DE KALB INVESTMENTS LTD ν. ALEXANDER TOLSTICOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 7039/09, 4/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7039/09 Μεταξύ: DE KALB INVESTMENTS LTD Ενάγουσα Και
- ALEXANDER TOLSTICOV
- MURTEL INDUSTRIAL CORPORATION
- VITAS FINANCIAL CORPORATION
- YULIA TOLSTICOV Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ
- ALEXANDER TOLSTICOV
- MURTEL INDUSTRIAL CORPORATION Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες Και
- DE KALB INVESTMENTS LTD
- TALTEK (UK) LTD
- YURI KOCHERINSKIY Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων -------------------- Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου, 2013 Αίτηση ημερ. 27/1/2012 για παραμερισμό και/ή διαγραφή Ανταπαίτησης κλπ. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3/Αιτητές: κ. Δ. Παπαδόπουλος και Μ. Χάματσου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Φ. Χατζηχάννας, για Φ. Χατζηχάννας & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3/Αιτητές επιζητούν τα ακόλουθα διατάγματα: (Α) Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή αποκλεισμού και/ή διαγραφής της Ανταπαίτησης. (Β) Διάταγμα ακύρωσης του Διατάγματος για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 16/6/10 και/ή για παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδοσης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και/ή της Ειδοποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. (Γ) Διάταγμα για απόρριψη και/ή αποκλεισμό και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εκδίκαση της Ανταπαίτησης και/ή γιατί η Ανταπαίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή γιατί δεν είναι σωστό και πρέπον να εκδικαστεί μαζί η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση και/ή καθότι η Ανταπαίτηση θα καθυστερήσει και/ή περιπλέξει την όλη διαδικασία. (Δ) Διάταγμα αναστολής κάθε διαδικασίας που αφορά την Ανταπαίτηση γιατί το Δικαστήριο δεν είναι το πλέον κατάλληλο και αρμόδιο για εκδίκαση της Ανταπαίτησης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.2,θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6,θ.θ.1,2,4-9, Δ.9,θ.θ.1-13, Δ.16,θ.9, Δ.19,θ.θ.1,2,10-13,26,27, Δ.21,θ.θ.1,2,7Α,8-12,15, Δ.27, Δ.39, Δ.48,θ.θ.1-4,8,9,11-13, Δ.50, Δ.51, Δ.58,θ.θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 3 και 7 του ΚΕΦ. 9, στα Άρθρα 21 και 68 του Ν.14/60, στα Άρθρα 1-6, 18-31, 59, 60 του ΕΚ44/2001, στα Άρθρα 1-10, 14 του ΕΚ1393/2007, στο Νόμο 40/1982, στο Νόμο 35(ΙΙΙ)/2003, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. David Langley, δικηγόρου με έδρα στο Λονδίνο στο δικηγορικό γραφείο Clyde & Co LLP, ο οποίος εκπροσωπεί το δεύτερο Εναγόμενο διά Ανταπαιτήσεως και τον τρίτο Εναγόμενο διά Ανταπαιτήσεως, η οποία σε μετάφραση έχει, όπως μπορώ να συνοψίσω, ως εξής: ü Στις 24/11/09 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων για κατάχρηση, απάτη, κλοπή χρημάτων από την Ενάγουσα και παράβαση καθηκόντων καλής πίστης και εμπιστευτικότητας από διευθυντή της εταιρείας. Στις 25.11.2009 εκδόθηκε μονομερές διάταγμα για παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων. Το διάταγμα έγινε απόλυτο κατόπιν ακρόασης στις 19/2/
- ü Στις 13/5/2010 η Ενάγουσα καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης. ü Στις 15/6/2010 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και η Αίτηση ακούστηκε μονομερώς στις 16/6/
- Την ίδια μέρα το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην Taltek UK και στον Kocherinskiy όπως, επίσης, και της ειδοποίησης της Ανταπαίτησης. ü Το Διάταγμα ημερ. 16/6/2010, η Αίτηση ημερ. 16/6/2010 με τη συνοδευτική Ένορκη Δήλωση, η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση μαζί με την ειδοποίηση της Ανταπαίτησης επιδόθηκαν στον κ. Kocherinskiy το Μάρτιο του
- ü Mία συνοδευτική επιστολή στα Ελληνικά και μία συνοδευτική επιστολή στα Αγγλικά επιδόθηκαν στην Clyde & Co LLP συνοδευόμενη από το κείμενο του Διατάγματος ημερομηνίας 16/6/2010 στα Αγγλικά, μία μονομερής Αίτηση ημερ. 16/6/2010 των Εναγομένων 1 και 2 με συνοδευτική Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1 ημερ. 14/6/2010 επίσης στα Αγγλικά, ειδοποίηση της Ανταπαίτησης ημερ. 26/6/2010 και η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερ. 15/6/
- ü Η επίδοση στην εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 (Taltek UK) δεν είναι σωστή. Η διεύθυνση στο Διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην (Taltek UK) δεν ήταν η διεύθυνση στην οποία το Διάταγμα, η Αίτηση, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, και η ειδοποίηση της Ανταπαίτησης επιδόθηκαν. ü Επιπλέον οι Εναγόμενοι δεν αιτήθηκαν στο Δικαστήριο τροποποίηση του Διατάγματος και/ή δεν ζήτησαν να επανασυνταχθεί το Διάταγμα για να φανεί η νέα διεύθυνση επίδοσης όπως διατάχθηκε από το Δικαστήριο στις 26/1/
- Ως εκ τούτου η μετάφραση του Διατάγματος που επιδόθηκε στην Taltek UK δεν καθιστά αληθινή μετάφραση του Διατάγματος που μπορεί να ανευρεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. ü Επίσης όλα τα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν στα Αγγλικά και κανένα πρωτότυπο ελληνικό έγγραφο το οποίο επιδόθηκε και σφραγίσθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επιδόθηκε όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. ü Όπως ο Ενόρκως Δηλών συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, με βάση τους Θεσμούς η Ανταπαίτηση πρέπει να επιδοθεί στο νέο διάδικο κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν κλητήριο ένταλμα. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να επιδοθεί εντός δώδεκα μηνών από την ημέρα καταχώρησης διαφορετικά λήγει και πρέπει να ανανεωθεί πριν επιδοθεί. Κατά αναλογία, εφόσον η Ανταπαίτηση είναι ισοδύναμη με το κλητήριο ένταλμα όσον αφορά ένα νέο διάδικο στη διαδικασία, σε αυτή την περίπτωση την Taltek UK και τον κ. Kocherinskiy, τότε έπρεπε να τους είχε επιδοθεί πριν τις 15.6.
- Όσον αφορά την Taltek UK η Ανταπαίτηση είχε ήδη λήξει όταν έγινε η προσπάθεια επίδοσης σε αυτή και καμία αίτηση δεν καταχωρήθηκε για ανανέωση της Ανταπαίτησης. ü Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για να επιδοθεί η Ανταπαίτηση εκτός δικαιοδοσίας υπογράφηκε πριν καταχωρηθεί η Αίτηση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση τέτοιας Αίτησης. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση δεν είχε πραγματική βάση και επομένως δεν μπορεί να σταθεί και το Διάταγμα επίδοσης της Ανταπαίτησης δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί εξ αρχής. ü Όπως συμβουλεύεται ο Ενόρκως Δηλών με βάση τους Θεσμούς όταν ένας διάδικος επιθυμεί να συμπεριλάβει ένα νέο διάδικο στη διαδικασία διά Ανταπαιτήσεως η Ανταπαίτηση πρέπει να επιδοθεί στο νέο διάδικο με τον ίδιο τρόπο που θα επιδίδετο ως σαν να ήταν κλητήριο ένταλμα. Συνεπώς, εφόσον οι Εναγόμενοι εξ Ανταπαιτήσεως 2 και 3 δεν είναι εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, έπρεπε πρώτα να ζητηθεί άδεια για σφράγιση της Ανταπαίτησης με τον ίδιο τρόπο ως σαν να ήταν κλητήριο ένταλμα και, αφού παραχωρείτο άδεια, μετά να επιδοθεί σε αυτούς. Από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου διεπιστώθη ότι δεν δόθηκε τέτοια άδεια πριν την καταχώρηση και επίδοση της Ανταπαίτησης στους Εναγόμενους εξ Ανταπαιτήσεως 2 και 3 και, συνεπώς, η Ανταπαίτηση και η επίδοση της πρέπει να παραμεριστούν. ü Όπως συμβουλεύεται ο Ενόρκως Δηλών, με βάση τους Θεσμούς για να εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να προσκομιστούν στοιχεία για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής βάσης αγωγής και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός της Κύπρου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες διά Ανταπαιτήσεως έπρεπε να δείξουν ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και
- Πουθενά στην Ένορκη Δήλωση του εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 που υποστηρίζει την Αίτηση ημερ. 15/6/2010 δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και
- ü Οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Αγγλία και ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 είναι Ρώσος υπήκοος που κατοικεί στη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι πιο πάνω Εναγόμενοι θα έπρεπε να εναχθούν στην Αγγλία και στη Ρωσική Ομοσπονδία αντίστοιχα. ü Ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 ξεκίνησε τη διαδικασία στην Κύπρο σχετικά με την Ανταπαίτηση στην ισχυριζόμενη και πολύ αδύναμη βάση ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της De Kalb (μιας Κυπριακής εταιρείας). Ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγων 1 προσπαθεί να φέρει την Απαίτηση εντός της Κυπριακής Δικαιοδοσίας βασιζόμενος στα ψευδή επιχειρήματα ότι η Taltek UK εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της De Kalb στους εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 έχει αναλάβει να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της De Kalb προς την εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα
- ü Η πρώτη αναφορά αυτών των δύο εγγυήσεων βρίσκεται στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1 ημερ. 14/6/2010 η οποία ήταν υποστηρικτική της Αίτησης για υποκατάσταση επίδοση της Ανταπαίτησης και ουδέποτε αναφέρθηκαν στις Ένορκες Δηλώσεις της Ένστασης στο Ενδιάμεσο Διάταγμα οι οποίες καταχωρήθηκαν νωρίτερα στη διαδικασία. ü Όσον αφορά τις υποτιθέμενες προσωπικές εγγυήσεις του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 ο όρος 6 του «Πρωτοκόλλου Διευθέτησης της De Kalb» αναφέρεται στη εγγύηση του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 στον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 όταν εισήλθε στην De Kalb και αναφέρει ότι και οι δύο, δηλαδή, η De Kalb και ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 αναλαμβάνουν να πληρώσουν στην εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα 2 όλες τις υποχρεώσεις της De Kalb, ενώ ο όρος 4 του ««Πρωτοκόλλου Διευθέτησης της Taltek UK» και πάλι αναφέρεται στην εγγύηση του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 στον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 όταν εισήλθε στην De Kalb. ü Ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 δεν υπογράφει κανένα από τα δύο Πρωτόκολλα και, σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο, δεν δεσμεύεται από αυτές τις ισχυριζόμενες συμφωνίες. Ούτε στο Ρωσικό αλλά ούτε στο Κυπριακό Δίκαιο μπορεί να δεσμευτεί, όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής ο Ενόρκως Δηλών. Παρά ταύτα υπάρχει υπαινιγμός στα Πρωτόκολλα ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 έδωσε εγγυήσεις και/ή υποσχέσεις εκτός των Πρωτοκόλλων. Όπως πληροφορείται ο Ενόρκως Δηλών ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 δεν έδωσε οποιαδήποτε εγγύηση στον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 και/ή
- ü Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 έδωσε υπό την προσωπική του ιδιότητα εγγυήσεις, κάτι που αρνείται, αυτές θα υπάγονταν στο Ρωσικό Δίκαιο. Με βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει αν είχε δοθεί εγγύηση από τον εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 αυτή θα ήταν χωρίς νομική ισχύ εκτός αν είχε δοθεί γραπτώς. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δόθηκαν ποτέ οποιεσδήποτε εγγυήσεις και, σε περίπτωση που αυτές δόθηκαν προφορικά από τον εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, αυτές θα ήταν άκυρες και μη εφαρμόσιμες σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο. Συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση στην οποία να ξεκινήσουν διαδικασίες εναντίον του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου
