← Κύπρος

Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα, Αρ. Αγωγής 747/86, 6/2/2013

Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα, Αρ. Αγωγής 747/86, 6/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 747/86 Μεταξύ: Federal Bank of Lebanon (SAL), εκ Λιβάνου Ενάγουσας/Αιτήτριας - Και - Νίκου Κ. Σιακόλα, εκ Λευκωσίας Εναγομένου-Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------- Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2013 Αίτηση ημερ. 19.9.12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της τροποποιημένης Υπεράσπισης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Κ. Μιχαηλίδης για Κυριάκος Μιχαηλίδης & Σία. Για Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Δημητρίου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ. ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η τροποποιημένη Υπεράσπιση στην αγωγή υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο την οποία ο Εναγόμενος κατεχώρησε αντικανονικά στις 13.9.12 αντί στις 5.9.12 ως διετάχθη από το Δικαστήριο κατά παράβαση της Δ.25, θ.1,2,3 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.25,θθ1-4, Δ.48,θθ1-3, Δ.57,θ.3 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση αναφέρεται ότι αυτά ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και είναι τα εξής: (
  2. i)Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 7.8.12 επέτρεψε στον Εναγόμενο να τροποποιήσει την Υπεράσπιση του. (
  3. ii)Το Δικαστήριο διέταξε όπως η τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρηθεί μέχρι 5.9.12. (iii) Ο Εναγόμενος στις 11.9.12 ζήτησε με μονομερή αίτηση διάταγμα παρατείνον το χρόνο εντός του οποίου να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Υπεράσπιση. (
  4. iv)Το Δικαστήριο παρέτεινε το χρόνο χωρίς να έχει δικαιοδοσία ή εξουσία διότι το διάταγμα που επέτρεπε την τροποποίηση κατέστη ήδη από τις 5.9.12 ipso facto άκυρο και δεν μπορούσε να παραταθεί ο χρόνος καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. (
  5. v)Η καταχώρηση αυτής, που έγινε στις 13.9.12, είναι παράνομος και αντικανονική αφού κατεχωρήθη χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στην Δ.25,θ.θ.1-4, Δ.48,θ.θ1-4, Δ.57,θ.θ2 και 3 και Δ.64,θ.θ 1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και συνήθη πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής:- ü Η Αίτηση του Εναγομένου είναι κατά νόμο και/ή ουσία βάσιμη. ü Η Αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης και το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 11.9.12 ήταν νόμιμα και/ή προβλεπόμενα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. ü Το Δικαστήριο ενήργησε νόμιμα και/ή εντός της δικαιοδοσίας και/ή διακριτικής τους ευχέρειας και εξέδωσε το διάταγμα ημερ. 11.9.12 παρατείνοντας το χρόνο καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. ü Η καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης έγινε στα πλαίσια του διατάγματος ημερ. 11.9.12 και/ή κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. ü Η υπό εξέταση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και/ή αποτελεί έκδηλη προσπάθεια για να αποτρέψει τον Εναγόμενο από το να θέσει την υπόθεση του δίκαια ενώπιον του Δικαστηρίου. ü Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας για το λόγο ότι ζητείται από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο και να κρίνει την ορθότητα της απόφασης και διατάγματος του ιδίου Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημερ. 11.9.12. ü Η Αιτήτρια κωλύεται να προβάλει σε αυτό το στάδιο οποιαδήποτε ένσταση έχοντας υπόψη ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση έχει προβεί στα προβλεπόμενα δικονομικά διαβήματα για θεραπεία. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Μιτσίδη, εσωτερικού νομικού συμβούλου του συγκροτήματος Σιακόλα στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Στις 7.8.12 κατόπιν αίτησης του Εναγομένου με την οποία εξαιτείτο την τροποποίηση της Υπεράσπισης εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας Διάταγμα Τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η Αίτηση του Εναγομένου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) Þ Παρά το γεγονός ότι οι προφορικές οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν όπως η τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρηθεί μέχρι τις 5.9.12 εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους στη σημείωση της ημερομηνίας που θα έπρεπε να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Υπεράσπιση υπήρχε η πεπλανημένη εντύπωση ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 26.9.12, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα αγωγή είχε οριστεί για Οδηγίες. Þ Το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων των Εναγομένων μόλις στις 10.9.12 όταν ζητήθηκε σύνταξη του Διατάγματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) Þ Μόλις έγινε αντιληπτό το εν λόγω καλόπιστο λάθος ο Εναγόμενος προέβη άμεσα στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης για παράταση της ημερομηνίας καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) Þ Κατόπιν της ως άνω αναφερθείσας αίτησης ημερ. 11.9.12 το Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας και της διακριτικής του ευχέρειας εξέδωσε το επίδικο διάταγμα ημερ. 11.9.12 με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης για περίοδο 5 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του, ήτοι μέχρι τις 16.9.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) Þ Ως εκ των πιο πάνω ο Εναγόμενος καταχώρησε την τροποποιημένη Υπεράσπιση στις 13.9.12 και εντός της προθεσμίας ως αυτή παρατάθηκε από το Δικαστήριο. Þ Η εκ καλοπίστου λάθους μη καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης εντός του προβλεπομένου από το Δικαστήριο χρόνου δεν συνιστά θεμελιώδη παρατυπία και εν πάση περιπτώσει η εν λόγω παράλειψη έχει διορθωθεί με την αίτηση για παράταση χρόνου τροποποίησης της Υπεράσπισης ημερ. 11.9.12 και την έκδοση διατάγματος ίδιας ημερομηνίας. Þ Η παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και παράτυπη καθότι επιζητείται από το ίδιο Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) να ενεργήσει ως Εφετείο της δικής του απόφασης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση Αίτησης, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Η βασική εισήγηση του κ. Κ. Μιχαηλίδη εκ μέρους των Εναγόντων ήταν ότι λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.25,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφόσον παρήλθε ο χρόνος που θα μπορούσε να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Υπεράσπιση, το Διάταγμα τροποποίησης κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο (ipso facto). Όσον αφορά, δε, την εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης τροποποιημένου δικογράφου αυτό υφίστατο μόνο πριν τη λήξη είτε των 10 ημερών που καθορίζεται στην εν λόγω Διάταξη, είτε του χρόνου που το ίδιο ορίζει και όχι μετά που το Διάταγμα έχει καταστεί άκυρο. Υποστηρίχτηκε δε ότι δεν μπορούσε το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος για την τροποποίηση, γιατί αυτό είχε εκπνεύσει στο στάδιο που ζητήθηκε η παράταση. Επισημάνθηκε, τέλος, ότι η Αίτηση για παράταση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας, ενόσω, δηλαδή, το διάταγμα ευρίσκετο σε ισχύ. Όσον αφορά την επίκληση από την άλλη πλευρά της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η πλευρά των Εναγόντων υπεστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής και δεν τίθεται θέμα ύπαρξης παρατυπίας η οποία δύναται να θεραπευθεί, επαναλαμβάνοντας ότι δεν υφίσταται εδώ διάταγμα δια τροποποίηση εφόσον έπαυσε να υπάρχει. Η πλευρά του Εναγόμενου/Καθ΄ ου η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Δ.25,θ.2 και σε σχετική νομολογία η οποία εκδόθηκε πριν την τροποποίηση της Δ.64 του 1995, επεσήμανε ότι αυτή η νομολογία αποφασίστηκε υπό το πρίσμα της προηγούμενης Δ.64 όταν υφίστατο διάκριση μεταξύ άκυρων και παράτυπων διαδικασιών. Τονίστηκε ότι με την τροποποίηση της Δ.64 το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως απλή παρατυπία που δεν οδηγεί στην ακυρότητα του δικονομικού μέτρου. Ήταν η εισήγηση του κ. Α. Δημητρίου εκ μέρους του Εναγόμενου ότι στην προκειμένη περίπτωση η οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, έγινε από καλόπιστο λάθος, έχει θεραπευθεί και/ή εξαληφθεί με την άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων, ήτοι την καταχώρηση της Αίτησης ημερ. 11.9.12 για παράταση του χρόνου καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης και την έκδοση του Διατάγματος της ιδίας ημερομηνίας. Τονίστηκε ότι το εν λόγω διάταγμα ημερ. 11.9.12 εκδόθηκε στα πλαίσια της ορθής άσκησης διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 