ΕΥΑΝΘΙΑ ΝΤΙΛΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΟΥΚΑΤΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3694/12, 27/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3694/12 Μεταξύ: ΕΥΑΝΘΙΑ ΝΤΙΛΗ Ενάγουσας και 1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΟΥΚΑΤΙΔΗΣ 2. Β.Ε. VOUKATIDIS WORLD-WIDE TRADE & ASSOCIATES LIMITED (ΗΕ 198019) 3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED (HE 1) 4. TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 1.6.2012 Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2-εναγομένους 1 και 2: κ. Α. Μάγος για Ανδρέας Χρ. Μάγος & Συνεργάτες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, που καταχωρήθηκε την 1.6.2012, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 δηλώσεις και διατάγματα που σχετίζονται με την ιδιότητα του εναγομένου 1 ως διοικητικού συμβούλου και/ή διαχειριστή της εναγομένης 2 εταιρείας και την παράβαση εκ μέρους του εναγομένου 1 του καθήκοντος εμπιστοσύνης προς την εναγομένη 2 και ως προς τη δόλια κατακράτηση περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2 από τον εναγόμενο 1, τα οποία απέσπασε ο τελευταίος με αθέμιτο και δόλιο τρόπο καθώς και γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον του εναγομένου 1, αλλά και το ποσό των €25.000 ως οφειλομένους μισθούς και/ή οφειλόμενα μερίσματα προς την ενάγουσα μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η έγερση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1 και 2 χαρακτηρίζεται από την ενάγουσα ως παράγωγη αγωγή αλλά και ως προσωπική αγωγή εναντίον τους. Εναντίον των εναγομένων 3 και 4 η αγωγή εγείρεται προς εντοπισμό και ιχνηλάτιση και αξιώνονται διατάγματα για αποκάλυψη και παράδοση αντιγράφων των εγγράφων που σχετίζονται με τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 2, για απαγόρευση πληροφόρησης της ύπαρξης της παρούσας διαδικασίας στους εναγομένους 1 και 2, για απαγόρευση αποξένωσης χρηματικών ποσών κατατεθειμένων σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 2, καθώς και απόφαση ότι τέτοια ποσά θα πρέπει να πληρωθούν στην ενάγουσα. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε επίσης την 1.6.2012 και με αυτήν η αιτήτρια-ενάγουσα αξιώνει με το αιτητικό Α εναντίον των εναγομένων 1 και 2: (
- i)ενδιάμεσο διάταγμα παγοποίησης όλων των τραπεζικών λογαριασμών και χρημάτων κατατεθειμένων σε οποιαδήποτε τράπεζα επ' ονόματι της εναγομένης 2 και/ή του εναγομένου 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα ή επ' ονόματι εταιρειών των οποίων ο εναγόμενος 1 είναι πραγματικός κάτοχος ή ιδιοκτήτης ή δικαιούχος στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, (
- ii)ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1 να αποξενώνει περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 2 και (iii) ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1 να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πληρωμές ή μεταφορές ή αναλήψεις ή άλλες διαθέσεις χρημάτων της εναγομένης 2 χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της ενάγουσας. Εναντίον των εναγομένων 3 και 4 με το αιτητικό Β της αίτησης αξιώνοντο διατάγματα αποκάλυψης των τραπεζικών λογαριασμών και των εγγράφων που τους αφορούν και που σχετίζονται με τους εναγομένους 1 και 2. Τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον όλων των εναγομένων δεν δόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης σ' αυτούς. Όσον αφορά τους εναγομένους 3 και 4 μετά την επίδοση της αίτησης εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα για μέρος του αιτητικού Β, ενώ για το υπόλοιπο μέρος του το αιτητικό Β αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα. Η παρούσα ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αναφορικά με το αιτητικό Α της αίτησης που αφορά τους εναγομένους 1 και 2. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-9, τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 1, 2, 17, 25, 32, 35, 36, 45, 46 και 51 επ. του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, τα άρθρα μεταξύ άλλων 139-143, 170, 171, 178, 180-197, 202 και 384 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ο Πίνακας Α του πρώτου Παραρτήματος του Κεφ. 113, το κοινό δίκαιο (δόλος - αδικαιολόγητος πλουτισμός - αποκατάσταση) καθώς και οι αρχές του δικαίου της επιείκειας, η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και οι νομικές αρχές που πηγάζουν από τις υποθέσεις Bankers Trust Co v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353 και Norwich Pharmakal v. Customs & Excise Commissioners
(1974)A.C. 133, Cooke v. Deeks
(1916)A.C. 554, Edwards v. Halliwell
(1950)2 All E.R.
- Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, η ενάγουσα, έχουσα προσωπική γνώση των γεγονότων και λαμβάνοντας νομική συμβουλή, αναφέρει ότι υιοθετεί το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καθώς και το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι νομότυπα εγγεγραμμένες εταιρείες στην Κυπριακή Δημοκρατία και εξ αυτών οι εναγόμενοι 3 και 4 ασκούν τραπεζικές εργασίες. Παραθέτοντας τα στοιχεία ως προς το εγγεγραμμένο γραφείο και το ονομαστικό και εκδοθέν κεφάλαιο της εναγομένης 2 που ανέρχεται στο ποσό των €8.550, η ενάγουσα αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1, που είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της, είναι ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της εναγομένης 2 και κάτοχος του 70% του εκδοθέντος κεφαλαίου αυτής. Μέχρι τις 17.11.2011 η ενάγουσα ήταν διοικητική σύμβουλος της εναγομένης 2 κατέχοντας από την ίδρυση της το 30% του εκδοθέντος κεφαλαίου της (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 μηχανογραφημένη έρευνα του μητρώου του Εφόρου Εταιρειών). Εγείρει την παρούσα αγωγή ως παράγωγη αγωγή για προστασία των συμφερόντων της εναγομένης 2 από τις παράνομες και δόλιες πράξεις του εναγομένου 1, ως προσωπική αγωγή για οφειλές της εναγομένης 2 προς την ίδια και ως αγωγή ανίχνευσης με βάση τις σχετικές αρχές του δικαίου της επιείκειας. Με τον εναγόμενο 1 ίδρυσαν την εταιρεία-εναγομένη 2 περί τις 30.4.2007 για να συνεχίσουν τις εργασίες που διεξήγαγαν στο παρελθόν και αφορούσαν εμπόριο ελληνικών προϊόντων σε τρίτες χώρες και εμπόριο ξένων προϊόντων προς την Ελλάδα, την Κύπρο και άλλες χώρες. Με την ίδρυση της εν λόγω εταιρείας, οι εργασίες και το πελατολόγιο που είχε δημιουργηθεί παλαιότερα μεταφέρθηκαν σε αυτήν και οι εργασίες διεξήγοντο κυρίως από την τότε συζυγική εστία τους με τον εναγόμενο 1 που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Μετά την ίδρυση της εν λόγω εταιρείας επικεντρώθηκαν στην εμπορία συγκεκριμένων προϊόντων, αναμένοντας για κάποια από αυτά να γίνουν σημαντικές πωλήσεις μέσα στο έτος 2012 και η εταιρεία θα έπαιρνε προμήθεια επί των πωλήσεων σε ποσοστό ανάλογα με τη συμφωνία για κάθε προϊόν. Αρχικά η υπό αναφορά εταιρεία δεν είχε πολλά κέρδη, όπως της έλεγε ο εναγόμενος 1, από τα εισοδήματα της δε πληρώνοντο τα λειτουργικά της έξοδα και κάποια έξοδα του σπιτιού τους. Η αιτήτρια αφιέρωνε αρκετό χρόνο για τις εργασίες της εταιρείας και ο εναγόμενος 1, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, χειριζόταν εν λευκώ τα θέματα οικονομικής διαχείρισης της. Ουδέποτε η ίδια έλεγχε λογαριασμούς, βιβλία και έγγραφα της εταιρείας, υπογράφοντας χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο έγγραφα που της ζητούσε ο σύζυγος της-εναγόμενος
- Περί τον Απρίλιο του 2011 η ενάγουσα ανακάλυψε ότι ο εναγόμενος 1 κατά τα τελευταία 4 έτη διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η έγγαμη σχέση τους και να πληγεί ανεπανόρθωτα και η επαγγελματική τους σχέση, γεγονός που οδήγησε την ενάγουσα να ελέγξει τα οικονομικά της εταιρείας και τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Από ενδελεχή έλεγχο στους δύο λογαριασμούς που διατηρούσε η εναγομένη 2 στην Λαϊκή Τράπεζα, η αιτήτρια ανακάλυψε ότι έγιναν παρά πολλές αναλήψεις μετρητών και μεταφορές ποσών τις οποίες δεν γνώριζε, ούτε και είχε εξουσιοδοτήσει ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Παραθέτοντας τα εν λόγω στοιχεία στον εναγόμενο 1, παρόλο που αρχικά επιδιώχθηκε να εξευρεθεί μια συναινετική και εξωδικαστική λύση, λόγω ενός σοβαρού καυγά που έγινε στις 31.7.2011 η όλη προσπάθεια ναυάγησε και ο εναγόμενος 1 από τότε μετέφερε τους