- ü Σε ό,τι αφορά τις υποτιθέμενες εγγυήσεις της Taltek UK παρόλο που το Πρωτόκολλο της Taltek UK παρουσιάζεται υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από την Taltek UK ο μόνος διευθυντής της Taltek UK έχει επιβεβαιώσει τον Ενόρκως Δηλούντα ότι δεν ήταν ενήμερος για την ύπαρξη του και ότι ο ίδιος δεν έχει υπογράψει, ούτε σφραγίσει το Πρωτόκολλο. ü Λόγω του ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 δεν υπογράφει τα υποτιθέμενα Πρωτόκολλα είναι αδύνατο να δεσμευτεί από αυτά είτε βάσει Αγγλικού, είτε Ρωσικού, είτε Κυπριακού Δικαίου. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει βάση στην οποία να βασιστεί αγωγή εναντίον του και, συνεπώς, η Απαίτηση εναντίον του είναι επιπόλαιη και ενοχλητική. ü Όσον αφορά την Taltek UK με επιφύλαξη της θέσης ότι τα Πρωτόκολλα είναι εκ πρώτης όψεως δόλια κατασκευασμένα και ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις δεν υπάρχουν βάσει του Αγγλικού Δικαίου για να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ το «Πρωτόκολλο Διευθέτησης της Taltek UK» θα πρέπει να υπογραφεί για λογαριασμό και εκ μέρους της Taltek UK. Αυτό σημαίνει ότι για να ισχύει η εγγύηση της Taltek UK στο Αγγλικό Δίκαιο θα πρέπει να είναι γραπτή και υπογεγραμμένη από το μοναδικό διευθυντή της ή κάποιο άτομο εξουσιοδοτημένο από αυτό να υπογράφει για λογαριασμό της. Ο μοναδικός διευθυντής της έχει επιβεβαιώσει στον Ενόρκως Δηλούντα ότι δεν είχε δει και δεν ήξερε τίποτα για το «Πρωτόκολλο της Taltek UK». Επίσης επιβεβαίωσε ότι δεν έχει υπογράψει, ούτε σφραγίσει το «Πρωτόκολλο της Taltek UK» για λογαριασμό ή εκ μέρους της Taltek UK. ü Κατά την ισχυριζόμενη ημερομηνία εκτέλεσης/υπογραφής των Πρωτοκόλλων ημερομηνίας 21/7/2009 ο μοναδικός διευθυντής της Taltek UK και ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 ήταν τα μόνα δύο άτομα που είχαν την εξουσιοδότηση να υπογράψουν το ισχυριζόμενο «Πρωτόκολλο της Taltek UK» εκ μέρους της και αμφότεροι έχουν επιβεβαιώσει στον Ενόρκως Δηλούντα ότι δεν το έπραξαν. ü Δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι η De Kalb υπέγραψε, ενέκρινε ή επικύρωσε το «Πρωτόκολλο της De Kalb». Ο Ενόρκως Δηλών μίλησε με τους διευθυντές της De Kalb εξαιρουμένου του εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 και τον ενημέρωσαν ότι δεν γνώριζαν τίποτε για οποιοδήποτε Πρωτόκολλο. Επιπλέον κατά τη χρονική στιγμή που τα ισχυριζόμενα Πρωτόκολλα υποτίθεται πως είχαν υπογραφεί πρέπει να θεωρηθεί ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 ήταν ακόμα διευθυντής αφού ήταν όρος του Πρωτοκόλλου ότι θα παραιτείτο. Το υποτιθέμενο Πρωτόκολλο ξεκάθαρα προέβλεπε την παραίτηση του αλλά η παραίτηση δεν είχε γίνει ακόμα επισήμως. ü Στην Ένορκη Δήλωση του προς υποστήριξη της Αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγων 1 περιγράφει τον εαυτό του ως διευθυντή της Murtel. Ωστόσο αυτός είναι στην πραγματικότητα ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) της Murtel και θα μπορούσε να υπογράφει συμβόλαια εκ μέρους της. Επιπλέον την υποτιθέμενη στιγμή της υπογραφής (21/7/2009) του Πρωτοκόλλου της De Kalb ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 θα πρέπει να ήταν διευθυντής της, οπότε είχε φαινομενική εξουσία να δεσμεύει την εταιρεία. Ως εκ τούτου εάν το Πρωτόκολλο της De Kalb έχει συναφθεί από τον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 την Murtel και την De Kalb τότε ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1, ως διευθυντής της De Kalb, έχει κατ' ουσία χορηγήσει οικονομικά οφέλη στον εαυτό του σε μια εταιρεία στην οποία ο ίδιος είναι (ultimate beneficial owner), την Murtel. Αυτό σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο, όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής ο Ενόρκως Δηλών, αποτελεί σύγκρουση συμφερόντων. ü Υπάρχουν βάσιμα και πειστικά εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι τα Πρωτόκολλα είναι πλαστά έγγραφα, κατασκευασμένα από τον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 σχετικά πρόσφατα. Φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν επιδιώκοντας τη δημιουργία ευθύνης μέσω της εικονικής εγγύησης και έτσι να γεννηθεί επιχείρημα ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 είναι αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι στη διαδικασία στην Κύπρο, και ότι, επομένως, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να τους επιληφθεί. Τα Πρωτόκολλα και οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις που εμπεριέχονται σε αυτά συνιστούν κυνική και ανέντιμη προσπάθεια του εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 να βρει τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει δικαιοδοσία. ü Το πρωταρχικό αίτημα του εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 στην Ανταπαίτηση του είναι το ποσό των $19,5 εκατομμυρίων το οποίο υποτίθεται ότι οφείλεται ως φιλοδώρημα από την Taltek UK που δήθεν απορρέει από μια συμφωνία ημερομηνίας 29/1/
- Η Taltek Uk είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Αγγλία και το κατάλληλο και σωστό μέρος να εγερθούν αξιώσεις εναντίον της είναι η Αγγλία και τα Αγγλικά Δικαστήρια, προφανώς, έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν απαιτήσεις εναντίον Αγγλικής εταιρείας. ü Η απαίτηση εναντίον της Taltek UK είναι ξεχωριστή και ανεξάρτητη και δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου/εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 και των άλλων Εναγόμενων στη διαδικασία στην Κύπρο. Στα δικόγραφα και τις Ένορκες Δηλώσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας οι αξιώσεις είναι διακριτές και σχετίζονται με υποτιθέμενες πράξεις ανεντιμότητας και παράβασης εμπιστοσύνης σε βάρος της Ενάγουσας, μιας εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο και για αυτό η ορθή και ενδεδειγμένη δικαιοδοσία να εγερθούν αυτές οι απαιτήσεις είναι η Κύπρος. Η Ανταπαίτηση που προσπαθεί να φέρει ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 εναντίον της Taltek UK δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αγωγή της Ενάγουσας. Η Ανταπαίτηση δεν συνδέεται με την Απαίτηση. ü Βάσει των πιο πάνω είναι καθαρό ότι η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση δεν πρέπει να εκδικαστούν μαζί εφόσον βασίζονται σε εντελώς διαφορετικά γεγονότα και βάση αγωγής και δεν έχουν καμία σχέση η μια με την άλλη. ü Δεν υπάρχει λόγος γιατί ο εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 να μην εγείρει την αγωγή εναντίον της Taltek UK στην ορθή και ενδεδειγμένη δικαιοδοσία. Δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Αγγλία δεν είναι το κατάλληλο «forum». ü Επιπλέον οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έθεσαν τους εαυτούς τους στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δεν είναι διάδικοι στην αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1/εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα
- ü Αν επιτραπεί η εκδίκαση της Ανταπαίτησης εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 μαζί με την αγωγή μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων θα περιπλακεί περαιτέρω η παρούσα διαδικασία και θα καθυστερήσει αχρείαστα η εκδίκαση και ο καθορισμός της Απαίτησης μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων. ü Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες «εγγυήσεις» αυτές δεν έχουν σημασία εάν δεν καταδειχθεί ότι υπάρχει περιρρέουσα ευθύνη. Κατά συνέπεια πριν εξεταστεί οποιοδήποτε θέμα εγγύησης πρέπει να καθορισθεί κατά πόσο οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν ευθύνη να πληρώσουν τον εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα 1 σύμφωνα με τη σύμβαση ημερομηνίας 29/1/
- Αν δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση το ζήτημα των εγγυήσεων είναι εντελώς άσχετο με τις παρούσες διαδικασίες. Συνεπώς το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι οι υποχρεώσεις της Taltek UK που απορρέουν από τη συμφωνία ημερομηνίας 29/1/2008, αν υπάρχουν, και μόνο τότε το θέμα των εγγυήσεων μπορεί να εξεταστεί. Το πρωταρχικό ζήτημα των υποχρεώσεων που εγείρεται με τη συμφωνία ημερομηνίας 29/1/2008 είναι ένα θέμα το οποίο είναι ορθό και πρέπον να εξεταστεί από τα Δικαστήρια της χώρας στην οποία είναι εγγεγραμμένη η Taltek UK, δηλαδή την Αγγλία. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.2,θ.2, Δ.4,θ.1, Δ.5, Δ.6,θ.θ.1(e)(ii), 4,6,Δ.8,θ.θ.1-2, Δ.19,θ.26, Δ.21,θ.θ.1-9, Δ.33,θ.10, Δ.48,θ.θ.1-4 και 11 και Δ.64,θ.θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 1,2, 4, 5, 7 και 9 του Κεφ. 6, στα Άρθρα 21
(1), 31 και 32 του Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος στο ΕΚ44/2001 στο ΕΚ1393/2007 και ΕΚ804/2004, στο Δίκαιο της Επιείκειας και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στο σώμα της Ένστασης εξειδικεύονται οι λόγοι Ένστασης και έχουν ως εξής: § Η Αίτηση είναι αστήρικτη και/ή λανθασμένη και μη συνάδουσα με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα:- i. Στο καταχωρηθέν δικόγραφο της Ανταπαίτησης καταδεικνύεται η ύπαρξη βάσης και αιτίας αγωγής. ii. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν δύναται και ούτε ενδείκνυται η κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα, ούτε και η διαδικασία της αίτησης παραμερισμού προσφέρεται για το σκοπό αυτό. iii. Το κατά πόσο δόθηκαν προσωπικές εγγυήσεις, αν υπήρξε εξουσιοδότηση στην εκτέλεση των Πρωτοκόλλων ή αν αυτά είναι κατασκευασμένα ή πλαστά ή υπογράφησαν με τις σωστές διαδικασίες ή αν ο Καθ' ου η Αίτηση υπήρξε ανέντιμος δεν μπορούν να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και στα πλαίσια της υπό εξέτασης Αίτησης. iv. Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο να εκδικάσει αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις ή να εκφράσει πρόωρη άποψη επί της ουσίας της αγωγής. § Η επίδοση της Ανταπαίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων ήταν καλή για τους ακόλουθους λόγους: i. Η επίδοση των εγγράφων έγινε σε μία από τις δύο διευθύνσεις που καταγράφονταν στο διάταγμα, ενώ ακολούθησε και δεύτερη επίδοση στη νέα διεύθυνση όπου μετακόμισαν οι Αιτητές. ii. Οι αιτητές έλαβαν, συνεπώς, άμεση και προσωπική γνώση της Ανταπαίτησης και των εγγράφων. iii. Στους αιτητές είχαν επιδοθεί και στο παρελθόν όλα τα σχετικά έγγραφα και, επομένως, τόσο αυτή όσο και οι δικηγόροι τους είχαν στην κατοχή τους τα ελληνικά έγγραφα που καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο και είχαν εν πάση περιπτώσει τη δυνατότητα να τα αναζητήσουν είτε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, είτε από το ίδιο το Δικαστήριο. iv. Η οποιαδήποτε «παρατυπία» τόσο σε ό,τι αφορά την παράλειψη διόρθωσης του επίδικου διατάγματος ή της μη επίδοσης των ελληνικών αντιγράφων τα οποία οι Αιτητές είχαν ήδη στην κατοχή τους είναι δυνατό να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεδομένου ότι στην πραγματικότητα τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν ήταν σε γλώσσα πλήρως κατανοητή για τους ίδιους και, συνεπώς, δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά ούτε και επηρεάστηκαν δυσμενώς. v. Το ζήτημα της επίδοσης εντός 12 μηνών αφορά μόνο το κλητήριο ένταλμα και δεν εξισώνεται αυτό με την Ανταπαίτηση σε ό,τι αφορά την ανανέωση με βάση τους Θεσμούς. vi. Το ζήτημα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ρυθμίστηκε εξαντλητικά με το συγκεκριμένο διάταγμα ημερομηνίας 16/6/10 και, αν η πλευρά των Αιτητών διαφωνούσε, θα έπρεπε να αιτηθεί τον παραμερισμό αυτού του διατάγματος στη βάση του ότι κακώς δεν καθόριζε συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια ως προς την επίδοση της Ανταπαίτησης. vii. Εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές δεν συμπεριέλαβαν στην Αίτηση τους τη Δ.4, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αποτέλεσμα το ζήτημα της μη ανανέωσης του κλητηρίου να μην μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης. viii. Η Δ.2,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται σαφώς σε σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του και σε κανένα σημείο των Θεσμών γίνεται αναφορά σε Ανταπαίτηση. ix. Ως αποτέλεσμα των Κοινοτικών Κανονισμών και ειδικότερα τον ΕΚ1393/2007 και ΕΚ804/2004 δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι που αποτέλεσαν την αιτιολογική βάση της Δ.6, θ.6 και, κατά αναλογία, και της Δ.2, θ.2. § Ορθά το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για επίδοση της Ανταπαίτησης εκτός δικαιοδοσίας καθότι: i. Δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός της Ανταπαίτησης από την Απαίτηση εφόσον αφορά το ίδιο σύμπλεγμα γεγονότων με τη διαφορά ότι η κάθε πλευρά προωθεί τη δική της ερμηνεία σε σχέση με τα γεγονότα αυτά. ii. Η Ανταπαίτηση εμπίπτει στις σχετικές πρόνοιες της Δ.6, θ.1 (
- e)(ii), δηλαδή η αγωγή αφορά την ανάκτηση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης που έγινε από ή μέσω αντιπροσώπου που εμπορεύεται ή διαμένει στην Κύπρο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου (Principal) που εμπορεύεται ή διαμένει εκτός Κύπρου. iii. Οι Αιτητές απέτυχαν να ανατρέψουν τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο με τη μονομερή Αίτηση ημερ. 16/6/10 ότι η Ανταπαίτηση εμπίπτει στις σχετικές πρόνοιες της Δ.6, θ.1 (
- e)(