και διέσωσε έτσι την οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία επιτρέποντας την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση το ιστορικό της διαδικασίας προκύπτει ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 13.9.12 αντί μέχρι τις 5.9.12 όπως ήταν το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 7.8.12. Πιο συγκεκριμένα και να για πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όταν εξέπνευσε η προθεσμία το Δικαστήριο, κατόπιν υποβολής σχετικής μονομερούς αίτησης από μέρους του Εναγομένου ημερ. 11.9.12, παρέτεινε αυθημερόν το χρόνο καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης για περίοδο 5 ημερών από την ημέρα έκδοσης του εν λόγω Διατάγματος, δηλ. μέχρι τις 16.9.12. Κατ΄ ακολουθίαν δε του εν λόγω Διατάγματος ο Εναγόμενος καταχώρησε την τροποποιημένη Υπεράσπιση στις 13.9.12 και εντός της προθεσμίας ως αυτή είχε παραταθεί από το Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω γεγονότα προχωρώ να παραθέσω τις πρόνοιες της Δ.25,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί και την κύρια νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης. Αυτή έχει ως εξής: «Ιf a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge» Και σε μετάφραση: «Αν ένας διάδικος που ζήτησε άδεια για διάταγμα για τροποποίηση δεν τροποποιήσει ανάλογα εντός του χρόνου που θα καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται χρόνος, τότε εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα τροποποίησης αφού εκπνεύσει ο χρόνος που καθορίζεται όπως πιο πάνω ή οι δεκαπέντε ημέρες, ανάλογα με την περίπτωση θα καθίσταται άκυρος εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή το Δικαστή.» Στην υπόθεση Σακκούλα & άλλος ν. Αρέστη

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 355 εξετάσθηκαν οι πρόνοιες της Δ.25,θ.2 και αποφασίστηκε ότι με την εκπνοή του χρόνου που αναφέρεται στο διάταγμα τροποποίησης ή του χρόνου που καθορίζεται στην εν λόγω Διάταξη το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παρατείνει το χρόνο γιατί, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το Διάταγμα καθίσταται άκυρο αν δεν γίνει τροποποίηση. Τονίσθηκε δε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται πριν τη λήξη των 15 ημερών ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει και όχι μετά όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 358 της απόφασης: «Το ερώτημα που πρόσθετα προβάλλεται στην υπό κρίση έφεση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που παραβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Κατά τη γνώμη μας το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού "Θα ... ... ... ... ... καθίσταται αφεαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί ... ... ... ... ... κ.λ.π." Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.» Στην υπόθεση Σακκούλα (ανωτέρω) υιοθετείται η απόφαση Costas Evagorou v. Kokos Christodoulou and Another
(1981)1 C.L.R 771. Στην τελευταία υπόθεση γίνεται διάκριση μεταξύ άκυρης (void) και παράτυπης (irregular) διαδικασίας. Αναφέρεται ότι ακυρότητα υπάρχει οποτεδήποτε το σφάλμα είναι θεμελιώδες και πλήττει το υπόβαθρο της διαδικασίας. Ως παράδειγμα θεμελιώδους σφάλματος το οποίο δεν μπορεί να θεραπευθεί ή να δικαιολογηθεί αναφέρεται η περίπτωση της Δ.25,θ.2 όταν το τροποποιημένο δικόγραφο δεν καταχωρείται εντός του χρόνου που καθορίζεται στο διάταγμα τροποποίησης ή εντός 15 ημερών όπως αναφέρεται στην εν λόγω Διάταξη οπότε το διάταγμα καθίσταται άκυρο (ipso facto void). Στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε και η υπόθεση Lysandrou v. Schiza and another
(1979)1 C.L.R 267 στην οποία γίνεται ειδική μνεία στη Δ.25,θ.2 ως παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την υπόθεση Evagorou (ανωτέρω) από στη σελ. 775: «An example of a fundamental defect that cannot be waived or excused is furnished by the provisions of Ord. 25, r.2, laying down that an order for amendment of pleadings not effected within the time specified by the Court or within 15 days, in the absence of such indication, becomes ipso facto void. (See, Lysandrou v. Schiza and Another
