← Κύπρος

CITY WATCH (CYPRUS) LTD ν. MALLOUPAS PAPACOSTAS LTD, Αρ.Αγωγής: 7500/2009, 28/2/2013

CITY WATCH (CYPRUS) LTD ν. MALLOUPAS PAPACOSTAS LTD, Αρ.Αγωγής: 7500/2009, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 7500/2009 Μεταξύ: CITY WATCH (CYPRUS) LTD Ενάγουσας και MALLOUPAS & PAPACOSTAS LTD Εναγόμενης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 26.11.2012 ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΥΣΑ-ΑΙΤΗΤΡΙΑ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Ημερομηνία: 28.2.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Α. Πολυκάρπου για Μάρκου-Χριστοδούλου & Πολυκάρπου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γεωργίου για Καλλή & Καλλή Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.12.09 σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο και με αυτή η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγόμενης: «Α. Το ποσό των EURO 1592,44 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ως η ΄Εκθεση Απαίτησης. Β. Διαζευκτικά, αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό. Γ. Νόμιμο Τόκο. Δ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ε. ΄Εξοδα πλέον Φ.Π.Α». Είναι η θέση της ενάγουσας η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με την εισαγωγή, συντήρηση και επιδιόρθωση συστημάτων συναγερμού και άλλων συναφών προϊόντων ότι το πιο πάνω ποσό οφείλεται σ΄αυτή δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή κατάστασης λογαριασμού μεταξύ της και της εναγομένης. Είναι συγκεκριμένα η θέση της ότι το ποσό αυτό είναι υπόλοιπο δυνάμει της κατάστασης λογαριασμού υπ΄αριθμό 600137. Στις 20.1.10 καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγομένης MALLOUPAS & PAPACOSTAS LIMITED σημείωμα εμφάνισης από τους Κ.Κ.Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. και στις 14.5.10 η Υπεράσπιση της εναγομένης. Στην Υπεράσπιση της, η εναγόμενη εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις μεταξύ των οποίων αναφέρει ότι η αγωγή έχει λανθασμένα κινηθεί εναντίον της και ότι έχει κινηθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου ως εναγομένου και διαζευκτικά και επιπρόσθετα προβάλλει την θέση ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος. Προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι ουδέν αγώγιμο δικαίωμα αποκαλύπτεται εναντίον της και αν τυχόν υπάρχει, αυτό έχει παραγραφεί. Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων είναι η θέση της εναγομένης χωρίς να αποδέχεται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί ύπαρξης συμφωνιών μεταξύ τους, ότι η μόνη σχέση που είχαν ήταν η αγορά και εγκατάσταση ενός συστήματος συναγερμού και η ενάγουσα μετά την εγκατάσταση του συστήματος συναγερμού απέστειλε στην εναγόμενη συμφωνία για περαιτέρω συνεργασία με σκοπό την συντήρηση/υποστήριξη του συστήματος ασφαλείας την οποία όμως η εναγόμενη δεν αποδέκτηκε και δεν υπόγραψε. Αιτείται δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Δεν καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες με βάση την Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, κατόπιν για ακρόαση όπου και αναβλήθηκε αρκετές φορές για οδηγίες με βάση την κοινή θέση των μερών για προσπάθειες διευθέτησης οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Στις 26.11.12 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με αυτή η ενάγουσα αιτήτρια ζητά άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, με την αντικατάσταση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση MALLOUPAS & PAPACOSTAS LIMITED σε MALLOUPPAS & PAPACOSTAS SATELLITE LTD και άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον της MALLOUPPAS & PAPACOSTAS SATELLITE LTD, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.Θ 1-13, Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 θ.1-3 και 9, Δ.63 Θ 1-3, Δ.64 θ.1-2, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Νίκου Χριστοδούλου ο οποίος είναι στη υπηρεσία της ενάγουσας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αγωγή αφορά απαίτηση της ενάγουσας για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από αυτή προς την εναγομένη, η αγωγή εκ παραδρομής ηγέρθη εναντίον της «ΜΑLLOUPPAS & PAPACOSTAS LIMITED», λόγω του ότι με αυτό το όνομα είναι ευρέως γνωστή η εναγομένη εταιρείας της οποίας όμως το ορθό όνομα όπως προέκυψε μετά από έρευνα του στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών είναι MALLOUPPAS & PAPACOSTAS SATELLITE LTD. Eίναι ως εκ των ανωτέρω αναγκαίο και εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση και να προχωρήσει η αγωγή εναντίον του ορθού διαδίκου, διαφορετικά αν η αγωγή συνεχίσει ως είναι στρέφεται εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Είναι επίσης η θέση του ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να προχωρήσει η υφιστάμενη διαδικασία με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης παρά να αποσυρθεί και να καταχωρηθεί νέα αγωγή που θα προκαλέσει και περαιτέρω έξοδα και περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση της ενάγουσας. Η ένσταση της εναγομένης καταχωρήθηκε στις 20.12.12 και μ΄αυτή προβάλλονται οι θέσεις ότι η αίτηση έχει υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση, η υποβολή της συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας αφού οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ΄αυτή και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ήταν γνωστά ή έπρεπε να ήταν γνωστά στην ενάγουσα από την καταχώρηση της αγωγής ή τουλάχιστον από την καταχώρηση της υπεράσπισης στην εναγομένη στην οποία έχουν προβληθεί προδικαστικά ενστάσεις μεταξύ άλλων και για το συγκεκριμένο θέμα που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης. Η νομική βάση της ένστασης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.2 θ.6, Δ.9 θ.θ.1,2,9,10 Δ.12 Θ.4, Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 Θ.1-4, 8