- ii)και, επομένως, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. § Τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας επειδή: i. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας απορρέει καθαρά είτε από τον σχετικό δικαιοδοτικό νόμο Ν.14/60και την Δ.6,θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή από τον ΕΚ44/2001 ο οποίος, ως Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, υπερισχύει. ii. Όπου μια περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του ΕΚ44/2001 δεν τίθεται θέμα εξέτασης της βολικότητας ή μη των Κυπριακών Δικαστηρίων. iii. Σύμφωνα με το Άρθρο 6.2 του Τμήματος 2 του Κανονισμού, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος όπου πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αγωγή αυτή. iv. Αφ' ης στιγμής οι εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν την Απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων εκ των οποίων κανένας από αυτούς είναι Κύπριος πολίτης ή διαμένει στην Κύπρο και ότι αυτό «συμπαρασύρει» και την Ανταπαίτηση. § Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το καταλληλότερο διάβημα εκδίκασης της παρούσας επειδή: i. Δεδομένου ότι οι Αιτητές βασίζουν το αίτημα τους στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την Ανταπαίτηση εφόσον δεν υπάρχει ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία φέρουν το βάρος να πείσουν το Δικαστήριο για τη μη βολικότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων. ii. Ουδεμία μαρτυρία παρουσίασαν οι Αιτητές στη βάση της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο να δημιουργήσει άποψη ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια είναι το καταλληλότερο διάβημα από τα Κυπριακά Δικαστήρια. iii. Από την καταχώρηση της Ανταπαίτησης οι Αιτητές δεν κινήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο προς τους Καθ' ων η Αίτηση είτε με την αποστολή επιστολής ή άλλως πως με την οποία να καταδεικνύουν την ειλικρινή τους πρόθεση για εκδίκαση της διαφοράς ενώπιον του κατ' ισχυρισμού κατάλληλου διαβήματος. § Η Αίτηση είναι αβάσιμη για τους ακόλουθους λόγους: i. Το κατά πόσο η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση δεν πρέπει να εκδικαστούν μαζί άπτεται του ζητήματος του χειρισμού της ακροαματικής διαδικασίας σύμφωνα με τη Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει σχέση με το ζήτημα της βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων. ii. Το Πρωτόκολλο Διευθέτησης υπογράφηκε στις 21.7.09 στη Μόσχα δεν προσδιορίζει το αγγλικό ως το εφαρμοστέο δίκαιο αλλά ούτε και τα Αγγλικά Δικαστήρια ως το κατάλληλο διάβημα. iii. Ο ισχυρισμός ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3/Αιτητές θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση καθότι δεν επέλεξαν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι λανθασμένη. iv. Δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν ότι θα καθυστερήσει αχρείαστα η εκδίκαση της Απαίτησης ή θα προβληθεί δυσχέρεια στην Ενάγουσα. v. Εάν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προβάλουν την Ανταπαίτηση τους όπως το έπραξαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας υπάρχει κίνδυνος να κωλύονται λόγω δεδικασμένου να το εγείρουν σε άλλη διαδικασία. vi. Δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς την αναγκαιότητα προσκόμισης της σχετικής μαρτυρίας ή απόδειξης του αλλοδαπού δικαίου μεταξύ των Κυπριακών και των Αγγλικών Δικαστηρίων. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Αγγέλας Θωμά, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων. Προχωρώ να συνοψίσω τα κύρια σημεία της Ένορκης Δήλωσης. Εν πρώτοις η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό της Αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπως αναφέρεται στη βάση της Αίτησης αυτής ημερ. 16/6/2010 η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και συνοδεύετο από Ένορκη Δήλωση το Δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα ημερ. 16/6/2010 το οποίο επέτρεπε την υποκατάστατο επίδοση της Ανταπαίτησης και της Ειδοποίησης Ανταπαίτησης στους εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2 και 3 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στις 29/6/2010 και καταχώρησαν τη σχετική ειδοποίηση Τύπος αρ. 13 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με σχετικές μεταφράσεις της εν λόγω ειδοποίησης στα Αγγλικά και Ρωσικά. Όπως αναφέρεται στη συνέχεια στις 17/11/10 μεσολάβησε η καταχώρηση από τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3 πανομοιότυπης με την υπό εκδίκαση Αίτηση η οποία τελικά αποσύρθηκε για να ακολουθήσουν νέες επιδόσεις προς τους Αιτητές. Ακολούθησε, επίσης, διορισμός νέων δικηγόρων των Εναγόντων οπόταν προέκυψε πάλι ζήτημα λανθασμένης επίδοσης της Ανταπαίτησης και των σχετικών εγγράφων αυτή τη φορά επειδή η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 στην Αγγλία δεν ήταν πιστή η μετάφραση της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 1. Όπως αναφέρεται, η απόκλιση αυτή διαπιστώθηκε και από τους δικηγόρους των Καθ΄ων η Αίτηση οι οποίοι προχώρησαν στη διόρθωση της εν λόγω ένορκης δήλωσης και, μετά από συνεννόηση που είχαν με τους δικηγόρους των Αιτητών, προχώρησαν στην επίδοση των εγγράφων στη νέα διεύθυνση των Αιτητών/εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2. Όπως επισημαίνεται αρχικά τα έγγραφα στάληκαν στις διευθύνσεις με βάση το σχετικό διάταγμα ημερ. 16/6/10 αλλά, λόγω της μετακόμισης τους, ακολούθησε επίδοση στα νέα γραφεία των δικηγόρων στη νέα διεύθυνση τους. Στη συνέχεια η Ενόρκως Δηλούσα αφού αναφέρεται στην υπό κρίση Αίτηση και τις αιτούμενες θεραπείες, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει γιατί δεν νοείται παραμερισμός ή διαγραφή της Ανταπαίτησης εφόσον μια τέτοια θεραπεία παραχωρείται εκεί όπου το συγκεκριμένο δικόγραφο δεν αποκαλύπτει «Καλή Βάση Αγωγής» ή η αγωγή είναι ενοχλητική ή σκανδαλώδης με βάση τη Δ.19,θ.26. Πρόσθεσε ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αποδοχή αιτήματος για παραμερισμό ενός δικογράφου εκτός και εάν δεν περιέχεται στο συγκεκριμένο δικόγραφο αιτία αγωγής και αυτό είναι φανερό και εκεί όπου δεν μνημονεύονται γεγονότα και θα στήριζαν τη βάση αγωγής. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς σε σχέση με τα Πρωτόκολλα/εγγυήσεις, την εκτέλεση τους και εξουσιοδότηση και ανεντιμότητα των μερών η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι το αν δόθηκαν προσωπικές εγγυήσεις ή αν υπήρξε εξουσιοδότηση στην εκτέλεση των Πρωτοκόλλων και αν αυτά είναι κατασκευασμένα ή πλαστά ή αν ο Καθ' ου η Αίτηση υπήρξε ανέντιμος είναι ζητήματα που δεν μπορούν να τύχουν της αξιολόγησης του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της υπό εξέτασης αίτησης αλλά είναι ζητήματα που θα προωθηθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε ό,τι αφορά το νομότυπο της επίδοσης της Ανταπαίτησης η Ενόρκως Δηλούσα, αφού αναφέρεται στις αιτιάσεις των Αιτητών, βασικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τα όσα σχετικά αναφέρονται στους λόγους Ένστασης όπως έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Όσον αφορά το κατά πόσο ορθά το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα για επίδοση της Ανταπαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και εδώ η Ενόρκως Δηλούσα βασικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους σχετικούς με το ζήτημα αυτό λόγους Ένστασης που παρατίθενται ανωτέρω. Περαιτέρω σε σχέση με το κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση και εδώ η Ενόρκως Δηλούσα κατ' ουσία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους Ένστασης που εξειδικεύτηκαν ανωτέρω. Αναφορικά με το ζήτημα της βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων η Ενόρκως Δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί σε περισσότερη έκταση τους λόγους Ένστασης που εξειδικεύτηκαν για το ζήτημα αυτό ανωτέρω. Κατά παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίζει και απαντά η Ενόρκως Δηλούσα και τα άλλα εγειρόμενα ζητήματα τα οποία είναι αντικείμενο εξέτασης με βάση συγκεκριμένους λόγους ένστασης που καταγράφηκαν ανωτέρω. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Με την παρούσα Αίτηση εγείρονται σωρεία ζητημάτων, για τα οποία αγόρευσαν με εμπεριστατωμένο τρόπο αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατά το στάδιο της εκδίκασης της Αίτησης, τα οποία προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω σε ξεχωριστές ενότητες. (I) Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ - ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ (Β) Όσον αφορά το θέμα της επίδοσης της Ανταπαίτησης και της θεραπείας υπό στοιχείο (Β) με την οποία οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος Ακύρωσης του Διατάγματος για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 16.6.10 και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδοσης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και/ή της Ειδοποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Αιτητές εγείρουν τα εξής ζητήματα: Þ Ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έδειξαν ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υποθεση και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Þ Ότι δεν ζητήθηκε άδεια για σφράγιση της Ανταπαίτησης. Þ Ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προηγείται χρονικά της καταχώρησης της Αίτησης. Þ Ότι διαφέρει η διεύθυνση που τελικά επιδόθηκαν τα έγγραφα από τη διεύθυνση που καταγράφηκε στο σχετικό διάταγμα που επέτρεπε την επίδοση. Þ Ότι η Ανταπαίτηση επιδόθηκε μετά την πάροδο 12 μηνών από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε. Þ Ότι όλα τα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν στα Αγγλικά και όχι στα Ελληνικά. 1. Κατά πόσο οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση δεν απέδειξαν ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι στη διαδικασία. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της επάρκειας των στοιχείων που είχαν διατεθεί για υποστήριξη της Αίτησης για άδεια επίδοσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: ü Η υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (
- h)της Δ.6,θ.1. Αν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε ευχέρειας από πλευράς Δικαστηρίου. ü Ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του Εναγομένου και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6,θ.4). Απ' ό,τι έχω αντιληφθεί δεν εγείρεται από πλευράς Αιτητών ότι η εγειρόμενη αιτία αγωγής, το επίδικο θέμα, δεν φαίνεται να εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις οι οποίες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6,θ.1, θα δικαιολογούσαν την χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, φαίνεται να εμπίπτει η παρούσα αγωγή κάτω από τις πρόνοιες της Δ.6,θ.1(
- e)οι οποίες αναφέρονται σε διεκδικήσεις γύρω από παράβαση σύμβασης. Το παράπονο των Αιτητών είναι ότι δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6,θ.1. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd v. Concord Liners κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 1030 στη σελ. 1034 η πίστη αφ' εαυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Το Δικαστήριο σε αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό εκτός του ότι θα πρέπει να τις εξετάσει με τη δέουσα προσοχή, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του αλλά περιορίζεται στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που παρέχεται επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6,θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Eterprise Ltd v. FIAT AUTO SPA
(2000)1(A) A.A.Δ 447 με αναφορά στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ σελ. 596:- «..... η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Η αποκάλυψη αιτίας αγωγής εξαρτάται από τα αντικειμενικά συμπεράσματα που εξάγονται από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση και όχι από την εξέταση της ουσίας του πραγματικού υπόβαθρου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship "Plato Ch"
(1987)1 C.L.R 297 στη σελ. 300: "... the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction." H φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα έχει ερμηνευθεί και ως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» και είναι αρκετό αν υπάρχει αυτή η εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση με την έννοια ότι, αν δεν αντικρουσθεί, ο ενάγων θα δικαιούται σε απόφαση για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.[1] Εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Στην υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Defence v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 995 υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Chemische Fabrik Vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 στη σελ. 735: "This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the Court is not, .on an. application for leave to serve out of jurisdiction ... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits." Όπως φαίνεται από τη νομολογία το ζήτημα κατά πόσο αποκαλύπτεται βάση αγωγής κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το υλικό που τέθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι αυτό που φαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.10 που, ας σημειωθεί, σε ένα μεγάλο βαθμό ενσωματώνει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όπως προκύπτει από την εν λόγω Ένορκη Δήλωση η απαίτηση των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων βασίζεται στα εξής έγγραφα: (
- i)Πρωτόκολλο Διευθέτησης μεταξύ των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1/Ενάγουσας (DE KALB) ημερ. 21.7.09. Συγκεκριμένα η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, TALTEK (UK) Ltd, ανέλαβε να πληρώσει τον Εναγόμενο 1 δολλάρια ΗΠΑ 19.500.000 σε τέσσερις ίσες δόσεις με την εγγύηση της Ενάγουσας/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1 (DE KALB) και του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3 Yuri Kocherinskiy. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) (