υπολογιστές και τα αρχεία της εναγομένης 2 σε άγνωστη για την ενάγουσα τοποθεσία, αλλάζοντας τους κωδικούς του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθώς και της ηλεκτρονικής εισόδου στη Λαϊκή Τράπεζα. Συνεπεία αυτών των δεδομένων η ενάγουσα αποξενώθηκε από τις εργασίες της προαναφερθείσας εταιρείας και δεν της αποστέλλοντο οποιαδήποτε ποσά ως έξοδα ή άλλως πως με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί σοβαρά η οικονομική της κατάσταση, δεδομένου ότι παλαιότερα από τα εισοδήματα εκ των εργασιών της εναγομένης 2 πληρώνοντο διάφορα έξοδα του σπιτιού. Κατά τον χρόνο της ουσιαστικής αποξένωσης της ενάγουσας από τις εργασίες της εναγομένης 2 εκκρεμούσε προς πληρωμή από διάφορους πελάτες το ποσό των €300.000 περίπου και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της υπήρχε κατατεθειμένο περί το Σεπτέμβριο του 2011 το ποσό των €95.000 περίπου. Επειδή ο εναγόμενος 1 συνέχιζε να αποξενώνει χρήματα από το λογαριασμό της εναγομένης 2, η ενάγουσα ως διοικητική σύμβουλος απέστειλε στη Λαϊκή Τράπεζα επιστολή ημερομηνίας 8.9.2011 (Τεκμήριο 2) με την οποία ζήτησε να μην γίνονται αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς που διατηρούσε η εναγομένη 2 στην εν λόγω τράπεζα, χωρίς να υπάρχει και η δική της υπογραφή πέραν αυτής του εναγομένου
- Η πρόθεση του εναγομένου 1 και ειδικότερα το δόλιο σχέδιο του να αποξενώσει όλα τα χρήματα και άλλα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 2 προς καταδολίευση τόσο αυτής όσο και της ενάγουσας ως μετόχου, γινόταν συνεχώς πιο σαφής. Η ενάγουσα έλαβε από τη Λαϊκή Τράπεζα επιστολή ημερομηνίας 15.11.2011 (Τεκμήριο 3) με την οποία ενημερώνετο ότι ο εναγόμενος 1 είχε αποξενώσει λίγο πριν τις 8.9.2011 το ποσό των €25.000 από τους λογαριασμούς της εναγομένης 2, το οποίο απέστειλε σε εξάδελφο του με τον οποίο συνεργάζονται σε οικονομικά και άλλα θέματα, με την αιτιολογία ότι έκανε σε αυτόν προσωπικό δάνειο, για το οποίο ωστόσο ουδέποτε δόθηκε από την ενάγουσα τέτοια εξουσιοδότηση. Τα χρήματα αυτά, κατά την ενάγουσα, τα καρπώθηκε ο εναγόμενος 1 εν όψει του ότι αυτός είχε μεταφέρει τους υπολογιστές και τα αρχεία της εταιρείας στο γραφείο του εν λόγω εξαδέλφου του, μεταφέροντας κατά τη διάρκεια του έτους 2011 στο όνομα αυτού του προσώπου το ποσό των €45.000 περίπου. Λόγω του ότι, κατά την ημερομηνία της ουσιαστικής αποξένωσης της από τις εργασίες της εναγομένης 2, περί τον Ιούλιο του 2011, η ενάγουσα γνώριζε ότι εκκρεμούσε προς πληρωμή από διάφορους πελάτες το ποσό των €300.000 περίπου, άρχισε διακριτικά να συλλέγει στοιχεία για τις εν λόγω οφειλές οπότε και προς έκπληξη της πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος 1 είχε ανοίξει λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου (εναγομένη 4), στον οποίο ζήτησε να γίνουν πληρωμές από τους πελάτες, που ανέρχονται στο ποσό των €338.000 περίπου, το οποίο αποτελεί χρήματα που ανήκουν στην εναγομένη 2 (Τεκμήρια 4 και 5). Στα πλαίσια προσπάθειας εξώδικης διευθέτησης, μέσω της επίλυσης των διαφορών που είχαν προκύψει από τη διάσταση της ενάγουσας και του εναγομένου 1, με την εμπλοκή των δικηγόρων τους στην Ελλάδα, ο εναγόμενος 1 πρότεινε στην ενάγουσα την αγορά των μετοχών της στην εναγομένη 2, δίδοντας της ως προκαταβολή το ποσό των €4.000 περί τις 11.10.2011 (Τεκμήριο 6) και ζητώντας της να αποστέλλει στους λογιστές της εναγομένης 2 μηνιαία κατάσταση των εξόδων της για να καλυφθούν αυτά από την εναγομένη 2, υπόσχεση που δεν τηρήθηκε για τους μήνες Αύγουστο μέχρι και Οκτώβριο του 2011, παρόλο που η ενάγουσα απέστειλε τέτοιες μηνιαίες καταστάσεις εξόδων. Στη συνέχεια η ενάγουσα αποφάσισε να επισκεφθεί δικηγόρο και λογιστή στην Κύπρο για να λάβει σχετικές συμβουλές. Ο λογιστής της ανέφερε ότι η εναγομένη 2, με βάση τους εξελεγμένους λογαριασμούς του 2010 (Τεκμήριο 7), όφειλε υπό μορφή μερισμάτων και μισθών στην ενάγουσα το ποσό των €25.000, ενόσω το μερίδιο της στην εναγομένη 2 άξιζε περί τις €150.