(1)(p)(u) (qq), Δ.63 θ.θ 1-3, Δ.64 θ.θ. 1-2 και η ενυπάρχουσα εξουσία του Δικαστηρίου και η Νομολογία. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Στέλιου Νίκου, υπαλλήλου της εναγομένης στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης, ειδικά το θέμα της καθυστέρησης για την οποία ισχυρίζεται ότι δεν προβάλλεται κανένας επαρκής λόγος και/ή αιτιολογία, η αίτηση υποβάλλεται 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ η Υπεράσπιση της εναγομένης η οποία καταχωρήθηκε στις 14.5.10 αναφέρει υπό μορφή προδικαστικής ένστασης την θέση της εναγομένης ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί εναντίον ανύπαρκτου νομικά και/ή λανθασμένου προσώπου. Είναι επίσης η θέση του ότι η μεγάλη αυτή καθυστέρηση για την οποία δεν προβάλλεται καμιά δικαιολογία αποτελεί κατάφορη κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και περιφρόνησης των δικαιωμάτων της εναγομένης. Κατόπιν της νομικής συμβουλής που έχει λάβει έχει τη θέση ότι η αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως ενοχλητική και/ή μηδαμινή (FRIVOLOUS AND VEXATIOUS) και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με τις οποίες προωθούν, η κάθε πλευρά την δική της θέση. Σε ότι αφορά το όνομα ενός διαδίκου και την ορθή αναγραφή του στα δικόγραφα και στον τίτλο της αγωγής, η Δ.9 θ.2 αναφέρει: «Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just.» Η νομολογία σε σχέση με το θέμα της ορθής περιγραφής ενός ονόματος αναφέρει ότι μπορεί να διορθωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 όπως επίσης και με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι αρχές της νομολογίας καθορίζουν ότι δεν θα πρέπει κανένα άτομο να αποκτά πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα, η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά στο όνομα το ονόματος του διαδίκου και ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Έλληνας v. Χριστοδούλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Orphanides v. Michaelides
(1968)1 C.L.R. 295, Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 ΑΑΔ 1805, Αlexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482, Etablissement Badelot v. R.S. Graham and Co Ltd
(1953)1All E.R. 149. . Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν.
  1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω η ένσταση περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από ένα άξονα, αυτό του χρόνου, δηλαδή της καθυστέρησης ως είναι η εισήγηση των συνηγόρων της εναγομένης στη καταχώρηση της αίτησης η οποία κατά την άποψη τους πάντα συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση διαδικασίας, παραβιάζει το δικαίωμα της εναγομένης για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου αλλά και την παράμετρο ότι καμία απολύτως δικαιολογία δεν δίδεται για την παρέλευση του τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την καταχώρηση της. Η ενάγουσα προς υποστήριξη της αίτησης της αναφέρει πρώτα από όλα ότι η παρούσα περίπτωση αφορά λανθασμένη περιγραφή ονόματος και με αναφορά σε νομολογία υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση, σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση παραπέμπει στις προσπάθειες που γίνονταν μεταξύ των συνηγόρων της ενάγουσας και των συνηγόρων της εναγομένης για διευθέτηση και αναφέρει ότι από την επιδιωκόμενη τροποποίηση, αν εγκριθεί εκείνος που θα υποστεί το κόστος της τόσο σε ό,τι αφορά τον χρόνο αλλά και τα έξοδα είναι η ενάγουσα. Σε ότι αφορά το όνομα της εναγομένης ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, είναι ότι όταν καταχωρείτο η αγωγή οι συνήγοροι της ενάγουσας θεωρούσαν ότι το όνομα της εναγομένης ήταν αυτό που αναγράφηκε καθότι με αυτό το όνομα είναι ευρέως γνωστή η εναγόμενη και αυτό το όνομα αναγράφετο στα διάφορα τιμολόγια που είχαν στα χέρια τους και που αφορούν την ισχυριζόμενη αξίωση. Δεδομένου ότι όπως έχω αναφέρει το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται, φαίνεται ότι μπορεί να δικαιολογηθεί, με βάση πάντα και τις αρχές της νομολογίας, η ενέργεια της ενάγουσας να καταχωρήσει την αγωγή με το όνομα που αναφέρεται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αδικαιολόγητη και/ή λανθασμένη. Η Υπεράσπιση, όπως έχω αναφέρει, καταχωρήθηκε στις 14.5.10, 6 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Είναι γεγονός ότι σ΄αυτή αναφέρεται αριθμός προδικαστικών ενστάσεων, μεταξύ των οποίων και η θέση ότι ο τίτλος της είναι λανθασμένος καθότι δεν υπάρχει νομικό πρόσωπο με την ονομασία MALLOUPAS & PAPACOSTAS LIMITED και συνεπώς η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον λανθασμένου νομικού προσώπου. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου στις 9.3.11 που ορίστηκε η αγωγή για πρώτη φορά για οδηγίες με βάση την Δ.30 οι συνήγοροι ζήτησαν να οριστεί για ακρόαση και ορίστηκε για τον σκοπό αυτό την 1.6.