(1979)1 C.L.R. 267). Another instance of a void step in litigation is provided by Ord. 2, r.13 of the Civil Procedure Rules requiring the accompaniment of the writ of summons in a probate action by an appropriate affidavit as the condition for its validity. In Action 34/79 of the District Court of Larnaca I had occasion to discuss the implications of Ord. 2, r.13 and pronounce a writ of summons unaccompanied by the affidavit envisaged by the rules as a nullity.» Κατά συνέπεια σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος Νομολογία που ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.64 μετά την εκπνοή του χρόνου που αναφέρεται στο Διάταγμα για τροποποίηση και εφόσον δεν είχε ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο εμπρόθεσμα για παράταση της εν λόγω προθεσμίας, το Διάταγμα καθίστατο ipso facto void, δηλ. άκυρο. Το ζήτημα, όμως, πρέπει πλέον να εξετάζεται υπό το φως της νέας Δ.64 όπως αυτή έχει διαμορφωθεί. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο η υπό κρίση περίπτωση διασώζεται από τις διατάξεις της αναμορφωμένης Δ.64 που, όπως οι ανάλογες νέες διατάξεις που εφαρμόστηκαν στην Αγγλία, έχουν καταργήσει τη διάκριση μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας των νομικών διαδικασιών. Όπως έχει αναφερθεί στην Αναθεωρητική Έφεση 1313 Αντώνης Καλία κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 149: «..η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν τούτου με τη νέα Δ.64 παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Όπως έχει τεθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 952, εξετάζοντας τα όρια εφαρμογής της παλιάς Δ.64: «... η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία ... το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό.» (Δικές μου υπογραμμίσεις) Τα πιο πάνω ισχύουν, a fortiori, για την εμβέλεια της νέας Δ.64, το λεκτικό της οποίας όχι μόνο έχει ανατρέψει την παλιά διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης ή αντικανονικής διαδικασίας, αλλά και έχει διευρυμένο λεκτικό και στόχο. Είμαι της γνώμης ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη νέα Δ.64 είναι πολύ πιο ευρεία παρά προηγουμένως. Η ευρύτητα δε της εξουσίας αυτής είναι σαφής τόσο από την όλη διατύπωση της νέας Δ.64 όσο και από τη σχετική νομολογία που έχει ερμηνεύσει και αναλύσει τη διαταγή αυτή. Όπως είχε λεχθεί στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω) από το Δικαστή Κωνσταντινίδη και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Μιχάλη Μιχαηλίδη ν. Σωτήρη Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190, η οποία αφορούσε αίτηση για απόρριψη έφεσης που καταχωρήθηκε μετά τη λήξη της επιτακτικής προθεσμίας των 42 ημερών που θεσπίζει η Δ.35 θ.2: «Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων.» Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση σύμφωνα με τη νέα Δ.64 δεν αποτελεί θεμελιώδη παράβαση αλλά απλή μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48.θ.
  1. Στην πιο πάνω απόφαση καθορίστηκε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται από το Δικαστήριο στην περίπτωση διαπίστωσης απλής παρατυπίας δυνάμει της Δ.
  2. Υιοθετήθηκε δε η αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520-522 στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Διαπιστώθηκε ότι η νέα Δ.64 είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Τονίστηκε, επίσης, ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή παρατυπία. Επίσης στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ακόμη και απλή παρατυπία δεν μπορεί να παρακαμφθεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση που η άλλη πλευρά δεν παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της και υπέβαλε ένσταση στην παράτυπη διαδικασία. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα ακυρώσει την παράτυπη διαδικασία ή θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση για διάσωση της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και διατάγματος τροποποίησης ή απαλλαγής της παρατυπίας.[1] Στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με την υπόθεση Karl Heinz (ανωτέρω), λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
(1)Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
(2)Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
(3)Το μέγεθος της παρατυπίας. Το θέμα έχει αντιμετωπιστεί στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520-
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη νέα δική μας Δ.64 και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής: I. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64.θ.
