7.06 έλαβε οδηγίες να μεταβεί στα γραφεία του ΑΚΕΛ καθότι θα προέβαινε σε δηλώσεις ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος. Δέχθηκε, όμως, ότι προτού λάβει τούτες τις οδηγίες είχε πληροφορηθεί την είδηση της διαγραφής των τεσσάρων βουλευτών. Εξ όσων ήταν σε θέση να θυμάται η εν λόγω πληροφόρηση προήλθε από ραδιοφωνική εκπομπή. Θέση του ενάγοντα ήταν όμως ότι πριν τη δημοσίευση του επίδικου κειμένου-τεκμήριο 1- δεν γνώριζε ότι το μέσο που πρώτο δημοσίευσε την είδηση της διαγραφής ήταν ο Πολίτης. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του ότι δεν έλαβε γνώση του δημοσιεύματος του Πολίτη και των ενημερώσεων του ΚΥ.Π.Ε. πριν προβεί στο δικό του ρεπορτάζ. Ανέγνωσε τούτα τα κείμενα την επαύριον της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος. Για το περιεχόμενο της επιστολής Μυλωνά προς τον Πολίτη -τεκμήριο 6- ανέφερε ότι δεν ζητήθηκε η άποψη του και ότι ο ίδιος δεν συμμερίζεται τις θέσεις που εκεί αναφέρονται. Μάλιστα χαρακτήρισε το ύφος της επιστολής ως σκωπτικό. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Περαιτέρω, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Και οι δύο μάρτυρες -Πομηλορίδης και Παρούτης- άφησαν θετικές εντυπώσεις. Αφενός η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν ανεπιτήδευτη και αυθόρμητη. Αφετέρου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, στοιχείο που αναδεικνύει και την ποιότητα τούτης, δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία ότι είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια. Αναφέροντας τούτο κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι η θετική αξιολόγηση των δύο δεν πρέπει να εκληφθεί ως πλήρης και ανεπιφύλαχτη αποδοχή, ή υιοθέτηση, της φρασεολογίας με την οποία ένδυσαν τους διάφορους ορισμούς, ή το πώς επεξήγησαν και ερμήνευσαν τα σχετικά δημοσιεύματα. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης, δηλαδή η διαπίστωση του κατά πόσο το κείμενο είναι δυσφημιστικό, συνιστά δικανική κρίση και μέτρο σύγκρισης είναι ο μέσος συνετός αναγνώστης. Συνακόλουθα, οι τυχόν υπερβολές των δύο σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας τους, αν και δεν παραγνωρίζονται, στη δοσμένη περίπτωση δεν διαφοροποιούν τη θετική τους εικόνα. Η εντύπωση που απεκόμισα είναι πως οι όποιες υπερβολές δεν αποτελούν προϊόν ψεύδους αλλά εξωτερίκευση έντονων συναισθημάτων που διακατείχαν τους μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατά τα λοιπά, δηλαδή αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ευδιάκριτο είναι το στοιχείο της φιλαλήθειας και των δύο, με σημείο αναφοράς τις εκατέρωθεν παραδοχές. ο ενάγων ότι πριν τη μετάβαση του στα γραφεία του ΑΚΕΛ είχε ακούσει την είδηση της διαγραφής μέσω ραδιοφώνου και ότι η είδηση του Πολίτη την 27.7.06 -τεκμήριο 5- είναι πρωτογενής είδηση, και ο Παρούτης ότι συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα που στόχο είχε να θίξει εκείνο που η ομάδα των δημοσιογράφων του Πολίτη θεωρούσε αδικαιολόγητο. Δυνάμει των πιο πάνω διαπιστώνω ότι συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο Παρούτης, και ότι το δημοσίευμα αποδίδει τη θέση του Πολίτη που το υπογράφει. Περαιτέρω, δέχομαι τη θέση του Πομηλορίδη ότι την 27.7.06 έλαβε οδηγίες να μεταβεί στα γραφεία του ΑΚΕΛ όπου ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος θα προέβαινε σε δηλώσεις αναφορικά με τη διαγραφή τεσσάρων βουλευτών από την κεντρική επιτροπή του κόμματος. Κατά το χρόνο που ελάμβανε αυτές τις οδηγίες γνώριζε για τη διαγραφή των βουλευτών, εφόσον την πληροφορήθηκε μέσω ραδιοφώνου. Τέλος, δέχομαι ότι προτού προβεί στο ρεπορτάζ-τεκμήριο 4β- δεν γνώριζε ότι η εν λόγω είδηση είχε δημοσιευτεί ενωρίτερα την ίδια ημέρα από τον Πολίτη, και δεν είχε διαβάσει το σχετικό δημοσίευμα-τεκμήριο5. Δέχομαι εν τέλει ότι ο ενάγων δεν πληροφορήθηκε, είτε από το ραδιόφωνο είτε από τα τηλεγραφήματα του ΚΥ.Π.Ε, ότι ο Πολίτης είναι εκείνος που πρώτος δημοσίευσε την είδηση της διαγραφής. Δυνάμει των τεκμηρίων 7, 15 και 16 διαπιστώνω ότι ενόσω η ακροαματική διαδικασία βρίσκετο σε εξέλιξη ο Πολίτης δημοσίευσε λεπτομέρειες τούτης και σε κάθε περίπτωση, συνολικά τρεις, στις ημερομηνίες 23.2.12, 3.4.12 και 25.4.12, δημοσίευε εκ νέου το επίδικο δημοσίευμα, δηλαδή κείμενο και φωτογραφία. Εφόσον η αξίωση του ενάγοντα παραπέμπει σε δυσφήμιση πρόσφορο είναι να παρατεθούν εδώ τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 62 του πρώτου τόμου του συγγράμματος Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, των κυρίων Αρτέμη και Ερωτοκρίτου: «Για να επιτύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό. (β) ότι τούτο αναφερόταν σ' αυτόν. (γ) ότι δημοσιεύτηκε.» Το πρώτο που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Θέση των εναγομένων είναι ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν συνιστά δυσφήμιση. Επικαλούμενοι τα αναφερόμενα στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856 υποστηρίζουν ότι η σύγχρονη τάση εν σχέσει με τη διερεύνηση τούτου του θέματος διαφοροποιείται, υπό την έννοια ότι υπεισέρχονται στην εξέταση στοιχεία που άλλοτε εξετάζονταν στις υπερασπίσεις έντιμο σχόλιο και προνομιούχα επιφύλαξη. Όπως έχει νομολογηθεί η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό παραπέμπει στο σύνολο του δημοσιεύματος και όχι απλώς σε μεμονωμένα αποσπάσματα, και ότι στις λέξεις αποδίδεται η φυσική ερμηνεία που θα απέδιδε σε αυτές ο ορθά σκεπτόμενος άνθρωπος (βλ. Χαραλάμπους ν. Βασιλείου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1395, 1400). Παράλληλα, αν το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, δεν θα του αποδοθεί εκείνη που το καθιστά δυσφημιστικό (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198). Πριν οτιδήποτε άλλο παρεμβάλλω ότι οι εισηγήσεις των εναγομένων με αναφορά στα λεχθέντα της απόφασης Παπαευσταθίου, πιο πάνω, έχω την αίσθηση ότι παρερμηνεύουν το λόγο (ratio) της απόφασης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η σύγχρονη αντίληψη σε αυτό τον κλάδο του δικαίου είναι εκείνη που αναφέρθηκε στην υπόθεση Παπαευσταθίου. Λέχθηκε εκεί ότι. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Με τούτο δεν νοείται όμως κατάργηση του έτερου βασικού ανθρώπινου δικαιώματος που είναι εκείνο της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που επίσης μνημονεύεται στην υπόθεση Παπαευσταθίου. Περαιτέρω, η υπόθεση Παπαευσταθίου δεν διαφοροποίησε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ούτε υπαινίχθηκε ότι η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου ή του προνομίου με επιφύλαξη, αποφασίζονται πρωθύστερα ή συν τω χρόνω της διερεύνησης του κατά πόσο το κείμενο είναι δυσφημιστικό. Το απαύγασμα της απόφασης στην υπόθεση Παπαευσταθίου είναι εκείνο που με γλαφυρότητα αποδίδεται στη σελίδα 871 ως ακολούθως. «Κατά την εξέταση υποθέσεων όπως την παρούσα η προστασία του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο μια αναλογία. Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις». Ανάλογη όμως είναι η προσέγγιση και της μεταγενέστερης απόφασης Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη Πολ. Εφ. 216/08, ημερομηνίας 8.4.11 κατά το σχολιασμό θέσεων ταυτόσημων με αυτών που τώρα απασχολούν, μάλιστα εισηγητής αυτών των θέσεων ήταν και πάλι ο Πολίτης. Λέχθηκε εκεί ότι. «Είναι ιδιαίτερης σημασίας να τονιστεί σ΄ αυτό το στάδιο ότι η διάδοση γεγονότων, πληροφοριών, σχολίων και γνωμών, που αποτελεί δικαίωμα, αλλά και εχέγγυο βέβαια της ελευθεροτυπίας, πρέπει να εξισορροπείται με την απαίτηση του κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητα του, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα του να εκφράζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, εφόσον βέβαια το πράττει νομίμως. Η εξισορροπητική αυτή άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και την γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονικής αξίας ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα». Από τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα προαπαιτούμενα δεν διαφοροποιούνται και δεν συγχέονται με τις όποιες υπερασπίσεις. Κατά την εξέταση του χαρακτήρα του κειμένου ο παρονομαστής που καθορίζει το αποτέλεσμα προκύπτει από εξισορρόπηση και αντιπαραβολή των δύο ανταγωνιστικών δικαιωμάτων - ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, και προάσπιση της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου - και αφού εφαρμοσθεί στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, αποκαλύπτεται ποιο δικαίωμα υπερίσχυσε στη δοσμένη περίπτωση και κατά πόσο το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό. Στη δοσμένη περίπτωση δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Ο ίδιος ο τίτλος του δημοσιεύματος -τα κλεφτρόνια- αποδίδει διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ακολούθως, η αναφορά σε ήθος και πως για πολλοστή φορά αποδεικνύεται ότι οι του ΑΝΤ1 δεν το έχουν, θέλει το δημοσίευμα να υποστηρίζει έλλειψη ήθους, δηλαδή έλλειψη ποιότητας στο χαρακτήρα, δηλαδή πρόσωπο χαμηλής ηθικής στάθμης, και αυτό μάλιστα στη βάση συστηματικής και επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς. Σχετική όμως είναι και η υποστήριξη αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, δηλαδή ότι πρόκειται για άτομο που δεν τηρεί τη δεοντολογία, και μάλιστα ενός λειτουργήματος ως είναι η δημοσιογραφία. Δηλαδή παραβιάζει το καθήκον τούτου του λειτουργήματος, και αυτό μάλιστα για να οικειοποιηθεί, δίκην κλοπής, είδηση που δεν του ανήκει. Η κορύφωση της δυσφήμισης, και συνάμα η αποκάλυψη τούτης, εντοπίζεται στην κατακλείδα του δημοσιεύματος, δηλαδή τη φράση «τα κλεφτρόνια. πρέπει να διαπομπεύονται». Εξ ορισμού (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη) η διαπόμπευση συνιστά δημόσιο διασυρμό και εξευτελισμό, δηλαδή γελιοποίηση και αμαύρωση της καλής εικόνας και φήμης του προσώπου που διαπομπεύεται. Αυτό αποκαλύπτει ότι σκοπός του επίδικου δημοσιεύματος ήταν η διαπόμπευση του υποκειμένου που αφορά. Άλλωστε αυτό ανέφερε, εμμέσως, και ο Παρούτης, δηλώνοντας ότι σκοπός τους ήταν να αναδείξουν αυτή τη συμπεριφορά του ΑΝΤ1 και των δημοσιογράφων του. Ως εκ των πιο πάνω, το κείμενο επιδέχεται μιας μόνο ερμηνείας, και αυτή είναι δυσφημιστική για το πρόσωπο που είναι το υποκείμενο του δημοσιεύματος. Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι το επίδικο δημοσίευμα σαφώς και είναι δυσφημιστικό εφόσον καταλογίζει διάπραξη αδικήματος, έλλειψη ήθους και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, και γι' αυτά είναι που διαπομπεύει τον υπαίτιο. Οι εναγόμενοι υποστήριξαν ότι το δημοσίευμα δεν αφορά τον ενάγοντα αλλά τον ΑΝΤ1. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το επιχείρημα καθώς και να συμφωνήσω με την εισήγηση. Είναι γεγονός ότι σε κάποια σημεία χρησιμοποιείται πληθυντικός, στοιχείο που αφήνει να νοηθεί ότι αναφέρεται σε πέραν του ενός προσώπου. Υποδεικνύω εδώ τις φράσεις. τα κλεφτρόνια, και οι του ΑΝΤ1. Παρόλα αυτά, αν το δημοσίευμα αφορούσε τον ΑΝΤ1, ή μόνο τον ΑΝΤ1, προς τί τότε η ανάρτηση της φωτογραφίας του Πομηλορίδη στο πλαίσιο του δημοσιεύματος, αν όχι για στοχοποίηση τούτου. Πέραν της ανάρτησης της φωτογραφίας, ένα εκ των στοιχείων που αποδεικνύει ότι εκείνος που στοχοποιείται και βάλλεται είναι ο Πομηλορίδης, αποκαλυπτικές είναι και οι αναφορές του δημοσιεύματος σε ρεπόρτερ, ρεπορτάζ που ετοίμασε και εκφώνησε ο δημοσιογράφος Κυριάκος Πομηλορίδης, ο κ. Πομηλορίδης παρουσίασε το ρεπορτάζ, το διάβασε ο κ. Πομηλορίδης και έκαμε απλώς follow up, και τέλος, κύριε Πομηλορίδη έλα, εάν θες, να τα πούμε στο δικαστήριο. Αυτή η τελευταία φράση καταδεικνύει συγκεκριμενοποίηση της εκεί αναφερόμενης πρόκλησης. Δηλαδή όσα αναφέρονται στο κείμενο αφορούν το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτός είναι και ο λόγος που με την τελευταία αναφορά «κλεφτρόνια», αμέσως μετά αναφέρεται, σε παρένθεση, (φωτο), λέξη η οποία παραπέμπει στη φωτογραφία του ενάγοντα, υποδεικνύοντας και κατονομάζοντας έτσι το κλεφτρόνι, που στο τέλος προκαλείται, ονομαστικά πλέον, για δικαστική διαμάχη (έλα, αν θες, να τα πούμε στο δικαστήριο). Όπως προανέφερα είναι γεγονός ότι το δημοσίευμα δεν βάλλει μόνο κατά του Πομηλορίδη αλλά και κατά του ΑΝΤ1 (διευθυντές ειδήσεων, αρχισυντάκτες και ρεπόρτερ). Η αιτία όμως του δημοσιεύματος, δηλαδή ότι ο ενάγων είναι που δεν αποκάλυψε την πηγή προέλευσης της είδησης που συμπεριλήφθηκε στο ρεπορτάζ του ΑΝΤ1, σε συνδυασμό με τις ονομαστικές αναφορές στον ενάγοντα, αποκαλύπτουν ότι ο πρώτος που στοχοποιείται με το επίδικο δημοσίευμα είναι ο Πομηλορίδης, δηλαδή ο ρεπόρτερ που ετοίμασε το ρεπορτάζ και που δεν απεκάλυψε, σύμφωνα με τον Πολίτη, την πηγή προέλευσης της είδησης. Καταλήγω λοιπόν ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά τον ενάγοντα. Η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος δεν τελεί υπό αμφισβήτηση και συνεπώς παρέλκει ανάγκη περαιτέρω σχολιασμού. Εν πάση όμως περιπτώσει, υποδεικνύω ότι οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου φανερώνουν ότι το δημοσίευμα δημοσιεύτηκε και ενδεικτικό τούτου είναι το τεκμήριο 1 καθώς και το τεκμήριο 8 που αποκαλύπτει το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας. Μια εκ των υπερασπίσεων που προώθησαν οι εναγόμενοι είναι ότι το δημοσίευμα-τεκμήριο1- συνιστά έντιμο σχόλιο. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Ονουφρίου κ.α. ν. Εταιρείας Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 742, 747. «Σύμφωνα με το άρθρο 19(α) του Κεφ. 148 αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση η απόδειξη ότι η κατ΄ισχυρισμό δυσφημιστική δημοσίευση απέδιδε την αλήθεια. Περαιτέρω, στην παράγραφο (β), προβλέπεται η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου (fair comment), η οποία περιορίζεται σε έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η δήλωση του εναγομένου πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων (Δημογραφική ΧΠΣ Λιμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958). Για να αποφασίζεται τούτο, η δημοσίευση πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο και όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να επιτύχει στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος πρέπει να αποδείξει ότι τα γεγονότα είναι αληθή. (Glafx Ltd v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). To σχόλιο πρέπει να είναι έντιμο, το οποίο σημαίνει ότι τούτο πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγομένου, έστω και αν μεταδίδει το νόημα πως η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική (Slim and Others v. Daily Telegraph Ltd and Another
(1968)1 All E.R. 497). Όπου όμως ο ενάγων αποδεικνύει ότι δημοσίευμα από τον εναγόμενο έγινε κακόπιστα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(2)η υπεράσπιση έντιμου σχολίου αποτυγχάνει (Synomospondia Ergaton Kyprou and Others v. Cyprus Asbestos Mines Ltd and Another
(1965)1 C.L.R. 222, Stephanou v. HjiEfthymiou and Others
(1976)1 C.L.R. 225). Μεταξύ άλλων, ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι έγινε με κακή πίστη όπου αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα σε βαθμό σχετικά μεγαλύτερο, με τρόπο σχετικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου, το δε βάρος απόδειξης κακής πίστης φέρει ο ενάγων.» Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, σελ 339, ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να αποφασιστεί αναφορικά με την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, είναι το νόημα του κειμένου (the meaning of what the defendant has said in its context). Οι συγγραφείς του συγγράμματος συναρτούν την εν λόγω εξέταση με διερεύνηση του κατά πόσο το κείμενο συνιστά σχόλιο ή γεγονός. Η δε έννοια της φράσης σχόλιο παραπέμπει, σύμφωνα με τον Gatley, σε. something which is or can reasonably be inferred to be a deduction, inference, conclusion, criticism, remark, observation. Παρατηρώ εν προκειμένω ότι το επίδικο κείμενο διακρίνεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη προσλαμβάνει μορφή εισαγωγής και παράθεσης γεγονότων. Έχω τη γνώμη ότι τέτοια είναι η φράση. «Ο εν λόγω τηλεοπτικός σταθμός ξεκίνησε χθες το κεντρικό του δελτίο ειδήσεων με το αποκαλυπτικό (!) ρεπορτάζ που ετοίμασε και εκφώνησε ο δημοσιογράφος Κυριάκος Πομηλορίδης για τις διαγραφές των τεσσάρων πρώην βουλευτών του ΑΚΕΛ από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος. Ο κ. Πομηλορίδης παρουσίασε το ρεπορτάζ ως πρωτογενή είδηση αποφεύγοντας - κατά παράβαση κάθε κανόνα δημοσιογραφικής δεοντολογίας - να κάμει οποιαδήποτε αναφορά στον «Πολίτη», που το είχε προβάλει στη χθεσινή του έκδοση στη θέση κυρίου θέματος. Εν ολίγοις το έγραψε η εφημερίδα μας, το διάβασε και ο κ. Πομηλορίδης και έκαμε απλώς follow up του θέματος χωρίς καμία αναφορά στην πηγή της είδησης.». Επιπλέον, ο ισχυρισμός στην πρώτη πρόταση του δημοσιεύματος «για πολλοστή φορά», επίσης παρατίθεται ως γεγονός που ο συγγραφέας επικαλείται ώστε να κτίσει σε αυτό τα όποια επιχειρήματά του. Σε αυτό λοιπόν το μέρος