  2. Την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε από κοινού αναβολή με σκοπό την διευθέτηση, το αίτημα εγκρίθηκε και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση ξανά στις 2.12.
  3. Την εν λόγω ημερομηνία και πάλι υποβλήθηκε από κοινού αίτημα για αναβολή και οι δικηγόροι ζήτησαν η υπόθεση να οριστεί για οδηγίες με σκοπό την διευθέτηση και προς τον σκοπό αυτό δόθηκαν οι ημερομηνίες 24.1.12, 28.2.12 και 28.3.
  4. Στις 28.3.12 αναφέρθηκε ότι δεν επήλθε διευθέτηση, ζητήθηκε ημερομηνία ακρόασης και ορίστηκε η υπόθεση για τον σκοπό αυτό στις 5.6.12, όπου αναβλήθηκε λόγω αιτήματος του συνηγόρου για την ενάγουσα που απουσίαζε στο εξωτερικό. Η εν λόγω αναβολή δεν προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων της εναγομένης οι οποίοι δήλωσαν ότι είχαν ειδοποιηθεί σχετικά. Η υπόθεση ορίστηκε την 1.11.12 ξανά για ακρόαση όπου υπεβλήθη αίτημα για αναβολή της και πάλι εκ πλευράς των συνηγόρων της ενάγουσας αφού αναφέρθη ότι έπρεπε να γίνει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και προς τούτο θα ήταν πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση. Ο συνήγορος της εναγομένης συγκατατέθηκε στο αίτημα αναφέροντας και πάλι ότι είχε ειδοποιηθεί για την πρόθεση των συνηγόρων της ενάγουσας και το Δικαστήριο ανέβαλε την αγωγή για οδηγίες στις 6.12.12 δίνοντας παράλληλα οδηγίες όπως η αίτηση για τροποποίηση υποβληθεί προηγουμένως και οριστεί 6.11.12, πράγμα το οποίο και έγινε. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το μεγαλύτερο μέρος των ισχυρισμών των συνηγόρων της ενάγουσας ότι δηλαδή μετά που ηγέρθη το πρόβλημα με το όνομα της εναγομένης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της με την καταχώρηση της υπεράσπισης τους, που για σκοπούς της παρούσας απόφασης θα θεωρήσω ότι ήταν και η ημερομηνία που πληροφορήθηκαν οι συνήγοροι της ενάγουσας για το θέμα του ονόματος της εναγομένης, καταβάλλονταν προσπάθειες για συμβιβασμό της αγωγής και από τις δύο πλευρές και γι΄αυτό τον λόγο δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση, φαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια τουλάχιστον μέχρι και τις 28.3.
  5. Από την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα όταν πλέον διαφάνηκε ότι η υπόθεση δεν θα συμβιβαζόταν, μπορεί όντως να λεχθεί ότι μέχρι την καταχώρηση της αίτησης υπήρξε μια καθυστέρηση 7 μηνών. Έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας που πραγματεύονται και το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήσεων τροποποίησης αλλά και της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας θεωρώ με βάση τα περιστατικά και τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση ότι ούτε η καθυστέρηση είναι τόσο μεγάλη που να εμποδίζονται οι αιτητές να προωθήσουν το αίτημα τους αλλά ούτε και υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας. Λαμβάνω υπόψη μου για να καταλήξω στο πιο πάνω συμπέρασμα ότι η εναγόμενη είναι η ίδια που προέβαλε ως προδικαστική ένσταση το θέμα του λανθασμένου ονόματος το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης, ότι η εναγόμενη δεν παθαίνει καμία ουσιαστική ζημία από την αιτούμενη τροποποίηση αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει καν αρχίσει και κατ΄αυτό τον τρόπο δηλαδή με την έγκριση της τροποποίησης η υπόθεση θα εκδικαστεί στη βάση των πραγματικών παραμέτρων της όπως και το γεγονός ότι θα υπάρξει αποζημίωση της εναγομένης με την επιδίκαση εξόδων προς όφελος της. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η αντικατάσταση του ονόματος της εναγομένης από MALLOUPAS & PAPACOSTAS LIMITED σε ΜALLOUPPAS KAI PAPACOSTAS SATELLITE LTD. Τροποποιημένο κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένο σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 11.4.13 και ώρα 9.00 π.μ. για να διαπιστωθεί αν έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα κρίνω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από την συνήθη διαταγή για τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης και έτσι τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.