- Όπως φαίνεται σε αντίγραφο χειρόγραφης σημείωσης του εναγομένου 1 (Τεκμήριο 8) αυτός είχε λάβει κατά το έτος 2009 από την εναγομένη 2 ως εισόδημα το ποσό των €38.924, ενώ στους λογαριασμούς τα έξοδα φαίνονται μεγαλύτερα για να παρουσιάζεται μικρότερο κέρδος. Με βάση τα πιο πάνω η ενάγουσα εξουσιοδότησε το δικηγόρο της και απέστειλαν πρόσκληση για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγομένης 2 για συζήτηση των προβλημάτων που προέκυψαν από τις ενέργειες του εναγομένου 1 (Τεκμήριο 9). Ο εναγόμενος 1, δεικνύοντας κατά την ενάγουσα τις πραγματικές του προθέσεις, αφενός εξουσιοδότησε τον γραμματέα της εναγομένης 2 να αποστείλει την απάντηση που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 10 και αφετέρου εντελώς παράνομα και αντικαταστατικά έπαυσε την ενάγουσα από διοικητικό σύμβουλο της εναγομένης 2, χωρίς καμιά ειδοποίηση ή σύγκληση οποιασδήποτε συνέλευσης, με αποτέλεσμα να αποξενωθεί πλήρως η ενάγουσα από τους λογαριασμούς της εναγομένης 2 στη Λαϊκή Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 11). Στη συνέχεια η ενάγουσα προχώρησε μέσω του δικηγόρου της στην Ελλάδα στην αποστολή εξωδίκων που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 12, στα οποία δεν ανταποκρίθηκε ο εναγόμενος
- Κατόπιν αλλαγής του δικηγόρου της στην Κύπρο η ενάγουσα εξουσιοδότησε το νέο της δικηγόρο να έρθει σε επαφή με τον γραμματέα της εναγομένης 2 για μια τελευταία προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης του θέματος, συναντώντας για μία ακόμα φορά την αρνητική στάση και απάντηση του εναγομένου 1 (Τεκμήριο 13). Από πληροφορίες που έχει η ενάγουσα οι λογαριασμοί του 2011 που βρίσκονται στο στάδιο ετοιμασίας τους θα δείχνουν ότι η εναγομένη 2 δεν έχει οποιαδήποτε αξία. Από πρόσφατο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε η ενάγουσα (Τεκμήριο 14) φαίνεται ότι ο εναγόμενος 1, σύμφωνα με όσα την πληροφόρησε πελάτης της εναγομένης 2, έκλεισε το λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και πιθανότατα προχώρησε στο άνοιγμα άλλου λογαριασμού, ίσως και στη δημιουργία άλλης εταιρείας, εντείνοντας τις παράνομες ενέργειες του έναντι της εναγομένης 2 και της περιουσίας της. Εν όψει των πιο πάνω η ενάγουσα, μη έχουσα άλλη επιλογή, εξουσιοδότησε τους δικηγόρους της να προβούν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης, η οποία είναι αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων τόσο της εναγομένης 2 όσο και της ίδιας της ενάγουσας και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της είναι δικαιολογημένη, εφόσον ο εναγόμενος 1 παρελκυστικά προσφέρθηκε στην εξεύρεση εξωδικαστικής λύσης για το θέμα με σκοπό να κερδίσει χρόνο, αλλά και επειδή η ενάγουσα βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση και σύγχυση συνεπεία της ιδιότητας της ίδιας και του εναγομένου 1 ως εν διαστάσει πλέον συζύγων. Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η βοήθεια του Δικαστηρίου για τον εντοπισμό του προϊόντος του δόλου/απάτης που υπέστη η εναγομένη 2 από τον εναγόμενο 1 και συγκεκριμένα των περιουσιακών στοιχείων και χρημάτων της εναγομένης 2 που είτε ήταν κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ή σε θυρίδες, είτε πληρώθηκαν από πελάτες της καθώς και για την προστασία των δικαιωμάτων της ενάγουσας και της εναγομένης 2 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αλλά και τη διατήρηση και διαφύλαξη τους από τυχόν αποξένωση. Με τη θέση ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα να δικαιούται να επιτύχει στην αγωγή της, δεδομένου ότι ο δόλος και η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2 είναι εμφανή όπως και η παράνομη και αντικανονική παύση της από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης 2 καθώς και συνεπεία των ποσών που της οφείλονται και ο εναγόμενος 1 αρνείται να της καταβάλει, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγομένη 2 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και όχι μόνο δεν θα μπορέσουν να καταχωρήσουν ολοκληρωμένη την απαίτηση τους αλλά και είναι πολύ πιθανόν τα χρήματα τους να μετακινηθούν σε λογαριασμούς ή σε χώρες εκτός Κύπρου ώστε να μην είναι δυνατό να αποζημιωθούν ικανοποιητικά σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα παρέμεινε άνεργη σε ηλικία 50 ετών, χωρίς εισοδήματα και χωρίς να μπορεί να εργάζεται μέσω της εναγομένης 2 εφόσον παρεμποδίζεται από τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 1 στερείται ουσιαστικής περιουσίας για την καταβολή τυχόν επιδικασθέντων εναντίον του ποσών, εφόσον τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που έχει είναι η τέως συζυγική εστία που αφενός είναι υποθηκευμένη και αφετέρου δεν έχει ιδιαίτερη αξία ή δεν υπάρχει δυνατότητα ρευστοποίησης της λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, καθώς και η επικαρπία ενός εξοχικού της μητέρας του. Περαιτέρω αν ο εναγόμενος 1 συνεχίσει την τακτική αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και πελατολογίου της εναγομένης 2, η φήμη και πελατεία της θα πληγεί ανεπανόρθωτα και οριστικά και είναι πολύ πιθανόν αν ο εναγόμενος 1 πληροφορηθεί για τα διατάγματα που ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση, προτού ληφθούν πληροφορίες από τους εναγομένους 3 και 4, να μετακινήσει ή να αποκρύψει περαιτέρω ποσά. Με τον ισχυρισμό ότι το όλο θέμα είναι κατεπείγον και συντρέχουν ειδικές περιστάσεις ώστε το Δικαστήριο να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες, καθώς και ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγερση της παρούσας αγωγής, συνεπεία του δόλου και ότι συνεπεία της παράνομης αποξένωσης της περιουσίας της εναγομένης 2 αυτή μπορεί να εντοπιστεί, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα παραχθεί κανένα άδικο αποτέλεσμα. Στην τροποποιημένη ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2, που καταχωρήθηκε στις 17.12.2012, με την ίδια νομική βάση με αυτήν της αίτησης, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: · τα αιτούμενα διατάγματα είναι τελείως αόριστα εφόσον δεν διευκρινίζεται με συγκεκριμένο τρόπο αυτό που ζητείται · η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση έγινε πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής · τα αιτούμενα διατάγματα δεν υποστηρίζονται από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και · τα αιτούμενα διατάγματα δεν υποστηρίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Χρυσόστομος Μάγος, δικηγόρος, αναφέρει ότι είναι γραμματέας της εναγομένης 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα αντλώντας τις πληροφορίες του από τη δικογραφία της υπόθεσης και τον καθ' ου η αίτηση