- ii)Πρωτόκολλο Διευθέτησης μεταξύ των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 TALTEK (UK) ημερ. 21.7.09. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα ανέλαβε να πληρώσει την Εναγομένη 2 (Murtel) δολλάρια ΗΠΑ 2.520.395,57 με την εγγύηση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 (TALTEK) και Kocherinskiy. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) Όπως, επίσης, προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση, των δύο αυτών Συμφωνιών, προηγήθηκαν άλλες συμφωνίες μεταξύ εταιρειών του Ομίλου ΤALTEK οι οποίες αντιπροσωπεύονταν από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 στη βάση των οποίων συμφωνήθηκε όπως ο Εναγόμενος 1 και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 Alexander Tolsticov αναλάβει τη διεύθυνση της εμπορίας καρβούνου του Ομίλου ΤΑLTEK έναντι της παραχώρησης μετοχών στην Ενάγουσα καθώς και ποσοστό επί των κερδών της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 TALTEK (UK) LTD. Μετά από συνεννόηση με τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε την εμπορική διεύθυνση της επιχείρησης της εμπορίας καρβούνου που διατηρούσε μέσω διαφόρων εταιρειών ο «Όμιλος Εταιρειών TALTEK», επειδή ο Όμιλος ΤALTEK είχε ανάγκη να αυξήσει τις εργασίες του και ο Εναγόμενος 1 είχε εξαιρετικό όνομα ως διοικητικό στέλεχος εταιρείας στη βιομηχανία εμπορίας καρβούνου[2]. Η εργοδότηση του Εναγόμενου 1 συμφωνήθηκε γραπτώς με βάση τη Συμφωνία ημερ. 29.1.08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση Tolsticov ημερ. 15.6.10) για την περίοδο από 1.2.08 μέχρι 1.2.10 ενώ ως μέρος της Συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 θα λάμβανε μισθό US18.000 μηνιαίως και πριμ (χωρίς να καταστεί μέτοχος) μέχρι και 45% των κερδών της TALTEK UK. Τους όρους της Συμφωνίας αυτής εγγυήθηκε και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, ενώ έγινε και σχετική συμφωνία με την TALTEK Ρωσσίας[3]. Οι αρμοδιότητες των μερών διαχωρίστηκαν αφήνοντας, όμως, τα διοικητικά, νομικά και οικονομικά θέματα των εταιρειών του Ομίλου TALTEK υπό τη διεύθυνση του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3[4]. Το Μάρτιο του 2008 για καθαρά φορολογικούς σκοπούς ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 ως ιδιοκτήτης της πλειοψηφίας των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου TALTEK στον οποίο ανήκε και η Ενάγουσα πρότεινε τη χρησιμοποίηση της Ενάγουσας για την εμπορία καρβούνου ζητώντας από τον Εναγόμενο 1 να λάβει την εμπορική διεύθυνση των εργασιών με αποτέλεσμα και να λειτουργεί υπό την εμπορική διεύθυνση του Εναγομένου 1 έναντι της παραχώρησης μετοχών στην Ενάγουσα καθώς και ποσοστό επί των κερδών της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 TALTEK (UK) LTD. Το 45% των μετοχών στην Ενάγουσα δόθηκε στον Εναγόμενο 1 προς εξασφάλιση σε ό,τι αφορά τη διανομή των κερδών. Τα συμφωνηθέντα αυτά τα εγγυήθηκαν οι TALTEK (UK) LTD, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 και η Ενάγουσα[5]. Οι σχέσεις των μερών χειροτέρευσαν και οι πιέσεις στο πρόσωπο του Εναγομένου 1 από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 εντάθηκαν με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2009 ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 μαζί με τον Εναγόμενο 1 να συμφωνήσουν την τελική επίλυση των διαφορών μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης 2 από τη μια, και τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 της Ενάγουσας και του Ομίλου TALTEK γενικά από την άλλη[6]. Συγκεκριμένα η Εναγομένη 2 δέχτηκε να πωλήσει στην TALTEK (UK) LTD τις μετοχές που κατείχε στην Ενάγουσα για το ποσό των US$518.924,80 και των πρόσθετων ποσών πέριξ US$2.500.000 από άλλες υποχρεώσεις προς αυτήν. Οι πληρωμές εγγυήθηκαν από την TALTEK (UK) LTD και τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 και συμφωνήθηκε να γίνουν μέχρι 30.10.09[7]. Στις 22.7.09 η TALTEK (UK) LTD, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 συμφώνησε όπως πληρώσει τον Εναγόμενο 1 το συμφωνηθέν πριμ σύμφωνα με το Συμβόλαιο Εργοδότησης του ημερ. 29.1.08 το ποσό των US$19.500.000 σε τέσσερις ισόποσες δόσεις. Τις πιο πάνω υποχρεώσεις εγγυήθηκε ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3[8]. Με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του ο Εναγόμενος 1 περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια τις σχέσεις των διαδίκων, την εξέλιξη τους, τις επίδικες συμφωνίες, την εκτέλεση τους και, ακολούθως, την παραβίαση των συμφωνηθέντων για να καταλήξει, στο τέλος, στις απαιτήσεις τους τόσο του ιδίου όσο και της Εναγομένης 2. Κατάθεσε, επίσης, και σχετικά Tεκμήρια όπως τις Συμφωνίες Εργοδότησης μεταξύ του ιδίου και του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 εκ μέρους του ΟΜΙΛΟΥ TALTEK ημερ. 29.1.08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) και ημερ. 5.8.08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). Κατάθεσε, επίσης, τα Πρωτόκολλα Διευθέτησης ημερ. 21.7.09 μεταξύ της Ενάγουσας, Εναγόμενου 1 και Εναγόμενης 2 όπου η Ενάγουσα ανέλαβε να πληρώσει την Εναγομένη 2 US2.520.395,57 με την εγγύηση της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) και το Πρωτόκολλο Διευθέτησης ίδιας ημερομηνίας μεταξύ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, Εναγομένης 2 και Εναγομένου 1 σύμφωνα με το οποίο η TALTEK ανάλαβε να πληρώσει τον Εναγόμενο 1 US$19.500.000 με την εγγύηση του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ). Περαιτέρω στις παραγρ. 18(Α) μέχρι (Κ) της Ενόρκου Δηλώσεως ημερ. 14.6.10 ο Εναγόμενος 1 αναφέρει και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Ανταπαίτηση εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3. Τα πιο πάνω είναι σε συντομία η εκδοχή των Καθ' ων η Αίτηση. Υπό το φως όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση μέσω της Ένορκης Δήλωσης τους ημερ. 15.6.10 που υποστήριζε την Αίτηση τους ημερ. 15.6.10 έθεσαν ικανοποιητικό υλικό προς στοιχειοθέτηση ύπαρξης καλής υπόθεσης και, γενικότερα, των προϋποθέσεων που απαιτούνται με βάση τη Δ.6,θ.1. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι σ΄ αυτό το στάδιο δεν θα΄ταν δόκιμο και νομικά παραδεκτό για το Δικαστήριο να διερευνήσει τους αντίθετους ισχυρισμούς και εκδοχή επί των γεγονότων που εγείρονται στην Αίτηση και αφορούν την πραγματική διάσταση των πραγμάτων, ήτοι κατά πόσο δόθηκαν ή όχι προσωπικές εγγυήσεις, αν υπήρξε εξουσιοδότηση στην εκτέλεση των Πρωτοκόλλων ή αν αυτά είναι κατασκευασμένα ή πλαστά ή υπογράφησαν με τις σωστές διαδικασίες από τα διάδικα μέρη ή αν ο Εναγόμενος 1 υπήρξε ή όχι ανέντιμος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Digimed Communications Ltd v. Nera Asa κ.α. συνεκδικαζόμενες Εφέσεις 272/07 και 273/07, ημερ. 6.5.10, αφού επισημάνθηκε ότι η αίτηση για παραμερισμό επίδοσης είναι μια διαδικασία που διέπεται από τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το πραγματικό υλικό επί του οποίου εδράζεται μια αίτηση περιλαμβάνεται σε ένορκες δηλώσεις, τονίσθηκε ότι υπάρχει υποχρέωση διαπίστωσης των πραγματικών γεγονότων που συνθέτουν την αίτηση αλλά ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα ως προς την επάρκεια του αγώγιμου δικαιώματος όταν υπάρχει σαφής αναφορά προβληθέντων ισχυρισμών για τεκμηρίωση του μέσα από το δικόγραφο του. Επισημάνθηκε δε ότι ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει μόνο «εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση» και ότι δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιο στάδιο να εκδικάζει αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις ή να εκφράσει πρόωρη άποψη επί της ουσίας της αγωγής[9]. Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να προχωρήσει σε αποδοχή αιτήματος για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος όταν δεν περιέχεται σ΄ αυτό αιτία αγωγής, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι αν τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι τόσο «φανερό» και μνημονεύονται από την Έκθεση Απαίτησης γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής, δεν είναι πρόσφορο να εκδίδεται τέτοιο διάταγμα παραμερισμού[10]. 2. Δεν ζητήθηκε άδεια για σφράγιση της Ανταπαίτησης Ένας από τους λόγους που επικαλούνται οι Αιτητές για ακύρωση της επίδοσης της Ανταπαίτησης εκτός δικαιοδοσίας είναι και το ότι εφόσον οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είναι εντός δικαιοδοσίας έπρεπε πρώτα να ζητηθεί άδεια για σφράγιση της Ανταπαίτησης με τον ίδιο τρόπο ως να ήταν κλητήριο ένταλμα και αφότου παραχωρείτο άδεια, μετά να επιδοθεί στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3. Όπως περαιτέρω αναφέρουν οι Αιτητές, εφόσον καμία τέτοια άδεια δεν δόθηκε πριν την καταχώρηση και επίδοση της Ανταπαίτησης στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3, η Ανταπαίτηση και η επίδοση της πρέπει να παραμερισθούν και/ή να ακυρωθούν. Τη θέση τους αυτή οι Αιτητές τη βασίζουν στη Δ.21,θθ8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία, βασικά προνοεί ότι η Ανταπαίτηση θα πρέπει να επιδοθεί στο νέο διάδικο με τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν κλητήριο ένταλμα. Η σχετική με το θέμα Δ.2,θ.2 κάνει σαφή αναφορά για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος ή Ειδοποίησης του και σε κανένα σημείο δεν γίνεται αναφορά σε Ανταπαίτηση. Άλλωστε, κατ΄ αναλογία με το τι συμβαίνει στην περίπτωση κλητηρίου εντάλματος όπου υπάρχει Εναγόμενος εντός δικαιοδοσίας και άλλος Εναγόμενος εκτός δικαιοδοσίας όπου δεν χρειάζεται η εξασφάλιση άδειας σφράγισης του κλητηρίου πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση όπου δεν πρόκειται για κλητήριο ένταλμα και η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 ήταν εντός της δικαιοδοσίας. Με βάση τη Δ.2,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[11] στην περίπτωση όπου, όλοι οι Εναγόμενοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας χρειάζεται να δοθεί, πριν την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, άδεια του Δικαστηρίου για τη σφράγιση του. Η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο θα επιδοθεί εκτός Κύπρου αποτελεί το πρώτο δικονομικό μέτρο για τη νομότυπη έκδοση του κλητηρίου. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.2,θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μετά τη σφράγιση του κλητηρίου με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου θεωρείται ότι το κλητήριο ένταλμα έχει εκδοθεί (issued) και η αγωγή έχει ξεκινήσει. Πρέπει εδώ να ξεκαθαρίσουμε ότι η σφράγιση ενός κλητηρίου εντάλματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καταχώρησης και έκδοσης (issue) του κλητηρίου. Ανάγκη για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση δεν υπάρχει στην περίπτωση όπου οι Εναγόμενοι βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, να επισημάνουμε ότι εκεί όπου η αγωγή στρέφεται και εναντίον Εναγομένων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εκτός από Εναγομένους που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου πριν από την καταχώρηση του δεν είναι αναγκαία. Προκύπτει, επομένως, ότι όταν σε ένα κλητήριο ένταλμα υπάρχουν τόσο ημεδαποί όσο και αλλοδαποί Εναγόμενοι οι πρόνοιες της Δ.2,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αδρανοποιούνται[12]. 3. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προηγείται χρονικά της καταχώρησης της Αίτησης Ένας άλλος λόγος που επικαλούνται οι Αιτητές για σκοπούς ακύρωσης του Διατάγματος επίδοσης της Ανταπαίτησης είναι και αυτός που αναφέρεται στην ημερομηνία καταχώρησης της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, πορβάλλεται η θέση ότι όταν μια Ένορκη Δήλωση υπογραφεί πριν καταχωρηθεί η αίτηση την οποία συνοδεύει, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση τέτοιας αίτησης. Είναι, λοιπόν, η εισήγηση των Αιτητών ότι η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν είχε πραγματική θέση και ότι επομένως, δεν μπορεί να σταθεί και το διάταγμα επίδοσης της Ανταπαίτησης και ότι αυτό δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί εξ αρχής. Λέω σε συμφωνία με τα όσα υποστηρίχθηκαν από τον κ. Χ'Χάννα ότι μια Ένορκη Δήλωση δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο μαρτυρίας που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και άρα ότι ένα διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο όπου η Ένορκη Δήλωση γίνεται πριν την καταχώρηση της αγωγής και, συνεπώς, την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας για τον απλούστατο λόγο ότι το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ 836[13], κρίθηκε ότι η μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προηγείται χρονικά της καταχώρησης της αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση της θεραπείας που ζητείται γιατί το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Στην ίδια απόφαση, όμως, τονίστηκε πως είναι δυνατή η λήψη τέτοιας μαρτυρίας εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Στην υπόθεση PERPETTI SPA v. Lounic Confectionary Ltd
(2000)1 A.A.Δ 960 ακυρώθηκε παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο εξεδόθη στη βάση ένορκης δήλωσης η οποία προηγείτο χρονικά της αγωγής για το λόγο ότι η ένορκη δήλωση δεν αποτελούσε το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση των θεραπειών που είχαν ζητηθεί. Όπως δε επισημάνθηκε στην εν λόγω απόφαση, το εκδοθέν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις παρεμπίπτον διάταγμα ήταν άκυρο από της εκδόσεως του, ενώ το αίτημα που είχε υποβληθεί εκ των υστέρων για επανόρκιση του ενόρκως δηλούντα δεν μπορούσε να θεραπεύσει την ακυρότητα. Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την Αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είχε καταχωρηθεί μια μέρα πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Ωστόσο εκείνο το οποίο έχει σημασία και επισημαίνεται είναι ότι όταν είχε καταχωρηθεί η Ένορκη Δήλωση υπήρχε σε ισχύ η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, ο απαραίτητος συσχετισμός της δικαστικής διαδικασίας με τη μαρτυρία που δόθηκε μέσω της Ένορκης Δήλωσης. Τούτου δοθέντος, καταλήγω ότι η υπό κρίση Ένορκη Δήλωση ήταν καθόλα έγκυρη και μπορούσε να αποτελέσει την πραγματική βάση της Αίτησης για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας για τους σκοπούς χορήγησης των αιτουμένων σε αυτή θεραπειών.