  2. II. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. III. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας, αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. IV. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για ν΄ απονέμει δικαιοσύνη. V. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί παρατυπία ή διαζευκτικά να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον[2]. Όπως έχει και πολύ πρόσφατα μάλιστα τονιστεί, από το Ανώτατο Δικαστήριο σε υποθέσεις όπου εξετάστηκε η εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της Δ.64, η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο[3]. Υπενθυμίζονται εδώ και προηγούμενες επισημάνσεις στη νομολογία ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Η Δ.64 δημιουργεί, όπως τονίστηκε κατ' επανάληψη, ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι, βέβαια, θεραπεύσιμες. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΕΤΑΙΡΕΙΑ DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου
(2009)1 Α.Α.Δ 356 εξετάστηκε το ερώτημα αν μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.2,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι μοιραία για μια αγωγή ή κατά πόσο μπορεί, με κατάλληλο διάβημα, να θεραπευθεί η κατάσταση. Στην εν λόγω υπόθεση στην Έκθεση Απαίτησης που είχε καταχωρηθεί και με την οποία αξιώνονταν διάφορα διατάγματα, όπως διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εφεσείοντες/Εναγόμενους να επεμβαίνουν στο ακίνητο, διάταγμα ανάκτησης κατοχής του ακινήτου και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, και/ή παραβίαση συμφωνίας μισθώσεως του ακινήτου, δεν αναφερόταν η αξία της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Για την εν λόγω παράλειψη εγέρθηκε στα πλαίσια της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στη συνέχεια προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί γιατί αντίβαινε τις πρόνοιες της Δ.2,θ.10[4] αφού στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφερόταν η αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ακολούθησε αίτηση από πλευράς των Εναγόντων/Εφεσιβλήτων για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ούτως ώστε να αναφέρεται η αξία του επίδικου ακινήτου η οποία, αν και συνάντησε την Ένσταση των Εναγομένων/Εφεσειόντων, επετράπη από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του. Μεταξύ των λόγων Έφεσης ήταν και η εισήγηση ότι η παραβίαση της επιτακτικής φύσης του περιεχομένου της Δ.2,θ.10 δεν θα έπρεπε να θεραπευθεί με τον τρόπο που αποφάσισε η επίδικη απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το εγερθέν ζήτημα, έκρινε ότι αν το ζήτημα αυτό εξεταζόταν πριν τις 24.2.95, που ήταν η ημερομηνία που τροποποιήθηκε η Δ.64, τότε σύμφωνα με την μέχρι τότε νομολογία που είχε ερμηνεύσει παρόμοιες πρόνοιες των Θεσμών που ήταν επιτακτικής μορφής, η παράλειψη συμμόρφωσης με τη Δ.2,θ.10 θα ήταν μοιραία για την υπόθεση των Εφεσιβλήτων. Τόνισε δε ότι ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου εξισώνοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί, ενώ το όλο θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επεσήμανε δε ότι σε περιπτώσεις όπου πριν την τροποποίηση της Δ.64 το Δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία που δεν οδηγεί, κατ΄ ανάγκη, σε ακυρότητα. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση στις σελ. 360-361: «Αν το θέμα αυτό εξεταζόταν πριν την 24/2/95, που τροποποιήθηκε η Δ.64, τότε, σύμφωνα με την μέχρι τότε νομολογία που ερμήνευσε παρόμοιες πρόνοιες των θεσμών που ήταν επιτακτικής μορφής, θα ήταν ορθή η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσειόντων, ότι δηλαδή η παράλειψη συμμόρφωσης με τη Δ.2, Κ.10 θα ήταν μοιραία για την υπόθεση (αγωγή) των εφεσιβλήτων. Η υπόθεση Evagorou v. Christodoulou & Another
(1982)1 C.L.R. 733 είναι καθοδηγητική για την προ της 24/2/95 κατάσταση σχετικά με τη μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και δίδονται εκεί παραδείγματα όπου η μη συμμόρφωση θεωρήθηκε ουσιώδης με αποτέλεσμα να καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Στην υπόθεση Demetriou & Another v. Prodromou
(1983)1 C.L.R. 301 αποφασίστηκε ότι η παράλειψη του ενάγοντα σε αγωγή διαχείρισης (probate action) να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Δ.2, Κ.13, να συνοδεύεται δηλαδή η αγωγή με ένορκη δήλωση του ενάγοντα που να επαληθεύει την οπισθογράφηση του κλητηρίου, ήταν μοιραία για την αγωγή. Παρομοίως στην υπόθεση Σακκούλα & άλλος ν. Αρέστη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ 355, αποφασίστηκε ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.25 Κ.2 που διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση τροποποίησης δικογράφων θα πρέπει (shall) το τροποποιημένο δικόγραφο να καταχωρείται είτε σε 15 μέρες, είτε στο χρόνο που καθορίζει το δικαστήριο, διαφορετικά το διάταγμα τροποποίησης καθίσταται από μόνο του άκυρο (ipso facto void), είναι τέτοια που δεν μπορεί να θεραπευθεί με παράταση του χρόνου. Δόθηκε έμφαση στην φράση «shall become ipso facto void". Στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 745 αποφασίστηκε ότι η παράλειψη καταχώρησης αίτησης για οδηγίες σε 10 μέρες από την ημερομηνία που οι έγγραφες προτάσεις θεωρούνται ότι έκλεισαν (η αίτηση είχε καταχωρηθεί την 11η μέρα) ήταν επίσης μοιραία. Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. ν. Δημοκρατίας κα