- Αποδέχεται την ιδιότητα της εναγομένης 2 καθώς και τα στοιχεία που σχετίζονται με το εγγεγραμμένο γραφείο της, το κεφάλαιο καθώς και τη σύνθεση του διοικητικού της συμβουλίου και τη μετοχική σχέση του εναγομένου 1 με αυτήν, όπως αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα-αιτήτρια. Υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος 1 ενήργησε σύμφωνα με την νομοθεσία και χωρίς δόλια πρόθεση, απορρίπτοντας τις αντίθετες θέσεις της αιτήτριας και θεωρώντας ότι οι αναφορές της σε σχέση με την ίδρυση και λειτουργία της εναγομένης 2, αλλά και το ιστορικό που παραθέτει η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση που σχετίζεται με την αποξένωση χρημάτων από τους λογαριασμούς της εναγομένης 2 και την καταδολίευση τόσο αυτής όσο και της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου 1, περιέχει άσχετες και επιπόλαιες θέσεις της αιτήτριας, που δεν υποστηρίζουν τα αιτούμενα διατάγματα. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ήταν νομικά ορθές και η υπό κρίση αίτηση είναι ανυπόστατη, τα δε αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδικαστούν ως κατεπείγοντα, δεδομένου ότι η αιτήτρια αναφέρεται σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της τον Μάρτιο του 2011 ενώ κατεχώρησε την υπό κρίση αίτηση την 1.6.
- Υποστηρίζει τέλος ότι η αιτήτρια δεν έρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της είναι άσχετο, ενοχλητικό και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Με τις γραπτές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Πρέπει να επισημανθεί ότι όταν το αιτούμενο διάταγμα είναι τύπου Mareva, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να ικανοποιηθούν επιπρόσθετα πέραν της ύπαρξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον του εναγομένου, τόσο η ύπαρξη εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στον εναγόμενο όσο και ο πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων αυτών με σκοπό την παρεμπόδιση του ενάγοντος να ικανοποιήσει δικαστικά ενδεχόμενη απόφαση υπέρ του. Εκτενής ανάλυση αναφορικά με διατάγματα τέτοιας φύσεως γίνεται στην υπόθεση Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1301, όπου λέχθηκε ότι η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά αλλά και έχουν εκτεθεί κάποιοι από τους παράγοντες που είναι σχετικοί ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται το αποδεικτικό βάρος του αιτητή για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση περιουσίας ενόσω απαιτείται με ικανή μαρτυρία να αποδειχθεί η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλ. και Seamark Consult. Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 162). Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι η εισήγηση του κ. Μάγου ότι κατά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν εκκρεμούσε αγωγή και ως εκ τούτου η αίτηση είναι απορριπτέα, δεν ευσταθεί καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 1.6.2012 αμέσως μετά την καταχώρηση της αγωγής, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας. Εξετάζοντας στη συνέχεια τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση, τα οποία σύμφωνα με τον κ. Σκορδή συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Εκ μέρους του κ. Σκορδή έχει τεθεί ότι η αγωγή είναι τόσο προσωπική όσο και παράγωγη και δικαιολογείται η έγερση της από την ενάγουσα υπό τις περιστάσεις, ενόψει των ενεργειών του εναγομένου 1, τις οποίες επικαλείται η αιτήτρια-ενάγουσα και εκτίθενται στην πιο πάνω παρατεθείσα λεπτομερειακά ένορκη της δήλωση. Όπως αναλύεται η έννοια και φύση της παράγωγης αγωγής στα συγγράμματα Pennington´s Company Law, 4η έκδοση, σελ. 585 επ., Palmers´ Company Law, 25η έκδοση, Τόμος 2ος, σελ. 8176 επ., Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7
(1), σελ. 701 και έτυχε νομολογιακής ανάλυσης στην υπόθεση Wallersteiner v. Moir (No. 2)