του επίδικου κειμένου προσδιορίζονται τα γεγονότα. Η δεύτερη ενότητα είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα γεγονότα της πρώτης ενότητας. Συνολική θεώρηση του κειμένου αποκαλύπτει ότι είναι λόγω αυτών ακριβώς των γεγονότων που ο συντάκτης τούτου υποστηρίζει ότι η δημοσιογραφία θέλει ήθος και ότι οι του ΑΝΤ1 δεν το έχουν. Περαιτέρω, είναι στη βάση αυτών των γεγονότων, δηλαδή αυτών που πιο πάνω εξιστορούνται, που εδράζει την κατηγορία της κλοπής και παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας. Από το περιεχόμενο του κειμένου είναι πρόδηλο ότι το δυσφημιστικό μέρος, το οποίο συνιστά τη δεύτερη ενότητα του δημοσιεύματος, είναι συμπεράσματα που συνάγονται, σύμφωνα με το συγγραφέα του κειμένου, από τα γεγονότα που προηγούνται. Έχω την αίσθηση ότι το επίδικο κείμενο εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία του παραδείγματος που αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley (βλ. σελ. 340 Jones behaved disgracefully). Συνολική εξέταση του δημοσιεύματος δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το δυσφημιστικό μέρος του κειμένου είναι αξιολογική κρίση, στην έκταση που αφορά τα περί ηθικής, και συμπέρασμα επί γεγονότων, στην έκταση που αφορά τα περί παραβιάσεως του κώδικα δεοντολογίας, την κλοπή και εν τέλει το χαρακτηρισμό κλεφτρόνια. Ως εκ των πιο πάνω, έχω τη γνώμη ότι το επίδικο κείμενο συνιστά σχόλιο. Η εν λόγω διαπίστωση δεν ολοκληρώνει τη διερεύνηση αυτής της πτυχής της υπεράσπισης. Ζητούμενο παραμένει το κατά πόσο το επίδικο σχόλιο άπτεται ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος και είναι δίκαιο (fair). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση T.M.P. Agents v. Saba & Co (T.M.P.)
(2007)1Α Α.Α.Δ. 448, 454, «Κατά την κρίση μας δεν τίθεται θέμα το προαναφερόμενο συμπέρασμα να συνιστά εύλογο, έντιμο ή δίκαιο σχόλιο, επειδή δεν αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος καθότι δεν ενδιαφέρει το κοινό εν γένει ή τουλάχιστον μέρος του κοινού. Στην κατηγορία των θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος περιλαμβάνονται θέματα κεντρικής και τοπικής διοίκησης, διαγωγή δημοσίων προσώπων, συντεχνίες, η αστυνομία, έργα τέχνης, βιβλία, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, τηλεόραση και άλλες εκπομπές κλπ.». Επιπλέον, στην υπόθεση Branson v. Bower
(2002)Q.B. 735, 747 λέχθηκε ότι «In a modern democracy all those who venture into public life, in whatever capacity must expect to have their motives subjected to scrutiny and discussed». Υπαγωγή όλων των πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας δεν αφήνει αμφιβολία ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αφενός το δημοσίευμα σχολιάζει την επαγγελματική συμπεριφορά δημοσιογράφου-πολιτικού ρεπόρτερ με μακρόχρονη εμπειρία σε ραδιοτηλεοπτικό σταθμό, δηλαδή προσώπου που καθημερινά εισέρχεται, μέσω της εργασίας του, στα σπίτια των τηλεθεατών. Αυτό και μόνο τον καθιστά δημόσιο πρόσωπο η συμπεριφορά του οποίου ενδιαφέρει το κοινό. Ιδιαίτερα δε όταν η συμπεριφορά που κριτικάρεται άπτεται του λειτουργήματός του. Αφετέρου το θέμα δια το οποίο σχολιάσθηκε, πρωτογενής χαρακτήρας είδησης, σαφώς και είναι ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η αποκάλυψη ειδήσεων είναι ζήτημα που απασχολεί το κοινό. Ας μην λησμονείται ότι αυτό το ρεπορτάζ του ενάγοντα προβλήθηκε στο βραδινό δελτίο ειδήσεων τηλεοπτικού σταθμού. Ανάλογο ενδιαφέρον αποκτά και η πρωτοπορία στην αποκάλυψη της είδησης, όπως και η ποιότητα της παρουσίασης, στοιχεία τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από την ειλικρίνεια. Για κάθε ένα εκ των δύο λόγων κρίνω ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Όπως προανέφερα για να επιτύχει η υπεράσπιση δεν αρκεί το επίδικο δημοσίευμα να είναι σχόλιο, πρέπει να είναι και δίκαιο (fair). Το συμπέρασμα που εξάγεται από τα συγγράμματα και τη νομολογία είναι ότι ο χαρακτήρας του δυσφημιστικού σχολίου, δίκαιος ή όχι, συμπεραίνεται από τον τρόπο παράθεσης των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Στην υπόθεση Christie v. Robertson
(1889)19 N.S.W.L.R. 157.161 λέχθηκε ότι. «state accurately what a man has done, and then to say that such conduct is dishonourable or disgraceful, is comment which may do no harm, as everyone can judge for himself whether the opinion expressed is well-founded or not». Εντούτοις η νέα τάση είναι εκείνη που αποδίδεται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, σελίδα 343. Αναφέρεται εκεί ότι. «However, the view is now taken that the significance of so-called "supporting facts" relates simply to the issue of whether the reader can recognize that what is being stated is comment». Δεν επιβάλλεται να αποδειχθεί το σύνολο των γεγονότων που αναφέρονται στο δημοσίευμα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Kemsley v. Foot
(1952)A.C. 345, 357 «As I hold any facts sufficient to justify that statement would entitle the defendants to succeed on a plea of fair comment». Εύγλωττη η αμέσως επόμενη επισήμανση του Λόρδου Parker ότι «Twenty facts might be given in the particulars but only one justified, yet if that one fact was sufficient to support the comment so as to make it fair, failure to prove the other nineteen would not of necessity defeat the respondents' plea». Αν τα γεγονότα που αναφέρονται στο δυσφημιστικό κείμενο δεν ευσταθούν, τότε η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου αποτυγχάνει (βλ. Gatley, πιο πάνω σελ. 350). Άξια αναφοράς είναι και η διαπραγμάτευση του άρθρου 6 του Defamation Act 1952, από τον Gatley, εφόσον είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 19 (β) του Κεφ.