- Τρόπος επίδοσης/επίδοση σχετικών εγγράφων σε διεύθυνση άλλη από αυτή που καταγράφεται στο Διάταγμα χωρίς να προηγηθεί η τροποποίηση του Διατάγματος. Για τους σκοπούς εξέτασης του υπό εξέταση ζητήματος είναι αναγκαίο να τεθεί εν πρώτοις το ιστορικό των σχετικών γεγονότων τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Μετά από μονομερή Αίτηση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 15.6.10 για επίδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκτός δικαιοδοσίας το Δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα ημερ. 16.6.10 με το οποίο επετράπη η υποκατάστατη επίδοση της Ανταπαίτησης και Ειδοποίησης Ανταπαίτησης στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3 στο Ηνωμένο Βασίλειο και Ρωσσία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην Ένορκη Δήλωση της Ένστασης.) (β) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχώρησαν στις 29.6.10 και καταχώρησαν τη σχετική ειδοποίηση Τύπος αρ. 13 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με σχετικές μεταφράσεις της εν λόγω ειδοποίησης στα Αγγλικά και Ρωσσικά (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 3,4,5). (γ) Στις 17.11.10 οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3/Αιτητές κατεχώρησαν πανομοιότυπη με την παρούσα αίτηση η οποία αποσύρθηκε τελικά για να ακολουθήσουν νέες επιδόσεις προς τους Αιτητές, ενώ μεσολάβησε ο διορισμός του δικηγορικού γραφείου Χ΄Χάννα & Σία ΔΕΠΕ προς αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων. (δ) Με το διορισμό των νέων δικηγόρων που έγινε στις 8.6.11 προέκυψε ζήτημα λανθασμένης επίδοσης της Ανταπαίτησης και των σχετικών εγγράφων επειδή η Ένορκη Δήλωση του κ. Tolstikov που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στη TALTEK UK στην Αγγλία δεν ήταν πιστή η μετάφραση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 της Ένορκης Δήλωσης της Ένστασης). (ε) Η απόκλιση αυτή διαπιστώθηκε και από τους Δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι προχώρησαν στη διόρθωση της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης και μετά από συνεννόηση που είχαν με τους δικηγόρους των Αιτητών προχώρησαν στην επίδοση των εγγράφων στη νέα διεύθυνση των Αιτητών 2, TALTEK UK. (στ) Ας σημειωθεί ότι στις 26.1.11 το Διάταγμα ημερ. 16.6.10 τροποποιήθηκε σ΄ ό,τι αφορά τη διεύθυνση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 ώστε να είναι αυτή που είχε κοινοποιηθεί από τους δικηγόρους των Αιτητών και, συγκεκριμένα, η 51 Eastcheap, London EC 3M 1J.P. (ζ) Αρχικά τα έγγραφα στάληκαν στις διευθύνσεις Regent House 316, Beulah Hill, London SE-193HF και 51 Eastcheap London EC3M 1 JP (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9(α) και 9(β)) σύμφωνα με το σχετικό Διάταγμα ημερ. 16.6.10 αλλά ακολούθησε επίδοση στα νέα γραφεία των δικηγόρων των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 στη νέα διεύθυνση τους στο The St. Botolph Building, 138 Houndsditch, London ΕC 3A 7AR. Η πλευρά των Αιτητών επισημαίνει ότι η διεύθυνση στο Διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στη TALTEK UK δεν ήταν η διεύθυνση στην οποία το Διάταγμα, η Αίτηση, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και η Ειδοποίηση Ανταπαίτησης επιδόθηκαν εφόσον στο Διάταγμα ορίζετο για σκοπούς επίδοσης η διεύθυνση 51 Eastcheap, London EC 3M 1J.P, ενώ η επίδοση έγινε στη TALTEK UK στη The St. Botolph Building, 138 Houndsditch, London ΕC 3A 7AR που ήταν η νέα διεύθυνση των δικηγόρων της TALTEK UK. Οι Αιτητές αναφέρουν ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν αιτήθηκαν στο Δικαστήριο για τροποποίηση του Διατάγματος και/ή δεν ζήτησαν να επανασυνταχθεί το Διάταγμα για να φανεί η νέα διεύθυνση επίδοσης όπως διατάχθηκε από το Δικαστήριο στις 26.1.
- Όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μέχρι, τελικώς, να επιδοθούν τα έγγραφα στην TALTEK UK στο Λονδίνο αυτοί άλλαξαν διεύθυνση με αποτέλεσμα τα δικόγραφα να επιδοθούν μεν σ΄ αυτούς αλλά σε άλλη διεύθυνση από αυτή που καταγραφόταν στο Διάταγμα ημερ. 26.1.11 που τροποποίησε το προηγούμενο Διάταγμα ημερ. 16.6.
- Όπως προκύπτει από την επιστολή ημερ. 1.8.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8(α) της Ένορκης Δήλωσης της Ένστασης) όπως οι ίδιοι οι δικηγόροι της TALTEK UK πληροφόρησαν τους Δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση το εγγεγραμμένο της TALTEK (UK) Ltd ήταν η διεύθυνση της Clyde & Co στο Λονδίνο, δηλ. η διεύθυνση των δικηγόρων τους η οποία διεύθυνση αρχικά, ήταν 51 Eastcheap και στη συνέχεια άλλαξε και έγινε The St. Botolph Building 138 Houndsditch London EC31 7AR, όπως προκύπτει από ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) της δικηγόρου κ. Χάματσου προς δικηγόρο του γραφείο των Δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 25.10.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8(β) της Ένορκης Δήλωσης της Ένστασης). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα μέχρι, τελικώς, να επιδοθούν τα έγγραφα στην TALTEK UK στο Λονδίνο αυτοί φαίνεται να άλλαξαν διεύθυνση με αποτέλεσμα αυτά να επιδοθούν ναι μεν στους ίδιους αλλά σε άλλη διεύθυνση απ΄ αυτή που καταγραφόταν στο Διάταγμα ημερ. 16.6.
- Λέω, σε συμφωνία με τα όσα ανέπτυξε ο συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι το ζητούμενο στη διαδικασία επίδοσης δικαστικών εγγράφων είναι η λήψη γνώσης από το πρόσωπο εναντίον του οποίου κινείται η διαδικασία έτσι ώστε το γεγονός της επίδοσης εγγράφων σε διεύθυνση άλλη απ΄ εκείνη που καταγράφετο στο Διάταγμα χωρίς να προηγηθεί η τροποποίηση του Διατάγματος θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές, εφόσον οι Αιτητές έλαβαν γνώση των σχετικών εγγράφων. Υπό το φως, λοιπόν, της εξέλιξης των πραγμάτων και της λήψης γνώσης από τους Αιτητές για τα σχετικά έγγραφα δεν θεωρώ ότι το γεγονός της μη τροποποίησης του Διατάγματος για να αναγραφεί η νέα διεύθυνση των Αιτητών στην οποία, τελικώς, επιτεύχθη η επίδοση, μπορεί να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία.
- Η Ανταπαίτηση επιδόθηκε μετά την πάροδο 12 μηνών από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε. Ένας άλλος λόγος που προβλήθηκε είναι ότι η Ανταπαίτηση θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στο νέο διάδικο κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν κλητήριο ένταλμα και, άρα, εντός 12 μηνών από την ημέρα καταχώρησης, διαφορετικά λήγει και πρέπει να ανανεωθεί πριν επιδοθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υποστηρίχθηκε ότι αν η Ανταπαίτηση είναι ισοδύναμη με το κλητήριο ένταλμα όσον αφορά ένα νέο διάδικο στη διαδικασία, σ΄ αυτή την περίπτωση την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, τότε έπρεπε να τους είχε επιδοθεί πριν τις 15.6.11 και ότι καθ' όσον αφορά την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, ΤALTEK UK, η Ανταπαίτηση είχε ήδη λήξει όταν έγινε προσπάθεια επίδοσης σ΄ αυτή χωρίς να καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για ανανέωση της Ανταπαίτησης. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Εν πρώτοις, να επισημάνουμε ότι το ζήτημα της επίδοσης εντός χρονικού διαστήματος 12 μηνών με βάση τη Δ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφορά μόνο το κλητήριο ένταλμα στο οποίο και αναφέρεται η εν λόγω Διάταξη. Όπως προκύπτει από τη εν λόγω Διάταξη η χρονική περίοδος των 12 μηνών που καθορίζεται αφορά αποκλειστικά και αναφέρεται στην περίοδο ισχύος του κλητηρίου εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του στον Εναγόμενο. Σε καμιά πρόνοια ή Διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν εξισώνεται ή ταυτίζεται το κλητήριο ένταλμα με την Ανταπαίτηση σε ό,τι αφορά την ανανέωση ισχύος της για σκοπούς επίδοσης. Η Δ.21,θθ8
(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αφορά την περίπτωση έγερσης Ανταπαίτησης από ένα Εναγόμενο εναντίον μη διαδίκου στη διαδικασία στην οποία γίνεται αναφορά στην εφαρμογή των ιδίων Κανόνων σ' ό,τι αφορά την επίδοση της Ανταπαίτησης ωσάν να ήταν κλητήριο ένταλμα, αφορά το ζήτημα της επίδοσης για το οποίο σχετική είναι η Δ.5 και όχι η Δ.4 που αφορά τη διαδικασία ανανέωσης του κλητηρίου.
- Επίδοση των εγγράφων στα αγγλικά και όχι στα ελληνικά. Όσον αφορά το άλλο παράπονο των Αιτητών ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν στην TALTEK UK ήταν στα Αγγλικά και ότι κανένα πρωτότυπο ελληνικό έγγραφο επιδόθηκε όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα ήθελα να επισημάνω και εδώ πάλι σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν στους Αιτητές ήταν σε γλώσσα πλήρως κατανοητή από τους ιδίους. Τούτου δοθέντος δεν φαίνεται να υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της πλευράς των Αιτητών. Σ' αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε αναφορά και στις πρόνοιες του ΕΚ1393/2007 που έχει ως στόχο να βελτιώσει και να επιταχύνει τη διαβίβαση και την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μεταξύ των Κρατών Μελών και στις οποίες μεταξύ άλλων διαλαμβάνεται η επίδοση εγγράφων σε γλώσσα καταληπτή για τον λήπτη. Τέτοιες πρόνοιες είναι τα Άρθα 4[14], 5[15] και 8[16] του ΕΚ1393/
- Είναι νομολογημένο ότι το δικονομικό δικαίωμα πρόσβασης στα Δικαστήρια της χώρας που κατοχυρώνει το Άρθρο 30
(1)του Συντάγματος περιλαμβάνει το δικαίωμα του διαδίκου: (
- i)να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο Δικαστήριο και (
- ii)να αναπτύξει σ΄ αυτό τους ισχυρισμούς του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Αιτητές με την επίδοση σ΄ αυτούς των σχετικών εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα έλαβαν γνώση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον τους και πληροφορήθηκαν με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους ενάγονται και τις συγκεκριμένες απαιτήσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση εναντίον τους και μάλιστα διόρισαν δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να τους υπερασπιστεί. Να αναφέρω, ακόμη, ότι το Άρθρο 10(α) του περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 επιτρέπει «την ελευθερίαν αποστολής δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς εις πρόσωπα εν τη αλλοδαπή» υπό την προϋπόθεση ότι το Κράτος προορισμού δεν ενίσταται. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω Νόμος στον οποίο είχε στηριχθεί η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται και αυτός στην αναγκαιότητα μετάφρασης των δικαστικών εγγράφων που επιδίδονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους του οποίου επιζητείται η συνδρομή[17]. ΙΙ. Διάταγμα για αποκλεισμό και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης γιατί η Ανταπαίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή γιατί δεν είναι σωστό και πρέπον να εκδικαστεί μαζί η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση και/ή καθότι η Ανταπαίτηση θα καθυστερήσει και/ή περιπλέξει την όλη διαδικασία - Θεραπείες υπό στοιχεία (Α) και (Γ) Προτού εξετάσω τους πιο πάνω λόγους θα ήθελα πολύ συνοπτικά να επισημάνω εξ αφορμής των όσων αναφέρονται κυρίως στην αγόρευση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση ότι θέμα παραμερισμού και διαγραφής ενός δικογράφου, όπως η Ανταπαίτηση στην προκειμένη περίπτωση, εγείρεται όταν το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή η αγωγή είναι ενοχλητική ή σκανδαλώδης. Σύμφωνα με τη Δ.19,θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο ενδέχεται να τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής[18]. Είναι δε καθαρό από τη φρασεολογία της εν λόγω Διάταξης ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. Όπως δε έχει νομολογηθεί εφόσον η διαγραφή των δικογράφων ή μέρος αυτών αποτελεί δραστικό μέτρο πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις[19]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Δ.27,θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious)[20]. Όπως έχει νομολογηθεί, η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ[21] και η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, η δε εξέταση του γίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ΄ αυτό[22]. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ 1852 στις σελ. 1859-1860: "Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι ζήτησαν τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης για το λόγο ότι «θεωρείται μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Βασίσθηκαν κυρίως επί της Δ.19,θ.
- Η τελευταία επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ο αντίστοιχος θεσμός των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19, θ.