(1996)3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοϊζου ν. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κα
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κα ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κα ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κα ν. Δημοκρατίας σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση του Καν. 64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Πολ. Έφεση αρ. 8946 Νίκος Λοϊζου ν. Γεώργιος Χαραλάμπους και Άλλοι, ημερ. 15/2/96, Α.Ε. αρ. 1432, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd (ανωτέρω), Α.Ε. 1359, Σπύρου Γιάννη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 21/7/95 και Α.Ε. 1166 Γρηγόρης Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 30/5/95).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Το Ανώτατο εξετάζοντας, λοιπόν, την περίπτωση ενώπιον του κατάληξε ότι η μη συμμόρφωση με τη Δ.2,θ.10 αφορούσε, απλώς, παρατυπία που μπορούσε να θεραπευθεί νοουμένου ότι αποτεινόταν για το σκοπό αυτό η πλευρά που ήταν υπεύθυνη για την παρατυπία, δηλ. η πλευρά των Εφεσιβλήτων. Αφού δε, επεσήμανε ότι οι Εφεσίβλητοι είχαν υποβάλει για το σκοπό αυτό αίτηση για να τροποποιήσουν την Έκθεση Απαίτησης και το Δικαστήριο, παραθέτοντας ορθά τη νομολογία και κριτήρια που διέπουν την διακριτική του ευχέρεια να επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφων, επέτρεψε την τροποποίηση, απέρριψε την Έφεση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.25,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η μη εμπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης εντός της καθορισθείσας χρονικής περιόδου με βάση το σχετικό διάταγμα τροποποίησης, συνιστά παρατυπία που θα μπορούσε να θεραπευθεί κατόπιν διαβήματος που θα λαμβάνετο για το σκοπό αυτό από την πλευρά που ήταν υπεύθυνη για την παρατυπία, δηλ. την πλευρά του Εναγόμενου. Στην προκειμένη περίπτωση η παρατυπία σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης έχει, ωστόσο, θεραπευθεί με τη λήψη διορθωτικών μέτρων, ήτοι με την καταχώρηση της Αίτησης ημερ. 11.9.12 για παράταση του χρόνου καταχώρησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης και την έκδοση του Διατάγματος της ίδιας ημερομηνίας με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης για περίοδο 5 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως του, δηλ. μέχρι τις 16.9.12. Να πω και κάτι τελευταίο. Υποστηρίχθηκε από πλευράς Εναγόντων ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος για την τροποποίηση γιατί αυτό είχε εκπνεύσει στο στάδιο που ζητήθηκε η παράταση. Θα ήθελα επί τούτου να υπογραμμίσω ότι, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την εμβέλεια και το εύρος εφαρμογής της Δ.64 όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της το 1995, δεν τίθεται θέμα και ούτε, βεβαίως, θα ήταν επιτρεπτό το παρών Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο της απόφασης του (υπό άλλη σύνθεση), ήτοι της έκδοσης διατάγματος ημερ. 11.9.12 και να υπεισέλθει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που ενέκρινε και επέτρεψε την παράταση χρόνου για την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, ο Εναγόμενος/Καθ΄ ου η Αίτηση δικαιούται τα έξοδα του. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Δέστε Leal v. Dunlop Bio-Process
(1984)1 W.L.R. 874. [2] Δέστε σελ. 522-523 όπου ο Λόρδος Slade ανέφερε: «Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred on in Ord.2, r.
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord.2, r.1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord.2, r.2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may "make such order .. dealing with the proceedings generally as it thinks fit". The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.» [3] Δέστε OLYMPIA DESIGNS (PROPERTIES) LTD. ν. UNIQUE U.K. INC., Πολ. Έφ. αρ. 72/08, ημ. 4/8/2010, DASAKI ENTERTAINMENT CO. LTD. v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] «
  2. In actions for recovery of possession of immovable property the endorsement on the writ shall set out the value of the property sought to be recoved, and in those for trespass the value of the part actually, trespassed upon.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.