  1. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως. «The effect of the section in most cases will be that the defendant cannot succeed in a defence of fair comment unless he proves that the facts upon which the comment has been made are substantially true, but this will not invariably be so. The court is only concerned with the comment in the statement complained of: if that is fair in relation to such of the facts on which it is based as are proved, the defence of fair comment is made out, and it is in principle irrelevant whether the facts which are proved true are a substantial part of the facts relied on, or whether the facts relied on are substantially true. Substantial inaccuracies may be evidence of malice and in any event the allegation of a number of facts which cannot be substantiated may make the jury disinclined to believe that the comment was honestly made on the basis of what can be established.» Όπως έχω αναφέρει το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι αμιγώς σχόλιο εφόσον μέρος των εκεί αναφερομένων προκύπτουν ως συμπεράσματα από γεγονότα που παρατίθενται. Περαιτέρω, έχω υποδείξει τα γεγονότα που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα. Σε αυτό το στάδιο εκείνο που προέχει είναι να διερευνηθεί κατά πόσο τα εκεί αναφερόμενα γεγονότα αποδίδουν ακριβοδίκαια το γεγονός που σχολιάζουν, δηλαδή το ρεπορτάζ του ενάγοντα-τεκμήριο 4β. Για να επιτύχει η υπεράσπιση πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν εμπεριέχουν ψεύδος και ότι δεν αλλοιώνουν ουσιώδη γεγονότα (βλ. Gatley, πιο πάνω, σελ. 351 «.the facts must be truly stated, και πιο κάτω .must not misstate facts»). Από την αξιόπιστη μαρτυρία και από τις μέχρι στιγμής διαπιστώσεις του δικαστηρίου καταλήγω ότι μέρος του επίδικου δημοσιεύματος ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Είναι γεγονός ότι το βράδυ της 27.7.06 ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1 πρόβαλε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων ρεπορτάζ που ετοίμασε και εκφώνησε ο Πομηλορίδης. Μάλιστα το εν λόγω ρεπορτάζ αφορούσε τις διαγραφές των τεσσάρων βουλευτών του ΑΚΕΛ από την κεντρική επιτροπή του κόμματος. Επιπλέον, γεγονός είναι ότι το ρεπορτάζ του Πομηλορίδη ουδεμία αναφορά έκανε στον Πολίτη που είχε δημοσιεύσει το ίδιο θέμα ενωρίτερα την ίδια ημέρα, δηλαδή την 27.7.
  2. Ζητούμενο όμως δεν είναι τα πιο πάνω αλλά κατά πόσο οι ενέργειες του ενάγοντα συνιστούν παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας των δημοσιογράφων - τεκμήριο 3, αν ο ενάγων κατ΄επανάληψη επιμελείται ειδήσεις που αποκαλύπτει ο Πολίτης και αποσιωπά αυτό το γεγονός, αν το ρεπορτάζ του συνιστά απλώς follow up του θέματος ή εμπεριέχει πρωτογενή είδηση, και τέλος, αν τα γεγονότα που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα ικανοποιούν το κριτήριο των ουσιωδών γεγονότων. Ο κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 3). Διεξήλθα με προσοχή και ενδιαφέρον το περιεχόμενο τούτου. Ομολογώ ότι πουθενά δεν εντοπίζω πρόνοια που να αναφέρει ρητά, ή έστω να αφήνει να νοηθεί, ότι ο δημοσιογράφος έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει ότι είδηση που επικαλείται έτυχε προηγούμενης δημοσίευσης από άλλο δημοσιογράφο ή μέσο. Η παραπομπή των εναγομένων στο άρθρο 7 του κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πνευματική Ιδιοκτησία» και αναφέρει ότι «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση», είναι τουλάχιστον άστοχη. Σκοπός του σχετικού άρθρου είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αν και δεν επεξηγείται η έννοια τούτης της αναφοράς, γίνεται παραπομπή στο ισχύον δίκαιο και συνακόλουθα το νόμο περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Ν.59/1976, ως έχει τροποποιηθεί. Η νομοθεσία αποτελεί δικαστική γνώση και συνεπώς το δικαστήριο είναι σε θέση να γνωρίζει ότι η είδηση δεν καλύπτεται από τον περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο. Οι αιτιάσεις της υπεράσπισης με αναφορά στο άρθρο 7 του νόμου (Ν.59/76), δεν βρίσκουν απήχηση στο ισχύον δίκαιο. Το άρθρο 3 του ίδιου νόμου προσδιορίζει με ευκρίνεια και εξαντλητικά το πεδίο εφαρμογής του και η ειδησεογραφία δεν εμπίπτει σε αυτό. Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα, εφόσον Μ.Μ.Ε. και πολίτες θα δύναντο, ακόμη και αστήριχτα, να διεκδικήσουν την πατρότητα κάθε είδησης. Είναι προφανές ότι η είδηση, στην έκταση που εμπίπτει στην ειδησεογραφία, δεν είναι πνευματική ιδιοκτησία εφόσον δεν δημιουργήθηκε, δίκην επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου, από το δημοσιογράφο, παρά μόνο ανακαλύφθηκε και εν συνεχεία αποκαλύφθηκε, δηλαδή γνωστοποιήθηκε στο ευρύ κοινό. Υπό αυτή την έννοια η είδηση δεν είναι κτήμα του δημοσιογράφου και είναι πιθανόν κατά τον ίδιο χρόνο να την γνωρίζουν πέραν του ενός προσώπου. Τα τεκμήρια 14α και β και οι απαντήσεις του Παρούτη ότι και οι ίδιοι στον Πολίτη γνώριζαν την είδηση που σχολίασε ο Φιλελεύθερος, δηλαδή την αποχώρηση του Κίκη Καζαμία από την κυβέρνηση, αποκαλύπτει του λόγου το ασφαλές. Εφόσον η είδηση δεν δημιουργείται από το δημοσιογράφο, μπορεί να την γνωρίζουν πολλοί δημοσιογράφοι. Η αναφορά στο άρθρο 7 του Ν.59/76 σε άρθρο και δημιουργό, παραπέμπει σε άρθρα επιστημονικά, καλλιτεχνικά κ.α. που δημοσιεύονται στον τύπο και όχι στην ειδησεογραφία. Σχετική και υποστηρικτική των πιο πάνω είναι και η ερμηνεία των ορολογιών έργο και δημιουργός στο άρθρο 2 του νόμου. Έχω την άποψη ότι με αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται το άρθρο 7 του κώδικα δεοντολογίας, και ότι η υποχρέωση του δημοσιογράφου εξαντλείται σε ό,τι ρητά εμπίπτει στις πρόνοιες του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το γεγονός πως ο Πομηλορίδης δεν αναφέρθηκε στον Πολίτη, δεν συνιστά παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας και συνεπώς η αναφορά του δημοσιεύματος σε αυτό το στοιχείο, δίκην γεγονότος που ανταποκρίνεται στην αλήθεια, είναι παραπλανητική και αναληθής. Εν πάση όμως περιπτώσει, αρνητικά απαντάται και η επόμενη ερώτηση που έχει τεθεί, δηλαδή κατά πόσο το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων εξαντλείται σε εκείνα που αναφέρθηκαν στο τεκμήριο
  3. Και εξηγώ. Όπως αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4β το ρεπορτάζ του ενάγοντα συνίσταται από μεταφορά και σχολιασμό των δηλώσεων του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΑΚΕΛ αφενός, και των αντιδράσεων των τεσσάρων βουλευτών μετά από προσωπική επικοινωνία αφετέρου. Επίσης αποκαλύπτει νέο θέμα. Κρίνω ότι και οι τρεις αυτές θεματικές ενότητες δεν τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στο πρώτο δημοσίευμα του Πολίτη, ημερομηνίας 27.7.06, τεκμήριο
  4. Περαιτέρω, όπως και αν αναγνωσθεί το δυσφημιστικό δημοσίευμα, τεκμήριο 1, δεν αποκαλύπτει τούτη την πτυχή του ρεπορτάζ του Πομηλορίδη και δεν αφήνει να νοηθεί ότι πραγματεύτηκε και σχολίασε ο,τιδήποτε πέραν του θέματος που δημοσίευσε ο Πολίτης, αποστερώντας έτσι τον αναγνώστη από δυνατότητα ορθής κρίσης, εφόσον σημαντικά στοιχεία δεν απεκαλύφθησαν και κρατήθηκαν στο σκοτάδι. Ότι αυτή η πτυχή του ρεπορτάζ του ενάγοντα είναι ουσιώδης συνάγεται από τα ακόλουθα. Αφενός η δήλωση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος είναι είδηση που ενέχει τη δική της αυτοτέλεια. Δεν απασχολεί και δεν ενδιαφέρει ο λόγος που ώθησε τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο να προβεί σε δήλωση. Σημασία έχει το γεγονός ότι ο εν λόγω κομματικός αξιωματούχος προέβη σε δήλωση. Η δήλωση, αφεαυτή, είναι πρωτογενής είδηση έστω και αν την καρπώθηκε το σύνολο των δημοσιογράφων που εκείνη την ώρα βρίσκετο στα γραφεία του ΑΚΕΛ. Είναι αυτή τη δήλωση που μετέφερε ο Πομηλορίδης και σε αυτήν δόμησε το ρεπορτάζ του. Η απόκρυψη αυτού του στοιχείου από το συγγραφέα του επικριτικού σχολίου συνιστά μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος. Από την άλλη, το ρεπορτάζ -τεκμήριο 4β- αποκαλύπτει ότι ένας εκ των τεσσάρων βουλευτών δεν διαγράφηκε μόνο από την κεντρική επιτροπή αλλά και από το κόμμα. Μάλιστα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ενάγοντα, πληροφορίες ήθελαν την απόφαση της διαγραφής να χρονολογείται και να οφείλεται όχι στους λόγους που διεγράφησαν οι άλλοι τρεις βουλευτές, αλλά στη στάση που τήρησε ο συγκεκριμένος βουλευτής στο δημοψήφισμα. Τίποτα στο επίδικο δημοσίευμα -τεκμήριο 1- υποδηλοί ότι ο ενάγων απεκάλυψε αυτή την ιδιαιτερότητα στη διαγραφή ενός εκ των τεσσάρων βουλευτών. Και αυτή η είδηση είναι βεβαίως πρωτογενής και επί του προκειμένου το ρεπορτάζ του ενάγοντα ήταν αποκαλυπτικό. Παρεμβάλλω εδώ ότι εφόσον μια είδηση είναι πρωτογενής, δεν αντιλαμβάνομαι το χαρακτηρισμό follow up. Ούτε και έχει σημασία. Εκείνο που εξετάζεται είναι η ορθή, αληθής και ακριβοδίκαιη μεταφορά των γεγονότων. Τέλος, καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου φανερώνει ότι το εν λόγω περιστατικό, μεταξύ ενάγοντα και Πολίτη, δεν είναι μοναδικό. Εν ολίγοις, τίποτα από όσα τέθηκαν ενώπιον μου επιτρέπει διαπίστωση ότι ο ενάγων κατ' επανάληψη επιμελήθηκε ειδήσεις που δημοσίευσε ο Πολίτης, χωρίς όμως να αναφέρει τούτη την πληροφορία. Και αυτή η θέση του επίδικου κειμένου είναι αναληθής και αστήρικτη. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το δημοσίευμα του Πολίτη -τεκμήριο 1- δεν απεκάλυψε το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του ενάγοντα την οποία θέλησε να κακίσει. Περαιτέρω επικαλέστηκε αναληθή γεγονότα, όπως η παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας και ότι κατ' επανάληψη ο ενάγων πράττει ως αποδίδεται στο δυσφημιστικό κείμενο. Εν ολίγοις το επικριτικό και δυσφημιστικό σχόλιο κτίστηκε σε σαθρό υπόβαθρο και όχι σε θεμέλια έντιμης και δίκαιης αποκάλυψης. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, σελ. 361, η απουσία αυθεντικότητας ή πραγματικής πίστης είναι εκείνο που εξετάζεται και συχνά αποκαλείται κακοβουλία. Υποδεικνύεται βεβαίως ότι απόδειξη πρόθεσης για βλάβη, ή φιλονικία, ή κακοβουλία, ή έχθρα, είναι στοιχεία που ενίοτε οδηγούν σε συμπεράσματα ότι το σχόλιο δεν είναι γνήσιο. Κάθε μια από τις πιο πάνω διαπιστώσεις ξεχωριστά, αλλά και ως ενιαίο σύνολο, αποκαλύπτουν ότι το σχόλιο του Πολίτη πόρρω απέχει από δίκαιο σχόλιο. Αφενός οι αναλήθειες που επικαλέστηκε και αφετέρου τα ουσιώδη γεγονότα που αποσιώπησε, δεν αφήνουν περιθώριο υπαγωγής του κειμένου στην κατηγορία του δίκαιου. Παρεμβάλλω εδώ ότι από τη μαρτυρία του Παρούτη δεδομένη είναι η έριδα μεταξύ Πολίτη και ΑΝΤ
  5. Επαναλαμβάνω δε ότι σκοπός του δημοσιεύματος ήταν η διαπόμπευση του υπαίτιου, όπως άλλωστε αναφέρεται στο κείμενο. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι το σχόλιο δεν ήτο δίκαιο και καλόπιστο. Κρίνω ότι το σχόλιο δεν απέδιδε τη γνήσια άποψη των εναγομένων παρά μόνο αντανακλούσε τα ενδότερα συναισθήματά τους για τον ΑΝΤ
  6. Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι είδαν στον ενάγοντα το εξιλαστήριο θύμα και λόγω του ρεπορτάζ που επιμελήθηκε πρόθυμα άδραξαν την ευκαιρία να εξωτερικεύσουν εκείνο που πίστευαν για τον ΑΝΤ1 και όχι ό,τι πραγματικά πίστευαν για τον Πομηλορίδη, παρ' ότι στο τέλος τον ενάγοντα είναι που έπληξαν. Η δε κριτική που άσκησαν στον ενάγοντα, συγκεχυμένη με αναλήθειες και αποσιωπώντας ουσιώδη γεγονότα, παρ' ότι σκοπός της ήταν να πληγεί ο ΑΝΤ1 αναδεικνύοντας κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, κατέληξε να αποδίδει βαρυσήμαντες κατηγορίες στον ενάγοντα, και μάλιστα με αναλήθειες και παραπλάνηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο το επίδικο κείμενο μπορεί να υπαχθεί στο προνόμιο υπό επιφύλαξη. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι το κοινό, δηλαδή οι αναγνώστες του Πολίτη στους οποίους απευθύνθηκε το κείμενο, είχε συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος, ως επίσης ότι ο Πολίτης είχε υποχρέωση, ως ηθικό ή κοινωνικό καθήκον, να το δημοσιεύσει. Ο λόγος πίσω από αυτές τις διαπιστώσεις έγκειται στο περιεχόμενο του δημοσιεύματος που ως πιο πάνω αναφέρθηκε είναι δημοσίου ενδιαφέροντος εφόσον άπτεται του χαρακτήρα των ειδήσεων που αποκαλύπτονται, πρωτογενής ή όχι. Ό,τι απασχολεί εδώ δεν είναι αν το επίδικο δημοσίευμα μπορεί να υπαχθεί κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Κεφ.
  7. Οι πρόνοιες των παραγράφων (α) και (δ) του εδαφίου
(1)μπορούν ενδεχομένως να υποστηρίξουν ανάλογη εισήγηση. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι το κατά πόσο η δημοσίευση έγινε ή όχι καλή τη πίστη. Σχετική είναι η υπόθεση Κυριακίδης ν. Αριστείδου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 349. Αναφέρθηκε εκεί ότι. «Ο εφεσείων αντί να δημοσιεύσει κείμενο, το οποίο να επεξηγεί την όλη κατάσταση και τα δικαιώματα του, τα οποία απειλούνταν από την πρόθεση έκδοσης και την μετέπειτα έκδοση της εφημερίδας από τον εφεσίβλητο, που το όποιο δυσφημιστικό του περιεχόμενο θα καλυπτόταν από το προνόμιο, επέλεξε να στείλει την επίδικη επιστολή προς τον εφεσίβλητο, την οποία και έδωσε για δημοσίευση στον τύπο, και συγκεκριμένα την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία". Κατά την κρίση μας η επιστολή αυτή περιείχε αχρείαστη ειρωνεία (π.χ. ο χαρακτηρισμός του εφεσίβλητου ως "εμπόρου κατεψυγμένων κρεάτων") και τον αποκαλούσε ουσιαστικά κλέπτη και άφηνε να νοηθεί ότι ο εφεσίβλητος υπολείπεται σε μυαλό και ήθος. Από τα πιο πάνω, προκύπτει κατά τη γνώμη μας ότι ο εφεσείων είχε ενεργήσει με σκοπό βλάβης του εφεσίβλητου σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο και με τρόπο σημαντικά διαφορετικό από το τι ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογα αναγκαίο για την προστασία των ιδιωτικών του δικαιωμάτων ή συμφερόντων, σε συνάρτηση με τα οποία αξιώνει το προνόμιο. Κατά συνέπεια η επιφύλαξη του προνομίου περί καλής πίστης δεν ικανοποιείται.» Έχω τη γνώμη ότι ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Οι αναλήθειες που αναφέρονται στο επίδικο κείμενο, το έντονο δυσφημιστικό ύφος που χρησιμοποιήθηκε και η δεδηλωμένη θέση του Παρούτη ότι. ο Πομηλορίδης είναι καλός συνάδελφος, και πως ο ΑΝΤ1 είναι εκείνος που προβαίνει σε ενέργειες ως αυτές που καταλογίζονται στον ενάγοντα και αυτόν είναι που ήθελε να πλήξει το δημοσίευμα, αποδεικνύουν απουσία καλής πίστης, ως η ερμηνεία που δίδεται σε αυτήν -καλή πίστη- στις παραγράφους (α) και (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 21. Ως εκ των πιο πάνω ούτε αυτή η υπεράσπιση έχει αποδειχτεί. Αναφορικά με την υπεράσπιση της αλήθειας σχετική είναι η υπόθεση Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1124. Λέχθηκε εκεί ότι. «Η υπεράσπιση της αλήθειας, όταν ένα δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο άτομο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, πετυχαίνει μόνον όταν τόσο οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσο και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα που εξάγονται απ' αυτό, αποδεικνύονται αληθή από τον εναγόμενο (βλ. Glafx Ltd v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). Tο βάρος που έχει ο εναγόμενος (το οποίο αποσείεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων) είναι να αποδείξει την αλήθεια των λέξεων υπό τη φυσική και συνήθη τους έννοια. Η υπεράσπιση αυτή πετυχαίνει αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η ουσία των δυσφημιστικών λέξεων είναι αληθής (βλ. Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, παραγ. 33.11, σελ. 997)» Εφαρμογή της πιο πάνω αρχής στα γεγονότα της παρούσας δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι και αυτή η υπεράσπιση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Έχω υποδείξει ήδη τα δυσφημιστικά μέρη του κειμένου και ποια εξ αυτών δεν έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Διαπιστώνω ότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι ο ενάγων είναι κλεφτρόνι ή πρόσωπο μειωμένης ηθικής. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που να υπαινίσσεται, έστω, κάτι τέτοιο. Κατ' επέκταση, ούτε αυτή η υπεράσπιση επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Πριν ολοκληρώσω επιβάλλεται να πραγματευτώ και την άλλη βάση αγωγής, εκείνη της επιζήμιας ψευδολογίας. Στο σύγγραμμα Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, επεξηγείται ότι τα συστατικά στοιχεία τούτου του αδικήματος είναι. (α) δημοσίευση δήλωσης, (β) που είναι ψευδής και (γ) που γίνεται κακόβουλα (maliciously). Πέραν τούτων, το άρθρο 25 του νόμου, Κεφ. 148, προβλέπει ότι πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2), «κανένας δεν τυγχάνει αποζημίωσης για επιζήμια ψευδολογία, εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά». Στην προκείμενη περίπτωση η απερίφραστη θέση του ενάγοντα ότι δεν υπέστη ειδική ζημιά, καθίστα τούτο διαπιστωμένο γεγονός και οδηγά αυτή την πτυχή της αξίωσης σε απόρριψη. Σημειώνω εδώ ότι δεν συμφωνώ με τη θέση του ενάγοντα ότι η αξίωση του εμπίπτει στις εξαιρέσεις του εδαφίου
(2). Είναι αντιληπτό, πιστεύω, πως το επίδικο κείμενο δεν σκοπούσε σε πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα που να αποτιμάται σε χρήμα. Ως εκ των πιο πάνω αυτή η βάση αγωγής απορρίπτεται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγων. Επί τούτου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1321. Στη σελίδα 1330 λέχθηκε ότι. «Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωσή του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψή του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση.» Επιπλέον, καθοδήγηση άντλησα και από τις υποθέσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού, Πολ. Έφ. 389/08, ημερομηνίας 30.4.12 και Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνω ότι αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι την ημερομηνία δημοσίευσης του επίδικου κειμένου οι εναγόμενοι πώλησαν 8547 φύλλα εφημερίδας. Αυτό είναι το μέγεθος της δημοσίευσης που λαμβάνω υπόψη μου εφόσον οι αιτιάσεις του ενάγοντα ότι ο Πολίτης κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο, δεν συνοδεύτηκαν με πληροφορίες που να αποκαλύπτουν το μέγεθος τέτοιας επιπρόσθετης κυκλοφορίας. Σημειώνω περαιτέρω ότι πρόκειται για εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδω και στο γεγονός ότι το δημοσίευμα ήτο ονομαστικό, δηλαδή αναφέρετο ρητά στον ενάγοντα και είχε και φωτογραφία του, καθώς ότι ο ενάγων είναι πρόσωπο γνωστό στο ευρύ κοινό και εύκολα αναγνωρίσιμος, λόγω της φύσης της εργασίας του. Δεν μπορώ να μην σημειώσω εδώ ότι ο δυσφημιστικός χαρακτήρας του επίδικου κειμένου είναι έντονος εφόσον πλήττει την υπόληψη του ενάγοντα αποδίδοντας του διάπραξη αδικήματος και έλλειψη ήθους. Σημειώνεται δε ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι εναγόμενοι δεν μείωσαν την ένταση των θέσεων τους και παρέμειναν προσηλωμένοι στην υπεράσπιση της αλήθειας. Μάλιστα, αμετανόητοι για την πράξη τους, σε τρεις περιπτώσεις δημοσίευσαν εκ νέου το επίδικο κείμενο κατά τον ίδιο τρόπο με την πρώτη φορά, δηλαδή κείμενο και φωτογραφία. Τέλος, δεν παραγνωρίζω ότι το επίδικο κείμενο είναι το μοναδικό δημοσίευμα και δεν αποτελεί μέρος σειράς δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Από την πλευρά του ενάγοντα υποβλήθηκε εισήγηση για επιδίκαση και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Έχω την αίσθηση πως η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην κατηγορία εκείνη που δικαιολογεί απόδοση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Υποστηρικτική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου, πιο πάνω, που και η πλευρά του ενάγοντα επικαλείται. Ως εκ των πιο πάνω υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις ύψους €15.
  2. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1 και 2 να επιβαρυνθούν και τα έξοδα της διαδικασίας ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.