- Επεξηγείται στις σελ. 477-479 του Annual Practice
- Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19,θ.26 (Αγγλική Δ.19,θ.27) δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27,θ.3 (Αγγλική Δ.25,θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575). Επομένως η αίτηση για διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης έπρεπε να είχε προσεγγισθεί με βάση τις πιο πάνω αρχές. Η εξέταση σε βάθος της υπεράσπισης κρίνεται εσφαλμένη. Αφού εξετάσαμε την περαιτέρω υπεράσπιση με βάση τις πιο πάνω αρχές θεωρούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτή αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη. Εγείρει κάποια ζητήματα που είναι κατάλληλα για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Έπεται πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διέταξε τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης." Για σκοπούς δε διαπίστωσης ύπαρξης καλής βάσης αγωγής ή αιτίας αγωγής εναντίον των δι΄Ανταπαιτήσεως Εναγομένων το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε διερεύνηση των ισχυρισμών που αναφέρονται στην υπό κρίση Αίτηση ως προς την ουσία της διαφοράς. Κατά συνέπεια οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην υπό κρίση Αίτηση και αφορούν, μεταξύ άλλων, το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δόθηκαν προσωπικές εγγυήσεις, αν υπήρξε εξουσιοδότηση στην εκτέλεση των Πρωτοκόλλων, ή αν αυτά είναι κατασκευασμένα ή πλαστά ή κατά πόσον αυτά υπεγράφησαν με τις σωστές διαδικασίες από τα διάδικα μέρη ή κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 υπήρξε ή όχι ανέντιμος, δεν μπορούν να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο παρών στάδιο στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης και ούτε, βέβαια, μπορούν να διατυπωθούν οποιαδήποτε ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελούν ζητήματα τα οποία θα τύχουν εξέτασης κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Να επισημάνω, ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο ζήτημα που εγέρθηκε σε σχέση με τον παραμερισμό και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης δεν είναι, τελικά, διαγραφή της Ανταπαίτησης αλλά αποκλεισμός με βάση τις πρόνοιες της Δ.21,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ζήτημα το οποίο προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω. Ένας από τους λόγους που πρόβαλαν οι Αιτητές/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 είναι ότι η Ανταπαίτηση είναι εντελώς άσχετη με την απαίτηση και ότι θα καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ότι, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί. Τονίσθηκε, συναφώς, ότι η Ανταπαίτηση δεν συνδέεται με την αγωγή και ότι η τυχόν εκδίκαση τους μαζί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα καθυστερήσει υπέρμετρα τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Η πλευρά των Αιτητών διατείνεται ότι οι Απαιτήσεις του Tolsticov (Εναγόμενος 1) εναντίον της TALTEK UK (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2) και του Kocherinskiy (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3) αφορούν εντελώς διαφορετικά θέματα που δεν έχουν πραγματική σχέση ή σύνδεση με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 1 και των υπολοίπων Εναγομένων οι οποίες αφορούν υποτιθέμενες πράξεις ανεντιμότητας και παράβασης εμπιστοσύνης σε βάρος της Ενάγουσας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αποκλεισμό ή διαγραφή μιας Ανταπαίτησης βασίζεται στη Δ.21,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα εξής: "Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counter-claim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded." Η Δ.21,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει τον αποκλεισμό Aνταπαίτησης όταν ο Ενάγων ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που γίνεται διάδικος με την Aνταπαίτηση ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να είχε εγερθεί άλλη ανεξάρτητη αγωγή και όχι να εξετασθεί το θέμα στα πλαίσια Aνταπαιτήσεως. Η αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη 0.21,r.15 των παλαιών αγγλικών Θεσμών σχολιάζεται στο Annual Practice του 1958 σελ. 506-507, ως δίδουσα το δικαίωμα στις κατάλληλες περιπτώσεις να αποκλεισθεί η Ανταπαίτηση, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι θα επέφερε μη αναγκαία ή μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ή ότι εκδίκαση της Ανταπαίτησης θα επέφερε αμηχανία ή άλλως πως δυσχέρεια στον αντίδικο. Η Δ.21,θ.10 δεν καθορίζει τα κριτήρια για αποκλεισμό μιας Ανταπαίτησης. Αυτά έχουν τεθεί στη σχετική με το θέμα νομολογία. Λέω ευθύς εξ αρχής ότι το ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας δεν εμπίπτει στα πλαίσια αίτησης για αποκλεισμό ή διαγραφή Ανταπαίτησης υπό την έννοια ότι μπορεί να διαταχθεί αποκλεισμός για λόγους δικαιοδοσίας. Άλλος είναι ο σκοπός και τα κριτήρια της Δ.21,θ.10. Εν ολίγοις, εκείνο το οποίο είναι θεμελιακό είναι το κατά πόσο είναι πρόσφορη η συνεκδίκαση Απαίτησης και Ανταπαίτησης. Η μεταξύ τους συνάφεια δεν αποτελεί προϋπόθεση αλλά ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Όπως είναι και η πολυπλοκότητα, η πρόκληση δυσχέρειας στην άλλη πλευρά και η τυχόν σημαντική ή υπέρμετρη καθυστέρηση που θα προκύψει από τη συνεκδίκαση. Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο εφαρμογής της Δ.21,θ.10 έχουν ερμηνευθεί και αναλυθεί στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 A.A.Δ 710 όπου τονίσθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι η δικονομική αυτή πρόνοια δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη, κατά το δυνατό, διεκπεραίωση της δίκης ούτως ώστε να αποκλείεται η Ανταπαίτηση οποτεδήποτε θεωρείται, υπό το φως των γεγονότων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι η εκδίκαση της δεν θα ήταν πρόσφορος ή θα προκαλούσε δυσχέρεια (inconvenience) στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Εξηγήθηκε, ταυτόχρονα, ότι η Ανταπαίτηση, γενικά ως δικονομικός θεσμός που στόχο έχει την αποφυγή πολλαπλασιασμού αγωγών και αποτελεί πρόσφορο μέσο για τη διεξοδική επίλυση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι ανάγκη να έχει πάντα συνάφεια με τα επίδικα θέματα της αγωγής, η δε σχετικότητα ή συνάφεια των θεμάτων δεν αποτελεί ανελαστικό παράγοντα ή κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση[23]. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Σιακόλας (άνω) το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της Ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον Ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Επισημάνθηκε δε ότι, παρόλο που η συνάφεια των επιδίκων θεμάτων της Ανταπαίτησης μ΄εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση Ανταπαίτησης, η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον Ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και, ιδίως, το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της Ανταπαίτησης. Οι αρχές που εκτέθηκαν στην υπόθεση Σιακόλας (ανωτέρω) κωδικοποιήθηκαν ακολούθως στην υπόθεση Athina Learthergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ 787 στη σελ. 804 ως ακολούθως: «Καθώς έχει προαναφερθεί το θέμα διέπεται από το θ.10 της Δ.21. Ο τελευταίος έχει ερμηνευθεί στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 Α.Α.Δ 710, 714, στην οποία οι σχετικές αρχές έχουν επεξηγηθεί ως εξής: «
(1)Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2)Η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3)Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21,θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4)Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5)Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο.» Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στην κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των καθηκόντων του Εναγομένου 1/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα αρ.1 προς αυτή υπό την ιδιότητα του ως Διευθύνων Σύμβουλος σ΄ αυτή και οικειοποίηση χρημάτων από τον Εναγόμενο 1 σε συνεργασία με τους λοιπούς Εναγόμενους 2-4 πέριξ του ποσού των USD 500.
- Όπως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός που προβάλλεται ο Εναγόμενος 1 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Ενάγουσας και/ή η Εναγομένη 4 (θυγατέρα του Εναγομένου 1 η οποία ενεργούσε ανεπίσημα ως βοηθός και/ή γραμματέας του Εναγομένου 1 στην Ενάγουσα) διέπραξαν απάτη εναντίον της Ενάγουσας, συνωμότησαν και υπεξαίρεσαν περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας προς όφελος των Εναγομένων 2 και 3, οι οποίες είναι εταιρείες που ελέγχονται από τον Εναγόμενο 1 και/ή Εναγόμενη
- Όσον αφορά την εκδοχή των Εναγομένων αυτή αναφέρεται σε παραβίαση από πλευράς της Ενάγουσας και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 των όσων συμφωνήθηκαν ως διευθέτηση των μεταξύ των μερών διαφορών συνοδευόμενη με Ανταπαίτηση πέραν των USD 21.000.
- Συγκεκριμένα η Εναγομένη 2 δέχθηκε να πωλήσει στην Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 (TALTEK UK) τις μετοχές που κατείχε στην Ενάγουσα για το ποσό των USD 518.924.80 και των πρόσθετων ποσών πέριξ των USD 2.500.000 από άλλες υποχρεώσεις προς αυτήν. Οι πληρωμές εγγυήθηκαν από την TALTEK UK και τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, κ. Kocherinskiy, και συμφωνήθηκε να γίνουν μέχρι τις 30.10.
- Την ίδια μέρα, δηλ. 22.7.09, η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 (TALTEK UK) συμφώνησε όπως πληρώσει τον Εναγόμενο 1 το συμφωνηθέν πριμ σύμφωνα με το συμβόλαιο εργοδότησης του ημερ. 29.1.08 το ποσό των USD 19.5 εκατομμύρια σε τέσσερις ισόποσες δόσεις. Τις πιο πάνω υποχρεώσεις εγγυήθηκε ο κ. Koncherikskiy, Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος
- Κατά συνέπεια η Ενάγουσα ανέλαβε να πληρώσει στην Εναγομένη 2 USD 2.520.395,57 με την εγγύηση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 (TALTEK και Kocherinskiy), ενώ η TALTEK, Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, ανέλαβε να πληρώσει τον Εναγόμενο 1 USD 19,5 εκατομμύρια με την εγγύηση του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3 (Kocherinskiy) και της Ενάγουσας. Η Ανταξίωση των Εναγομένων 1 και 2 βασίζεται στη συμφωνία εγγύησης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ Γ ΚΑΙ Δ στην Ένορκη Δήλωση Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.10) που ήταν, όπως είναι η εκδοχή των Εναγομένων, και ο μόνος λόγος υπογραφής της συμφωνίας πώλησης των μετοχών από την Εναγομένη 2 και την παραίτηση του Εναγομένου 1 από την εργοδότηση του με ευνοϊκούς όρους στον Όμιλο TALTEK. Όπως προκύπτει, λοιπόν, η παρούσα Ανταπαίτηση βασίζεται στις εγγυήσεις της Ενάγουσας και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 για οφειλές της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 προς τον Εναγόμενο 1 ως, επίσης, και εγγυήσεις των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 για οφειλές της Ενάγουσας. Από τα πιο πάνω προκύπτει, κατά την άποψη μου, συνάφεια των επίδικων θεμάτων, ενώ η Ανταπαίτηση αφορά το ίδιο σύμπλεγμα γεγονότων όπως και η Απαίτηση με τη μόνη διαφορά ότι η κάθε πλευρά προωθεί τη δική της εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα αυτά. Από τη μια η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι συνεννοήθηκαν με σκοπό την απόσπαση και/ή υπεξαίρεση χρημάτων από την ίδια, ενώ από την άλλη οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν τα καθήκοντα τους με αρκετή επιμέλεια και ζήλο ώστε να δικαιούνται τη συμφωνηθείσα αμοιβή και ποσοστά επί των κερδών της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 αλλά και της Ενάγουσας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι λόγω του ότι οι σχέσεις των μερών είχαν διαταραχθεί τον Ιούλιο του 2009 κατέληξαν στην επίλυση των διαφορών τους υπογράφοντας τα σχετικά Πρωτόκολλα Διευθέτησης και επιστρέφοντας ο Εναγόμενος 1 τις μετοχές που κρατούσε στην Ενάγουσα εταιρεία. Επιδιώκουν, δε, από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους τα ποσά που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Τούτου λεχθέντος, κρίνω ότι η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης με την αγωγή είναι πρόσφορη, αν όχι και αναγκαία. Δεδομένου δε ότι η Υπεράσπιση των Εναγομένων στην Απαίτηση της Ενάγουσας δεν διαφέρει από άποψη ισχυρισμών από την Ανταπαίτηση τους, δεν θεωρώ ότι ενδέχεται να προκληθεί καθυστέρηση και, ως εκ τούτου, δυσχέρεια στο δικαίωμα της Ενάγουσας για απρόσκοπτη διεκπεραίωση της αγωγής με την Ανταπαίτηση, όπως ήταν η θέση των Εναγόντων, ούτε και περιπλοκή ή σύγχυση στη διεξαγωγή της δίκης. Αντίθετα, κρίνεται ότι η συνεκδίκαση αγωγής με την Ανταπαίτηση φαίνεται να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα επιλύσει τις επίδικες διαφορές των διαδίκων στο σύνολο τους. Μέσα λοιπόν στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κρίνω ότι δεν θα πρέπει να αποκλειστεί η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης στην παρούσα υπόθεση όπου τα δεδομένα καθιστούν πρόσφορη τη συνεκδίκαση και δεν διαφαίνεται ότι θα προκληθεί δυσχέρεια στην Ενάγουσα. (ΙΙΙ) ΒΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ - ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ (Δ) Οι Αιτητές ανάμεσα στις θεραπείες που ζητούν στην παρούσα Αίτηση είναι και η έκδοση Διατάγματος αναστολής κάθε διαδικασίας που αφορά την Ανταπαίτηση γιατί το Δικαστήριο δεν είναι το πλέον κατάλληλο και αρμόδιο για εκδίκαση της Ανταπαίτησης. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον κ. Χ΄Χάννα, το κατά πόσο ή όχι τα κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν τη διαφορά των μερών, όπως αυτή προβάλλει από την Ανταπαίτηση, διαχωρίζεται από το κατά πόσο η Κύπρος είναι το κατάλληλο διάβημα, «forum». Όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές φαίνεται να στηρίζουν το αίτημα τους ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι αρμόδια και/ή κατάλληλα να εκδικάσουν την διαφορά που προβάλλεται στην Ανταπαίτηση στη βάση των αρχών της βολικότητας ("forum non conveniens") παρά στην έλλειψη δικαιοδοσίας με αναφορά ημεδαπό δικαιοδοτικό Νόμο και στη σχετική επί του θέματος Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με δεδομένο ότι οι Αιτητές βασίζουν το αίτημα τους στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την Ανταπαίτηση, εφόσον δεν τίθεται θέμα ύπαρξης αλλοδαπής ρήτρας δικαιοδοσίας ή παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, φέρουν το βάρος να πείσουν το Δικαστήριο για τη μη βολικότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1168 στη σελ. 1186[24]: "Η νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης έχει, σύμφωνα με την υπόθεση Eleftheria (πιο πάνω) ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 219, 231)." Δικαιοδοσία Κυπριακών Δικαστηρίων Παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερα ήδη, οι Αιτητές δεν βασίζουν το αίτημα τους στην έλλειψη δικαιοδοσίας, θα αναφερθώ συνοπτικά στο ζήτημα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η Ανταπαίτηση βασίζεται στη βάση ότι η Ενάγουσα ανέλαβε να πληρώσει στην Εναγομένη 2 δολλάρια ΗΠΑ 2.520.395,57 με την εγγύηση της TALTEK (UK) LTD (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2) και του Yuri Kocherinskiy (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3) ως, επίσης, και στο ότι η TALTEK (UK) LTD ανέλαβε να πληρώσει στον Εναγόμενο 1 δολάρια ΗΠΑ 19.500.000 με την εγγύηση της Ενάγουσας και του Kocherinskiy (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3). Το ζήτημα της δικαιοδοσίας απορρέει καθαρά τόσο από τον σχετικό ημεδαπό δικαιοδοτικό Νόμο Ν.14/60όσο και από τον ΕΚ44/2001 ο οποίος ως Ευρωπαϊκή νομοθεσία υπερισχύει. Με βάση το Άρθρο 6.2 του Τμήματος 2 του ΕΚ44/2001 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ευρώπης ημερ. 22.12.00 ο οποίος αφορά τη ρύθμιση της δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος όταν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου όπου είναι εκκρεμής η αγωγή αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την Έκθεση Απαίτησης, η εκδοχή της Ενάγουσας εταιρείας είναι ότι υπήρξε οικειοποίηση χρημάτων και υπεξαίρεση χρημάτων από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 1 κατά παράβαση των καθηκόντων του ως Διευθυντή σε συνεργασία με τους Εναγόμενους 2-4, πέριξ του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 500.