(1975)1 All ER 849, η παράγωγη αγωγή είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και όποιος τη χρησιμοποιεί πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η αγωγή αυτή εγείρεται από μέτοχο μιας εταιρείας όχι για εξυπηρέτηση άμεσου και προσωπικού οφέλους αλλά προς όφελος της εταιρείας από την οποία αντλεί το δικαίωμα αγωγής. Μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία, δηλαδή του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγήσαντες. Το πρώτο στοιχείο γενικά ικανοποιείται όταν ένας διοικητικός σύμβουλος παραβιάζει τα καθήκοντα του έναντι της εταιρείας και τη συναγωνίζεται για προσωπικό όφελος ενώ το δεύτερο ικανοποιείται όταν οι αδικοπραγήσαντες έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής λόγω του ότι το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και συνεπώς είναι σε θέση να εμποδίσουν τη λήψη απόφασης για έγερση της αγωγής από την εταιρεία. Στην περίπτωση αυτή εφόσον η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγουσα θα πρέπει να γίνει εναγόμενη. Στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)2 Hare 461, διατυπώθηκε η αρχή ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να επέμβουν στη διεύθυνση μιας εταιρείας με αίτημα της μειοψηφίας των μελών της, τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή το Διοικητικό της Συμβούλιο. Σαν εξαίρεση του κανόνα αυτού αναγνωρίζεται το δικαίωμα μέλους της εταιρείας να εγείρει αγωγή προς θεραπεία βλάβης που έγινε στην εταιρεία ή να υποχρεώσει αυτήν να διαχειριστεί τις υποθέσεις της σύμφωνα με το Καταστατικό της και τους κανόνες δικαίου παρόλο που καμία βλάβη δεν προέκυψε εναντίον του μέλους προσωπικά και η πλειοψηφία δεν επιθυμεί την έγερση της αγωγής (βλ. και Πιριλλής κ.α. v. Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136). Έχοντας κατά νου ότι στα πλαίσια έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφασίσει σοβαρά και περίπλοκα επίδικα θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς, με βάση όσα σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η αιτήτρια-ενάγουσα μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή υπό τη μορφή που αυτή φέρει. Οι απαιτήσεις της συναρτώνται με τις ενέργειες του εναγομένου 1 και τις επιπτώσεις που είχαν αυτές σε σχέση με την δομή της εταιρείας και τη λειτουργία της. Για να θεωρηθεί δε ότι η αγωγή είναι παράγωγη θα πρέπει να αφορά την διεκδίκηση δικαιώματος που ανήκει στην εταιρεία. Χωρίς να αποφαίνομαι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγερση παράγωγης αγωγής ή παράγωγης και προσωπικής ταυτόχρονα, δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των προβληθεισών θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Χωρίς να προβαίνω περαιτέρω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, από τη μαρτυρία προβάλλει ότι η αιτήτρια επικαλείται ότι υφίσταται ζημιά τόσο η εταιρεία όσο και η ίδια από τις ενέργειες του εναγομένου 1. Δεν μου διαφεύγει ότι από το Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας προκύπτει ότι περί τον Οκτώβριο του 2011 συμφωνήθηκε μεταξύ της ίδιας και του εναγομένου 1, η πώληση στον τελευταίο του μεριδίου της στην εναγομένη 2 εταιρεία. Παρά ταύτα, τα δεδομένα στο παρόν στάδιο δεν μπορούν να αποκλείσουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε ικανοποιείται και το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που η αιτήτρια-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστεί συνεπεία των ενεργειών του εναγομένου 1 μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Βέβαια, όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Έχω την άποψη ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας-ενάγουσας δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες του καθ' ου η αίτηση-εναγομένου 1 είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσει η αιτήτρια-ενάγουσα να αποζημιωθεί πλήρως με χρήματα. Από τους εξελεγμένους λογαριασμούς του έτους 2010 (βλ. Τεκμήριο 7) και τη δομή της εταιρείας, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι ο μόνος άλλος μέτοχος της εταιρείας είναι ο εναγόμενος 1, όντας και ο μόνος διοικητικός της σύμβουλος από τις 7.11.2011 (βλ. Τεκμήριο 1), στην απουσία οποιωνδήποτε άλλων ικανοποιητικών στοιχείων προσδιορισμού της αξίας της εταιρείας και της οικονομικής της κατάστασης μετά το 2010, προκύπτει ότι οι υπολογισμοί της αιτήτριας τόσο ως προς το ύψος της ζημιάς της ίδιας αλλά και ως προς την ισχυριζόμενη βλάβη της εναγομένης 2 εταιρείας συνεπεία των όποιων ενεργειών του εναγομένου 1, δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν αόριστοι. Τα στοιχεία άλλωστε που έχουν τεθεί εκ μέρους της αιτήτριας για την οικονομική κατάσταση τόσο εναγομένου 1 όσο και της εταιρείας δεν υποστηρίζουν τη θέση της ότι θα εμποδισθεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτής τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι η αιτήτρια-ενάγουσα εάν επιτύχει στην αγωγή της δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ειδικότερα των αιτουμένων με τις υποπαραγράφους (i) και (iii) του αιτητικού Α της αίτησης, ακόμη και ως περιορίστηκε αυτό της υποπαραγράφου (i) με την γραπτή αγόρευση του κ. Σκορδή σε ποσό μέχρι €300.000, θα οδηγούσε σε αδυναμία λειτουργίας της εναγομένης 2 εταιρείας καθιστώντας μάλιστα την ενάγουσα, ως αυτή απαιτεί με την υποπαράγραφο (iii) του αιτητικού Α, ουσιαστικά ενεργό μέλος διαχείρισης της εταιρείας, ενόσω όσον αφορά το αιτούμενο με την υποπαράγραφο (ii) του αιτητικού Α της αίτησης διάταγμα δεν προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία σε ποια περιουσιακά στοιχεία αναφέρεται. Δεν θα ήταν, άλλωστε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δίκαιο και πρόσφορο, να επιβραβευθεί η αιτήτρια με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεδομένης της υπέρμετρης καθυστέρησης στην έγερση και προώθηση της αγωγής εκ μέρους της εφόσον όπως η ίδια διατείνεται οι ενέργειες του εναγομένου 1, τις οποίες αυτή θεωρεί επιλήψιμες, άρχισαν και περιήλθαν σε γνώση της πριν από τον Ιούλιο του 2011, ενόσω η παρούσα αγωγή κινήθηκε τον Ιούλιο του 2012. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, που είναι δικηγόρος, κακώς ορκίζεται θα πρέπει να λεχθεί ότι στην πρόσφατη απόφαση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(A) AAΔ.82, όπου έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας λέχθηκε ότι «.μία ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036).». Στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε γεγονότα που γνωρίζει υπό την ιδιότητα του ως γραμματέας της εναγομένης 2. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό ώστε να τίθεται θέμα αποκλεισμού της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενόρκως δηλών δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως δικηγόρος εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα αίτηση. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η αιτήτρια που έχει το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ως το αιτητικό Α, δεν το έχει αποσείσει στο παρόν στάδιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση τους. Τέλος, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και στο άρθρο 5 το οποίο ωστόσο δεν είναι σχετικό με το επίδικο αίτημα της ενάγουσας, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4, όπως και το άρθρο 5, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Εν όψει των προαναφερθέντων η αίτηση όσον αφορά τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο