← Κύπρος

Χρυσόστομου Σκούρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5240/12, 13/2/2013

Χρυσόστομου Σκούρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5240/12, 13/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5240/12 Μεταξύ: Χρυσόστομου Σκούρου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα - Αιτητή - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση --------------------- Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2013. Αίτηση ημερ. 16.8.12 για προσωρινό διάταγμα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Ενάγοντα : κ. Λ. Λουκαϊδης. Για τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο: κα Δ. Νικολάτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με τη παρούσα Αίτηση ο Ενάγων/Αιτητής ζητά την έκδοση Διατάγματος που να απαγορεύει στον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ή εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα ή της Νομικής Υπηρεσίας που καταχωρεί ή εγκρίνει ποινικές διώξεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από του να καταχωρήσει οποιαδήποτε ποινική δίωξη ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε αστυνομική ενέργεια εναντίον του Ενάγοντα που δεν είναι τεκμηριωμένη με νομικά αποδεκτή ενοχοποιητική μαρτυρία. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, στο 'Αρθρο 32 του ΚΕΦ. 148, στο Άρθρο 9

(1)του ΚΕΦ. 6, στη Δ.48,θθ1-4, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 15 του Συντάγματος, στο Άρθρο 8 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα στην οποία, βασικά, αναφέρει τα εξής: Þ Έχει υποστεί τρεις ποινικές διώξεις εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 22604/09, 17410/10 και 4474/11. Και οι τρεις αυτές διώξεις κατέληξαν σε αθώωση ή απαλλαγή του λόγω ανυπαρξίας νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας γεγονός το οποίο οι υπεύθυνοι για τις διώξεις γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Οι διώξεις αυτές προκάλεσαν σκάνδαλο για την υπόληψη του, απώλεια της ελευθερίας του, ως και σοβαρές οικογενειακές και οικονομικές ζημιές σε βάρος του. Þ Οι εν λόγω ποινικές διώξεις είχαν καταχωρηθεί από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ή από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω διώξεων κρατήθηκε πριν και εν όψει της εκκρεμότητας της δίκης για συνολικό διάστημα 4 περίπου μηνών. Þ Στις 13.8.12 τον κάλεσαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού και του απήγγειλαν ορισμένες αβάσιμες και νομικά ατεκμηρίωτες κατηγορίες οι οποίες αναφέρονταν σε κιβώτια με φαρμακευτικές ουσίες οι οποίες κατασχέθηκαν από την Αστυνομία Λεμεσού στις 2.3.11 παράνομα από τα υποστατικά του και κρατήθηκαν από την Αστυνομία κατά παράβαση του Άρθρου 33 του ΚΕΦ. 155 και χωρίς να υπάρχει λογική αιτία που να στηρίζει την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος. Η κακοβουλία της Αστυνομίας αποδεικνύεται από το γεγονός της αδικαιολόγητης και υπερβολικής δημοσιότητας που δόθηκε σε βάρος του, σε βάρος του τεκμηρίου αθωότητας. Þ Η σχετική προειδοποίηση των δικηγόρων του όταν τον κάλεσαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού στις 13.8.12 περιλαμβανόταν σε σημείωμα που υπέγραψε και παρέδωσε στην Αστυνομία στο οποίο αναφερόταν ότι εν γνώσει τους είχαν παρανομήσει και ότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχε νομικά αποδεκτή μαρτυρία για οποιοδήποτε αδίκημα και ότι συνέχιζαν να τον καταδιώκουν κακόβουλα αφού η εν λόγω υπόθεση ήταν η τέταρτη προσπάθεια τους τα τελευταία δύο χρόνια να του αποδώσουν τη διάπραξη αδικήματος. Αναφέρετο, επίσης, ότι ήδη σε τρεις άλλες υποθέσεις στις οποίες είχε διωχθεί είχαν καταλήξει σε απαλλαγή/αθώωση του ελλείψει νομικά αποδεκτής μαρτυρίας για τις οποίες περιπτώσεις είχε καταχωρήσει αγωγή για κακόβουλη δίωξη και για παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής. Τέλος, προειδοποιούσε ότι, αν προχωρούσε και η εν λόγω υπόθεση θα προστίθετο ακόμα μια αγωγή εναντίον τους για τους ίδιους λόγους. Þ Οι αρμόδιοι της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού παραγνώρισαν την εν λόγω προειδοποίηση και μάλιστα τον απείλησαν ότι θα προέβαιναν στη σύλληψη του αν αποχωρούσε από το Σταθμό, απειλή την οποία δεν υλοποίησαν λόγω επέμβασης του δικηγόρου του. Þ Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη πολιτική στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού που μεταφέρεται και στη Γενική Εισαγγελία εναντίον του λόγω μίας προκατάληψης και εμμονής που στηρίζεται είτε σε κακόβουλες πληροφορίες, είτε σε τάση εκδικητικότητας λόγω αποτυχίας εξασφάλισης καταδίκης σε αβάσιμες κατηγορίες. Χαρακτηριστικό της πολιτικής αυτής είναι το γεγονός ότι στην ποινική υπόθεση με αρ. 17410/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η Αστυνομία προσπαθούσε να πιέσει τον συγκατηγορούμενο του να στραφεί εναντίον του Ενάγοντα και να του χαριστεί η υπόθεση. Þ Με βάση τα σχετικά στοιχεία είναι υπαρκτός ο κίνδυνος προώθησης ανά πάσα στιγμή αστυνομικών ενεργειών ή και ποινικών διώξεων εναντίον του Ενάγοντα χωρίς νομική τεκμηρίωση ή μαρτυρία ως μέρος της καταδίωξης εναντίον του, γι' αυτό είναι απαραίτητη η σχετική αίτηση για απαγόρευση τέτοιων ενεργειών για την προστασία του. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση. Επιπροσθέτως, γίνεται επίκληση των Άρθρων 26 και 26 των περί Αστυνομίας Νόμου Ν.73(Ι)/04ως και στους περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς του 1989. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Η αγωγή κατεχωρήθη σε λανθασμένο Δικαστήριο γιατί αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, Επαρχία στην οποία ασκήθηκαν και/ή εκδικάσθηκαν οι ποινικές διώξεις με αρ. 22604/09, 17410/10 και 4474/11. ü Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. ü Το αιτούμενο Διάταγμα δεν έχει συνάφεια με τη βάση της αγωγής. ü Η Αίτηση καταστρατηγεί τις πρόνοιες του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος και τα Άρθρα 24 και 26 του Ν.73(Ι)/04. Η Ένσταση συνοδεύεται από δύο ενόρκους δηλώσεις. Η πρώτη από τον Ηλία Κρέουζο Α/Λοχ 804 και η δεύτερη από το Μάριο Φιλίππου Αστυφ. 494. Ένορκη Δήλωση Ηλία Κρέουζου Α/Λοχ. 804 Ο Ηλίας Κρέουζος στην Ένορκη Δήλωση του αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Μετά από νόμιμη έρευνα που διεξήχθη και με βάση τις μαρτυρίες που λήφθηκαν στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας, εύλογα και νόμιμα επειδή υπήρχε εύλογη και ικανοποιητική μαρτυρία εναντίον του Ενάγοντα, στα πλαίσια του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του Ενάγοντα η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 22604/09 και αφορούσε τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια. Ø Η εν λόγω ποινική δίωξη έγινε νόμιμα, καλόπιστα και με βάση τη μαρτυρία που υπήρχε στον ουσιώδη χρόνο. Ø Ο Ενάγων κρατήθηκε πριν την καταχώρηση της υπόθεσης με τρία διατάγματα προσωποκράτησης των 8, 8 και 6 ημερών αντίστοιχα. Ø Αναφορικά με την άσκηση τυχόν νέας ποινικής δίωξης εναντίον του Ενάγοντα αναφέρονται τα εξής γεγονότα: (
  1. i)Μετά από νόμιμη έρευνα που διεξήχθη και με βάση τα στοιχεία και μαρτυρίες που λήφθηκαν στα πλαίσια της έρευνας στις 13.8.12 προσήλθε ο Ενάγων στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης συνοδευόμενος από τους δικηγόρους του προκειμένου για να κατηγορηθεί γραπτώς για τα αδικήματα: (α) Παράνομη κατοχή διαβαθμισμένων ουσιών και (β) Παράνομη κυκλοφορία φαρμακευτικών προϊόντων (
  2. ii)Την ίδια μέρα κατηγορήθηκε γραπτώς και ο Ενάγων αντί να δώσει οποιαδήποτε απάντηση προσκόμισε ενυπόγραφη επιστολή αρνούμενος να υπογράψει οτιδήποτε. Ø Στο παρόν στάδιο η υπόθεση εκκρεμεί στον ανακριτή για να μελετηθεί κατά πόσο θα εισηγηθεί την ποινική δίωξη του Ενάγοντα και στη συνέχεια θα διαβιβαστεί στο Γενικό Εισαγγελέα για την τελική απόφαση. Ø Η πιο πάνω υπόθεση ουδόλως σχετίζεται με την άσκηση της ποινικής δίωξης με αρ. 22604/09. Το γεγονός ότι η εν λόγω ποινική δίωξη κατέληξε σε αθώωση του Ενάγοντα δεν αναιρεί την ύπαρξη εύλογης αιτίας δια τη δίωξη του, ούτε αποδεικνύει, χωρίς άλλο, κακοβουλία εκ μέρους του Εναγόμενου ή των διωκτικών αρχών. Ένορκη Δήλωση Μάριου Φιλίππου, Αστυφ. 494 Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών κατ΄ ουσίαν επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Φιλίππου, Αστυφ. 494 αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Μετά από νόμιμες έρευνες που διεξήχθησαν και με βάση μαρτυρίες που λήφθηκαν στα πλαίσια των ερευνών και επειδή υπήρχε εύλογη και ικανοποιητική μαρτυρία εναντίον του Ενάγοντα, ασκήθηκαν δύο ποινικές διώξεις εναντίον του οι οποίες καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 17410/10 και 4474/11 και αφορούσαν, η μεν πρώτη τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, της απόπειρας απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και αδικήματα κατά παράβαση του Νόμου για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η δε δεύτερη τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, της κλοπής χρηματικού ποσού €380.000, της κλοπής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και αδικήματα κατά παράβαση του Νόμου για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ø Οι εν λόγω ποινικές διώξεις έγιναν νόμιμα, καλόπιστα και με βάση τη μαρτυρία που υπήρχε. Στη συνέχεια διεκόπη και/ή ανεστάλη η δίωξη εναντίον του Ενάγοντα στις υποθέσεις με αρ. 17410/10 και 4474/11 με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Ø Ο Ενάγων κρατήθηκε πριν την καταχώρηση των ποινικών υποθέσεων και εν όψει της δίκης με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ø Αναφορικά με την άσκηση τυχόν νέας ποινικής δίωξης εναντίον του Ενάγοντα αναφέρονται τα εξής γεγονότα: (
  3. i)Στις 2.3.11 μέλη του ΤΑΕ ερεύνησαν με δικαστικό ένταλμα αποθήκη που διατηρούσε ο Ενάγοντας και κατά την έρευνα εντοπίστηκαν διάφορα χημικά τα οποία κρίθηκαν επικίνδυνα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Η αποθήκη σφραγίστηκε και τέθηκε υπό φρούρηση. Η έρευνα συνεχίστηκε και στις 3.3.11 και παραλήφθηκαν τα χημικά που εντοπίστηκαν για τις απαραίτητες εξετάσεις. Ø Η πιο πάνω υπόθεση ουδόλως σχετίζεται με την άσκηση των δύο ποινικών διώξεων με αρ. 17410/10 και 4474/11. Το γεγονός ότι οι εν λόγω ποινικές διώξεις κατέληξαν σε αθώωση του Ενάγοντα δεν αναιρεί την ύπαρξη εύλογης αιτίας δια τη δίωξη του, ούτε αποδεικνύει, χωρίς άλλο, κακοβουλία εκ μέρους του Εναγόμενου ή των διωκτικών αρχών Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών κατ΄ ουσίαν επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό Άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το επιζητούμενο διάταγμα είναι διάταγμα γνωστό ως Quia Τimet (προληπτικό διάταγμα) το οποίο λόγω της φύσεως του ποτέ δεν δίδεται ως θέμα ρουτίνας (as for course) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διάταγμα μπορεί να δοθεί μόνο όπου ο Αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη πολύ μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ΄ αυτόν μεγάλης ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Σε τέτοιου είδους διάταγμα που αποβλέπει στο μέλλων σημασία έχει, λοιπόν, και το μέγεθος του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: "for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger." Στο Σύγγραμμα Goldrein Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation (3η έκδοση) αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη (certain) ή πολύ επικείμενη ("very imminent"). Εις το Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (δικές μου υπογραμμίσεις) Εις την υπόθεση Α. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «.... no one can obtain a Quia Timet Order by merely saying «Τimeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Στο Σύγγραμμα Injunctions, David Bean 10η έκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 3 στην παράγρ. 1.02 αναφέρονται τα ακόλουθα: "An injunction may be granted even though the claimant's legal rights have not as yet been infringed; in such a case the claimant is described as having obtained the injunction quia timet - "because he fears" - that wrong will be done to him if the order is not made. In Redland Bricks Ltd v. Morris [1970] A.C. 652, Lord Upjohn said at 664G: "to prevent the jurisdiction of the courts being stultified equity has invented the quia timet action, that is an action for an injunction to prevent an apprehended legal wrong, though none has occurred at present". But, as Lord Dunedin had observed in Attorney-General for Canada v. Ritchie Contracting Supply Co [1999] A.C 999 at 1005, "no one can obtain a quia timet order by merely saying Timeo. He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights"." (δικές μου υπογραμμίσεις) Τέλος στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγρ. 832 αναφέρονται τα ακόλουθα: "
  1. Threatened invasion of legal right. Where a plaintiff has established that he has a right which has been infringed and that further infringement is threatened to a material extent, he is entitled to an injunction to restrain the threatened infringement upon the ordinary principles upon which the Court acts in granting injunctions. ... Therefore .... an injunction may be granted to restrain the commission of an apprehended or threatened act, on the ground that if the act is done it will violate the plaintiff's legal right, if he can show strong probability that the apprehended mischief will in fact arise. However, no one can obtain a quia timet order by merely saying «timeo». He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights. . The court will not restrain future acts of a wrongdoer unless it is plain that they will be of a wrongful nature...... However, if the defendant claims and insists upon his right or gives distinct notice of his intention or threatens or intends to commit an act which, if committed, would in the court's opinion, violate the plaintiff's right, an injunction will be granted.." ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης έγινε βάσει των Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη στις ανεπιτυχείς ποινικές διώξεις στις υποθέσεις 22604/09, 17410/10 και 4474/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που κατέληξαν σε αθώωση και/ή απαλλαγή του Ενάγοντα λόγω ανυπαρξίας εξ αρχής, όπως αναφέρεται, νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά τη διάπραξη από μέρους του Εναγομένου του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλ. της ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Για το θέμα αυτό, ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλεται από μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση είναι ότι έχει υποστεί τρεις ποινικές διώξεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 22604/09, 17410/10 και 4474/11 οι οποίες κατέληξαν σε αθώωση ή απαλλαγή του λόγω ανυπαρξίας νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας γεγονός το οποίο οι υπεύθυνοι για τις διώξεις γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Παραθέτω αυτούσιο το σημείο από σχετικό απόσπασμα από την παράγρ. 1 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή/Ενάγοντα: «
  2. ...Έχω υποστεί τρεις ποινικές διώξεις εναντίον μου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 22604/09, 17410/10 και 4474/
  3. Και οι τρεις αυτές διώξεις κατέληξαν σε αθώωση ή απαλλαγή μου λόγω ανυπαρξίας εξαρχής νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας γεγονός το οποίο οι υπεύθυνοι για τις διώξεις γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Οι διώξεις αυτές προκάλεσαν σκάνδαλο για την πίστη και την υπόληψη μου, απώλεια της ελευθερίας μου ως και σοβαρές οικογενειακές, επιχειρηματικές και οικονομικές ζημιές σε βάρος μου.» Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων επικαλείται τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης ως προβλέπεται στο Άρθρο 32 του ΚΕΦ. 148 είναι τα ακόλουθα:
  4. Η έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του Ενάγοντα.
  5. Η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας (αθώωση στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας)
  6. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας
  7. Ύπαρξη κακοβουλίας/κακόβουλης πρόθεσης.
  8. Πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα συνεπεία της δίωξης (στη φήμη ή υπόληψη) Επισημαίνεται εδώ ότι το βάρος που φέρει ο Ενάγοντας να αποδείξει την υπόθεση του σε υπόθεση κακόβουλης δίωξης, είναι τεράστιο. Τούτο γιατί ιστορικά τα Δικαστήρια δεν ήθελαν να αποθαρρύνουν την ποινική δίωξη υπόπτων εγκληματιών. Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας κριτήριο αποτελεί, μεταξύ άλλων, και το κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα ο Εναγόμενος πίστευε ειλικρινά στην ενοχή του Ενάγοντα όταν προέβαινε στην καταγγελία και είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει σ' αυτή. Στην αγγλική υπόθεση Herniman v. Smith
(1938)1 All E.R 1 στη σελ. 8 η Βουλή των Λόρδων υιοθέτησε τον πιο κάτω ορισμό της εύλογης και πιθανής αιτίας: "An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances which, assuming them to be true, would reasonably lead an ordinarily prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed." Για να επιτύχει ο Ενάγοντας στο στοιχείο αυτό θα πρέπει να αποδείξει: (α) Ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε ότι ο Ενάγοντας πιθανώς (probably) να είναι ένοχος της κατηγορίας. Θα πρέπει δε ο Ενάγοντας να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια γεγονότα επί των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε στην ενοχή του. (β) Ότι ένα μέσο, συνετό και προσεκτικό (ordinary prudent and cautious) άτομο δεν θα κατέληγε υπό των φως των γεγονότων που ειλικρινά πίστευε ότι ο Ενάγοντας ήταν πιθανώς ένοχος. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις Τόμος 2, των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου στη σελ. 106 αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «εύλογη και πιθανή αιτία: «Χωρίς "εύλογη και πιθανή αιτία". Ο όρος «εύλογη και πιθανή αιτία» σημαίνει έντιμη πεποίθηση βασισμένη σε εύλογη βάση ότι ο Ενάγων ήταν πιθανόν ένοχος του ποινικού αδικήματος για το οποίο διώχθηκε, και αυτό δεν εξυπακούει ότι ο Εναγόμενος πίστευε ότι ο Ενάγων πιθανώς να καταδικαζόταν. Δύο είναι τα αναγκαία στοιχεία: η πραγματική ύπαρξη εύλογης πιθανής αιτίας, και η γνήσια πεποίθηση ότι ο Ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος. Η έλλειψη του πρώτου στοιχείου καθιστά το δεύτερο ανεπαρκές. Το βάρος απόδειξης έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας φέρει ο Ενάγων.» Επιπλέον, ο Ενάγων θα πρέπει να αποδείξει κακοβουλία εκ μέρους του Εναγομένου. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(1994)1 Α.Α.Δ 268, κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη Ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Να επισημάνω ότι η κακόβουλη πρόθεση και η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας είναι ξεχωριστά στοιχεία που πρέπει να συνυπάρχουν. Μαρτυρία η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας. Δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που να διασφαλίζει την καταδίκη, αλλά ούτε και πλήρης αξιολόγηση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου και η κρίση της αξιοπιστίας του[6]. Επαναλαμβάνω. Ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλεται από μέρους του Ενάγοντα στην Ένορκη Δήλωση του είναι ότι ασκήθηκαν εναντίον του τρεις συγκεκριμένες ποινικές διώξεις οι οποίες είχαν ως κατάληξη την αθώωση ή απαλλαγή του λόγω ανυπαρξίας νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας γεγονός το οποίο οι υπεύθυνοι για τις διώξεις γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Αυτός δε ο ισχυρισμός δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα και ούτε ο Ενάγων αποκάλυψε οποιαδήποτε γεγονότα από τα οποία μπορεί να διαφανεί η χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία άσκηση των πιο πάνω αναφερομένων ποινικών διώξεων αλλά και η κακοβουλία εκ μέρους των υπευθύνων για τις διώξεις αυτές. Όσον αφορά την εκδοχή της πλευράς του Εναγομένου προβάλλεται η θέση ότι αναφορικά με την υπόθεση με αρ. 22604/09 αυτή είχε ως κατάληξη την αθώωση του Ενάγοντα[7], ενώ στις υποθέσεις με αρ. 17410/10 και 4474/11 η δίωξη εναντίον του Ενάγοντα διακόπηκε και/ή αναστάληκε με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα[8]. Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή της θεμελίωσης μιας αίτησης επί των αναγκαίων και, όπου χρειάζεται, ακόμη και με λεπτομέρεια γεγονότων. Στην υπόθεση Κυτάλα κ.α ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 253 αποφασίστηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει προσωρινό διάταγμα στη βάση του ότι δεν είχε προσφερθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη ικανοποιητική μαρτυρία για να θεμελιώσει την αξίωση. Όπως αναφέρθηκε στη σελ. 257 με αναφορά και επιδοκιμασία στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R 504[9]: "Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. .......Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας." Στην υπόθεση Κυτάλα (ανωτέρω) είχε λεχθεί ότι η γενικότητα του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης των Εφεσειόντων έμοιαζε με ισχυρισμό που εξέφρασε θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης και ότι, ως εκ τούτου, στερείτο αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθεντο γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρείχε έρεισμα το οποίο να δικαιολογούσε τη θέση. Έτσι και εδώ στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται από τον Ενάγοντα μία θέση ότι, δηλ. οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν εναντίον του είχαν ανεπιτυχή κατάληξη λόγω ανυπαρξίας νομικά αποδεκτής ενοχοποιητικής μαρτυρίας και ότι αυτό το γνώριζαν ή όφειλαν να το γνωρίζουν οι υπεύθυνοι για τις διώξεις χωρίς να εκτίθενται οποιαδήποτε γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί την πιο πάνω προβληθείσα θέση. Οι ισχυρισμοί, λοιπόν, του Αιτητή/Ενάγοντα παρέμειναν σε επίπεδο διατύπωσης θέσης χωρίς απολύτως οποιαδήποτε τεκμηρίωση και αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία να προκύπτει και/ή να δικαιολογείται η πιο πάνω θέση και, επομένως, χωρίς καμία αξία. Κατά συνέπεια το πρόβλημα της ανυπαρξίας γεγονότων στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που στοιχειοθετεί την Αίτηση επηρεάζει καίρια την Αίτηση διότι δεν μπορεί, ως αποτέλεσμα, να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Με αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι, υπό τις περιστάσεις, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων και ζητημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαίρη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980 στη σελ. 1988: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα. Υποστήριξη στη γνώμη μας παρέχει η άποψη του δικαστή Kerr στην Cayne v. Global Natural Resources plc. [1984] 1 All E.R. 225, 229 ως προς την πρώτη προϋπόθεση: "................the question whether to grant or refuse an interlocutory injunction has been placed into a state of balance to the extent that the court can see that the plaintiffs' case raises a serious issue to be tried. If the plaintiffs fail at that point, then clearly there is no case for an injunction, and obviously the Cyanamid guidelines cannot come into play." ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και, συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Εναγόμενος/Καθ΄ ου η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα του. Ο Ενάγων/Αιτητής να καταβάλει στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA/ιnterim decisions [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε μεταξύ άλλων το Σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS, 20η έκδοση παρα. 16-39, 16-40, 16-42, σελ. 1089 και 1090 και Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R 516 και Coudrat v. Revenue and Customs Commissioners
(2005)EWCA Civ 616, [2005] S.T.C.
  1. [7] Δέστε παράγρ. 4 και 8 της Ένορκης Δήλωσης του Ηλία Κρέουζου Α/Λοχ.
  2. [8] Δέστε παράγρ. 3 και 4 της Ένορκης Δήλωσης του Μάριου Φιλίππου, Αστυφ.
  3. [9] "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success...." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.