- Συγκεκριμένα στην παράγρ. 34 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή η Εναγομένη 4 διέπραξαν απάτη εναντίον της Ενάγουσας, συνωμότησαν και υπεξαίρεσαν περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας προς όφελος των Εναγομένων 2 και 3 εταιρειών, οι οποίες εταιρείες είναι εταιρείες που ελέγχονται από την Εναγόμενη 1 και/ή Εναγομένη
- Από την άλλη η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι υπήρξε από πλευράς Ενάγουσας και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 παραβίαση των όσων συμφωνήθηκαν ως διευθέτηση των μεταξύ των μερών διαφορών και προβάλλεται Ανταπαίτηση για ποσό πέραν των Δολαρίων ΗΠΑ 21 εκατομμυρίων στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω. Forum non conveniens Η νομολογία η οποία έχει αναπτυχθεί στο ζήτημα του forum non conveniens ως το λόγο για την αναστολή της διαδικασίας και η οποία είναι ουσιαστικά μέρος του ιδιωτικού διεθνούς Δικαίου, έχει ως βασική τοποθέτηση ότι η αναστολή διατάσσεται μόνο αν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει κάποιο άλλο αρμοδιότερο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση έχοντας υπόψη τα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και αυτά που αφορούν στη γενικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η κρίση για τυχόν αρμοδιότερο Δικαστήριο είναι αποτέλεσμα συσχετισμού της θεώρησης της πραγματικής και ουσιαστικής σύνδεσης της υπόθεσης με μια διαδικασία και στα πλαίσια αυτά συνεκτιμούνται παράγοντες όπως η δημιουργία εξόδων, η ευκολία ή η δυσχέρεια στην παρουσίαση των μαρτύρων, ο Νόμος που διέπει τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ο χώρος στον οποίο διαμένουν ή διεξάγουν τις επιχειρήσεις τους οι διάδικοι και διάφορα άλλα παρόμοια πρακτικά ζητήματα[25]. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ 1328: "Ας υπογραμμισθεί ότι ο θεμελιώδης κανόνας σε θέματα αναστολής που έθεσε η Spiliada, ανωτέρω, είναι ότι καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση "for the interest of all the parties and for the ends of justice". Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από αγγλικό δικαστήριο. Περαιτέρω, βεβαίωσε τον κανόνα για το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος οφείλει να δείξει όχι μόνο ότι το αγγλικό (εδώ το κυπριακό) δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το αγγλικό. Για το σκοπό αυτό η παραπάνω υπόθεση έθεσε γενικά κριτήρια, που συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κ.λ.π., και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει «το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο» (real and substantial connection). Το θέμα, που δεν είναι μονοδιάστατο, αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα: βλ. για παράδειγμα The Hamburg Star [1994] 1 Lloyd's Rep. 399, 407." Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποδοθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια και συνοπτική παρουσίαση στην υπόθεση Ναυτοδικείου ZEELAND NAVIGATION COMPANY LTD v. BANQUE WORMS
(2000)1(B) A.A.Δ 707. Αυτές θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως:- (Α) Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των Δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατό η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής.[26] (B) Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το Δικαστήριο ότι επιβάλλεται η αναστολή. Πρέπει να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο.[27] (Γ) Το Δικαστήριο ασκώντας την κρίση του έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγοντας είναι το εφαρμοστέο δίκαιο, η ύπαρξη εχεγγύων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης, ο εντοπισμός των μαρτύρων, η ευχερέστερη γενικά διεξαγωγή της δίκης, οι δαπάνες που συνεπάγεται μια δίκη. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη, ούτε καθαρή καθοδήγηση ως προς την βαρύτητα που αποδίδεται στον καθένα.[28] Όπως περαιτέρω εξηγείται και στο Σύγγραμμα Cheshire & North "Private International Law" 12η Έκδοση, για τη διακρίβωση του κατά πόσο υπάρχει ένα εμφανώς καταλληλότερο βήμα στο εξωτερικό η έρευνα αποσκοπεί στην εξεύρεση της χώρας με την οποία η αγωγή έχει την πραγματική και ουσιαστική σύνδεση.[29] Εντοπίζεται, επίσης, η καλά νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) αλλού. Στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν φαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το βήμα με την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής.[30] Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (ανωτέρω) στη σελ. 1187, αφού γίνεται μία επισκόπηση της σχετικής με το θέμα Νομολογίας, έγινε αναφορά με επιδοκιμασία και στην ακόλουθη περικοπή από την Αγγλική υπόθεση Macshannon v. Rockware Glass Ltd
(1978)1 All E.R 630 όπως αυτή υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Guendjian v. Societe Tunisienne De Banque S.A.
(1983)1 C.L.R 588: "Για να δικαιολογείται η αναστολή μιας υπόθεσης πρέπει να ικανοποιηθούν δύο όροι, ένας θετικός και ένας αρνητικός. (α) Ο εναγόμενος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο βήμα (forum) στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται, στο οποίο μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, με ουσιαστικά λιγότερη δυσκολία ή έξοδα, και (β) Η αναστολή δεν πρέπει να αποστερεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε νόμιμο προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα, που θα ήταν διαθέσιμο σε αυτόν αν επικαλείτο τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου." Στην ίδια υπόθεση έγινε, επίσης, αναφορά στην υπόθεση Dolphin Shipping Co Ltd a.o v. Cantieri Navali Ruiniti S.P.A
(1984)1 C.L.R 853 στην οποία αποφασίστηκε ότι "ένας ενάγοντας δεν πρέπει με ελαφρά καρδία να στερείται του δικαιώματος να κινήσει αγωγή σε Κυπριακά Δικαστήρια, αν η δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου είναι ορθά θεμελιωμένη". Περαιτέρω, στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd (ανωτέρω) με αναφορά στο Supreme Court Practice 1999 οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης είναι Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All E.R.843 διατυπώθηκαν σε ελληνική μετάφραση ως ακολούθως: "
- Η θεμελιώδης αρχή η οποία εφαρμόζεται τόσο σε σχέση με την αναστολή διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, για το λόγο ότι κάποιο άλλο βήμα (forum) ήταν το κατάλληλο βήμα όσο και σε σχέση, με τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ότι το δικαστήριο θα επιλέξει εκείνο το βήμα ενώπιον του οποίου η υπόθεση θα μπορούσε να εκδικαστεί πιο ευχερώς για το συμφέρον όλων των μερών και για τους σκοπούς της δικαιοσύνης.
- Στην περίπτωση αίτησης για αναστολή διαδικασίας το βάρος απόδειξης το έφερε ο εναγόμενος να δείξει ότι το δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση αναστολής. Περιπλέον ο εναγόμενος έπρεπε να δείξει όχι απλώς ότι η Αγγλία δεν ήταν το φυσικά ή κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της υπόθεσης αλλά ότι υπήρχε άλλο διαθέσιμο βήμα το οποίο ήταν καθαρά ή ευδιάκριτα πιο κατάλληλο από το Αγγλικό βήμα. Στην εξέταση του κατά πόσο υπήρχε άλλο βήμα το οποίο ήταν πιο κατάλληλο το δικαστήριο θα αναζητούσε εκείνο το βήμα με το οποίο η αγωγή είχε την πιο αληθινή και ουσιαστική σύνδεση π.χ. σε σχέση με τη βολικότητα ή τη δαπάνη, το διαθέσιμο μαρτύρων, το δίκαιο που διέπει τη σχετική πράξη, και τον τόπο διαμονής και διεξαγωγής της επιχείρησης των μερών. Εάν το δικαστήριο κατέληγε ότι δεν υπήρχε άλλο διαθέσιμο βήμα το οποίο ήταν πιο κατάλληλο από το Αγγλικό Δικαστήριο κατά κανόνα δεν θα χορηγούσε αναστολή. Αν, όμως, το δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρχε άλλο βήμα το οποίο εκ πρώτης όψεως ήταν πιο κατάλληλο το δικαστήριο κατά κανόνα θα χορηγούσε αναστολή εκτός αν υπήρχαν περιστατικά που συνηγορούσαν εναντίον της αναστολής, π.χ. αν δεν θα απονεμόταν δικαιοσύνη στον ενάγοντα στην αλλοδαπή δικαιοδοσία.
- Αιτήσεις δυνάμει της Δ.11 Θ.1
(1)για άδεια επίδοσης της διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας έπρεπε να αποφασίζονταν σύμφωνα με τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται για την αναστολή της Αγγλικής διαδικασίας, τηρουμένου όμως, ότι το βάρος το έφερε ο ενάγοντας να δείξει ότι πρέπει να χορηγηθεί άδεια και ότι όταν το δικαστήριο θα αποφάσιζε κατά πόσο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια για να χορηγήσει άδεια, έπρεπε να εξετάσει τόσο τον τόπο διαμονής όσο και τον τόπο εργασίας του εναγομένου και τον σχετικό λόγο που είχε επικαλεσθεί ο ενάγοντας. Ακολουθεί πως ο ενάγοντας έπρεπε να δείξει όχι απλώς ότι η Αγγλία ήταν το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της αγωγής αλλά ότι ήταν ξεκάθαρα το κατάλληλο βήμα. Ωστόσο κατά την απόσειση του βάρους που έφερε ο ενάγοντας δεν περιοριζόταν να δείξει ότι δεν θα μπορούσε να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο εναλλακτικό βήμα ή αν θα μπορούσε να απονεμηθεί, μόνο με υπερβολική δαπάνη, καθυστέρηση ή δυσχέρεια, αλλά είχε δικαίωμα να βασισθεί πάνω στη φύση της διαφοράς, τα εμπλεκόμενα νομικά και πρακτικά θέματα και ζητήματα τέτοια όπως η επιτόπια γνώση, διαθέσιμο μαρτύρων καθώς και η μαρτυρία τους και η δαπάνη. 4. Το γεγονός ότι η αναστολή της Αγγλικής διαδικασίας ή η άρνηση άδειας δυνάμει της Δ.11 θ.1
(1)για επίδοση της διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας, δυνατόν να στερήσει τον ενάγοντα ενός νόμιμου προσωπικού ή διαδικαστικού πλεονεκτήματος το οποίο διαθέτει δυνάμει της Αγγλικής δικαιοδοσίας, κατά γενικό κανόνα, δεν θα εμπόδιζε το δικαστήριο από του να χορηγήσει αναστολή ή να αρνηθεί άδεια αν ικανοποιείτο ότι θα απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη σε όλα τα μέρη στο διαθέσιμο κατάλληλο βήμα. Ακολουθεί πως το γεγονός ότι ένα αλλοδαπό βήμα είχε ένα πιο περιορισμένο σύστημα αποκάλυψης ή χαμηλότερες επιδικάσεις αποζημιώσεων δεν θα εμπόδιζε, κατ' ανάγκη, το δικαστήριο από του να χορηγήσει αναστολή ή να αρνηθεί άδεια. Από την άλλη, όπου η αξίωση του ενάγοντα έχει παραγραφεί ενώπιον του κατάλληλου βήματος αλλά δεν είχε ενεργήσει παράλογα με το να παραλείψει να αρχίσει διαδικασία εντός της περιόδου παραγραφής που εφαρμόζεται εκεί, η πρακτική δικαιοσύνη απαιτούσε από το δικαστήριο να μην του στερήσει το ευεργέτημα της συμμόρφωσης με την περίοδο της παραγραφής στην Αγγλία." Οι Αιτητές, όφειλαν, λοιπόν, να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο προσφορότερο forum προς εκδίκαση της Ανταπαίτησης στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται όπου μπορεί να απονεμηθεί δικαιοδύνη μεταξύ τους με ουσιαστικά περισσότερη ευχέρεια και λιγότερα έξοδα. Και, περαιτέρω, ότι η αναστολή δεν θα αποστερήσει από τον εν λόγω αντίδικο οποιοδήποτε ουσιαστικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα το οποίο διαφορετικά θα έχει στο Δικαστήριο όπου έχει κινηθεί η δικαστική διαδικασία εναντίον των Αιτητών[31]. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο το οποίο, βασικά, προβάλλεται είναι ότι επειδή η TALTEK UK είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Αγγλία δεν υπάρχει λόγος γιατί ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 1 να μην εγείρει την αγωγή και τις αξιώσεις του στην Αγγλία που, όπως διατείνεται η πλευρά των Αιτητών, είναι η ορθή και ενδεδειγμένη δικαιοδοσία και ότι αυτός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Αγγλία δεν είναι το κατάλληλο "forum". Σε άλλο δε σημείο της Ένορκης Δήλωσης της Αίτησης, αφού επισημαίνεται ότι η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Αγγλία και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 Ρώσσος υπήκοος που κατοικεί στη Ρωσσική Ομοσπονδία, προβάλλεται η θέση ότι αυτοί θα έπρεπε να εναχθούν στην Αγγλία και Ρωσσική Ομοσπονδία αντίστοιχα. Στην παράγρ. 69 της Ένορκης Δήλωσης της Αίτησης προβάλλεται η θέση ότι το πρωταρχικό ζήτημα των υποχρεώσεων που εγείρεται με τη Συμφωνία ημερ. 29.1.08 (που αφορά το ποσό των US$19.5 εκατομμυρίων για το φιλοδώρημα του από την TALTEK UK) είναι ένα θέμα που είναι ορθό και πρέπον να εξεταστεί από τα Δικαστήρια της χώρας στην οποία είναι εγγεγραμμένη η TALTEK UK, δηλ. στην Αγγλία. Η άλλη πλευρά μέσω των παραγρ. 82, 83 και 84 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση, επισημαίνει τα εξής: Þ Η Συμφωνία ημερ. 29.1.08 δεν διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο με λογική συνέπεια ότι οι οποιεσδήποτε δυσκολίες ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι υπάρχουν σε ό,τι αφορά την ακρόαση της υπόθεσης στην Κύπρο να υπάρχουν και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό για τα Αγγλικά Δικαστήρια. Þ Υπάρχουν ακόμη δύο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι, η De kalb από την Κύπρο και ο Yuri Kocherinskiy από τη Ρωσία. Στην παράγρ. 59 της Ένορκης Δήλωσης της Αίτησης προβάλλεται η θέση ότι δεν υπάρχει λόγος γιατί ο κ. Tolstikov να μην εγείρει την αγωγή του ενάντια στην TALTEK UK στην Αγγλία ως το κατάλληλο βήμα (appropriate forum). Η άλλη πλευρά στην παράγρ. 74 της ένορκης δήλωσης της Ένστασης επισημαίνει ότι: Þ Το πρωτόκολλο Διευθέτησης ημερ. 21.7.09 μεταξύ TALTEK UK LTD, Murtel Industrial Corp και του Alexander Tolstikov υπογράφτηκε στις 21.7.09 στη Μόσχα και όχι στην Αγγλία (Τεκμήριο Δ στην Ένορκη Δήλωση Tolstikov ημερ. 19.6.10) Þ Το πιο πάνω Πρωτόκολλο δεν προσδιορίζει το Αγγλικό ως το εφαρμοστέο Δίκαιο αλλά ούτε και τα Αγγλικά Δικαστήρια ως το κατάλληλο διάβημα. Þ Ακόμη και αν η αγωγή εκδικαζόταν στην Αγγλία δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς την αναγκαιότητα προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας ή απόδειξης του αλλοδαπού δικαίου. Η αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων κρίνεται αναγκαία για να μπορούν να διαφανούν οι αντίστοιχοι λόγοι που προβάλλονται ώστε το Δικαστήριο να έχει μια σφαιρική εικόνα έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το βάρος το φέρει ο Αιτητής. Στην παρούσα υπόθεση oι Αιτητές, οι οποίοι βαρύνονται με την υποχρέωση να πείσουν ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum αλλά ότι ένα άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ως προς τα εξής: ü Σε ποια χώρα είναι διαθέσιμη η μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα θέματα και η επίδραση που θα έχει αυτό στη βολικότητα και τα έξοδα μεταξύ του Κυπριακού Δικαστηρίου και του αλλοδαπού Δικαστηρίου. ü Με ποια χώρα τα διάδικα μέρη συνδέονται και πόσο στενά. ü Ο Νόμος που διέπει τις επίδικες συναλλαγές κατά πόσο αυτός διαφέρει από τον ημεδαπό Νόμο σε οποιαδήποτε ουσιαστικά σημεία. ü Την ύπαρξη εχεγγύων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Πριν σχηματίσει κρίση για το κατάλληλο forum το Δικαστήριο έχει να σταθμίσει μια σειρά από πολλά στοιχεία με σημαντικό το εφαρμοστέο δίκαιο αλλά και άλλους παράγοντες όπως οι μάρτυρες, η ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης και οι δαπάνες που συνεπάγεται[32]. Όποια, όμως, και αν είναι τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι τέτοια που να «δακτυλοδείχνουν το Δικαστήριο» με το οποίο η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο[33]. Είναι προφανές από τα όσα εξέθεσαν οι Αιτητές ότι ελλείπει το υπόστρωμα που θα μπορούσε να υποστηρίξει και να τεκμηριώσει τη γενική και αόριστη θέση που προέβαλαν ότι δηλ. επειδή η TALTEK UK είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Αγγλία δεν υπάρχει λόγος γιατί ο Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 1 να μην εγείρει τις αξιώσεις του στην Αγγλία. Επισημαίνεται εδώ ό,τι έχουν επισημάνει και η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι δηλ. υπάρχουν ακόμη δύο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι πέραν της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, ήτοι η De Kalb η οποία είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Κύπρο και ο Kocherinskiy ο οποίος είναι από τη Ρωσσική Ομοσπονδία. Ούτε και ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η TALTEK UK και ο Kocherinskiy θα βρεθούν σε πολύ μειονεκτική θέση αν εκδικαστεί η Ανταπαίτηση από τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον δεν επέλεξαν αυτή τη δικαιοδοσία, έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τεκμηριωθεί ή υποστηριχθεί με αναφορά σε σχετικά στοιχεία ή κριτήρια τα οποία η σχετική με το ζήτημα νομολογία έχει αναγνωρίσει ως προς τη βολικότητα (forum of conveniens). Επαναλαμβάνω εδώ ότι οι Αιτητές βαρύνονταν με την υποχρέωση να αποδείξουν ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) aλλού. Εφόσον, λοιπόν, δεν παρουσίασαν στοιχεία και μαρτυρία από τα οποία να φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει αυτό το βήμα υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής[34]. Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ή μαρτυρικό υλικό που να υποστηρίζει οποιαδήποτε από τα κριτήρια που θέτει η Νομολογία για τη διαπίστωση του πλέον κατάλληλου Δικαστηρίου ή οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των Αιτητών, αν υπαχθούν στη Δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι περαιτέρω η διαπίστωση μου πως οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που έφεραν σε σχέση με τα πλείστα κριτήρια που καθιέρωσε η υπόθεση Spiliada[35] (ανωτέρω) δηλ. την ευκολία ή δυσκολία στην παρουσίαση των μαρτύρων και άλλου μαρτυρικού υλικού, το δίκαιο που διέπει τη συναλλαγή, το θέμα της δαπάνης, με μόνη εξαίρεση την αναφορά τους στην έδρα της TALTEK UK. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, οι Καθ΄ ων η Αίτηση/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες δικαιούνται τα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Δέστε Δημητρίου ν. Dolphin Insurance κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 351 όπου στη σελ. 356 λέχθηκαν: «Η φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα» έχει ερμηνευθεί ως εκ πρώτης όψεως υπόθεση (prima facie case). Δεν είναι αναγκαίο να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του. Είναι αρκετό εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ή συζητήσιμη υπόθεση, με την έννοια ότι, εάν δεν αντικρουσθεί, ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Η παράθεση της συμβουλής του δικηγόρου, από μόνη της, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή. Ο ενάγων πρέπει να παραθέσει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης γεγονότα με τα οποία το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει «καλό αγώγιμο δικαίωμα» (βλ. George D. Counnas Co Ltd and Sons Ltd v. Liz Israel Navigation Co Ltd Another
(1963)2 C.L.R 266, στη σελ. 268).» [2] Δέστε παράγρ. 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [3] Δέστε παράγρ. 8 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [4]Δέστε παράγρ. 10(B) της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [5] Δέστε παράγρ. 10 και 11 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [6] Δέστε παράγρ. 14 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [7] Δέστε παράγρ. 16 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [8] Δέστε παράγρ. 17 της Ένορκης Δήλωσης του Alexander Tolsticov ημερ. 15.6.
- [9] Δέστε Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ 1168. [10] Δέστε Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ 1316. [11] "No writ of summons for service out of Cyprus, or of which notice is to be given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge." [12] Δέστε Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 121 και Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ 273. [13] Δέστε και Αναφορικά με την Αίτηση της ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΙΜΙΤΕΔ
(1995)1 Α.Α.Δ 947. [14] Δέστε Άρθρο 4
(3)όπου γίνεται αναφορά σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής όπου διαβιβάζεται η δικαστική πράξη [15] Δέστε Άρθρο 5
(1)όπου αναφέρεται ότι ο παραλήπτης μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει την πράξη αν αυτή δεν έχει συνταχθεί σε μια από τις γλώσσες που ορίζει το Άρθρο 8 του ΕΚ1393/2007 [16] Δέστε Άρθρο 8
(1)(α) όπου αναφέρεται ότι: «Η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη, μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης ή μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μιας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μια από τις ακόλουθες γλώσσες: (α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, ...» [17] Δέστε Άρθρο 5 «Εάν το έγγραφον πρόκειται να επιδοθεί δυνάμει της ανωτέρω πρώτης παραγράφου, η Κεντρική Αρχή δύναται να ζητήση όπως το έγγραφον διατυπωθή ή μεταφρασθή εις την επίσημον γλώσσαν ή εις μίαν των επισήμων γλωσσών του Κράτους ούτινως ζητείται η συνδρομή.» και Δέστε Άρθρο 7 «Οι σταθεροί όροι του υποδείγματος του προσηρτημένου τη παρούση Συμβάσει δέον όπως εν πάση περιπτώσει γράφονται είτε εις την Γαλλικήν είτε εις την Αγγλικήν. Δύναται ωσαύτως να γράφονται εις την επίσημον γλώσσαν ή εις μίαν των επισήμων γλωσσών του Κράτους εκ του οποίου προέρχονται τα έγγραφα. Τα αντίστοιχα κενά θα συμπληρούνται είτε εις την γλώσσαν του Κράτους ούτινος ζητείται η συνδρομή είτε εις την Γαλλικήν ή Αγγλικήν.» [18] Η Δ.19,θ.26 προνοεί τα ακόλουθα: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.". [19] Δέστε Drummond Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R 1094 και In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.ΑΔ. 246. [20] Η Δ.27,θ,3 προνοεί τα ακόλουθα: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgement to be entered accordingly as may be just.". [21] Δέστε In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.ΑΔ.
- [22] Δέστε Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακή Δημοκρατία Π.Ε. 223/05 ημερ. 11.1.
- [23] Δέστε G.D.L Trading (Famagusta) Ltd v. Αδάμος Φαρκονάς κ.α. Π.Ε. 47/08, ημερ. 26.1.
- [24] Δέστε και την πρόσφατη απόφαση Hampton Advisory Group S.A v. Bost AD κ.α. Π.Ε. 13/09, ημερ. 27.3.
- [25] Δέστε Αγ. Ε.Δ. Λευκωσίας 8869/05 ημερ. 30.5.07 που δόθηκε από Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) και την υπόθεση Hampton Advisory Group S.A., v.
- Bost AD, κ.α. Π.Ε. 13/09 ημερ. 27.3.12, η ομόφωνη απόφαση της οποίας δόθηκε από το Στ. Ναθαναήλ. [26] Δέστε Spiliada Maritime Corp v. Cansulex
(1986)3 All E.R. 843 όπου στη σελ. 854 λέχθηκε ότι: «The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non convenience where the court is satisfied that there is some other available forum, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for trial of the action ie in which the case may be tried more suitably for the interest of all the parties and the ends of justice." [27] Δέστε The Atlantic Star
(1973)2 All E.R 175, Mcshannon v. Rockware Glass Ltd
(1978)1 All E.R 625, Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse
(1981)3 All E.R 520, The Abidin Daver
(1984)1 All E.R 470 και Muduroglu v. TC Ziraat Bankasi
(1986)3 All E.R 682. [28] Όπως αναφέρεται στην Spiliata (πιο πάνω) από το Λόρδο Τempleman στη σελ. 846: «The factors which the court is entitled to take into account in considering whether one forum is more appropriate are legion. The authorities do not, perhaps cannot, give any clear guidance as to how these factors are to be weighted in any particular case..." Στη συνέχεια στην ίδια υπόθεση απαριθμούνται μερικοί παράγοντες: "the availability of witnesses .., the law governing the relevant transaction., the places where the parties respectively reside or carry on business, and whether the plaintiff can obtain justice in the foreign jurisdiction." [29] Δέστε σελ. 224: "In ascertaining whether there is a clearly appropriate forum abroad the search is for the country with which the action has the most real and substantial connection. The court will look for connecting factors and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction..., and the place where the parties respectively reside or carry on business." [30] Δέστε European Asian Bank A.G v. Punjab and Sind Bank
(1982)2 Lloyd`s Rep. 356. [31] Δέστε Spiliada Maritime Corp v. Cansulex
(1986)3 All E.R. 843 και Dolphin Shipping Co Ltd v. Cartieri
(1984)1 C.L.R 853. [32] Δέστε Ζeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 A.A.Δ 707, 718. [33] Δέστε The Abidin Daver
(1984)1 All E.R 470. [34] Δέστε European Asian Bank AG v. Punjab and Sind Bank
(1982)2 Lloyd's Rep. 356 και Ζeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 A.A.Δ 707, 718. [35] Δέστε Κωνσταντοπούλου ν. M/V Mediterraneans
(1990)1 A.Α.Δ 782 και Ζeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 A.A.Δ 707, 718. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο